© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Μαρίας Κοτοπούλη: ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΟ ΛΟΥΒΡΟ (νέο διήγημα)


 [ειδικά γραμμένο για την ψηφιακή βιβλιοθήκη παραθέματα λόγου
Μπροστά της το Ανάκτορο Μουσείου του Λούβρου απλωνόταν στον καταπράσινο Κεραμικό και άγγιζε τις παρυφές της πλατείας Ομονοίας. Διέσχισε την Αυτοκρατορική Αψίδα Θριάμβου του Καρουζέλ, πέρασε τη μεγάλη αυλή του Ναπολέοντα και έφτασε στην κεντρική είσοδο.

Εδώ θα περάσει τη μέρα  των Χριστουγέννων, κοντά στις ξενιτεμένες Θεές και  Κόρες, ξενιτεμένη και η ίδια. Οι φίλοι της είχαν επιστρέψει στην Ελλάδα και η Henriette θα έφευγε σε λίγες ώρες. Την κάλεσε να την φιλοξενήσει στο πατρικό της. Δεν ήθελε να πάει πουθενά, αν κι επιθυμούσε να γνωρίσει τη χώρα των Βάσκων, που τόσα είχε ακούσει, να δει τον τοπικό χορό monchco να τον χορεύουν οι γυναίκες φορώντας την περίφημη λευκή μαντήλα τους, estalchi. Το χωριό τής Henriette, με τ’ όνομα Irissarry, της θύμιζε κάποιο ελληνικό χωριό που της διέφευγε εκείνη τη στιγμή το όνομά του  και το πού βρισκόταν.

Άθελά της ήρθαν στη μνήμη της τα λόγια του Αριστοφάνη, «Πατρίδα να ξέρεις, είναι παντού, όπου κανένας ευτυχεί» κι εκείνα του Ρούμπενς: «Θεωρώ πατρίδα μου ολόκληρο τον κόσμο». 

Ο άνθρωπος έχει στα χέρια του το πιο ειρηνικό όπλο και δεν το χρησιμοποιεί, σκέφτηκε: τη διεθνή γλώσσα της Τέχνης, που σαν τον Φλαμανδό ζωγράφο, έχει πατρίδα της ολόκληρο τον κόσμο! Και ξαφνικά, σαν κάποιος να ήθελε να επιβεβαιώσει τη σκέψη της, ακούστηκαν από την τετράγωνη αυλή οι Σολίστες του Λούβρου να παίζουν την Χριστουγεννιάτικη Καντάτα του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Ο χώρος τής ήταν οικείος και εύκολα μπορούσε να φτάσει κοντά τους και να τους απολαύσει, όμως καρφώθηκε στη θέση της αναζητώντας, θαρρείς, τις απαρχές του Μεγάλου Κάντορα και μεσ’ από τα σύμβολα SDG, που σημείωνε στο τέλος κάθε καντάτας του, αναγνώρισε το «Soli Deo Gloria», κι αυτό την οδήγησε στο «Συν Θεώ» που έγραφε πριν από κάθε ιατρική συνταγή του ο Εκλεκτός τής καρδιάς της κ’ ήταν αυτό ένα μικρό σημάδι για ν’ αρχίσει  ν’ ανακαλύπτει αργά-αργά το μεγαλείο της ψυχής του!

 Ο κόσμος λιγοστός, δεν είχαν εισβάλει ακόμα τα πλήθη των τουριστών και η γυάλινη πυραμίδα δεν είχε ακόμα χτιστεί. Ήξερε τι θ’ αντικρύσει, αν έστριβε αριστερά, αλλά η μυσταγωγία τής καντάτας τη συγκρατούσε. Και ξαφνικά φωνές θαυμασμού την έκαναν να στρέψει το βλέμμα της. Σα να την έβλεπε για πρώτη φορά στην κορυφή της σκάλας! Ηρωική, επιβλητική, με ζωτική ενέργεια! Ανέβηκε δυο-δυο τα σκαλοπάτια, στάθηκε μπροστά της κι έπεσε στα γόνατα να προσκυνήσει την ομορφιά της, την ιστορία της, την ιερότητά της. Αυτής και των άλλων φυλακισμένων, που εκπροσωπούσαν τον Ελληνισμό, «Αυτόν τον κόσμο το μικρό το μέγα». Άγγιξε το βάθρο της να πάρει κάτι από τη θαλασσινή αύρα της, από το πνεύμα τής ελευθερίας της.

