© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

«Δέκα Λευκαί Λήκυθοι» του Γιάννη Κεφαλληνού στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

Είναι, φαίνεται, η αγάπη μου για το βιβλίο και το καθημερινό του ξεφύλλισμα η δύναμη που με οδήγησε μια τέτοια ανοιξιάτικη μέρα του Απρίλη ν’ ανεβώ τα μαρμάρινα σκαλιά του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης στο μεγαλοπρεπές Μέγαρο Σταθάτου της Αθήνας. «΄O,τι καλύτερο για την τέχνη του βιβλίου» ο δελεαστικός τίτλος της έκθεσης, που διοργανώνει το Εργαστήριο Γραφικών Τεχνών-Τυπογραφίας και Τέχνης του Βιβλίου, αλλά δεν ήμουνα καθόλου υποψιασμένος για τη συγκίνηση και το θαυμασμό που θα ένιωθα μπροστά στις προθήκες, την εποχή που το βιβλίο παραδίδεται σιγά-σιγά στη δίνη της ηλεκτρονικής τεχνολογίας. Την ίδια ώρα, η έκθεση βιβλίου στην πλατεία Κλαυθμώνος μαράζωνε στη μοναξιά της…

Ο σχεδιασμός εντύπου, οι γραφικές τέχνες και η τέχνη της τυπογραφίας ξεδιπλώνονται στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. Δεσπόζει, όμως, επιβλητική, χαρά του ματιού και της αφής η έκθεση ¨Του λευκώματος των δέκα λευκών ληκύθων του Μουσείου Αθηνών¨ , το χαρακτικό ρέκβιεμ του Γιάννη Κεφαλληνού, που τον καθιέρωσε ως μεγάλο Έλληνα χαράκτη και σεβάσμιο όνομα στο χώρο της τέχνης. Είναι ένα βιβλίο που τυπώθηκε σε 400 αντίγραφα αριθμημένα και αποτελείται από μια εισαγωγή, γραμμένη από την αρχαιολόγο Σέμνη Καρούζου και δέκα εικόνες, καθεμιά σε χωριστό φύλλο, οι οποίες παριστάνουν τα αναπτύγματα του ζωγραφισμένου μεσαίου μέρους ισάριθμων αττικών ληκύθων. Ο πρόλογος έχει τυπωθεί με πρωτότυπα στοιχεία σχεδιασμένα από τον Κεφαλληνό και διακοσμείται με σχέδια από ληκύθους δοσμένα όλα με έγχρωμες ξυλογραφίες. Οι εικόνες όμως των δέκα επόμενων φύλλων έχουν αποδοθεί με μια μεικτή μέθοδο ξυλογραφίας και χαλκογραφίας.

