© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

Βλασίου Φειδά: ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΣΕΙΣ - ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

[Εισήγηση στο Α' Πανελλήνιο Συνέδριο για τις Προσκυνηματικές Περιηγήσεις, Ζάκυνθος 14 Νοεμβρίου 2009]

1. Ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό φυσικό του περιβάλλον προσδιορίσθηκε πάντοτε ἀπό τήν ἑρμηνεία τῆς σχέσεώς του μέ τόν Θεό καί μέ τόν κόσμο. Ἡ θρησκεία ἑρμήνευσε πάντοτε τή σχέση αὐτή μέ ἀφετηρία τόν Θεό, στόν ὁποῖο ἀναφέρεται ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου, ἐνῶ ἡ φιλοσοφία ἑρμήνευσε πάντοτε τή σχέση αὐτή μέ ἀφετηρία τόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο, χωρίς νά ἀμφισβητήση πάντοτε τήν ἀναφορικότητα τῆς ὑπάρξεώς τους πρός μία ὑπέρτατη ἐξωκοσμική δύναμη, προσωπική ἤ μή, ἡ ὁποία διέπει τή ζωή τους. Κοινός τόπος τῶν δύο ἑτερόκεντρων ἑρμηνειῶν ὑπῆρξε καί παραμένει πάντοτε ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά μέ τίς διαφορετικές προσεγγίσεις τῆς σχέσεώς του μέ τόν Θεό ἀπό τή θρησκεία (θεοκεντρική) καί ἀπό τή φιλοσοφία (ἀνθρωποκεντρική). Βεβαίως, τόσο ἡ θρησκεία, ὅσο καί ἡ φιλοσοφία προέβαλλαν πάντοτε τήν ἑνότητα τῆς ὑπερβατικῆς θείας δυνάμεως, προσωπικῆς ἤ μή, στήν ὁποία ἀναφερόταν ἡ ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καί τοῦ κόσμου, γι᾽ αὐτό ἡ διαλεκτική αὐτή μεταξύ τῆς θρησκείας καί τῆς φιλοσοφίας καθιέρωσε τήν ἄρρηκτη συζυγία τους ὄχι μόνο στίς μεγάλες πολιτισμικές παραδόσεις, ἀλλά καί στή ζωή τῶν λαῶν.
Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ὅλα τά σημαντικά γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ἤδη ἀπό τό λυκαυγές τῆς ἱστορίας ἐξέφραζαν πάντοτε τήν ἄρρηκτη συζυγία θρησκείας καί πολιτιστικῶν παραδόσεων, ἔστω καί ἄν διαφοροποιεῖται κατά περίπτωση ἡ ἔμφαση στά θρησκευτικά ἤ στά πολιτιστικά στοιχεῖα τῆς συζυγίας, μέ γνώμονα ὅμως πάντοτε τήν ἀναφορικότητα τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό καί τήν ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἡ ἔμφυτη λοιπόν ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου νά γνωρίση τό οἰκοσύστημά του καί τούς ἄλλους ἐνοίκους σέ αὐτό ἐκφράσθηκε μέ ποικίλους τρόπους καί μέ διαφορετικά κριτήρια (μεταναστεύσεις λαῶν, κατακτητικές διεκδικήσεις, ἐμπορικές σχέσεις, συμμαχίες κ.λπ.), ἀλλά πάντοτε κατέληγε σέ μία γόνιμη συνάντηση λαῶν, θρησκειῶν καί πολιτιστικῶν παραδόσεων.
