© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

Η Γκλόρια, το κομμάτι και ο Σεισμός

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Κλείνοντας το προηγούμενο κείμενό μου, φίλοι αναγνώστες, το οποίο έκανε μια πρόχειρη αναφορά στην θεατρικότητα της μοναδικής, Ζακυνθινής Αποκαθήλωσης, όπου κι εφέτος, για μιαν ακόμα φορά, θα έχουμε την τύχη να την βιώσουμε, σας είχα υποσχεθεί πως σ’ επόμενο δημοσίευμά μου θ’ ασχολιόμουν με τον Σεισμό του πρωινού του Μεγάλου Σαββάτου, που κι αυτός, με την δική του, ξεχωριστή τάξη, όπως μας παραδόθηκε από τους προγόνους μας και ακόμα τελείται με περισσή προσήλωση, παρά τις αντιδράσεις κάποιων άσχετων με την ιόνια νοοτροπία φανατικών θρησκευτικών και θρησκόληπτων ηγετών, έχει προσαρμοστεί στην τζαντιώτικη αντίληψη και πίστη, η οποία πάντοτε, απαλλαγμένη από στεγανά συνόρων και προκαταλήψεις δογμάτων, μας οδηγεί σε μιαν πριν από το Σχίσμα λατρεία. Αυτό κάνω και σήμερα.

Το εωθινό, λοιπόν, της «μιάς των Σαββάτων» και την ώρα που ο επιβλητικός Επιτάφιος της Μητρόπολης, ο μοναδικός που λιτανεύεται στην Χώρα, επιστρέφει στην εκκλησία του, την κυριολεκτικά κατάμεστη από κόσμο, το χρυσοσκάλιστο και βελουδοντυμένο κουβούκλιο, όπου τα μόνα του λουλούδια είναι οι μαδημένοι «αμνοί», οι ριγμένοι γύρω από τον αναγεννησιακό κατεξοχήν Αμνό, τοποθετείται στο κεφαλόσκαλο της Ωραίας Πύλης κι αφού ακουστούν η προφητεία του Ιεζεκιήλ, με την αναφορά στα συγγενικά με τους στίχους του Ανδρέα Κάλβου, της ωδής του «Εις θάνατον»: «τα οστά τα ξηρά», ο Απόστολος της «μικράς ζύμης» και το, σε ζακυνθινό μουσικό ιδίωμα, ευαγγέλιο του Ματθαίου: «Τη επαύριον ήτις εστί μετά την Παρασκευήν…», την ώρα που λέγεται ο στίχος του: «Οι δε πορευθέντες, ησφαλίσαντο τον τάφον, σφραγίσαντες τον λίθον μετά της κουστωδίας», ο Επιτάφιος μπαίνει στο Ιερό, η πόρτα του κλείνει και ο νεκρός Χριστός τοποθετείται στον αληθινό του τάφο, την Αγία Τράπεζα.

Αμέσως μετά τελείται ο εσπερινός και η λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου. Ακούγονται τα στιχηρά αναστάσιμα, με την επανάληψη του «Σήμερον ο άδης στένων βοά», τα χαρακτηριστικά αναγνώσματα και μετά την προφητεία του Δανιήλ, όπου «Έτους οκτωκεδεκάτου Ναβουχοδονόσωρ ο βασιλεύς εποίησεν εικόνα χρυσήν…», ψέλνεται ο μοναδικός, σε τοπική μουσική, ύμνος των Τριών Πάιδων, οι οποίοι δεν προσκύνησαν το είδωλο: «Τον Κύριον υμνείτε…». Το άκουσμά του είναι μια από τις πιο ιερές στιγμές για τον κάθε Ζακυνθινό και σχεδόν πάντα, μαζί με τον κλήρο και τους ψάλτες, το επαναλαμβάνει όλο το εκκλησίασμα, δίνοντας στην περίπτωση μιαν ιδιαίτερη ιερότητα και λαμπρότητα.

Μετά το «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε…», το οποίο λέγεται στην θέση του Τρισαγίου, λόγω της δεσποτικής γιορτής, αρχίζει αργά ο πιο καλλίφωνος χορωδός τον Απόστολο και το δρώμενο βρίσκεται πια στο αποκορύφωμά του.

Μέσα στο Ιερό, με την ακόμα κλεισμένη Θύρα, ο Επίσκοπος, οι ιερείς και οι διάκοι βγάζουν τα μαύρα άμφια και φορούν κόκκινα, ο εφημέριος αλλάζει τα πένθιμα καλύμματα της Αγίας Τράπεζας με αναστάσιμα και όταν η ενδυματολογική προσταγή της ημέρας τελειώσει, ο Δεσπότης με την εικόνα της Ανάστασης στέκεται πίσω από την πόρτα της Ωραίας Πύλης, περιμένοντας να τελειώσει η ανάγνωση του κειμένου του Παύλου και ν’ ακουστεί ο στίχος «Ανάστα ο Θεός…».

