© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΤΑ ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΠΛΟΙΑ



Με όλα τα φώτα αναμμένα το σπουδαίο κρουαζιερόπλοιο της εταιρείας ποντοπόρων πλοίων καθελκύζεται έξω από τη Σαλαμίνα. Χιλιάδες κόσμου χειροκροτούν, κουνούν τα χέρια, σαν κάποιοι να φεύγουν για πάντα, βγάζουν φωνές και αγκαλιάζονται με τα ηλεκτρικά χέρια τους. Οι ναύτες αφήνουν σωστικές φωτοβολίδες στο νυχτερινό ουρανό. Εκείνες διαγράφουν μια αφάνταστη τροχιά, το πλήθος εκστασιασμένο παρακολουθεί τις αλλεπάλληλες εκτοξεύσεις. Οι φωτοβολίδες ανατινάζονται στα χιλιάδες μέτρα, πελώριες ομπρέλες σηκώνονται κάτω από τα φεγγάρια μας, πάει καιρός που έπαψαν τα φεγγάρια να γεμίζουν και έτσι, τροχισμένα κρέμονται φωσφορικά πάνω από την πόλη, πάνω από την πόλη. Έπειτα η στάρλετ που έχει ναυλωθεί για την εκδήλωση κάτι λέει, οι μικροφωνικές εγκαταστάσεις διαλύονται και η φωνή της πίνεται μες στο σκοτάδι και σε όλο τον τόπο στάζει οξυζενέ και γερνούν οι θεατές, ορισμένοι μάλιστα πεθαίνουν, λένε μονάχα κάτι και έπειτα στοιβάζονται στους ομαδικούς τάφους και πίσω τα ωραία, νεαρά παιδιά που φορούν αμπέχονα τύπου τρόπικαλ και πραγματοποιούν στοχαστικά και ρωμαλέα το προσκλητήριο των νεκρών και το πλοίο χάνεται στον ορίζοντα και όσοι αγκαλιάστηκαν απέμειναν εκεί, παράξενα γλυπτά του αιώνος. Η Σαλαμίνα καίγεται, η φωτιά τώρα η μόνη μας μέρα και από πάνω το δρεπανοφόρο φεγγάρι με τις ξαφνικές αιωρήσεις, στάζει σκουριά πάνω στο πλήθος και όλο μακραίνουν τα κοπάδια των σκληρών μοτοσικλετών και το κορίτσι με το όνειρο της διασημότητας κολυμπά τώρα τρομαγμένο προς τον Πειραιά.
Τη νύχτα εκείνη, λοιπόν, που καθελκύστηκε το φωτισμένο πλοίο «Ακαπούλκο» οι πεδιάδες τέλειωναν προς τον ουρανό, οι παρθένες συμπτώσεις αποκαλύπτονταν και όλοι φέρονταν τόσο γενναιόδωρα. Ίσως γιατί στο ημιυπόγειο της οδού Αριστοτέλους, πιθανά στον αριθμό 146, το τολμηρό παιδί των Αθηνών, κατέβαινε ως Φαραώ στον τάφο και είχε όμορφα, ρωμαϊκά μαλλιά. Ουδεμία νύξη, ούτε ένα βλέμμα για τα σκισμένα φτερά του, εννοώ τα χέρια με τη βιολετί κορδέλα που φιλήθηκαν τόσο, εκείνη τη νύχτα. Τοίχο, τοίχο φτάνουν τα καινούρια χρόνια. Μα το τολμηρό παιδί δεν συνιστά παρά την ιδέα ενός χρώματος στο τελευταίο σύνορο της μοναξιάς μας. Καταλαβαίνετε υποθέτω πώς ερμηνεύεται η αυθαιρεσία ετούτης της αταξίας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email