Η φτερωτή Νίκη, φτιαγμένη από τη βασίλισσα του μαρμάρου, την «Παρία λίθο», είχε ανοίξει τα φτερά της και ο σφοδρός άνεμος δεν κατάφερε ν’ ανακόψει το πέταγμά της. Μπόρεσε, όμως, παρασύροντας τον αφρό των κυμάτων, να υγράνει τον αραχνοΰφαντο χιτώνα της, που κόλλησε πάνω στο καλλίγραμμο κορμί της, αποκαλύπτοντας τη νεανική σάρκα της κοιλιακής χώρας, τη δεξιά κνήμη που πρόβαλε εμπρός και την ανάλαφρη συστροφή του σώματος με την ανεπαίσθητη κάμψη να υπογραμμίζει τη χάρη της και ν’ αφήνει άφωνους τους θαυμαστές της! Πριν αποχωρήσει από τη Νίκη τής ψιθύρισε: «είμαι σίγουρη ότι θα σπάσεις τα δεσμά σου και θα πετάξεις στους ουρανούς».

Αναζήτησε στην Αίθουσα του Παρθενώνα τις «Εργαστίνες», τις Κόρες που είχαν υφάνει το ολομέταξο πέπλο της Θεάς Αθηνάς κι έρχονταν για να της το προσφέρουν. Περπατούσαν καθ’ όλη τη διάρκεια της  Πομπής των Παναθηναίων, υπερήφανες για την τέλεια εργασία τους, με ιερατική επισημότητα, λουσμένες στο αττικό φως, ενώ  μια αόρατη μουσική, που λες και άκουγαν μόνον εκείνες, υπαγόρευε το βηματισμό τους, συνοδεύοντας τις αέρινες, αρμονικές κινήσεις τους,  τις τονισμένες ακόμα περισσότερο από τις φειδιακές πτυχώσεις των ιματίων.

Επηρεασμένη ίσως από την Άγια Μέρα έφερε μπροστά της τους Μάγους με τα δώρα να «οδοιπορούσι μετά αστέρος». Και δεν είχε σημασία που ο Ιησούς ήταν βρέφος. Ήταν Υιός Θεού, όπως και η Αθηνά, η παρθένος θυγατέρα του Διός.  Θεότητα μιας άλλης όμως εποχής, που δέχονταν τα δώρα των θνητών. Θέλησε να περπατήσει μαζί τους, να της προσφέρει και τα δικά της δώρα, αλλά ο ένας Επιμελητής τη σταμάτησε και ο άλλος την απομάκρυνε ευγενικά. Εκείνη όμως είχε προλάβει να χαιρετίσει μία-μία τις κόρες.

Πέρασε στην Αίθουσα  των Αρχαϊκών, για να καμαρώσει μαζί με τους Κούρους και τις Κόρες, το αριστούργημα της αρχαϊκής τέχνης, την κεφαλή του Ιππέα «Rampin» με το αινιγματικό μειδίαμα και την εκπληκτική κόμη, που θα τη ζήλευαν θεοί και άνθρωποι. Ξέρει ότι το υπόλοιπο άγαλμα θα το θαυμάσει μόνον όταν επιστρέψει στην Ελλάδα! 