Εἶναι ὅμως εὐνόητον ὅτι ἡ κινητικότητα ἀνθρώπων καί λαῶν προσδιορίσθηκε στήν ἀρχαιότητα ἀπό τίς πολιτικές θεωρίες γιά τήν ταυτότητα τοῦ κράτους, ἀπό τή συνύπαρξή τους στήν ἴδια εὐρύτερη περιοχή, ἀπό τά οἰκονομικά κίνητρα τῶν ἐμπορικῶν τους σχέσεων καί ἀπό τήν περιορισμένη ἱκανότητα τῶν μεταφορικῶν μέσων σέ κάθε ἐποχή. Πράγματι, διαφορετική εἶναι ἡ κινητικότητα τῶν Ἑλλήνων κατά τούς κλασικούς χρόνους γιά τήν ἀνάπτυξη τῶν ἐμπορικῶν δραστηριοτήτων κάθε πόλεως-κράτους μέ τήν ἴδρυση ἀποικιῶν στίς παράκτιες ζῶνες τῆς Μεσογείου καί τοῦ Εὐξείνου πόντου, ὅπως ἦταν διαφορετική ἡ κινητικότητά τους κατά τούς ἑλληνιστικούς χρόνους στά πλαίσια τῆς ἀχανοῦς αὐτοκρατορίας τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου καί τῶν ἐπιγόνων του. Ἐν τούτοις, τόσο στούς κλασικούς, ὅσο καί στούς ἑλληνιστικούς χρόνους διατηρήθηκε ἀλώβητη ἡ συζυγία θρησκείας καί πολιτιστικῶν παραδόσεων, καίτοι ἐκφράσθηκε μέ διαφορετικούς τρόπους. Ἔτσι, οἱ ἀφιερωμένοι στούς θεούς πανελλήνιοι ἀθλητικοί ἀγῶνες συνδύαζαν τίς λατρευτικές ἐκδηλώσεις μέ τά ἀθλητικά ἀγωνίσματα τῶν ἀθλητῶν ἀπό τίς ἑλληνικές πόλεις καί τίς ἀποικίες τους, τούς ὁποίους συνόδευαν καί φιλοθεάμονες πολίτες τους. Ἡ σταδιακή παρακμή τους κατά τούς ὕστερους ἑλληνιστικούς χρόνους δέν ἀποδυνάμωσε τίς λατρευτικές ἐπισκέψεις στά μεγάλα Ἱερά τῆς ἀπολλώνειας κυρίως λατρείας, (ὅπως λ.χ. στά ἱερά τῶν Δελφῶν, τῆς Ἠλείας, τῆς Ἀντιοχείας κ.λπ.).
Ἡ ἐμφάνιση καί ἡ διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ στόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο διαφοροποίησαν τόν λόγο καί τόν τρόπο ἐκφράσεως τῆς προσκυνηματικῆς κινητικότητας τῶν χριστιανῶν. Τό ἱερό πλέον κέντρο τῆς θρησκευτικῆς εὐλάβειας τῶν χριστιανῶν ρωμαίων πολιτῶν μετατοπίσθηκε στήν εὐρύτερη περιοχή τῶν Ἱεροσολύμων, ὅπου γεννήθηκε, ἔδρασε καί σταυρώθηκε ὁ ἱδρυτής τῆς Ἐκκλησίας, ὁ σαρκωθείς Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ. Στήν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ ἀποκαταστάσθηκε ἡ ἑνότητα Θεοῦ, ἀνθρώπου καί κόσμου, ἐνῶ τό λυτρωτικό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου ἀπευθυνόταν σέ ὅλα τά ἔθνη τῆς γῆς γιά νά ὑπερβαθοῦν οἱ συγχύσεις τοῦ ἀνθρώπου γιά τή σχέσή του μέ τόν Θεό καί μέ τόν κόσμο. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, οἱ ἀπόστολοι καί οἱ συνεργοί τους ἀνέλαβαν συνεχεῖς καί ἐπίπονες περιοδεῖες σέ ὁλόκληρο τόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο καί στόν εὐρύτερο περίγυρο γιά νά κηρύξουν τό εὐαγγέλιο καί ἵδρυσαν τίς πρῶτες χριστιανικές ἐκκλησίες στίς σημαντικότερες πόλεις τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, οἱ ὁποῖες συνέχισαν τό ἱεραποστολικό τους ἔργο παρά τούς ἀπηνεῖς διωγμούς τῶν ρωμαϊκῶν ἀρχῶν.
