© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

Το Ιόνιο εικαστικό φως του Γιάννη Μόραλη στην Εθνική Πινακοθήκη

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης


Πρωινά εννιάχρονα τιτιβίσματα για μια βόλτα στα όνειρα των εικαστικών έξω από την Εθνική Πινακοθήκη. Τα μόνα ίσως αυθεντικά χαμόγελα στην πολύπαθη ελληνική πρωτεύουσα της παρακμής του σύγχρονου Ελληνισμού. Ξάπλωσαν τις χρωματιστές τσάντες τους στην είσοδο και ξεχύθηκαν μαζί με τους δασκάλους τους στις μεγάλες αίθουσες για το μεγάλο ταξίδι…

Επιβλητικός ο Γιάννης Μόραλης υποδεχόταν γλυπτός και φωτογραφισμένος, έμοιαζε με οικοδεσπότη, εβδομήντα χρόνια καλλιτεχνικής δημιουργίας δικαιούνται της μεγάλης τιμής. Για περισσότερο από τρεις μήνες θα διδάσκει και θα τέρπει, «λεύτερος» από τα δεσμά του χρόνου, το μέτρο και την ελληνικότητα, σε καιρούς δύσκολους για την αυτογνωσία και την αυτοκυριαρχία μας.

Ο Γιάννης Μόραλης (1916-200) διαμορφώνεται και ωριμάζει τη δεκαετία του '30. Το διπλό αμφίσημο σύνθημα «επιστροφή στην τάξη», «επιστροφή στην παράδοση», που αντήχησε στην Ευρώπη αμέσως μετά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, εξέφραζε τη λαχτάρα για την αναστήλωση των αξιών, για την Ελλάδα όμως της μικρασιατικής καταστροφής είχε διαφορετικό χαρακτήρα. Αναζητούσε για άλλη μια φορά, μέσα από την τέχνη, τα ελληνικά ενοποιητικά στοιχεία, που ήταν άλλωστε διάσπαρτα στη βυζαντινή και λαϊκή παράδοση, θύμιζαν χαμένες πατρίδες, αλλά επαλήθευαν τις ίδιες τις αρχές της μοντέρνας τέχνης. Μαθητής στη Σχολή Καλών Τεχνών από τα δεκαπέντε του, έτυχε να έχει τους πιο μοντέρνους δασκάλους της εποχής του, τον Παρθένη και το χαράκτη Γιάννη Κεφαλληνό, που ο καθένας με τον τρόπο του καλλιέργησαν ένα κλασικό ιδανικό, ώστε η τέχνη του να χαρακτηρίζεται ανθρωποκεντρική. Ο ίδιος θυμάται με συγκίνηση το Γιάννη Κεφαλληνό: «Ήμουν από τους πρώτους μαθητές του. Επί τέσσερα χρόνια φοιτούσα τα απογεύματα στο εργαστήριό του. Νεοφερμένος από το Παρίσι (1932), ωραίος, μορφωμένος, κοσμοπολίτης, ο Κεφαλληνός ήταν για μένα πατέρας δάσκαλος και φίλος…»

Γεννήθηκε στην Άρτα το 1916, όπου και πέρασε τα πρώτα παιδικά χρόνια, έχει όμως και θύμησες από την Πρέβεζα, περιοχή εργασίας του Γυμνασιάρχη πατέρα του. Κι αργότερα, το 1927 εγκαθίσταται στο Παγκράτι της Αθήνας. «Το Ιόνιο με διαπότισε. Εμείς είμαστε του Ιονίου. Έχει άλλο φως πιο γλυκό, πιο μαλακό. Όταν πρωτοήρθα στην Αθήνα, μ’ ενοχλούσε το πικρό πράσινο των πεύκων. Αντίθετα, αυτό που με μάγευε και με συμφιλίωσε τελικά με την Αττική ήταν το χρώμα της ελιάς. Για σκέψου ότι η ελιά έχει όλα τα χρώματα της ζωγραφικής του Γκρέκο. Πάρε το φύλλο της ελιάς με το ψυχρό γκρίζο μπροστά, πιο πράσινο πίσω. Πάρε τον καρπό μ’ αυτά τα μαυριδερά χρώματα που μωβίζουν. Δεν ξέρω γιατί η ελιά μού θυμίζει το Γκρέκο», έλεγε, για να συμπληρώσει σε μεταγενέστερη ομολογία του: «Αγαπώ τα γκρίζα, δεν ξέρω γιατί. Πάντα φιλοδοξούσα να ζωγραφίσω με τα χρώματα της πέρδικας». Το φως και το χρώμα του Μόραλη θα φέρουν το άρωμα του Ιονίου, ένα φως υγρό, διυλισμένο, που απορροφά τις ανακλάσεις κι ένα γκρίζο που είναι σχεδόν πάντα παρόν στα έργα του, το απόσταγμα της ομίχλης που διαποτίζει τα υγρά τοπία του Ιονίου.