Ο κόσμος είχε αρχίσει να φεύγει. Ο φύλακας πέρασε βιαστικά κι εκείνη μαρμαρωμένη σαν άγαλμα τον ξεγέλασε. Έφτασε στην αίθουσα της Αφροδίτης και κάθισε απέναντι της. Πώς αντέχεται, Θεέ μου, τόση ομορφιά! «Η τέχνη ίσως ποτέ δεν έφτιαξε κάτι ωραιότερο», είχε διαβάσει και κάθε φορά που την έβλεπε συμφωνούσε μ’ αυτή την παρατήρηση και ήταν σίγουρη ότι η Θάμαρ δε θα μπορούσε να παραβγεί σε ομορφιά μπροστά  της. Η λεπτότητα της μορφής της, η ευγένεια του εξαίσιου σώματός της μαρτυρούσαν  το υψηλό ιδανικό του δημιουργού της.

 Η Θεά γυμνή, εκθαμβωτική, διάφανη, με το ιμάτιό της να έχει γλιστρήσει στους γοφούς και μεσ’ από τον κυματισμό των πτυχώσεών του, η ανάδυσή της  να πραγματώνεται ακόμα μια φορά  από τον αφρό της θαλάσσης. Η πλαστικότητα του θεϊκού κορμού της, το αισθησιακό σπάσιμο της μέσης  τονίζουν την αιώνια θηλυκότητά της -αυτή την πηγή της ζωής- που κρατά στα χέρια της τον πόθο των θεών και των ανθρώπων. Αναστατώνει το πνεύμα, την καρδιά και τις αισθήσεις. Η κόμη της, απαραίτητο συμπλήρωμα της γυναικείας χάρης  από τότε που ο Όμηρος μάς ιστορεί ότι  κλινόταν στο δωμάτιό της για να κάμει την τουαλέτα της και αφιέρωνε αρκετό χρόνο στην κόμμωσή της. Άραγε, πόσο χρόνο να είχε τώρα αφιερώσει, αναρωτήθηκε  και πρόσεξε ότι έλειπε το διάδημα που στόλιζε τα μαλλιά της.

Και ενώ έψαχνε να το βρει για να της το φορέσει, ο φύλακας επέστρεψε για τον καθιερωμένο έλεγχο και άθελά της ανακάλεσε στη μνήμη της τα λόγια του Ποιητή: «Οι φύλακες στα σύνορα παίζουν ζάρια». Γιατί, γιατί και τούτος να μην παίζει;

 «Το Μουσείο έκλεισε. Πώς και είστε ακόμα εδώ;», της φώναξε έκπληκτος και αγριεμένος.

«Ψάχνω για το διάδημα της Θεάς», του είπε σαν πρώτη  δικαιολογία  κι έκανε μια ύστατη προσπάθεια να τον πείσει να την αφήσει να μείνει λίγο ακόμα. Ήταν ανένδοτος και τη συνόδευσε στην έξοδο με γαλατική ευγένεια. Πριν όμως αποχαιρετίσει τη Θεά τής έδωσε ένα φιλί, εκπληρώνοντας την επιθυμία του Αγαπημένου της που της έλεγε, «Να μου φιλήσεις την Αφροδίτη», κάθε φορά που του έγραφε ότι θα πήγαινε στο Λούβρο.

Βγαίνοντας από το Μουσείο βρέθηκε στη Λεωφόρο των Ηλυσίων Πεδίων. Ολόφωτη με το χριστουγεννιάτικο διάκοσμό της να τονίζει την ομορφιά και τη μαγεία της Πόλης του Φωτός! Η επιθυμία της ν’ ακούσει τους ψαλμούς των Χριστουγέννων, έντονη. Συνειδητοποίησε  ότι τόσο καιρό στο Παρίσι δεν είχε αναζητήσει την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία. Κάθε φορά που ένιωθε την ανάγκη να προσευχηθεί έμπαινε σε όποιο Ναό εύρισκε μπροστά της. Ήξερε ότι ο Θεός είναι «πανταχού παρών», είναι ένας, μόνο τ’ όνομά του αλλάζει και ο τόπος λατρείας του. Ποιον να ρωτήσει τούτη την ώρα; Χάρτη  δεν είχε μαζί της να τον συμβουλευτεί, τον είχε παρατήσει πάνω στα γραπτά της, καθώς έφυγε βιαστικά από το σπίτι της. Κάποιον αστυνομικό θα συναντήσει, παρηγορήθηκε και πράγματι λίγο πιο πάνω δυο νέοι έκαναν νυχτερινή περιπολία. Τίποτα δε θύμιζε, βέβαια, εκείνη τη μεγαλειώδη«Περιπολία»του Ρέμπραντ, αλλά δεν μπόρεσε ν’ αποφύγει το συνειρμό. Πλησίασε και ρώτησε.

