© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2013

ΡΙΓΟΛΕΤΤΟ ΤΟΥ ΤΖΟΥΖΕΠΠΕ ΒΕΡΝΤΙ [1813-1901] - ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Παραβλέποντας το ατυχές περιστατικό της Αυλαίας, που δεν άνοιγε στην «Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και του μεγάλου διαλείμματος που ακολούθησε για να διορθωθεί, χωρίς όμως να διορθωθεί, παρακολουθήσαμε στις 6-12-2013 μία από τις δημοφιλέστερες όπερες που γράφτηκαν ποτέ, τον  Ριγολέττο του Τζουζέπε Βέρντι, σε λιμπρέτο του Φραντσέσκο Μαρία Πιάβε.  Εξαιρετική η μουσική απόδοση, αλλά μας δημιούργησε  κάποιο προβληματισμό η όψη της παράστασης. 

Η τρίπρακτη όπερα είναι εμπνευσμένη από το  έργο του Βίκτωρος Ουγκώ «Ο Βασιλιάς διασκεδάζει» και  είχε προταθεί στον Βέρντι, τον Απρίλη του 1850, από το θέατρο La Fenice  της Βενετίας, να το μελοποιήσει. Ο  Συνθέτης όμως σχεδίαζε την μελοποίησή του από το 1844, επειδή διέκρινε ότι η παραμορφωμένη φιγούρα του γελωτοποιού ήταν ισάξια των Σαιξπηρικών ηρώων και επί πλέον αποτελούσε μεγάλη πρόκληση για εκείνον, η αντίθεση που υπήρχε ανάμεσα στην εξωτερική εμφάνιση και τον πλούσιο εσωτερικό και ψυχικό κόσμο του καμπούρη γελωτοποιού. Η Όπερα ολοκληρώθηκε και, παρά τα μεγάλα προβλήματα της λογοκρισίας που αντιμετώπισαν από τις Αυστριακές αρχές, η πρεμιέρα δόθηκε στις 11 Μαρτίου του 1851 και ήταν ένας θρίαμβος για τον Βέρντι, μετά από εκείνον του Μάκμπεθ στη Φλωρεντία το 1847. Από πολλούς θεωρείται το  αριστούργημα της  ώριμης περιόδου της ζωής του που σηματοδοτείται από την «τριλογία» Ριγολέττο [1851], Τροβατόρε και Τραβιάτα[1853].

Η τραγική ιστορία της όμορφης κόρης του Ριγολέττο, Τζίλντας, που ερωτεύεται και πέφτει θύμα του ανεύθυνου Δούκα της Μάντοβα, αφέντη του πατέρα της,  είναι το θέμα της  Όπερας. Ο αρχικός τίτλος της ήταν La maledizione. Η  κατάρα πέφτει από την αρχή και καθορίζει την εξέλιξη του δράματος. Εκστομίζεται από τον Κόμη Μοντερόνε κατά του Δούκα και του γελωτοποιού του, που, όχι μόνο συνέργησε στην αποπλάνηση της κόρης του από τον αφέντη του, αλλά και τον περιπαίζει. Η κατάρα στοιχειώνει τον Ριγολέττο και στο τέλος χτυπά το πιο τρυφερό και αγαπημένο πλάσμα της ζωής του, τη θυγατέρα του. 

Ο Βέρντι σκιαγραφεί τα μουσικά πορτραίτα των ηρώων του με εντελώς ξεχωριστό τρόπο και προσδίδει στον καθένα στοιχεία του χαρακτήρα του όπως, δραματικότητα στον κεντρικό ήρωα, τον Ριγολέττο,  λυρισμό στην κόρη του, Τζίλντα, αδιαφορία και κυνισμό στο ανεύθυνο   Δούκα, η άρια του οποίου, La donna e mobile,τραγουδιόταν στους δρόμους της Βενετίας την επομένη της πρεμιέρας, ο δε Συνθέτης ήταν τόσο σίγουρος για την επιτυχία της ώστε την κράτησε μυστική ως την ημέρα της γενικής δοκιμής από το φόβο της κλοπής. 

Εκπληκτικά τα ντουέτα Πατέρα και Κόρης  όπως και το θαυμάσιο κουαρτέτο «Bella figlia dell’ amore». Σύνολο από τα πιο αγαπητά και στο οποίο ο κάθε ήρωας εκφράζει τα προσωπικά του συναισθήματα, συγκερασμένα σε μια πολύχρωμη μουσική παλέτα μοναδικής ομορφιάς! 

Εξαίσιο το ξέσπασμα της μουσικής καταιγίδας που ο Βέρντι «σκηνοθετεί», προκειμένου να ενισχύσει  την εσωτερική καταιγίδα των ηρώων του και να επιτείνει την τραγωδία που επέρχεται. Με την πρώτη αστραπή στον ουρανού, η ηρωίδα, αποφασίζει να θυσιαστεί. Με τη δεύτερη παίρνει τη θέση του Δούκα και με την τρίτη αφήνεται στο μαχαίρι του δολοφόνου και πεθαίνει για χάρη του αγαπημένου της,  αφού  πρώτα εκλιπαρεί τον πατέρα της να τον συγχωρήσει. 

