© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 13 Ιουλίου 2010

Γιατί «μαρίνα» σημαίνει θάλασσα

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Της Αγίας Μαρίνας το επόμενο Σάββατο και η γιορτή αυτή ήταν -και είναι, θέλω να πιστεύω- μια από τις σημαντικότερες και μεγαλύτερες του Καλοκαιριού, αλλά και όλου του ετήσιου εορταστικού κύκλου. Στην καρδιά του θέρους η επέτειος της μνήμης της δεκαπεντάχρονης, μόλις, Μεγαλομάρτυρος, την εποχή με τις μεγάλες ζέστες και τις ανυπόφορες υγρασίες, τότε που τα νερά ηρεμούν και τα μυαλά σαλεύουν, έχει δεθεί με την θεραπεία του κάθε μεσημβρινού και δαιμονιώδους και πολλοί παρετυμολογούν το όνομά της και πιστεύουν πως «μαραίνει» το κακό και εκδιώκει τον παμπόνηρο.

Τον τελευταίο, μάλιστα, πολλές από τις άπειρες και καλλιτεχνικότατες εικόνες της τον εικονίζουν στην άκρη τους να κατατροπώνεται από την ίδια την Αγία, που του συνθλίβει το κεφάλι με σφυρί ή και πιο σπάνια τον καταπατεί και του στερεί την επίφοβη για το ανθρώπινο γένος δύναμή του.

Μέχρι και την εποχή του σεισμού και της γενικότερης καταστροφής και αποστροφής του Αυγούστου του 1953, δίπλα από την φημισμένη και ομώνυμη εκκλησία στο Φαγιά -«Αγία Μαρίνα» ονομάζουν οι ανίδεοι το χωριό, μη γνωρίζοντας την ιστορία- υπήρχε το κτίριο με τις αλυσίδες, με τις οποίες έδεναν, κάποτε, τους δαιμονισμένους, για να βρουν την υγειά τους και να καθαριστούν από το πονηρό πνεύμα, που πίστευαν πως τους κυρίευε.

Επίσης στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας στα Καμίνια, που σήμερα ξανακτίστηκε, όπως κτίστηκε και σε ό,τι ρυθμό υποβάλλει η άρνηση της αισθητικής μας, τα παλιότερα χρόνια, όπως μας διασώζουν οι ιστορικοί και οι ερευνητές μας, γινόταν κάθε χρόνο στις 17 Ιουλίου, μέρα της επετείου της Αγίας, η εκλογή του βασιλιά των τρελών και η ιστορική αυτή γειτονιά της Ζακύνθου, με τους απλούς ανθρώπους και την μεγάλη βιοτεχνική της παράδοση, ζούσε στιγμές παρόμοιες μ’ αυτές που παρουσιάζονται στις σελίδες της «Παναγίας των Παρισίων» του Βίκτωρος Ουγκώ και με τον τρόπο αυτό οι ευαίσθητοι οικιστές της σκοντράδας του Αγίου Βασιλείου του Απάνου, στην οποία ανήκε η εκκλησία της Μάρτυρος, γιόρταζαν κάθε χρόνο την Αγία τους και διασκέδαζαν την καθημερινότητά τους.

Αυτά για την παρετυμολογία του ονόματος, γιατί μαρίνα στην πραγματικότητα θα πει θάλασσα και η ερμηνεία αυτή δεν φαίνεται να αφήνει αδιάφορο το λαό, ο οποίος έχει συνδέσει την γιορτή της Αθληφόρου με το υγρό στοιχείο και το κομμάτι αυτό της γης όπου δικαιωματικά μας έχει παραδοθεί να προστατεύει ο επίσκοπος των Μύρων της Λυκίας Νικόλαος, με την χειμωνιάτικη λατρεία του στην καρδιά της βαρυχειμωνιάς και την κληρονομιά που απέκτησε από τον προκάτοχό του, τον Ποσειδώνα.
Στην γιορτή της Αγίας Μαρίνας, μάλιστα, στο νησί μας, τη Ζάκυνθο, σύμφωνα με παλιά παράδοση δεν επιτρέπεται να κάνουμε μπάνιο, γιατί, όπως πιστεύεται, το πρωί αυτής της ημέρας «ρίχνουν τα μάγια στη θάλασσα» και όποιος κολυμπήσει αυτό το εικοσιτετράωρο κινδυνεύει από την επήρεια τους.


Όσοι πρόλαβαν κάτι από την αληθινή Ζάκυνθο και τον ξεχωριστό πολιτισμό της, αυτόν που δεν παρουσιάζει ό,τι πουλά και ό,τι αρέσει, μετά την επιδημία του «Ζορμπά», στους τουρίστες μας, θα θυμούνται, πως για τον ίδιο ακριβώς λόγο, η παραλιακή οδός, αυτή που σήμερα ονομάζουμε, λέμε και γράφουμε ανερυθρίαστα «Κωνσταντίνου Λομβάρδου», προσθέτοντας συχνά από επαρχιακό κόμπλεξ και τον χαρακτηρισμό «Λεωφόρος» [!] λεγόταν κάποτε -και πολύ σωστά- «Στράτα Μαρίνα» και έτσι την γνώριζαν μονάχα οι πατεράδες μας και οι νόνοι μας, σαν έκαναν σ’ αυτήν, τέτοιο καιρό, τις εσπερινές τους βόλτες, για ξεκούραση και δροσιά και σαν την περπατούσαν -γιατί κάποτε περπατιόταν- και συναντούσαν σ’ αυτήν γνωστές φάτσες και φιλικές φυσιογνωμίες.

