© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

Τα παπουτσάδικα, τα παπούτσια, οι πολιτιστικές εκδηλώσεις και ο πολιτισμός

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Κάθε χρόνο, τις μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας, επιστρέφω στα ίδια και τις ρίζες μου. Μ’ άλλα λόγια «μπαίνω τη Χώρα» -κατά την προσφιλή ζακυνθινή έκφραση- και ξαναζώ όλα αυτά, που θεμελιώνουν, για εκείνη την περίοδο, τον πολιτισμό μας και στιγματίζουν την ζωοφόρο διαφορετικότητά μας.
   Έτσι έγινε και φέτος. Ξανά στα δικά μου, μια και, σαν καθαρά αστός, δεν μπορώ να καταλάβω αλλού την σημασία των ημερών και επιστρέφω εκεί που μεγάλωσα και πρωτογνώρισα την αξία των πραγμάτων.
   Κάποιο μεσημέρι, λοιπόν, εκεί προς την αρχή της εορταστικής αυτής περιόδου, που είναι, με την προσμονή της και η ουσία της υπόθεσης, όπως κάθε προεόρτια περίοδος, ανασκαλίζοντας την μνήμη μου, στράφηκα προς την βιβλιοθήκη μου, την οποία έχω αφήσει ανέπαφη, παρά την αυτοεξορία μου στην εξοχή, που εκεί έχει σχηματισθεί δεύτερη και μεγαλύτερη  και έβγαζα βιβλία, που τα ξεφύλλιζα, ή τα διάβαζα επιλεκτικά και αποσπασματικά.
   Εντελώς τυχαία, που λέτε, αν υπάρχει το τυχαίο και δεν είναι όλα προγραμματισμένα και επιζητούμενα, έπεσε στα χέρια μου ένα παλιό τεύχος του αξιόλογου περιοδικού Οδός Πανός, το οποίο για χρόνια εκδίδει τακτικά και επιμελώς ο γνωστός ποιητής Γιώργος Χρονάς. Ήταν το τεύχος 32, Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1987, το οποίο ήταν αφιερωμένο στην Μαρία Κάλλας, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης δέκα χρόνων από το θάνατο της μεγάλης ντίβας. Αυτός ήταν και ο λόγος που το διάλεξα απ’ όλα τα άλλα τεύχη και το ξεφύλλισα με προσοχή.
   Σημαντικά τα όσα ήταν στις σελίδες του γι’ αυτήν και πολύ ωραίες και αξιόλογες οι φωτογραφίες, που συνόδευαν τα κείμενα. Εκείνο, όμως, που τράβηξε περισσότερο την προσοχή μου και στάθηκε αφορμή για το σημερινό μου κείμενο, δεν ήταν η μεγάλη Ελληνίδα -τι Ζακυνθινός, εξάλλου, θα ήμουνα, αν ακολουθούσα τον κανόνα; - αλλά μια συνέντευξη του πολυσυζητημένου Αλέξανδρου Ιόλα, η οποία δημοσιεύεται, εκτός αφιερώματος, αλλά όχι και ύλης, προς το τέλος του τεύχους του περιοδικού.
   Εκεί, μεταξύ των πολλών άλλων ενδιαφερόντων, ο γνωστός συλλέκτης παρατηρεί εύστοχα και σωστά, απαντώντας στην ερώτηση του δημοσιογράφου, για το πώς βρίσκει «το ότι στην Ελλάδα σήμερα υπάρχει μια μεγάλη κίνηση γύρω από τα καλλιτεχνικά, ενώ πολλές γκαλερί οργανώνουν περισσότερες εκθέσεις ακόμη και από αυτό το Παρίσι»: «Το Κολωνάκι είναι γεμάτο παπουτσάδικα, όμως στους δρόμους του δεν βλέπεις να φοριέται ούτε ένα ωραίο παπούτσι». Και μάλλον έχει απόλυτο δίκιο. Ας αντιδράσουν οι πολλοί. Γνώμη μπορεί να έχει μόνο ο γνώστης και ο ειδικός.