Λήκυθοι ήταν κεραμικά ζωγραφισμένα αγγεία (φιαλίδια), που περιείχαν αρωματικά έλαια, με τα οποία άλειφαν τα σώματα των νεκρών και σε ορισμένες περιπτώσεις συγκέντρωναν τα δάκρυα συγγενών και φίλων και τις τοποθετούσαν δίπλα τους κατά τον ενταφιασμό. Ο Άγγελος Γ. Προκοπίου έγραψε μεταξύ άλλων στην εφημ. Καθημερινή (22-5-1956). «Στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. η λήκυθος ξεχώρισε από τ΄ άλλα αγγεία της Αττικής, για να γίνει το κατεξοχήν κεραμικό είδος τάφου. Το σχήμα της ληκύθου απέκτησε έξοχη λεπτότητα κι ένα ρυθμό ραδινό, που ανταποκρινόταν στην ψυχική κατάσταση των οικείων του νεκρού. Το λευκό επίχρισμα του φόντου της έδωσε σ΄ αυτήν τόνο αλάβαστρου και ο αγγειογράφος ήρθε να προσθέσει, με τον εικαστικό του διάκοσμο, τα όνειρα και τις παρήγορες ελπίδες των Αθηναίων για τις ιδανικές εκείνες συνομιλίες των νεκρών με τις αγαπημένες τους ζωντανές υπάρξεις…Οι αγγειογραφικές σκηνές των ληκύθων, με δύο ήρωες πρώτα, με τρεις και περισσότερους όσο προχωρούσε η τέχνη της ζωγραφικής, αποκτούσαν το χαρακτήρα των βουβών δραμάτων κλασικού θεάτρου, με περισσότερο ανθρώπινο τόνο και θερμότερη οικειότητα απ΄ ό,τι μας έδωσε η τραγωδία. Το κέντρο της σκηνής υποδηλώνεται συνήθως με μια νεκρική στήλη. Γυναίκες κομίζουν κάνιστρα με στέφανα και καρπούς, αγγεία αλαβάστρινα και κεραμικά για να στολίσουν τη στήλη. Ο νεκρός παρακολουθεί την προσφορά αυτής της πληγωμένης αγάπης χωρίς να μπορεί να πιάσει με τα χέρια του την προσφιλή του ύπαρξη. Είναι μελαγχολικός και ανήμπορος, ωραίος κι εκμηδενισμένος, μια μορφή εικαστικής υπάρξεως αλλά και πραγματικής ανυπαρξίας, παράστασις και οπτασία μαζί που συγκινεί και σαγηνεύει την καρδιά μας. Η ποίησις της τέχνης της ληκύθου δεν είναι μόνο το σχήμα της και το θέμα της. Είναι το εξαϋλωμένο περίγραμμα των μορφών της…Ο χρόνος έσβησε από τα περισσότερα αγγειογραφήματα των ληκύθων τα γαλάζια και άλικα χρώματα των χλαμύδων για να μας αφήσει τα περιγράμματα των σωμάτων ακόμη πιο γυμνά και πιο καθαρά….Τώρα ο Κεφαλληνός έπρεπε να χαράξει το αγγειογράφημα της ληκύθου με τους ελαφρείς και σβησμένους τόνους του παλιού χρόνου μ’ αυτούς που μας μιλά σήμερα η ξεθυμασμένη μουσική αίσθησις του καλλιτέχνη, τώρα που ξεχάστηκε εντελώς πια η μορφή του και τ’ όνομά του. Έτσι η λήκυθος περνά από την αρχαιολογία στην αισθητική της χαράξεως και γίνεται έργο νέο… Και σ’ αυτό ακριβώς το σημείο της μεταφοράς και μεταλλαγής της αγγειογραφίας σε χάραξη κρίνεται η αισθητική αξία της εργασίας του Κεφαλληνού».

Ο Κεφαλληνός, λοιπόν, το 1953, με μια ομάδα φοιτητών, καθόταν μήνες στο Αρχαιολογικό Μουσείο αντιγράφοντας τις δέκα ληκύθους. Διάλεξαν τις ωραιότερες από τις πολυάριθμες που βρίσκονταν εκεί εκτεθειμένες κι άλλες θαμμένες ακόμα στα κιβώτια όπου είχαν συσκευασθεί για να φυλαχτούν από τον πόλεμο. «Επινοήσαμε μια στρωμνή ντυμένη με τσόχα. Ξαπλώναμε προσεκτικά τη μακρόσχημη λήκυθο, αφού την περιτυλίγαμε μ’ ένα φύλλο σκληρή τζελατίνα. Οπλισμένοι με φακούς, χαράζαμε πάνω κει με δυο γραμμές το πάχος του αρχαίου σχεδιάσματος (…) Το μόνο χαρακτικό μέσο που θα απέδιδε με ακρίβεια το παιγνίδι της γραμμής και την ποικιλία του χρώματος και του τόνου ήταν η χαλκογραφία: το ακουαφόρτε στα ρηχά, το καλέμι στα δυνατά. Η ποσότης του μελανιού που γεμίζει κάθε χαραγμένη γραμμή, ανάλογα με το βάθος της, δίνει κατά την εκτύπωση τη διαφάνεια ή τα σκοτεινά. Με την ‘ακουατίνα' ζητήσαμε έπειτα ν αποδώσουμε το διάχυτο της πατίνας και τη θαμπάδα από τη σκόνη του καιρού. Για τα χρώματα, τέλος, προτιμήσαμε την ξυλογραφία: τόσες πλάκες όσες και τα χρώματα… Κλειστήκαμε στο Εργαστήριο, από το οποίο έμελλε να βγούμε ύστερα από τρία χρόνια…» σημειώνει ο ίδιος. Ένας παράδοξος διάλογος τρία ολόκληρα χρόνια με τις σκιές του τάφου που ζητούσε ν’ αναστήσει με το καλέμι του ο Κεφαλληνός τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Η παρουσίαση του λαμπρού αποτελέσματος στο κοινό έγινε με κάθε επισημότητα στη Σχολή Καλών Τεχνών στις 26 Απριλίου 1956. Πρόκειται για το σημαντικότερο και πιο πολύπλοκο στην εκτέλεσή του καλλιτεχνικό βιβλίο που έχει ως τώρα φιλοτεχνηθεί στην Ελλάδα, σύμφωνα με την ιστορικό τέχνης Ειρήνη Οράτη.

