© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΘΛΙΜΜΕΝΕΣ ΤΖΑΚΑΡΑΝΤΕΣ (διήγημα)

Ο Νίκολας ξενιτεύτηκε πολύ νέος, πριν από τριάντα χρόνια, στο Γιοχάνεσμπουργκ, απ’ όπου δεν έφυγε ποτέ. Παρείχε όμως τα πάντα στην οικογένειά του πίσω. Έτσι κι αλλιώς, εδώ δεν έκαμε οικογένεια.

Μόλις πληροφορήθηκε απ’ τους ομογενείς ότι επισκέπτομαι τη μεγαλούπολη της Νοτίου Αφρικής έκαμε το παν να μ’ ευχαριστήσει, σαν να τον ήξερα από τα παλιά. Από ταξιτζής μέχρι καμαρότος μου, από ξεναγός μέχρι μάγειράς μου. Πλήρωνε ό,τι λιμπιζόμουν στα πολυκαταστήματα τού Ιστγκέϊτ έως και την υπαίθρια αγορά τής Μπρούμα Λέικ. Η αγάπη του με σκλάβωσε και με ανησύχησε. Έσπευσα όμως να συνηγορήσω υπέρ του εντός μου: «Αυτά να τα βλέπουμε εμείς, οι εντός των συνόρων. Αυτοί εδώ είναι πιο φιλότιμοι, φιλόξενοι, καλοσυνάτοι!»

Το τελευταίο πρωί αργήσαμε να βγούμε απ’ το σπίτι τού Νίκολας, με τα ταριχευμένα άγρια ζώα τού απλόχωρου σαλονιού. Περίμενε τη Μαύρη του, την οικιακή βοηθό του, να συνεννοηθεί για το τι και το πώς της δουλειάς. Όταν εκείνη κατέφθασε ξεψυχισμένη, μια ώρα ποδαρόδρομο απ’ το Σοβέτο, δεν ήξερα πού να κρυφτώ. Με περισσότερη καλοσύνη φέρεται κανείς στα έντομα των μυρμηγκοδρόμων, στο σπουργίτι του τζαμιού, στα σκουπίδια του νεροχύτη…

Κάτι -ή το παν- έσπασε μέσα μου. Απόμεινα διαμαρτυρόμενος βουβά και βγήκα στον πανευώδιαστο κήπο, ενώ τ’ αγέρωχα δέντρα των τζακαράντων θρόιζαν δελεαστικά το μοβ των λουλουδιών τους. Θέλω να φύγω στον δρόμο, μα δεν μπορώ. Εδώ, το κάθε συγκρότημα οικιών προφυλάσσεται απ’ τους εγκληματίες Μαύρους με ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα, ενώ για να μπεις ή να βγεις σηκώνει τις μπάρες της κεντρικής εισόδου ο Μαύρος Σεκιουριτάς.

Το βράδυ επιστρέφω Αθήνα μέσω Καΐρου. Τελευταία ξενάγηση το Μαροπένγκ, το Λίκνο της Ανθρωπότητας. Ο Νίκολας είναι λαλίστατος:

- Ξέρεις, κανόνισα να συνταξιδέψουμε το βράδυ. Θα γύριζα Αθήνα σε δυο-τρεις μήνες, αλλά καλύτερα μαζί σου, έτσι για παρέα. Ψώνισα και κάμποσα πράγματα για τους γονείς: ρούχα, αναμνηστικά, καταλαβαίνεις!

- Πολύ καλά, απαντώ με προσποίηση, καθώς αισθάνομαι το σπασμένο να μετακινείται πέρα-δώθε μέσα μου.

Ο δρόμος ευθύτατος, η ταχύτητα αυξημένη, ώσπου να η τροχαία μάς σταματά.

- Ωχ, ωχ, ψελλίζω ανησυχώντας.

- Μη φοβάσαι τίποτα. Εγώ είμαι εδώ, με καθησυχάζει ο Νίκολας με ύφος.

Βγαίνει και σε λιγότερο από πέντε λεπτά επιστρέφει με το θάρρος και την έπαρση τού «όλα αγοράζονται».

- Μ’ ελάχιστα ραντ όλα γίνονται, λέει.