   Φλυάρησα τόσο, κάνοντας έναν αρκετά μεγάλο πρόλογο, τέτοιον, που θα με απέρριπταν οι φιλόλογοι, για να καταλήξω στα δικά μας και να μεταφέρω όλα τα παραπάνω στην πραγματικότητα του νησιού μας, το οποίο μπορεί εικονικά να προοδεύει, αλλά μάλλον φαίνεται να παραμένει στάσιμο, στο χώρο, τουλάχιστον, του πολιτισμού.
   Εκδηλώσεις σίγουρα γίνονται στον τόπο μας και μάλιστα πολλές και συχνές. Τόσες, που συχνά συμπίπτουν και το ίδιο βράδυ πραγματοποιούνται συγχρόνως δύο και τρεις, αρκετές φορές, από αυτές και το κοινό, που ευτυχώς, έστω και μιας κάποιας ηλικίας, υπάρχει, δεν ξέρει το ποια να πρωτοδιαλέξει. Υπάρχει, όμως, πολιτισμός; Υπάρχει καλλιέργεια και παιδεία σε τούτο τον τόπο ή απλά και μόνο γεμίζουμε το κενό μας και ικανοποιούμε την φιλοδοξία μας, με κάτι που το θεωρούμε εύκολο και απλό, ενώ στην πραγματικότητα είναι δύσκολο και πολυσύνθετο;
   Υπάρχει αναμφίβολα πολιτιστική δραστηριότητα, αλλά τα Επτανησιακά Φύλλα έκλεισαν, μη έχοντας υποστηρικτές και κοινό ουσιαστικό, που θα τα στήριζαν και θα τα θεωρούσαν απαραίτητα και είναι η πρώτη φορά στην ιστορία του νησιού μας, από τον καιρό της ελευθεροτυπίας, που μείναμε δίχως περιοδικό.
   Καθαρόαιμο, επίσης, βιβλιοπωλείο δεν υπάρχει, αλλά όσα βρίσκονται στο μέρος μας πουλούν γραφική ύλη, σάκες και γομολάστιχες, για να μπορέσουν να επιβιώσουν.
   Θεωρούμε πολιτισμό ένα χορευτικό συγκρότημα, αμφίβολης ποιότητας και άντε και μια μετάκληση «Ομιλίας», έτσι για να γεμίσουμε την ώρα. Αντιγράφουμε και δεν δημιουργούμε. Πιθηκίζουμε και μηρυκάζουμε. Αν κάτι πετύχει, εμείς δημιουργούμε ένα κακέκτυπο, για να βγάλουμε την κακία μας. Η ύπαρξη των διαφόρων συλλόγων είναι στο να αντιγράφουν, σαν κακές φωτοκόπιες, τους διπλανούς. Αναπαράγουμε μια χρυσή μετριότητα και καλλιεργούμε έναν έντονο επαρχιωτισμό. Γι’ αυτό, ενώ έχουμε πήξει στις πολιτιστικές εκδηλώσεις, στην ουσία παραμένουμε απολίτιστοι. Και αυτό επειδή λείπει η γνώση. Επειδή απουσιάζουν οι ειδικοί.
   Σήμερα η Ζάκυνθος έχει, όπως πάντα, αξιόλογους ποιητές, αλλά δεν διαβάζει, όπως παλιότερα, ποίηση. Έχει σημαντικούς ζωγράφους, αλλά οι πίνακες που κρέμονται στα σαλόνια των σπιτιών μας και σε διάφορους δημόσιους χώρους δείχνουν την ακαλαισθησία μας. Λέει πως έχει θεατρική παράδοση, αλλά το αστικό της κέντρο δεν διαθέτει καμιά σκηνή. Γι’ αυτό μάλιστα δεν φταίει η εξουσία και η διοίκηση, αλλά το κοινό που δεν ενδιαφέρεται ουσιαστικά.
   Μακάρι να είναι λιγότερα τα «παπουτσάδικα» και περισσότερα τα καλαίσθητα «παπούτσια». Τότε θα μπορούμε να μιλούμε υπεύθυνα και δεν θα κάνουμε πανηγυρικούς της πεντάρας, ούτε θα επιπλέουν οι φελλοί.
   Γιατί δεν μπορούμε να λέμε πως «είμαστε το νησί του πολιτισμού» και να κινδυνεύουμε να πάμε από τροχαίο σε… πεζόδρομο.

    Ας σοβαρευτούμε!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email