Βεβαίως, οἱ ἀπόστολοι καί οἱ διάδοχοί τους ὑποστήριζαν τίς νεοσύστατες τοπικές ἐκκλησίες μέ ἐπισκέψεις, ἀποστολές καί ἐπιστολές, ἐνῶ τό πρόσωπο καί τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, τά ὁποῖα ἦσαν στό ἐπίκεντρο τοῦ ἀποστολικοῦ κηρύγματος, ἐρέθιζαν τήν εὐλάβεια τῶν χριστιανῶν γιά προσκυνηματικές ἐπισκέψεις στούς θεοβάδιστους ἱερούς τόπους τῆς Παλαιστίνης. Ἡ πραγματοποίηση ὄμως τῆς εὐλαβοῦς αὐτῆς ἐπιθυμίας ἦταν δυνατή μόνο γιά ὅσους χριστιανούς ἀνῆκαν σέ πλησιόχωρες τοπικές ἐκκλησίες ἤ εἶχαν τήν εὐχέρεια χρόνου καί χρημάτων γιά νά τό ἀποφασίσουν. Ὅσοι πραγματοποιοῦσαν τήν ἐπιθυμία τους συνδύαζαν τίς προσκυνηματικές ἐπισκέψεις τῶν ἱερῶν τόπων μέ τή συμμετοχή τους καί στίς ἰδιαίτερες ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, οἱ ὁποῖες ἀνεφέροντο στή σχέση τῶν ἱερῶν τόπων μέ τά γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Ὅσοι ἀδυνατοῦσαν νά ἀναλάβουν μία τόσο δαπανηρή προσκυνηματική ἐπίσκεψη ἐξέφραζαν τήν εὐλάβειά τους μέ τήν ἐπίσκεψη τῶν τάφων τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως ἀποστόλων, ἐπισκόπων, λοιπῶν κληρικῶν καί λαϊκῶν, στούς ὁποίους συνέρρεαν οἱ πιστοί τῆς εὐρύτερης περιοχῆς γιά νά τιμήσουν τούς μάρτυρες καί νά ἐνισχυθοῦν στήν πίστη τους.
2. Μετά τήν ἐπικράτηση τοῦ χριστιανισμοῦ καί τό τέλος τῶν διωγμῶν ἡ εὐλάβεια τῶν πιστῶν ἀναζήτησε πνευματικά ἐρείσματα στόν ὑποδειγματικό βίο τῶν σκληρῶν πνευματικῶν ἀγωνισμάτων τῶν ἀσκητῶν, τά ὁποῖα ὁ Μ. Ἀθανάσιος παραλληλίζει πρός τόν ἀγώνα τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως (P.G. 26, 1173) καί ὁ Ἱερώνυμος τά χαρακτηρίζει ὡς «καθημερινό μαρτύριο» (cotidianum martyrium, Epist., 108, 31). Βεβαίως, στή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ἦταν σαφής ἡ ὑπεροχή τοῦ μαρτυρίου τοῦ αἵματος ἔναντι τοῦ «μαρτυρίου τῶν δακρύων τῆς μετανοίας», ἀλλά ἦταν γενική ἡ ἀναγνώριση ὅτι τό δεύτερο ἦταν μία αὐθεντική συνέχεια τοῦ πρώτου. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή ἐξηγεῖται ὄχι μόνον ὁ εὔλογος θαυμασμός τῶν πιστῶν γιά νά ἀσκητικά κατορθώματα τῶν μεγάλων ἀσκητῶν τῆς ἐρήμου, ἀλλά καί ἡ σφοδρή ἐπιθυμία τους νά ἀποκτήσουν προσωπική ἐμπειρία τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητας, γι᾽ αὐτό πραγματοποιοῦσαν προσκυνηματικές ἐπισκέψεις στά μεγάλα μοναστικά κέντρα τῆς Αἰγύπτου, τῆς Παλαιστίνης καί τῆς Συρίας, ἀκόμη καί σέ ὅσα εἶχαν ἀναπτυχθῆ στά βάθη τῆς ἐρήμου (Νιτρίας, Σινᾶ, Λαύρα τοῦ ἁγίου Σάβα κ.ἄ.).
