© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

Γιάννη Ρηγόπουλου: ΜΙΑ ΑΝΕΠΙΔΟΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Η επιστολή αυτή γράφτηκε ως απάντηση σε κείμενο του Βιβλιοδείκτη της εφημερίδας Η Καθημερινή, στις 25-27 Δεκεμβρίου 1998 (!!)


Κύριε Διευθυντά,

Οι αξιολογικές κρίσεις του Βιβλιοδείκτη (25-27 Δεκεμβρίου 1998) για την επτανησιακή τέχνη, η οποία εντάσσεται στην έκθεση «Θησαυροί της Νεοελληνικής Τέχνης: Η Συλλογή Γιάννη Περδίου» στην Εθνική Πινακοθήκη είναι στο σύνολό τους σχεδόν αβάσιμες και προδίδουν ανεπαρκή πληροφόρηση και γνώση της ιστορίας των καλλιτεχνικών μορφών, των συμβολικών συστημάτων, της τέχνης γενικά και της νεοελληνικής ειδικότερα:

1) ο κατάλογος της έκθεσης, με κείμενα της Νέλλης Μισιρλή και του Στέλιου Λυδάκη, δεν έχει καμιά «αποκαλυπτική λειτουργία», επειδή δεν αποκαλύπτει τίποτε σχεδόν νέο για την ως τώρα σχετική με την επτανησιακή τέχνη έρευνα (των Αγγέλου Προκοπίου, Ανδρέα Ιωάννου, Άλκη Χαραλαμπίδη, Νίκου Ζία, Δημήτρη Τριανταφυλλόπουλου και άλλων) και κατά συνέπεια δεν επανατοποθετεί σε καμία νέα θέση και μάλιστα «πρωτεύουσα» τον επτανησιακό πολιτισμό, όπως διατείνεται ο Β.,

2) γιατί η επτανησιακή τέχνη αποτελεί σύστημα πλήρες, με εύρος και αυτάρκεια; Αλλά πως ορίζει και εννοεί το σύστημα αυτό ο συγγραφέας; Πιστεύει ότι πρόκειται για συγκροτημένο παραστατικό, εικονογραφικό, συμβολικό και εικονολογικό σύστημα με θεωρητικό και αισθητικό υπόβαθρο του οποίου γνωρίζουμε την αφετηρία και διαδικασία διαμόρφωσης και του οποίου έχουμε εντοπίσει με βεβαιότητα τα προδρομικά μνημεία; Με ποια κριτήρια θεωρεί ο Β. ότι το πορτρέτο του κόμη Γιόχαν Ματίας φον ντερ Σούλενμπεργκ, που ζωγράφισε ο Παναγιώτης Δοξαράς το 1719, είναι το πρωιμότερο έργο της νεοελληνικής τέχνης; Μήπως με τα κριτήρια ότι είναι το πρώτο γνωστό κοσμικό έργο στη νεοελληνική τέχνη και ότι είναι πλήρως εξιταλισμένο; Αλλά και των δύο κριτηρίων αυτών υπάρχουν μορφές ήδη το 17ο και τις αρχές του 18ου αιώνα. Τα έργα του Θ. Πουλάκη και του άγνωστου ζωγράφου στις τοιχογραφίες στο Περιβόλι της Κέρκυρας του 1704, για να περιοριστώ στην αναφορά ευάριθμων παραδειγμάτων, διακρίνονται για την τάση εκκοσμίκευσης και εξιταλισμού τους. Οι τοιχογραφίες μάλιστα του Περιβολιού θεωρήθηκαν ως προδρομικά μνημεία της τέχνης του Π. Δοξαρά (Τριανταφυλλόπουλος 1985). Ασαφής επίσης είναι και η σημασία της έννοιας της πληρότητας της επτανησιακής τέχνης. Μήπως εννοεί ο Β. την ποικιλία των καλλιτεχνικών ειδών, την εκφραστική πληρότητα και την τεχνική τελειότητα; Και πώς αντιλαμβάνεται το εύρος και την αυτάρκεια του εν λόγω συστήματος;

Η έρευνα έχει επισημάνει τη διεικαστική σχέση της συνολικής καλλιτεχνικής παραγωγής της επτανησιακής τέχνης με τη δυτική: στη σύνθεση των πορτρέτων, των λιτανειών, των ουρανιών, των εικονογραφικών θεμάτων (Παλαιάς και Καινής Διαθήκης), των εμβλημάτων κ.ά. Πρόσφατα εξάλλου αμφισβητήθηκε η από παλιά κρατούσα άποψη (Σπ. δε Βιάζης) για την ύπαρξη στην επτανησιακή τέχνη καλλιτεχνικών ειδών (Ρηγόπουλος, Επτανησιακά Φύλλα, Χειμώνας 1997).

Ο υβριδικός χαρακτήρας της επτανησιακής τέχνης (ζωγραφικής, γλυπτικής) είναι εύκολα αναγνωρίσιμος. Η εν λόγω τέχνη δεν καινοτομεί, δεν εφευρίσκει τίποτε, της λείπει η έμπνευση (invention). Ως εκ τούτου δεν αναλαμβάνει καμιά πρωτοβουλία σε κανέναν τομέα εικαστικό: θεματικό, συνθετικό, στυλιστικό αλλά και θεωρητικό. Το «Περί Ζωγραφίας» τεχνολογικό εγχειρίδιο του Π. Δοξαρά, στο μέτρο που δεν αποτελεί εν πολλοίς αντιγραφή δυτικών εγχειριδίων, δε χαρακτηρίζεται από πρωτοτυπία και καινοφανείς αισθητικές προτάσεις. Η επτανησιακή τέχνη είναι συνηθισμένη περίπτωση δορυφορικής τέχνης και κυρίως μια επαρχιώτικη όψιμη εκδοχή του δυτικού ιταλικού μπαρόκ.

3) Θα ήταν, τέλος, χρήσιμο να διευκρινίσει ο Β. αναλυτικότερα και πειστικότερα την πρότασή του ότι μπορούμε δηλαδή με τη βοήθεια της επτανησιακής τέχνης να δούμε «με άλλο μάτι τη λογοτεχνία της Επτανήσου, τον Κάλβο, τον Σολωμό, τη μουσική...». Η αντιστοιχία των τεχνών, τηρουμένης βέβαια της αυτονομίας των καλλιτεχνικών ειδών και των επιμέρους πεδίων τους, είναι δυνατή φτάνει όμως να επαληθεύεται η ομολογία αυτή στο δομικό, το σημασιολογικό και προπάντων στο κοσμοθεωρητικό, το φιλοσοφικό επίπεδο και ακόμη στο επίπεδο των ιδεών και της αισθητικής της εποχής. Δε γνωρίζω ερευνητικές δοκιμές επαλήθευσης της αντιστοιχίας αυτής στα πλαίσια της επτανησιακής τέχνης. Ωστόσο η δική μας προσπάθεια αναζήτησε στην ευρωπαϊκή τέχνη τις εικαστικές αφορμήσεις του Κάλβου για να δικαιολογήσουμε την εικονιστική κατασκευή των Ωδών του (βλ. «Φιλολογική», φ. 41 [1992]).

Παρακαλώ να δημοσιευθεί χωρίς συντομεύσεις, αν κριθεί δημοσιεύσιμο.

Σας ευχαριστώ,
Γιάννης Ρηγόπουλος
Φιλόλογος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email