«Θα ψάχνετε τη Saint Etienne, Saint Stefan για τους Ορθοδόξους», της είπαν, «δεν είναι μακριά» και της έδειξαν την κατεύθυνση που έπρεπε να ακολουθήσει. «Προχωρώντας στην οδό George Bizet θα βρεθείτε στον Καθεδρικό Ναό σας».

Ακολούθησε τις οδηγίες τους, ενώ το ντουέτο, «Στο βάθος του ιερού ναού»,από τους «Αλιείς Μαργαριταριών» τη γέμισε προσμονή και την έκανε να επιταχύνει το βήμα της, σκεπτόμενη την ευτυχή συγκυρία της  συγκατοίκησης του Αγίου με το Γάλλο Συνθέτη. 
      
Προχώρησε δειλά μέσα στον Ιερό Ναό, μόλις είχε μάθει το  όνομά του,  ένοιωθε ένοχη, το βλέμμα των αγίων επέτεινε την ενοχή της, κάποιο της θύμισε εκείνο της Σίβυλλας από την Καπέλα Σιξτίνα και προσπάθησε να το αποφύγει. «Η αλήθεια είναι η ψυχή του Θεού, το φως είναι το σώμα του».

Οι Βυζαντινοί ύμνοι, με τη θεϊκή ανάταση, ήρθαν να γαληνέψουν την ψυχή της και οι Άγγελοι πετούσαν γύρω της χωρίς να μετρούν τις ενοχές της. Την αγκάλιαζαν κι ένας τής ψιθύρισε:

 «Σήμερα είναι ημέρα αγάπης και χαράς, γιατί είσαι λυπημένη;»

«Λύπη με κυριεύει και θολώνει το μυαλό μου», θέλησε να δικαιολογηθεί, αλλά ο άγγελος την αντέκοψε.

«Το ήξερα ότι θα έρθεις». Η φωνή του τόσο οικεία, στο άκουσμά της  λύγισαν τα γόνατά της, γύρισε κι εκείνος είχε πάρει τη μορφή τής Μητέρας της. Έπεσε στην αγκαλιά της κι έκλαιγε από ευτυχία.

«Ήρθες από τόσο μακριά για να είσαι κοντά μου;», της είπε, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά της, γιατί ήξερε ότι δεν ήθελε να κλαίνε τα παιδιά της. «Πόσο με  ξεγέλασες στο τηλέφωνο με τις συμβουλές και τις νουθεσίες σου! Μη φύγεις, μη μ’ αφήσεις μόνη μου ξανά». Αφέθηκε στην τρυφερή αγκαλιά της και μαζί έψαλαν τα τροπάρια «Η γέννησίς σου Χριστέ ο Θεός ημών» και «Η παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει».

