© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΟΙ ΡΑΚΕΤΕΣ ΤΟΥ ΤΕΝΙΣ (νέο επίκαιρο διήγημα)



- Θα σε σώσω, μου είπε με αποφασιστικότητα.

Σιώπησα. Απλά τον κοίταγα στα μάτια και απορούσα για το πώς.

- Χρωστάω πολλά, του αντέτεινα.

- Θα σε σώσω, επανέλαβε και άφησε το καπέλο του στην κρεμάστρα. Πέρασε στο καθιστικό και προτίμησε την πολυθρόνα μου. Ενοχλήθηκα κάπως, αλλά δεν είχα περιθώρια για παραξενιές. Ο άνθρωπος ήρθε για να με σώσει. Άμα δεν μου άρεσε, μπορούσα να μην του ανοίξω την πόρτα. Τώρα είναι αργά. Ήρθε, κάθισε κι έβγαλε χαρτί και μολύβι.

- Λοιπόν, έχουμε ένα στεγαστικό, ένα δάνειο για αυτοκίνητο, μία κάρτα καταναλωτική κι ένα χρέος στον Τόλη. Σύνολο 200.000 ευρώ.

- Μάλιστα, ψέλλισα με ντροπή. Θα πάρετε καφέ;

- Δεν είναι ώρα για σχόλη, τώρα δουλεύουμε. Πού είναι το τηλέφωνο;

Του έδειξα.

- Το θέλω κοντά μου.

Τράβηξα το τραπεζάκι κοντά του κι έβαλα τη συσκευή επάνω. Άνοιξε τον χαρτοφύλακά του και, μετά από ολιγόλεπτο ξεφύλλισμα, άρχισε να σχηματίζει αριθμούς. Μέτρησα τρεις κλήσεις. Ήταν και οι τρεις στο εξωτερικό. Τα έχασα με το θράσος του. «Ήρθε, για να τηλεφωνήσει στους γνωστούς του τσάμπα;» σκέφτηκα.

- Είναι απαραίτητα τηλέφωνα για την υπόθεσή μας. Φυσικά δεν μπορώ να τα χρεωθώ εγώ.

Συμφώνησα. Ήταν για το καλό μου!...

- Και τι σας είπαν; ρώτησα με ενδιαφέρον.

- Θα δούμε, πάντως το μόνο σίγουρο είναι ότι λεφτά υπάρχουν.

Αναθάρρεψα. Του γέλασα, και με ευφορία του είπα :

- Προχώρα.

- Μια κουβέντα είναι αυτή. Θα χρειαστούν κάποιες θυσίες. Όχι βέβαια υπερβολές, αλλά να: κάποιες παραχωρήσεις και ίσως μια αναδιοργάνωση στο νοικοκυριό σου. Υπόγραψε ένα πληρεξούσιο και δώσε μου χρόνο.

- Αν είναι για το καλό μου, τι συζητάς;

- Ωραία. Πρώτα πρέπει να κάνουμε καταγραφή.

Έπιπλα και γενικά πράγματα, μισθός, ένα ενοίκιο από το μικρομάγαζο της γιαγιάς, το εξώσπιτο στο χωριό και κάτι ρακέτες του τένις. Προσθέσαμε το σύνολο και βρήκαμε ότι τα έξοδα ήταν μεγαλύτερα από τα έσοδα. Απόρησα. Αυτό το ήξερα.

- Λοιπόν;

Ξαναπήρε τηλέφωνο Αμερική.

- Δεν έχουμε περιθώρια. Θα μας στείλει ο Dan ένα τσέκι και με αυτό θα σώσουμε την κατάσταση για ένα μήνα.

- Άριστα, είπα και αρκέστηκα στην ικανότητά του.