Το 1936 ο Μόραλης πετυχαίνει (με την ενθάρρυνση και τη βοήθεια του Κεφαλληνού) στο Διαγωνισμό της Ακαδημίας Αθηνών για μια υποτροφία ψηφοθετικής στο εξωτερικό και την επόμενη χρονιά ταξιδεύει για μια γνωριμία με το μπαρόκ της Ρώμης κι αργότερα για το Παρίσι του νατουραλισμού, όπου είχε την τύχη να γνωρίσει τη Γκερνίκα του Πικάσσο, νωπή ακόμα κι εντυπωσιακή. Το 1947, πεπεισμένος από το δάσκαλό του χαράκτη Γ. Κεφαλληνό, υποβάλλει υποψηφιότητα κι εκλέγεται καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου δίδαξε για 35 συνεχόμενα χρόνια και από ηλικία μόλις 31 ετών! Αναλαμβάνει εθνικές εκπροσωπήσεις, βραβεύεται, παρασημοφορείται κι επενδύει με εικόνες τη «νεοελληνική ταυτότητα για εσωτερική κι εξωτερική χρήση».

Ο ζωγραφικός κόσμος του Μόραλη δεν «επιζητεί τα άκρα», βάζει σε τάξη εικόνες, σκέψεις και συναισθήματα η τέχνη του, «μια τέχνη αστική με τις δύο έννοιες, την ετυμολογική (της πόλης), την κοινωνιολογική (της τάξης), και κατεξοχήν «αστεία», με την αρχαία έννοια της κομψότητας και του πολιτισμένου». Κι ενώ τα δημοσιεύματα στον Τύπο παρατηρούν ότι ο Μόραλης μπαίνει σε μιαν άρνηση του χρώματος, ο ίδιος εξηγεί: «Έχω τη γνώμη πως η καλή ζωγραφική, όποια τεχνοτροπία κι αν ακολουθεί, στο βάθος της είναι ίδια και ξεκινάει από τον άνθρωπο. Προσωπικά αγαπώ την ελληνιστική ζωγραφική και τη βυζαντινή. Τα πορτραίτα του Φαγιούμ, οι τοιχογραφίες της Πομπηίας και τα βυζαντινά ψηφιδωτά, που όλα τους έχουν κοινές ρεαλιστικές ρίζες, μου προσφέρουν πολλά διδάγματα στο έργο μου».

Τα έργα στη συλλογή της Πινακοθήκης παρουσιάζονται κατά ενότητες μορφολογικού κι αισθητικού περιεχομένου σε μια χρονολογική εξέλιξη κατά δεκαετίες. Προσωπογραφίες και νεκρές φύσεις αποτελούν τις δημιουργίες του από το 1930 έως το 1950. Την τρίτη δεκαετία της δημιουργίας του, ο Μόραλης έχει βρει τη θεματική του: τα Επιτύμβια, τα Επιθαλάμια. Θρησκευτικές ελεγείες και ύμνοι σε μια εύθραυστη ισορροπία, επηρεασμένα από τις αρχαίες στήλες και την πομπηιανή ζωγραφική. Έλεγε χαρακτηριστικά: «Ο έρωτας και ο θάνατος πάνε μαζί. Και τα δυο έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη ζωή μου. Όταν αντιμετώπιζα δυσκολίες, έλεγα: Περίμενε να δούμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Το θάνατο τον αισθάνομαι έκτοτε πολύ κοντά. Ίσως γι’ αυτό αγαπώ τη ζωή, τον έρωτα. Τα καλύτερά μου έργα βγήκαν από τη στέρηση. Με τη ζωγραφική προσπαθώ να μαγέψω, να κρατήσω τα πράγματα που κινδυνεύω να χάσω ή που έχασα. Γι’ αυτό τα πρόσωπα συχνά μοιάζουν». Όλα τα έργα της παραγωγής του ζωγράφου με θέμα τα επιτύμβια της δεκαετίας 1950-1960 αποτελούν ένα λαμπρό παράδειγμα ανάπτυξης μιας προσωπικής πρότασης «ελληνικότητας» της γενιάς του 1930, όπου οι αφομοιωμένες επιδράσεις ακουμπούν τόσο στην αρχαία ελληνική παράδοση όσο και στις προτάσεις των μοντερνιστών της ευρωπαϊκής τέχνης, όπως ο Picasso, o Klee, o Kandinsky, o Leger ή o Matisse.

