© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

Όταν η γειτονιά γίνεται και πάλι σκοντράδα

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Έκλεισαν και φέτος, με επιτυχία θέλω να πιστεύω, οι τριήμερες εκδηλώσεις, που με τον τίτλο «Η Γκιόστρα τ’ Άι-Γιωργιού», οργανώθηκαν, για δεύτερη φορά – και γι’ αυτό αρχίζουν να γίνονται θεσμός – από την Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία «Giostra di Zante». Πρόκειται, όπως και άλλες φορές έχουμε ξαναγράψει, για τους έφιππους αγώνες, οι οποίοι στην ουσία είναι η εξέλιξη της άλλης, της μεγάλης Γκιόστρας, η οποία από το 2005 έχει και αυτή αναβιώσει και έως και την χρονιά των καταστρεπτικών σεισμών του 1953 πλαισίωναν το πανηγύρι της ιστορικής εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου του Πετρούτσου, στην «Όξω Μερία» και συγκεκριμένα στην νότια άκρη της σημερινής οδού Κάλβου, λίγο πιο πάνω από εκεί που στις μέρες μας υπάρχει ο φούρνος με το όνομα της εκκλησίας και του μεγαλομάρτυρα.

Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν πραγματικά συγκινητική. Στο πρόχειρο πανηγύρι που στήθηκε το απόγευμα του Σαββάτου στη γειτονιά της αδικοχαμένης εκκλησίας –ας επαναλάβουμε πως δεν την γκρέμισε ο σεισμός, ούτε την έκαψε η φωτιά, αλλά την ισοπεδώσαμε εμείς– με ψητά, φιτούρες, μυρτιές και σινιάλα, για πρώτη φορά ακούστηκε στο χώρο, μετά από πενήντα οκτώ ολόκληρα χρόνια, ο αναστάσιμος χαιρετισμός, μαζί με τα λόγια του απολυτίκιου του Τροπαιοφόρου, από τον σεμνό ιερέα Παναγιώτη Πόθο, ο οποίος έκανε μια σύντομη παράκληση και ευλόγησε τα άλογα, αλλά και ο ήχος των πετάλων, ο τόσο γνωστός στον έφιππο και εαρινό Άγιο.

Είκοσι δύο άλογα, με τους ανάλογους καβαλάρηδες, ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση του Σωματείου και η απόμερη συνοικία έγινε και πάλι σκοντράδα. Μετά από μισό και βάλε αιώνα σιωπής οι γείτονες του Άι-Γιώργη ξανάγιναν πανηγυριώτες και μια πανάρχαια συνήθεια ξαναζωντάνεψε, θυμίζοντας στους παλιότερους και γνωρίζοντας στους νεότερους.

Η μεγαλύτερη χαρά και ικανοποίηση όλων εμάς, που οργανώσαμε την εκδήλωση, μεγαλύτερη ακόμα και από την επιτυχία της, ήταν, πιστεύω, τα δάκρυα εκείνων των λίγων, που γι’ αυτούς γύρισε ο χρόνος πίσω και αναπόλησαν και η ικανοποίησή τους, που και πάλι ο δρόμος της εκκλησίας τους έμεινε δίχως αυτοκίνητα και θορύβους και επέτρεψε να ξανακουστούν ποδοβολητά και ήχοι καθαρά εόρτιοι.

«Ήρθα εδώ πάνω», μου είπε μια σεβάσμια κυρία, «γιατί από μικρή μ’ έφερνε εδώ ο πατέρας μου και πάντα ερχόμαστε εδώ, για να δούμε τους αγώνες». «Μπράβο παιδιά», μας είπε μια άλλη, «να ξέρατε τι μας θυμίσατε»! Και αυτά, νομίζω, είναι τα πιο πολύτιμα έπαθλα της Εταιρείας, για την σκέψη της να αναβιώσει τους λαϊκούς αυτούς αγώνες, ισάξια, αν όχι και πιο ακριβή, από την καλοζυμωμένη κουλούρα, με τη ζάχαρη και τα ζαχαρόκουκα, που πρόσφεραν τότε στον νικητή.

Στην γειτονιά του Άι-Γιώργη του Πετρούτσου ευωδίασε ξανά η φρεσκοκομμένη μερτία, ακούστηκαν και πάλι τα «χρόνια πολλά» και το «Χριστός ανέστη» και η τσίκνα του ψητού, μαζί με την οικεία σε όλους εμάς τους ζακυνθινούς μυρωδιά της φιτούρας θύμισε γιορτή και σμίξη ανθρώπων, οι οποίοι ενάντια στην κρίση ή και με αφορμή, αν θέλετε, την κρίση, επανήλθαν στα οικεία και γνώρισαν πόσο ανέξοδη είναι η αληθινή διασκέδαση και πόσο πολύτιμη η σωστή και σωστική επαφή.