Ἡ ἵδρυση μεγάλων μονῶν στήν εὐρύτερη περιοχή τῆς Κπόλεως ἀπό τίς ἀρχές τοῦ Ε’ αἰώνα λειτουργοῦσε ὡς συνεχής πρόσκληση ἤ καί ὡς πρόκληση πρός τούς πιστούς τῆς εὐρύτερης περιοχῆς γιά προσκυνηματικές ἐπισκέψεις. Ὁ συνδυασμός τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς τῶν μοναχῶν μέ τήν ἀδιάκοπη εἰκοσιτετράωρη θεία λατρεία στίς μονές τῶν Ἀκοιμήτων, καίτοι ἦταν καινοτομία στίς ἀσκητικές παραδόσεις, αὔξησε μέ ἐντυπωσιακό τρόπο ὄχι μόνο τόν ἀριθμό τῶν εὐλαβῶν προσκυνητῶν ἀπό τήν Κπόλη καί τήν εὐρύτερη περιοχή, ἀλλά καί τήν πνευματική ἀκτινοβολία τῆς μονῆς. Ὁ εἰσηγητής τῆς πρακτικῆς αὐτῆς ἡγούμενος Ἀλέξανδρος κατένειμε τούς μοναχούς σέ ἕξι χορούς γιά τήν κάλυψη τῆς συνεχοῦς εἰκοσιτετράωρης θείας λατρείας, γι᾽ αὐτό καί ἐγκωμιάζεται ὅτι «νόμον εἰσάγει καινόν μέν, ἀλλά τόν ἁπανταχοῦ κάλλιστον, μηδέποτε τῶν εἰς Θεόν ὕμνων τό συνεχές διακόπτεσθαι, ἀλλά, τῇ κατά διαδοχήν τῶν λειτουργούντων ὑπαλλαγῇ, τήν ἀσίγητον ταύτην καί ἄπαυτον τῷ Δεσπότῃ περιποιεῖσθαι δοξολογίαν» (PG 116, 705-746). Ἀνάλογη ἦταν ἡ ἀκτινοβολία καί τῶν ἐκκεντρικῶν μορφῶν ἀσκήσεως, ὅπως τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Στυλίτη στή Β. Συρία, ὁ Στύλος τοῦ ὁποίου προσείλκυε προσκυνητές ἀπό ὁλόκληρη τήν Ἀνατολή καί ἐπηρέαζε μέ τήν ἀκτινοβολία του ὄχι μόνο τήν πνευματική, ἀλλά καί τήν πολιτική ζωή τῆς Συρίας κ.λπ.
Βεβαίως, ὁ μοναχισμός καθιερώθηκε στήν ἐκκλησιαστική συνείδηση ὡς μία ὑπεροχική ἔκφραση τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητας τοῦ ὅλου ἐκκλησιαστικοῦ σώματος ὄχι μόνο στήν Ἀνατολή, ἀλλά καί στή Δύση, ὅπου διαδόθηκε ἀπό τόν Μ. Ἀθανάσιο καί τούς ἄλλους ὀρθοδόξους ἐπισκόπους τῆς Ἀνατολῆς, οἱ ὁποῖοι ἐξορίσθηκαν στή Δύση ἀπό τούς ἀρειανόφρονες αὐτοκράτορες. Ὁ Βίος τοῦ Μ. Ἀντωνίου, οἱ ἀσκητικοί Ὅροι τοῦ Μ. Βασιλείου καί ὁ ζῆλος τοῦ Ἱερωνύμου καί τοῦ Ρουφίνου γιά τή μεταφορά τοῦ μοναχισμοῦ στή Δύση ἀπέδωσαν καρπούς. Ὁ Ρουφίνος ἵδρυσε μία ἀξιόλογη γυναικεία μονή στά Ἱεροσόλυμα (374) μέ τήν οἰκονομική ὑποστήριξη τῆς πλούσιας ρωμαίας Μελανίας, ἡ ὁποία ἔγινε μοναχή, ἐνῶ ὁ Ἱερώνυμος ἵδρυσε μέ τήν οἰκονομική ὑποστήριξη τῆς ἐπίσης πλουσίας ρωμαίας χήρας Παύλας τρεῖς γυναικεῖες καί μία ἀνδρική μονή στά Ἱεροσόλυμα (389), ὅπου συνέρρεαν πολλοί προσκυνητές ἀπό τή Δύση. Ἔτσι, ὁ μοναχισμός διαδόθηκε στήν Ἰταλία, τή Γαλλία, τήν Ἱσπανία καί τή Β. Ἀφρική, ἀλλά ἡ ἀκμή του ἄρχισε μέ τήν ἵδρυση ἀπό τόν καταφυγόντα στή Δύση διάκονο τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου Κασσιανό στήν περιοχή τῆς Μασσαλίας δύο μονῶν, μιᾶς γυναικείας καί μιᾶς ἀνδρικῆς.