Πόσο πρέπει να είχε περάσει η ώρα… δεν είχε καταλάβει ότι η Ακολουθία των Χριστουγέννων είχε τελειώσει. Ο κόσμος την έσπρωχνε κι άξαφνα ησυχία.  Περπάτησε μέσα στο ναό, τα βήματά της διατάρασσαν τη θεϊκή γαλήνη και άρχισε να ακροπατεί. Στάθηκε στο κέντρο κοιτάζοντας τον Παντοκράτορα.  Προσπάθησε να Τον ρωτήσει τι είναι ο άνθρωπος και τι δεν είναι, αλλά δεν μπορούσε ν’ αρθρώσει λόγο. Αναζήτησε στα πρόσωπα των Αγίων την ευλογία της πραότητας, της καρτερίας, όλες τις κρυμμένες πνευματικές αλήθειες, αρετές που  ένοιωθε ότι υπάρχουν, αλλά αδυνατούσε να τις προσεγγίσει, ίσως δεν ήταν άξια και –αλίμονο- αγνοούσε αν θα μπορούσε ποτέ να γίνει. Πλησίασε με δέος τη στολισμένη με ολόφρεσκα λουλούδια εικόνα της γέννησης του Ιησού. Ακούμπησε το πρόσωπό της στο τζάμι κι έκλαψε πικρά για όλα εκείνα τα αγωνιώδη ερωτήματα που δεν εύρισκε απαντήσεις και μεγέθυναν  τις αμφιβολίες της. Προσευχήθηκε σιωπηλά, όσο πιο δυνατά μπορούσε, να της δοθεί η δωρεά της αγάπης και της γνώσης. Πήρε ένα λευκό τριαντάφυλλο από τη γιρλάντα που στόλιζε το μικρό Ιησού και για αντάλλαγμα τού πρόσφερε τα δώρα της καρδιάς της. Φυλάει ακόμα αυτό το λευκό τριαντάφυλλο και κάθε χρόνο τούτη τη μέρα το παίρνει μαζί της, πολύτιμη συντροφιά στη μοναξιά της.

Βγήκε από την εκκλησία κι άρχισε να τρέχει στη Λεωφόρο των Ηλυσίων Πεδίων. Έφτασε στους Μουσικούς τού Δρόμου και μπλέχτηκε μέσα στο πλήθος που τους είχε περιτριγυρίσει  και τους άκουγε με θρησκευτική κατάνυξη. Ήταν ο αληθινός μουσικός λόγος ενός σημαντικού έργου τού παρελθόντος που πρόβαλε μεσ’ από το συναρπαστικό παίξιμο των μουσικών της μικρής αυτής ορχήστρας  και παρέσυρε το ανώνυμο πλήθος των περαστικών στη μυστηριακή,  υπαρξιακή διαδρομή αιώνων! Το σόλο του βιολοντσέλου την απέσπασε από την περισυλλογή κι έκανε τη μνήμη της να επανέρχεται ορμητική στα ιερά θησαυροφυλάκιά της και να ξαναζεί εικόνες ονειρικές. Οι δυο τους, κρατημένοι σφιχτά από το χέρι, να  προχωρούν σιωπηλοί. Μόλις είχαν βγει από το Ναό του Επικουρείου Απόλλωνος στις Βάσσες της Αρχαίας Φιγαλίας και σκέφτονταν ότι οι ΛΕΗΛΑΤΕΣ έφτασαν ώς εδώ και η περίφημη  Ζωφόρος του Ιερού Ναού βρισκόταν -πού αλλού;- στο «αθώο» Βρετανικό Μουσείο. Ένας κόμπος, ένας λυγμός τούς έκανε ν’ αγκαλιαστούν. Μπήκαν γοργά στο  αυτοκίνητο και άρχισαν να τρέχουν ξέφρενα.  Είχαν χαθεί ανάμεσα στα πανύψηλα βουνά της Αρκαδίας  και  άκουγαν το ίδιο θεϊκό adagio του Γιόζεφ Χάιντν, που τώρα αντιλαλούσε στη Λεωφόρο των Ηλυσίων Πεδίων, βρίσκοντας  διέξοδο στη θλίψη, νικώντας  το φόβο και το πυκνό σκοτάδι. Έτσι κατάφεραν να φτάσουν σ’ ένα πανέμορφο ορεινό χωριό, το Ίσαρη, και να περάσουν τη νύχτα. Τι θύμησες, Θεέ μου, είναι αυτές! Χαμογέλασε κι  αναρωτήθηκε αν θα ήταν τόσο όμορφο και το χωριό της Henriette, που είχε αρνηθεί την  πρόσκλησή της. Όμως έπρεπε να βιαστεί, ήταν αργά και είχε μπροστά της πολύ δρόμο μέχρι να φτάσει στο σπίτι της, στη  Rue de lAbbé de lEpée. Έτρεχε, έτρεχε, προσπέρασε το Λούβρο κι έφτασε στην Notre-Dame, τον φημισμένο Καθεδρικό Ναό στην καρδιά του Παρισιού. Ήθελε να  δει το γοτθικό ρυθμό του στεφανωμένο με το χριστουγεννιάτικο φως των αστεριών.