«Στράτα Μαρίνα» μού την έλεγαν και σπίτι μου και έτσι την γνώρισα στα πρώτα μου βήματα, αλλά και σαν πρωτοάνοιξα τους «Σπουργίτες» του μπαρμπέρη ποιητή και εκδότη Γιάννη Τσακασιάνου ή και την «Αυτοβιογραφία» του άλλου υμνητή της δικής μας πατρίδας και του αποθανατίσαντος στις σελίδες του έργου του το προσεισμικό «Φιόρο του Λεβάντε», Γρηγόρη Ξενόπουλου, που αν τους την έλεγες αλλιώς, σίγουρα θα γέλαγαν ειρωνικά, όσο θα γέλαγαν και στις μπερδεμένες και επίφοβες μέρες μας, αν έβλεπαν να χορεύεται -όπως δυστυχώς χορεύεται στην εποχή της μεγάλης αυτοεξευτέλισης- ο γυαργητός ή ο συρτός ζακυνθινός με … παλαμάκια!

Να γιατί αν αυτοί που έκαναν κουμάντο σ’ αυτόν τον ταλαίπωρο τόπο, αν είχαν ευαισθησία, σύνεση και προ πάντων παιδεία -μα υπάρχει πανελλήνια πολιτικός, παντός καιρού και χρώματος, με αληθινή παιδεία;- θα έπρεπε, όπως και παλιότερα είχαμε ξαναγράψει, δίπλα στην ονοματοδοσία «Κωνσταντίνου Λομβάρδου» ή όπως αλλιώς έχει καταντήσει η καθολική άγνοια των δήθεν «ορθοδόξων» τον δρόμο αυτό, να σημείωναν και την παλιά και σωστή, από τους αιώνες παραδομένη, ονομασία «Στράτα Μαρίνα», για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν -σωστά- οι νεότεροι.

Με τον τρόπο αυτό δεν θα καυχιόταν οι νεόπλουτοι πως και εμείς έχουμε «παραλιακή», αλλά θα ήταν περήφανοι οι συνειδητοί πολίτες αυτού του τόπου, της ξεχασμένης αυτής άκρης, που κάποτε ήταν Ανατολή της Δύσης και Δύση της Ανατολής, ενώ τώρα μια τεράστια ανυπαρξία, πως ο τόπος τους έχει ιστορία και δεν εποικίστηκε λίγο μετά τον σεισμό του 1953 ή την εποχή της καθόδου των τουριστικών αεροπλάνων, για να γίνει τόπος αναψυχής και μέρος εκτόνωσης καταπιεσμένων δήθεν πολιτισμένων.

Γιατί για όλους εμάς που αγαπάμε αληθινά αυτό το νησί η «Κ. Λομβάρδου» θα συνεχίζει να παραμένει «Στράτα Μαρίνα», η «Αλεξάνδρου Ρώμα» της δήθεν ευμάρειάς μας, «Πλατεία Ρούγα», η «Ελευθερίου Βενιζέλου», «Γιοφύρι», η «Αγίου Ιωάννου Λογοθετών», «τ’ Αγιαννιού το Καντούνι» και θα υπάρχουν ο «Πλατύφορος», ο «Στενόφορος», η «Μέσα» και η «Όξω Μερία», με την παροξύτονη μουσική της και με τον απόηχο μιας όπερας και μιας καντάδας, την εποχή που πάνω στα τραπέζια και τις πίστες οι νεοζακύνθιοι αυτομολούν και αυτοκαταστρέφονται, λικνίζοντας, στην καλύτερη περίπτωση, την κυτταρίτιδα τους.

Ο σεισμός, η φωτιά και η ύπαρξη στην εποχή της μεγάλης καταστροφής των πιο ανεύθυνων και ρηχών στις υπεύθυνες θέσεις, μας στέρησαν σήμερα από δείγματα καταγωγής και ιθαγένειας και έκαναν την πόλη μας αυτό που είδαμε σ’ αυτήν όσοι την αγαπάμε και γι’ αυτό την εγκαταλείψαμε.

Τα κτίρια είναι δύσκολο να ξαναχτιστούν και τα ερείπια είναι απίθανο να ανασυρθούν από εκεί που τα καταδίκασε η νοοτροπία της νεοελληνικής μπουλντόζας. Μερικές ονομασίες, όμως, μπορεί να διατηρηθούν και να θυμίζουν. Είναι ο λόγος, που μπορεί να κάνει μικρότερο το χάσμα του σεισμού και η διατήρηση της μνήμης, που μπορεί να απαλύνει τον πόνο της απώλειας.

Η πολύαθλη Αγία Μαρίνα της θάλασσας και των οικοπεδοποιημένων, μετά το 1953, εκκλησιών της, ας μας ελεήσει.

Ας ξαναδιαβούμε την Στράτα Μαρίνα. Έτσι θα ξεφύγουμε από την «Παραλιακή» και θα λυτρωθούμε. Διαφορετικά είμαστε άξιοι της τύχης μας.

Καληνύχτα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email