Πράγματι το ποσό εκταμιεύτηκε και ανταποκρίθηκα στα δάνεια και τις υποχρεώσεις. Ο μήνας πέρασε και ο σωτήρας επέστρεψε, ανανεωμένος από τα ταξίδια στο εξωτερικό που μου χρέωσε και που ήταν απαραίτητα για την λύτρωσή μου. Μου έφερε και ένα τεράστιο λουκάνικο Φρανκφούρτης. Ήταν υπέροχο. Μετά την μπύρα, μού εξήγησε ότι ο Κώστας, πατριωτάκι στο Μόναχο, αποφάσισε να με συνδράμει. Χάρηκα. Άλλος ένας μήνας. Νέα ταξίδια για τον φοβερό τύπο που με είχε ενθουσιάσει, νέος μήνας και νέα επίσκεψη. Εξαντλήσαμε και την περίπτωση του Μισέλ. Ήταν χρόνια στο Παρίσι και συγκινήθηκε από την ιστορία μου. Έφαγα και παντεσπάνι. Μου το έφερε ο φίλος μου και, πάνω που πίναμε ιταλικό εσπρέσο, έσκασε η μπόμπα.

- Τώρα πρέπει να πληρώσεις.

- Αυτό δεν κάνω εδώ και καιρό; του αντιμίλησα.

Σηκώθηκε όρθιος, πήρε ένα ύφος κακό και μου γύρισε πίσω μια ανάποδη.

- Ήρθα να σε σώσω και αυτό θα κάνω.

Πήρε κάποιο τηλέφωνο. Σε λίγο κάποιοι πελώριοι εμφανίστηκαν στο τριάρι. Άρχισαν να αμπαλάρουν τα πράγματα. Είχα κερώσει... Έβγαλαν ακόμη και τα σώβρακα από το ντουλάπι. Τα έβαλαν και αυτά στις κούτες. Ως δια μαγείας άδειασε το σπίτι. Έμεινα μόνος με τον σωτήρα και το τηλέφωνο. Κάτσαμε κάτω και ενώ, μυξόκλαιγα, μου εξήγησε:

- Λοιπόν δώσαμε τους τόκους. Τώρα μένει το δάνειο. Για το αμάξι δεν το συζητώ. Παραδίδεις πινακίδες. Το μαγαζί το σώνεις και το εξώσπιτο θα δούμε.

Μου ήρθε να του σπάσω το κεφάλι.

- Μην το διανοηθείς! Ά, και όσο για τα λεφτά, δεν νομίζω να πιστεύεις πως μαζί τα φάγαμε; Εσύ καλοπέρναγες τόσο καιρό, μου φώναξε και άνοιξε την πόρτα να φύγει.

Μετά από μέρες ήρθε ξανά.

- Κανόνισα για το σπίτι στην εξοχή. Το δίνουμε, μου είπε αδελφικά.

- Τι να κάνουμε; και σκέφτηκα την ανάποδη.

Με χτύπησε στον ώμο και χάθηκε. Ξανάρθε για το μαγαζί και τελικά για το τριάρι. Έμεινα στο δρόμο. Δεν ξέρω αν τα λεφτά τα πήραν οι δανειστές. Αυτός όμως πέρασε καλά. Δούλεψε στην κυριολεξία εμένα, την γιαγιά και κάμποσους άλλους. Τελευταία φορά που τον είδα ήταν στο αεροδρόμιο. Πήγαινε για δουλειές έξω. Έτσι μου είπε και φεύγοντας μού άφησε ένα ευρώ για να πάρω κουλούρι.

Τον ευχαρίστησα… Δεν θα τον ξεχάσω ποτέ. Εντέλει έσωσε τις ρακέτες του τένις! Τι θα έκανα λοιπόν χωρίς τον σωτήρα μου!...


[Εικαστικό σχόλιο στο διήγημα: Lawson Wood]

3 σχόλια:

Α. Παπαγιάννης είπε...

ΑΡΙΣΤΑ!

ΕΛΕΝΗ ΚΟΦΤΕΡΟΥ είπε...

Επίκαιρο κι αληθινό!!!Και αφού σώσαμε τις ρακέτες μας μένει τώρα πια μόνο να μάθουμε τέννις...θα βρεθούν πολλοί προπονητές-σωτήρες μας...

Μίρκα είπε...

Όλη η αλήθεια, η ουσία του προβλήματός μας μέσα σε λίγες γραμμές. Είμαστε κωμικοτραγικοί...

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email