Θα ήταν ωφέλιμο, νομίζω, ν’ αναφερθούμε με συντομία σε ορισμένα βιογραφικά στοιχεία του Γιάννη Κεφαλληνού, οι ρίζες άλλωστε μοιάζουν να τρέφονται από τα στήθη του ζακυνθινού παραμυθιού. Ήταν ανήμερα της Λαμπρής, όταν ο παππούς του Γιάννη, ο παπα-Νικόλας, τελούσε την αναστάσιμη λειτουργία στο Σκουλικάδο της Ζακύνθου, όταν πληροφορήθηκε το φόνο του πρωτότοκου γιου του! Η ηθική της βεντέτας για ερωτικούς λόγους οδήγησε το φονιά από την οικογένεια των Πλεσσαίων στην πράξη κι ο παπάς τον συγχωρεί δημόσια(!) από την ωραία Πύλη τη μεγάλη μέρα της Αγάπης, αλλά και για να γλυτώσει το δευτερότοκο γιο του Διονύση, να τον απαλλάξει από τον άγραφο νόμο της αντεκδίκησης. Το χρέος, γραμμένο στα τεφτέρια του εξάδελφου Αντώνη, πληρώθηκε «όπως έπρεπε» στα κελιά της φυλακής. Μετά το δεύτερο αυτόν φόνο, ο Διονύσης απομακρύνεται από τον πατέρα του στην Ιταλία για σπουδές και αργότερα εγκαθίσταται μόνιμα στην Αίγυπτο. Εκεί πλούτησε, παντρεύτηκε τη Χιώτισσα Βιργινία και γόνος τους ήταν το στερνοπούλι τους ο Γιάννης, το έτος 1894. Ο νεαρός Κεφαλληνός μετά την αποφοίτησή του από το Αβερώφειο Γυμνάσιο της Τοσιτσαίας Σχολής στην Αλεξάνδρεια ξεκίνησε σπουδές μηχανικού στη Γάνδη του Βελγίου. Όμως, παρά τις εξαιρετικές του επιδόσεις στα μαθηματικά και παρά τις παραινέσεις των γονέων του, ο Κεφαλληνός αποφάσισε να εγκαταλείψει τις σπουδές του στη Γάνδη, για να σπουδάσει στο Παρίσι Ιστορία της Τέχνης και ζωγραφική.

Κατά την περίοδο 1914–1918, επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια, για να μείνει μακριά από την δίνη του Α΄ Πολέμου. Εκεί δημιούργησε τα πρώτα του χαρακτικά για το σατιρικό περιοδικό Μάσκα (1918). Επιπλέον γνωρίζεται με τον Καβάφη, με τον οποίο κοινό σημείο επαφής είναι το περιοδικό Γράμματα, του οποίου ο Καβάφης υπήρξε ο «πρώτος τη τάξει» συνεργάτης. Το 1921 δημιουργεί το πορτραίτο του ποιητή, χαλκογραφία, η οποία χρησιμοποιήθηκε για εμπροσθόφυλλο στην έκδοση των απάντων του ποιητή μετά το θάνατό του από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Με το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, επέστρεψε στο Παρίσι, όπου συνέχισε να ασχολείται με τη χαρακτική και την εικονογράφηση βιβλίων και κατόρθωσε να επιβληθεί ως μαιτρ της γκραβούρας στους βιβλιόφιλους και τους εκδότες του Παρισιού. Το 1922 εικονογράφησε το βιβλίο του Ζοζέφ Ριβιέρ (Joseph Rivière) Mer océane και δύο χρόνια αργότερα εικονογράφησε το βιβλίο του Ανατόλ Φρανς (Anatole France) Sur la pierre blanche. Στην κατοικία του στο Σεν Μαρ της Τουραίνης, στις όχθες του ποταμού Λίγηρα, φιλοξένησε για αρκετούς μήνες τον επιστήθιο φίλο του ποιητή Κώστα Βάρναλη, όταν εκείνος διωκόταν για τις ιδέες του.