Από το 1962 έως το 1968, πειραματίζεται περαιτέρω σε επίπεδο μορφοπλαστικών διατυπώσεων, αλλά και σε διερευνήσεις θεματολογικών αναπτύξεων. Τα χαρακτηριστικά τους είναι πως στηρίζονται σε γρήγορη εκτέλεση, σε εξπρεσσιονιστικούς τύπους και σε απλές αδρές χρωματιστές επιφάνειες.

Στην πέμπτη και τελευταία ενότητα, είναι εμφανές ότι περιλαμβάνονται έργα απόλυτης γεωμετρικότητας, πλήρους αφαίρεσης και στρουκτουραλιστικών διατυπώσεων. Συχνά επεξεργάζονται θέματα ερωτικών συνευρέσεων, όλο και πιο ακραίων και αποκαλυπτικών περιπτύξεων, συγκαλυμμένα από την ελευθερία που προσφέρει η απόλυτα αφαιρετική διατύπωση, η ανάπτυξη της φαντασίας για αναζήτηση μορφών και στάσεων. Η περίοδος αυτή ξεκινά με τα Επιθαλάμια της δεκαετίας του 1970 και συνεχίζεται με τα Ερωτικά, αλλά και άλλα θέματα, μέχρι το τέλος της καλλιτεχνικής δημιουργίας του Μόραλη, στο τέλος της δεκαετίας του 2000.

Δήλωνε πάντα ελεύθερος: «Καμιά θεωρία. Άμα πας σ΄ έναν μαραγκό και τον ρωτήσεις πώς γίνεται κάτι, θα σου πει αμέσως. Έτσι, χωρίς εξήγηση. Με το ένστικτο. Όπως ξέρεις, καλλιτέχνης είναι αυτός που δουλεύει με την καρδιά, με το μυαλό και με το χέρι. Τεχνίτης είναι αυτός που δουλεύει με το μυαλό και με το χέρι. Εργάτης είναι αυτός που δουλεύει με το χέρι. Εγώ δεν ξεκινώ από τη θεωρία. Μπορώ εκ των υστέρων να βγάλω ο ίδιος μια θεωρία, αλλά δεν το θεωρώ χρήσιμο. Ούτε θέλω να ενταχθώ σε ομάδα. Εγώ ήθελα πάντα να είμαι ελεύθερος».

Με τα εξώφυλλα και τις εικονογραφήσεις του ο Μόραλης πέτυχε ένα «σπάνιο ζευγάρωμα» της ζωγραφικής με τη λογοτεχνία, όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο Σεφέρης. «Οι ποιητές μου είναι ο Κάλβος, ο Σολωμός, μερικά ποιήματα του Σικελιανού και ο Καβάφης. Η Ανθολογία δεν μ’ εγκατέλειψε ποτέ ούτε στο στρατό. Την είχα ντύσει με χακί χρώμα, για να περάσει απαρατήρητη. Τον Σεφέρη και τον Ελύτη τους γνώρισα αργότερα. Συνδεθήκαμε. Με τον Ελύτη γίναμε φίλοι…».


Περισσότερα από εκατό έργα του Γιάννη Μόραλη εκτίθενται στην Εθνική Πινακοθήκη μέχρι το τέλος του Αυγούστου, γεννήματα μέσα από τις πληγές και τις χαρές της εποχής του. Από εκεί ο επισκέπτης φεύγει με την αίσθηση ότι το χάδι της καμπύλης, όπου η γραμμή φιλιώνει την αίσθηση με τη νόηση, θωπεύει τη μαυρίλα της απελπισίας και τη λούζει στο Ιόνιο εικαστικό φως, για να τη μεταλλάξει σε αισιοδοξία κι ελπίδα για μια καινούργια αναγέννηση του Ελληνισμού, που μόλις κυοφορείται. Είναι έκδηλο στα μάτια των εννιάχρονων μαθητών, που ξανακρεμούν τις τσάντες στους ώμους και τραβούν την ανηφόρα με τη χαρά και την αυτοπεποίθηση της νιότης που μπορεί ν' αλλάζει και να μεταμορφώνει τα πράγματα προς το καλύτερο.

Βιβλιογραφία:
1) Τιμή στο Γιάννη Μόραλη, Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα 2011
2) Γιάννης Κεφαλληνός ο χαράκτης, Ε.Χ. Κάσδαγλης, Μ.Ι.Ε.Τ. Αθήνα 1991.

Ζάκυνθος, 24-5-2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email