Ο αντιδήμαρχός μας, μάλιστα, ο αιώνια αεικίνητος και δραστήριος Άκης Λαδικός, που πάντα βρίσκεται κοντά, αρωγός και συμμέτοχος, αλλά και συνεορταστής της κάθε πολιτιστικής προσπάθειας, πήρε παστέλι και φιτούρες, όπως ο κάθε καλός ζακυνθινός συνηθίζει σε παρόμοιες περιπτώσεις, για να τα πάει στην πεθερά του, που μένει λίγο πιο πάνω. Αυτό ήταν μια εικόνα, που επιβεβαίωσε την επιτυχία της εκδήλωσης, απομάκρυνε το στημένο και έδωσε υπόσταση στην επαναφορά. Και δεν ήταν η μόνη. Εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα μια συνοικία της πόλης πήρε ζωή και το απόκεντρο έγινε κεντρικό. Οι παλιότεροι γύρισαν πίσω την μνήμη και οι νεότεροι έμαθαν.

Εκτός από τον Άγιο Γεώργιο των Φιλικών, υπήρχε και αυτός του Πετρούτσου, όπου έκανε πανηγύρι με Γκιόστρα και αυτή φέτος ξέφυγε από τις σελίδες του βιβλίου του Γιάννη Πομόνη–Τζαγκλαρά, που την διαφύλαξε και από χθες έγιναν σήμερα. Σ’ αυτήν, μάλιστα, συμμετείχε διακριτικά, κάπου εκεί μετά τους είκοσι δύο συνέφιππους και ο ίδιος ο Μεγαλομάρτυρας, με το ανοιχτόχρωμα καφετί άτι του, αμέτοχος της διεκδίκησης της νίκης σαν απ’ αιώνος νικητής, αλλά συμμέτοχος του αγώνα και συνεορταστής του.

Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, όπως μας πληροφορεί ο χρονικογράφος Διονύσιος Βαρβιάνης, υπήρχε από το 1478, στην ίδια θέση και ήταν παραθαλάσσια. Το 1505, όπως διαβάζουμε στο βιβλίο του Ντίνου Κονόμου «Εκκλησίες και Μοναστήρια στη Ζάκυνθο», αναφέρεται σε συμβόλαιο του Αλ. Ραφτόπουλου και λίγα χρόνια αργότερα, το 1513, παραχωρήθηκε από την Βενετική Διοίκηση στην οικογένεια Πετρούτσου, σαν jus patronato, η οποία την ανακαίνισε από τα θεμέλια, με δικά της έξοδα.

Στις 18 Απριλίου 1776, λίγες μέρες δηλαδή πριν την γιορτή της, ο κτήτοράς της Θωμάς Κολέττης, σύζυγος της μοναδικής απογόνου της οικογένειας Πετρούτσου, όπου ζούσε, της Νικολέτας ποτέ ιερέως Αρσενίου Πετρούτσου, λόγω της κακής κατάστασης του ναού, τον παραχώρησε σε αδελφάτο. Ξαναχτίστηκε το 1783 πανύψηλη, με ωραιότατη πύλη και ανάλογα σκαλισμένα στην πέτρα παράθυρα. Πάνω από την είσοδό της υπήρχε η επιγραφή με το όνομα του τεχνίτη και η χρονολογία της εργασίας του: «Ιω. Κασσιμάτης / κτήτωρ αψπγ [1783]».

Από τις πιο αξιόλογες εικόνες της ήταν αυτές του Θείου Πάθους, έργα του μεγάλου Νικολάου Κουτούζη, στην πάνω ζώνη του τέμπλου, όπου άλλες από αυτές βρίσκονται στην σημερινή εκκλησία της Ανάληψης, όπου και το τέμπλο και άλλες στο μετασεισμικό μας Μουσείο.

Σήμερα την ύπαρξη της ιερής αυτής στέγης μας την θυμίζει ο ομώνυμος, όπως προαναφέραμε, φούρνος και ένα μικρό προσκυνητάρι, κάπου εκεί κοντά, όχι βέβαια έργο των αρμοδίων, αλλά κάποιων ευαίσθητων γειτόνων.

Ας ελπίσουμε η εκδήλωση αυτή της Γκιόστρας του Άι-Γιωργιού να γίνει θεσμός και να επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο, έτσι ώστε να μην χαθεί η ιστορική μνήμη.

Η αξιόλογη αυτή εκκλησία θα μπορούσε να σωθεί, αλλά θυσιάστηκε και αυτή στην νεοελληνική μας νοοτροπία. Και άλλα κομμάτια της πόλης και του νησιού μας θα μπορούσαν μα συντηρηθούν και να βοηθούν στο να μην χαθεί η συνέχεια. Δυστυχώς, όμως, αποκτήσαμε μια μπετόν πραγματικότητα.

Έσχατη αντίσταση η διατήρηση της παράδοσής μας. Σ’ αυτά τα πλαίσια κινείται και η επαναφορά της Γκιόστρας του Αγίου Γεωργίου.

Να είμαστε καλά και του χρόνου να την ξανακάνουμε. Είναι κομμάτι της ταυτότητάς μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email