Το 1930 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και το 1931 ανέλαβε το Εργαστήριο Χαρακτικής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Στο Εργαστήριό του, το οποίο ήταν μία όαση δημιουργική και δημοκρατική σε δύσκολους καιρούς, φοίτησαν μεγάλοι κατοπινοί Έλληνες χαράκτες, όπως η Βάσω Κατράκη, ο Κώστας Γραμματόπουλος, ο Τάσσος (Αλεβίζος), ο Γιάννης Μόραλης, ο Γιώργος Βαρλάμος, ο Τηλέμαχος Κάνθος και άλλοι πολλοί.

Αν και δεδηλωμένος ειρηνιστής, με την κήρυξη του πολέμου του 1940, ο Κεφαλληνός έθεσε το Εργαστήριό του και τους μαθητές του στην υπηρεσία της μαχόμενης Ελλάδας εκδίδοντας αφίσες με πατριωτικό/προπαγανδιστικό περιεχόμενο. Το 1943 συνελήφθη και φυλακίστηκε, επειδή τρεις ξυλογραφίες του με θέμα την πείνα, τις οποίες παρουσίασε στην Γ΄ Καλλιτεχνική Επαγγελματική Έκθεση, ενόχλησαν τις ιταλικές Αρχές κατοχής. Αργότερα τάχθηκε ανοιχτά υπέρ του αγώνα της Κύπρου για ανεξαρτησία από τους Βρετανούς.

Κατά την περίοδο 1950–1954 ασχολήθηκε με τον σχεδιασμό γραμματοσήμων για λογαριασμό των ΕΛΤΑ. Σχεδίασε επίσης μία γραμματοσειρά με την επωνυμία Θεόκριτος για την έκδοση του λευκώματος Δέκα λευκαί λήκυθοι του Μουσείου Αθηνών (1956). Από το 1954 μέχρι τον θάνατό του (1957) διετέλεσε διευθυντής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών.

Οι τιμές και η περιποίηση των νεκρών έχει αλλάξει τρόπο και νόημα στις μέρες μας. Τυποποίηση και ιδιότυπος μοντέρνος «καθωσπρεπισμός» άλλαξαν τα έθιμα της κηδείας (φροντίδας) και της ταφής των νεκρών μας, τα παραδώσαμε στα ψυχρά μαύρα κοστούμια των γραφείων τελετών. Εξέλιπαν οι λήκυθοι, η τέχνη και η φιλοσοφία τους. Μόνο εκείνες οι ασημένιες στις εκκλησίες την Μ. Παρασκευή της αποκαθήλωσης και του επιταφίου θα «ράνουν τον τάφο» με τα χέρια των ιερέων, θα μαζέψουν τα δάκρυα των πιστών για τα πάθη του Χριστού και το θάνατο. Με τα δάκρυα ανασταίνονται οι νεκροί στις ψυχές μας. Ποιος ξέρει πόσο «έκλαψε» μέσα του ο «Καλογιάννης», όπως τον αποκαλούσαν οι φίλοι του τον Κεφαλληνό, όταν συνομιλούσε μαζί τους στις λευκές ληκύθους του Μουσείου Αθηνών, για να τις αναστήσει τελικά πάνω στο χαρτί με την χαρακτική του τέχνη, δυόμισι χιλιάδες χρόνια μετά…

Ζάκυνθος, 15-4-2011

ΥΓ. Θερμές ευχαριστίες στον συνάδελφο και φίλο, καθηγητή των μαθηματικών Τάκη Κεφαλληνό, για την ευγενική του διάθεση να μου δωρίσει δύο πολύτιμα βιβλία σχετικά με τον Γιάννη Κεφαλληνό και τα οποία αποτέλεσαν τη βασική βιβλιογραφία του δημοσιεύματος: 1. Γιάννης Κεφαλληνός ο χαράκτης του Ε.Χ.Κάσδαγλη, εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα 1991 και 2. Γιάννη Κεφαλληνού Αλληλογραφία- Κείμενα (1913-1952) του E.X. Kάσδαγλη, εκδ.Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1991.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email