© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα, 14 Ιουνίου 2010

Περί Ρώμα, Ρώτα και ζακυνθινών οδών

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Εδώ και καιρό έχω σταθερά γυρίσει το ραδιόφωνό μου στο Τρίτο Πρόγραμμα και μόνο αυτό παρακολουθώ. Είναι και αυτό μια αυτοάμυνα και ένας τρόπος διάσωσης από τον επίφοβο βομβαρδισμό της τηλεοπτικής μας παρακμής και μια διαφυγή από την επικίνδυνη πραγματικότητα της με ημερομηνία λήξης ψυχαγωγίας μας.

Συχνά βέβαια αγανακτώ, εντοπίζοντας την εθνική μας καταρράκωση, όταν και αυτός, ο κατεξοχήν ποιοτικός σταθμός, προσαρμόζεται στην φθίνουσα καθημερινά νεοελληνική μας πραγματικότητα και -θυσιαζόμενος στον βωμό της ακροαματικότητας- μπερδεύει το λαϊκό με το λαϊκίστικο και όλο ρίχνει και καμιά πενιά ή ό,τι μπορεί ν’ ακούσεις οπουδήποτε αλλού, νομίζοντας, πιθανόν, πως πρωτοτυπεί και ακολουθεί την ποθητή, αλλά τόσο δυσκολόπιαστη, δίχως αληθινή παιδεία, πρωτοπορία.

Μα για να μην παρεξηγηθώ, θέλω να γίνω πιο σαφής. Πιστεύω πως η μεγάλη τέχνη πρέπει να φτάσει στο λαό, που θα την κάνει κτήμα του και καθημερινότητά του και όχι πως πρέπει το μέτριο και το απλό να το βαφτίζουμε μεγάλο, όπως ακριβώς οι καλόγεροι του Μεσαίωνα ονομάτιζαν το κοτόπουλο «φακές» και … κρατούσαν νηστεία. Διαφορετικά μοιάζουμε σαν τον ελληνικό ήρωα Καραγκιόζη, όπου μη γνωρίζοντας πως υπάρχουν και άλλα πεντανόστιμα φαγητά, ήταν τρισευτυχισμένος όταν είχε την παραδοσιακή του φασολάδα, που μόνο αυτήν γνώριζε.

Δεν είμαι στείρα προσαρμοσμένος πουθενά, μα κυριολεκτικά τσαντίζομαι κάθε φορά που η αρνητική ισοπέδωση εφαρμόζει το νόμο των συγκοινωνούντων δοχείων και δίπλα στις διάνοιες τοποθετούμε -και μάλιστα με κομπορρημοσύνη- τα απλά ταλέντα. Χρειάζονται και αυτά, δεν αμφιβάλω, αλλά δεν είναι ποτέ πρωτοπόροι. Διασκεδάζουν, μα δεν ψυχαγωγούν, με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης. Περνούν ευχάριστα -και πιθανόν ποιοτικά- την ώρα μας, μα δεν αλλάζουν την ζωή μας, ούτε μας καλλιεργούν και μας καλυτερεύουν. Είναι το μακρόπνοο εφήμερο, που φλερτάρει, δίχως τα απαραίτητα φόντα, την πραγματικότητα και το «από τους στραβούς το μονόφθαλμο», το οποίο από μόνο του δεν είναι επικίνδυνο, αλλά προωθούμενο από μετριότητες, που κάνουν «την τρίχα τριχιά», μπορεί να καταστεί επιζήμιο.

Μια από τις πιο σημαντικές και σοβαρές εκπομπές του Τρίτου που μου αρέσει και πάντα παρακολουθώ, μια και βοηθά ο χρόνος που ακούγεται, είναι αυτή του Γιώργου Μιχαηλίδη, η οποία με τον πολύ χαρακτηριστικό τίτλο «Γιόχαν, Σεμπάστιαν, Φλόιντ», μεταδίδεται κάθε πρωί, εκτός Σαββάτου και Κυριακής, λίγο μετά τις 8 το πρωί. Αυτή είναι μάλιστα σωστή λαϊκή εκδοχή -μια και παρέχει παιδεία στο λαό, δίχως να τον κολακεύει- και πολλά παρέχει. Όλα τα άλλα καταντούν απέλπιδες προσπάθειες, σαν αυτές των «Τρώων», του ανεπανάληπτου Καβάφη.

Κάθε πρωί, λοιπόν, από Δευτέρα έως και Παρασκευή, πίνοντας τον καφέ μου και απολαμβάνοντας την ηρεμία, που μου παρέχει η θέα που κορνιζάρεται στο παράθυρό μου, βιώνω, αληθινά, την ποιοτική και ποιητική αυτή παραγωγή και με τον τρόπο αυτό παίρνω κουράγιο και δύναμη, για ν’ αντέξω την γεμάτη ρουτίνα καθημερινότητα, που θα ακολουθήσει και ν’ αποκτήσω αντισώματα για την προέκταση της τηλεοπτικής μας αθλιότητας, που από καιρό έχει αρχίσει να περιφέρεται ανάγωγα στους δρόμους μας και την ζωή μας, κακή φωτοτυπία και στείρα μίμηση, ενός αναμφίβολα περιστασιακού έργου και μιας ιμιτασιόν επιβολής.