Τα καλοσχεδιασμένα σκηνικά και κοστούμια του Νίκου Πετρόπουλου, σε άσπρο-μαύρο, γνωστά μας από την  πρώτη παρουσίαση της Όπερας το 2008 και η  μετατόπιση της δράσης την εποχή του Μουσολίνι από τον ίδιο, παρά το γεγονός ότι συνηθίζεται και έχει γίνει με μεγάλη επιτυχία στο παρελθόν, δημιούργησαν τον προβληματισμό που αναφέραμε στην αρχή. Ίσως, θα πρέπει να αναρωτηθούμε τι προσθέτει και τι αφαιρεί από ένα έργο τέχνης η μεταφορά του σε μια άλλη εποχή, με άλλο ένδυμα, με άλλο ύφος και άλλη δομή του κοινωνικού γίγνεσθαι. Για να τονιστεί η διαχρονικότητα; Μα αυτή, έτσι κι αλλιώς, υπάρχει και αυτή είναι που το καθιστά κλασικό. Έχουμε όμως τη γνώμη πως ο Βέρντι, αν ζούσε την εποχή του φασισμού θα έγραφε διαφορετικά την Όπερά του. Ποιες οι αντιστοιχίες, οι ομοιότητες, οι παραλληλισμοί; Και γιατί να χαθεί από την όψη το τόσο πλούσιο και διάχυτο στη μουσική του Βέρντι ΧΡΩΜΑ; Πώς, αλήθεια, θα μας φαινόταν  μια τοιχογραφία του Μιχαήλ Αγγέλου ή ένας πίνακας του Ραφαήλ, όπου οι μοναδικές μορφές  τους θα έφεραν ένδυμα σημερινό ή κάποιας άλλης δεκαετίας και όχι αυτό που σχεδίασε ο ζωγράφος;  Ίσως ισχυριστεί κανείς ότι  το παράδειγμα είναι ακραίο, και δε θα διαφωνήσουμε. Ας έρθουμε  όμως σε κάτι πιο κοντινό, όπως οι Αρλεκίνοι και οι Σαλτιμπάγκοι  του Πικάσο. Πώς θα μας φαινόταν με κοστούμι και γραβάτα; Η μαγεία και η αύρα της εποχής, συνυφασμένες με το έργο τέχνης, μπορούν να αγνοηθούν, μπορούν να διαχωριστούν, να   αποβληθούν η να αντικατασταθούν;  

Πάντως στο εξαιρετικό ντιζάιν του προγράμματος της Λυρικής Σκηνής, οι δημιουργοί του, ένιωσαν την ανάγκη να προσθέσουν λίγο χρώμα στα σκέλη του οδοιπορούντος ριγολετικά R τους, με τα ευρηματικά κουδουνάκια να υποδηλώνουν  την ταυτότητα του ήρωα! 

Με τη θεϊκή μουσική του Βέρντι και τόσο καλούς μονωδούς η παράσταση δε θα μπορούσε παρά να είναι εξαιρετική. Στο ρόλο του Ριγολέττο ο θαυμάσιος Μεξικανός βαρύτονος, με τη ζεστή φωνή του, ανέδειξε με μουσικότητα τα δραματικά, περιπαιχτικά, απειλητικά στοιχεία του ρόλου του και πρόβαλε την ανθρώπινη πλευρά και τη συντριβή του  ήρωα.  

Η υψίφωνος Βασιλική Καραγιάννη, αξιοποίησε τη λεπτή,  λυρική γραφή του Βέρντι και με το εκπληκτικό άνοιγμα της λαμπερής φωνής της και το πλούσιο συναίσθημά της μας  καθήλωσε ως  Τζίλντα! Ο Κοσοβάρος Τενόρος Ραμέ Λαχάι που αντικατέστησε την τελευταία στιγμή τον  Μάριο Τζεφίρι απεδείχθη ικανότατος και απέδωσε τον Δούκα με θαυμαστή μουσικότητα και θεατρικότητα. 

Ο βετεράνος βαθύφωνος Δημήτρης Καβράκος, με την μεστή ωραία φωνή του έχει αφήσει τη σφραγίδα του στο ρόλο του Σπαραφουτσίλε και μας συγκίνησε ιδιαίτερα. Με χάρη και σαγήνη η μεσόφωνος Ελένη Βουδουράκη απέδωσε την Μανταλένα. Στην επιτυχία της παράστασης συνέβαλαν και οι καλλιτέχνες των μικρών ρόλων όπως ο εντυπωσιακός βαθύφωνος Δημήτρης Κασιούμης, Κόμης Μοντερόνε, καθώς και η ευέλικτη κινησιολογία-χορογραφία του Πέτρου Γάλλια. 

Ο διακεκριμένος  Αρχιμουσικός Λουκάς Καρυτινός, σημαντικός παράγων της Λυρικής Σκηνής και βαθύς γνώστης του Βέρντι, με τη δυναμική μπαγκέτα του, απέσπασε ερμηνείες φανταστικές  από την ορχήστρα του, τη Χορωδία, την άψογα προετοιμασμένη από τον Αγαθάγγελο Γεωργακάτο, και τους Καλλιτέχνες. 

Θα ήταν άδικο να μην αναφέρουμε την ευχάριστη έκπληξη που μας επεφύλαξε η Λυρική Σκηνή  στο φουαγιέ της Αίθουσας Τριάντη, στο κανονικό διάλειμμα της παράστασης, όπου ο δεξιοτέχνης  πιανίστας, Τίτος Γουβέλης, έπαιξε με το δικό του μοναδικό και εκλεπτυσμένο τρόπο το έργο του Φραντς Λιστ the Rigoletto Paraphrase S.434 και καταχειροκροτήθηκε!

    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email