Διέσχισε την ιστορική γέφυρα Σαιν Μισέλ που ενώνει το νησάκι με το Quartier Latin. Μια συντροφιά νέων  χόρευε και τραγουδούσε μπροστά στη μπαρόκ κρήνη του Αγίου Μιχαήλ, κέντρο συγκεντρώσεων και εξεγέρσεων. Έμεινε για λίγο μαζί τους και κοίταζε τον Άγγελο να πατά ανελέητα τον δαίμονα πριν τον εξοντώσει. Προσπέρασε τη νεανική συντροφιά κι άρχισε να ανεβαίνει το θρυλικό Boulevard Σαιν- Μισέλ. Προχωρούσε αργά. Δεξιά της ο μαγικός κήπος τού Λουξεμβούργου με τα πολλά αγάλματα, την οκταγωνική λίμνη και το επιβλητικό   ομώνυμο Παλάτι, έδρα της Γερουσίας. Αριστερά της η Σορβόννη, πνευματικό σύμβολο του Παρισιού, τόπος ιερός για εκείνη, γιατί εκεί μυήθηκε στα δύσκολα μονοπάτια της ελεύθερης σκέψης και  της γνώσης που διαρκώς αναζητεί. Νόμιζε πως ήταν μόνη, όταν ένα μεγάλο σύννεφο τη σκέπασε και δεν έβλεπε τίποτα. Άκουγε σάλπιγγες Αγγέλλων να ηχούν κι ένοιωθε τα άρματά τους ν’ ανοίγουν δρόμο στους ουρανούς. Το σύννεφο άρχισε σιγά-σιγά να καθαρίζει. Κοίταξε ψηλά. Είδε την Νίκη να πετά στον ουράνιο θόλο και τους Αγγέλους να τη συνοδεύουν.

Τι κι αν είναι καρφωμένο στο Λούβρο το θεσπέσιο κορμί της, εκείνη είναι ελεύθερη να τρέχει στους ουρανούς, σκέφτηκε και πλημμύρισε από ευτυχία. Έφτασε στη φρεσκοβαμμένη πολυκατοικία με τη νεοκλασική πρόσοψη και τη σκάλα από μασίφ ξύλο, που την ανέβαινε πάντα αργά, για να παρατηρεί τη λεπτοδουλειά των μαστόρων. Αυτή τη φορά όμως έτρεχε, σκαρφάλωνε δυο-δυο τα σκαλοπάτια ώς τον έκτο όροφο. Ξεκλείδωσε, όρμησε μέσα στον στενό διάδρομο, τον φορτωμένο παλαιά γαλλικά βιβλία, παρέσυρε τα ποιήματα τού Baudelaire στο πέρασμά της, έσκυψε τα σήκωσε  κι έτρεξε στο παράθυρο, το άνοιξε για να θαυμάσει ακόμα μια φορά το πέταγμα της Νίκης και να πάρει δύναμη ν’ αγωνιστεί για τη δική της   ελευθερία, που είναι και των άλλων η ελευθερία.
[2012]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email