Δεν έχω τίποτε ν’ αντείπω. Κάτι μού θυμίζει όλο αυτό, αλλά δεν σχολιάζω. Σχολιάζει όμως ο φιλικός οδηγός μου:

- Ξέρεις, αυτοί εδώ δεν θεωρούνται και τόσο άνθρωποι, δεν είναι ίδιοι μ’ εμάς. Έχουν πολύ χαμηλό αϊκιού, καλά που είναι κι εκατομμύρια από δαύτους. Σκότωνε και θάβε


Δεν μπορώ να πιστέψω ό,τι ακούω. Ουδείς μας είναι αθώος για οτιδήποτε στιγματίζει ανά πάσα στιγμή τον πλανήτη, αλλά τόσο πολύ, τόσο ξεδιάντροπα;

- Μα, ο Μαντέλα έκαμε αγώνα…, τολμώ να πω, αλλά με κόβει αναψοκοκκινισμένος ο Νίκολας:

- … από τότε χάθηκαν όλα. Αυτός ευθύνεται, που έδωσε ελευθερίες και δικαιώματα στους Μαύρους...

Τώρα έχω την ανταπάντηση έτοιμη, στοχεύοντας στα πατριωτικά γονίδιά του:

- … όμως εδώ έμαθα ότι ο σπουδαίος Έλληνας, ο Μπίζος, όταν ο Μαντέλα ήταν έγκλειστος στο Ρόμπιν Άϊλαντ, τού διάβαζε Σολωμό κι εκείνος ευχαριστιόταν πολύ!...

Ο Νίκολας δεν πτοείται με παρόμοια ψυχωφελή:

- Άστον κι αυτόν, τον προδότη…, λέει εξοργισμένος.

Θέλω πολύ να κατέβω απ’ το αμάξι, αλλά φοβάμαι τους Μαύρους των φαναριών, που, αν μού επιτεθούν έτσι άνευ λόγου και αιτίας, θα έχουν και λόγο και αιτία. Ήδη φθάνουμε στο Λίκνο της Ανθρωπότητας. Ψαύω με στερεμένα συναισθήματα τον τόπο των Προανθρώπων κι αισθάνομαι τους ανθρώπους -και τον εαυτό μου μαζί- εχθρικότατους τριγύρω. Τα ευρήματα ζωής τριών εκατομμυρίων χρόνων πριν από εμάς στη γη αυτήν εδώ δεν με συγκινούν, όπως ανέμενα…

Ο Νίκολας, πανέξυπνος, έχει μάλλον συλλάβει τις ανομολόγητες ενστάσεις μου και, στην επιστροφή προς Γιοχάνεσμπουργκ, μού αναγγέλλει ότι, καθώς έχω και τις βαλίτσες μου μαζί, θα με αναλάβει ένας άλλος ομογενής, ο Ανδρέας, να με πάει στο αεροδρόμιο.

- Εγώ έχω κάτι τελευταίες εκκρεμότητες. Θα βρεθούμε στο τσεκ-ιν. Be happy! δικαιολογείται.

Δεν χαιρετιόμαστε. Θα βρεθούμε στο τσεκ-ιν, αλίμονο… Ποιος αντέχει εικοσιτέσσερις ώρες επιπλέον μαζί του, στ’ αεροδρόμια και στον αέρα…

Στο τσεκ-ιν με καταλαμβάνει αδημονία. Αργεί πολύ… Ο Ανδρέας ρωτά ευγενικά, γιατί τόσο άγχος. Εξηγώ ότι συνταξιδεύω με τον Νίκολας και ήδη πρέπει να προχωρήσω στην επιβίβαση. Εκείνος χαμογελά και με ηρεμεί:

- Μην ανησυχείς. Ο Νίκολας δεν θα 'ρθει... Έτσι φιλοξενεί κόσμο κατά καιρούς και νομίζει ότι θα συνταξιδέψει μαζί τους ύστερα γιΑθήνα. Δεν έχει πια κανέναν στην πατρίδα. Οι γονείς του πέθαναν πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια σένα πολυτελέστατο ίδρυμα, που τους πλήρωνε. Όχι, δεν ήταν γηροκομείο. Βίλα ηλικιωμένων ήταν! Έδωσε μια περιουσία για τους γονείς του!

Έχουμε κιόλας απογειωθεί. Τώρα που γράφω, διασχίζουμε τον αέρα της Αφρικής, ανηφορίζοντας τον αχανέστατο χάρτη του μαύρικου τόπου. Δεν έχω συναισθήματα. Πασχίζω μονάχα να κρατήσω στο νου μου τις ολάνθιστες τζακαράντες και κυρίως εκείνο το θλιμμένο μοβ κροτάλισμά τους.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email