Είναι πολλές οι φορές, μάλιστα, που παρακολουθώντας την συνέχεια της εκπομπής, από το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου μου, πηγαίνοντας στην δουλειά μου, έχω αναγκαστεί να μην παρκάρω την ώρα που πρέπει και ν’ ανέβω στο γραφείο μου, αλλά να πάω συχνά έως και το Κρυονέρι και κάποτε μακρύτερα, για να μην στερηθώ την χαρά και την ηδονή του κομματιού που παίζει, αφήνοντάς το στην μέση και να μην δωρίσω στον εαυτό μου τον πλουτισμό που άπλετα και ανάργυρα μου παρέχεται.

Την προηγούμενη βδομάδα, στις αρχές του Ιουνίου, με αφορμή μιαν επέτειο, από τον θάνατο ή την γέννηση -δεν θυμάμαι, αλλά ούτε έχει σημασία- του μεγάλου, δικού μας, καθαρόαιμα Επτανήσιου και Ζακυνθινού, μουσουργού Παύλου Καρρέρ, μεταδόθηκε ένα μικρό αφιέρωμα, τριών, αν δεν κάνω λάθος, δημιουργημάτων του, για να τιμηθεί έτσι η μνήμη του και η προσφορά του. Όποιος μπορεί να καταλάβει την τιμή που έγινε με την ενέργεια αυτή στο νησί μας, αλλά και την μεγάλη ευθύνη που μας κληροδοτεί, έχει πολλά να κερδίσει.

Κάποιο από τα έργα αυτά ήταν τονισμένο σε ποίηση του ελάσσονος, μπρος σε τόσα μεγάλα αναστήματα, ντόπιου ποιητή Κανδιάνου Ρώμα, η οδός του οποίου, δίπλα στην πλατεία του Αγίου Λουκά, συνεχίζει, όπως και οι περισσότερες άλλες, να αποτελεί μια ύβρη, μια και τοποθετήθηκε ανίδεα λαθεμένη η επιγραφή της ονοματοδοσίας της, πριν χρόνια και έτσι ιστορικά ανορθόγραφα εξακολουθεί να παραμένει, στερώντας την τιμή στον τιμώμενο και αποδίδοντας υστεροφημία σε πρόσωπο ουσιαστικά ανύπαρκτο.

Για την παραποίηση αυτή δεν μπορούμε να έχουμε, βέβαια, απαιτήσεις, από τον μη μυημένο στον Ιόνιο πολιτισμό και την Επτανησιακή νοοτροπία τεχνίτη της, της Πάτρας ή της Αθήνας, αλλά σίγουρα καταλογίζουμε την πρέπουσα ενοχή σ’ αυτούς που την παρέλαβαν, την τοποθέτησαν και την ανέχονται. Η εκεί παρουσία της και η παραμονή της δείχνει αφενός τη ανικανότητά τους και αφετέρου την δική μας νωθρότητα και επιζήμια ανεκτικότητα. Εδώ θα μου πείτε ο Δανιάς έγινε χώρα και μάλιστα Ευρωπαϊκή κάτω στην Αγία Τριάδα και εσύ με την μετατροπή του βαφτιστικού ονόματος σε οικογενειακό επίθετο ασχολείσαι; Ίσως έχετε δίκιο, αλλά το ευαγγέλιο λέει πως μωραίνει ο Θεός αυτούς που θέλει να καταστρέψει!

Μα το λάθος αυτό δεν είναι το μόνο. Ο παραγωγός της παραπάνω εκπομπής, ο Γιώργος Μιχαηλίδης, ο γνώστης, όπως φαίνεται και έχει πολλές φορές αποδείξει, της μουσικής μας δημιουργίας, αναφερόμενος στο όνομα του «χαμωλόγου» ποιητή, μα σημαντικού για την παρουσία του και τον καιρό του, έκανε και αυτός ατόπημα, ονομάζοντας το γνωστό σε όλους τους Ιόνιους Καντιάνο Ρώμα, της κατακρεουργημένης οδού, «Ρώτα». Αυτό, μάλιστα, έγινε πολλές φορές και αποδεικνύει πως δεν ήταν ολίσθημα στιγμής ή γλωσσικό μπέρδεμα, αλλά ανάγνωση της τζαντιώτικης γλώσσας και κουλτούρας με … νεοελληνική προφορά και αισθητική.

Το ίδιο, συχνά, συμβαίνει και με το δικό μου επώνυμο, που πολλές φορές το ακούω και περισσότερες το διαβάζω με «β» αντί με «μ», εκτός Ιονίου, βέβαια, ενώ τα υπόλοιπα Επτάνησα και το ορθογραφούν και το γνωρίζουν, γράφοντάς το και προφέροντάς το σωστά.

Ίσως όλα αυτά θεωρηθούν ασήμαντες λεπτομέρειες. Μπορεί και εγώ να θεωρηθώ προσκολλημένος και παράξενος. Όμως όπως η καλή νοικοκυρά δείχνει την ικανότητά της από την κρυμμένη κάτω από τα έπιπλα καθαριότητα και όχι από την φαινομενική, έτσι και η προσέγγιση του πολιτισμού μας πρέπει να γίνεται με ιόνια γνώση και προσοχή στην λεπτομέρεια, αυτήν που είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της πραγματικότητας. Διαφορετικά η ερμηνεία του θα είναι αν όχι άτοπη, τουλάχιστον άπιστη.

Να γιατί στα Πανιόνια Συνέδρια πρέπει να κυριαρχούν οι Επτανήσιοι.

Αυτοί είναι οι σημαντικότεροι γνώστες. Γιατί διαφορετικά σε καταλαβαίνει και σε ερμηνεύει ο ξένος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email