Τότε ανοίγει η Μεσινή Θύρα και η Ανάσταση βγαίνει και οδηγείται στο ξυλόγλυπτο τετράποδο, που βρίσκεται στην μέση του ναού. Η αναπαραστατική εικόνα της στιγμής είναι μοναδική για τους θεατρόφιλους ζακυνθινούς. Πίσω από το τέμπλο, πολλοί αντεταδόροι, που έχουν συγκεντρωθεί εκεί από νωρίς, γι’ αυτό το σκοπό, χτυπούν ντενεκέδες, κασέλες και άλλα αντικείμενα, ενώ άλλοι κουνούν την προσπετίβα, η οποία αληθινά πάλλεται.

Είναι η αναπαράσταση του σεισμού, που άνοιξε το καινό μνημείο, κύλησε την βαριά πλάκα και ελευθέρωσε το «εν εταίρα μορφή» σώμα του Θεανθρώπου, να βγει από τον τάφο, όπως ακριβώς εικονίζεται στην ντόπια εικονογραφία, με την σημαία στο χέρι και την δόξα του νικητή του θανάτου.

Ο προκαθήμενος της τοπικής εκκλησία πετά στους πιστούς αυτήν την στιγμή δαφνόφυλλα, ενώ οι καμπάνες, που δεν είχαν καθόλου ακουστεί μετά την λειτουργία της Μεγάλης Πέμπτης, ούτε πένθιμα, ξεχηρεύουν και χτυπούν χαρμόσυνα και από τα κάγκελα του καμπαναριού πετιέται το βαΐ, που είχε κρεμαστεί εκεί το μεσημέρι του Σαββάτου του Λαζάρου πάνω σ’ ένα κλωνάρι ελιάς και την θέση του διαδέχεται ένα κλαδί δάφνης, το οποίο θα παραμείνει εκεί μέχρι την γιορτή της Αναλήψεως.

Με το χαρμόσυνο άκουσμα της καμπάνας η μπάντα αρχίζει να παίζει χαρούμενους ρυθμούς και με τους ήχους της μεταφέρει το σωτήριο μήνυμα στις γειτονιές της πόλης, απ’ όπου περνά παιανίζοντας. Την ίδια ώρα οι νοικοκυρές από τα μπαλκόνια και τα παράθυρα πετούν μια βίκα ή ένα άλλο πήλινο αντικείμενο στο δρόμο για να σπάσει, ενώ δίνουν στα παιδιά να δαγκώσουν το σιδερένιο κλειδί της εξώπορτας. Τα μαύρα πεύκια φεύγουν από τα μπαλκόνια και οι σημαίες παύουν να είναι μεσίστιες και ανεμίζουν πια χαρούμενες και πανηγυρικές.

Η τελετή αυτή ονομάζεται «Γκλόρια» και έχει τις ρίζες της στην εποχή της Ενετικής περιόδου, όταν στην κοινή λατρεία ορθοδόξων και καθολικών, ακουγόταν στον Καθενδρικό Ναό του Αγίου Μάρκου το «Gloria in excelsis Deo» (Δόξα εν υψίστοις Θεώ). Την πήραν και οι ορθόδοξοι, για ευνόητους λόγους, και από τότε τελείται πρώτα στον Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Νικολάου των Ξένων και ύστερα σε όλες τις άλλες ενορίες της πόλης και των χωριών.

Την ίδια ώρα «έπεφτε και το κομμάτι». Και η συνήθεια αυτή είναι παμπάλαιη και έχει σχέση με την εποχή της Γαληνοτάτης. Τα χρόνια εκείνα δεν επιτρεπόταν σε κανέναν να σφάξει το πατροπαράδοτο για την μεγάλη γιορτή μοσχάρι. Όλοι οι ενδιαφερόμενοι μακελαραίοι θα έπρεπε να περιμένουν την Γκλόρια και μόνο τότε μπορούσαν να ξεκινήσουν την δουλειά τους. Ο πρώτος που τελείωνε, έπαιρνε ένα κομμάτι κρέας από το σφαχτό και το πήγαινε σαν δώρο στον Πρεβεδούρο. Αυτός, σαν ρεγάλο, του πρόσφερε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό. Από το γεγονός αυτό προέρχεται και η ονομασία του εθίμου.

Ευκαιρία είναι, όμως, με αυτήν την τελευταία μας αναφορά να θυμίσουμε το χαρακτηριστικό και πατροπαράδοτο φαγητό της ημέρας της Λαμπρής, το οποίο δεν ήταν και δεν είναι ο ξενόφερτος και ξένος με την ζακυνθινή νοοτροπία οβελίας, ο οποίος τελευταία έχει μπει και στα δικά μας χώματα, μαζί με τόσες άλλες διαστρεβλώσεις, αλλά το νοστιμότατο και οικείο για τον ουρανίσκο μας αυγολέμονο, το πηχτό μάλιστα, που έκανε μέσα του να στέκεται όρθιο το κουτάλι!

Ελπίζουμε κι αυτό να ξανάρθει στην ζωή μας, όπως τόσα άλλα, τα οποία τηρούσαν με ευλάβεια οι πρόγονοί μας και σήμερα εμείς τα έχουμε ξεχάσει. Οι διαφορετικότητές μας είναι η ζωή μας και δίχως αυτές θα χαθούμε σε μια θανατηφόρα ισοπέδωση.

Καλή και πολύπλευρή μας Ανάσταση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email