Οἱ μονές αὐτές ἔγιναν ὑπόδειγμα ὄχι μόνο γιά τήν ἵδρυση καί ἄλλων μονῶν στήν εὐρύτερη περιοχή, ἀλλά καί γιά τήν ἀνάπτυξη τοῦ μοναχισμοῦ στήν Ἀγγλία, τήν Ἰρλανδία καί τή Σκωτία, ἀπό τόν ὁποῖο ἀναδείχθηκαν οἱ περίφημοι γιά τό ἱεραποστολικό τους ἔργο στόν κόσμο τῶν Φράγκων ἰρλανδοσκῶτοι μοναχοί. Ἡ ἵδρυση ἀπό τόν ἅγιο Βενέδικτο τῆς περίφημης κοινοβιακῆς μονῆς στό Μόντε Κασσίνο τῆς Καμπανίας (529) ἐπηρέασε τήν ἐξέλιξη τοῦ μοναχισμοῦ τῆς Δύσεως. Ὁ Κανόνας τοῦ ἁγίου Βενεδίκτου συντάχθηκε μέ βάση τούς Ὅρους τοῦ Μ. Βασιλείου καί ἔγινε ἡ κύρια πηγή γιά τήν ἀναδιοργάνωση τῶν κοινοβιακῶν μονῶν τῆς Δύσεως, ἐνῶ τό τάγμα τῶν Βενεδικτίνων ἔγινε ὑπόδειγμα γιά τή λειτουργία τους. Ὡστόσο, ὁ δυτικός μοναχισμός ἐνισχύθηκε ἀπό ἀθρόα μετακίνηση πρός τή Δύση πολλῶν μοναχῶν τῆς Ἀνατολῆς, οἱ ὁποῖοι ἵδρυσαν ἀκμαῖες μονές στήν Ἰταλία καί τή Β. Ἀφρική ἀπό τά μέσα ἤδη τοῦ ΣΤ’ αἰώνα καί ἐπηρέασαν μέ τήν ἀκτινοβολία τους ὅλες τίς πτυχές τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου τῆς Δύσεως, ἰδιαίτερα κατά τήν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας (727-843).
Εἶναι λοιπόν προφανές ὅτι ὁ μοναχισμός δημιούργησε γιά τούς εὐλαβεῖς πιστούς νέα πνευματικά κέντρα προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων, οἱ ὁποῖες προσέφεραν καί οἰκονομική ὑποστήριξη ὄχι μόνο γιά τή λειτουργία τους, ἀλλά καί γιά τούς ἀγῶνες τους ὑπέρ τῆς πίστεως. Ἐν τούτοις, ἡ οἰκονομική αὐτή προοπτική τῶν προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων δέν παραβίαζε τά ὅρια τῆς ἀκτημοσύνης τῶν μοναχῶν, γι᾽ αὐτό καί κατά τήν πρώτη χιλιετία τοῦ ἱστορικοῦ βίου τῆς Ἐκκλησίας δέν ἐκδηλώθηκαν ἀκραῖες πλουτομανεῖς τάσεις ἀπό τούς μοναχούς ἤ τίς μονές μέ καθαρῶς οἰκονομικά κίνητρα, παρά τίς αὐθαιρεσίες ὁρισμένων μοναχῶν στίς περιοδεῖες τους γιά τήν «ἱερή ζητεία» ὑπέρ τῶν ἀναγκῶν τῆς μονῆς. Οἱ αὐθαιρεσίες αὐτές, καίτοι ἀποδοκιμάσθηκαν ἐπισήμως ἀπό τήν Ἐκκλησία, δέν ἀποδυνάμωσαν τήν ἰδιαίτερη πνευματική εὐαισθησία τῶν πιστῶν γιά τήν ἀσκητική ἐμπειρία τῶν μοναχῶν. Ἄλλωστε, οἱ σκληροί διωγμοί τῶν εἰκονομάχων αὐτοκρατόρων ἐναντίον τῶν ὑπερασπιστῶν τῆς τιμῆς τῶν ἱερῶν εἰκόνων μοναχῶν συνοδεύθηκαν μέ τό κλείσιμο πολλῶν μονῶν καί τή δήμευση τῶν περιουσιῶν τους, τά ὁποῖα ἱεροποιοῦσαν ὄχι μόνο τούς ἀγῶνες τους, ἀλλά καί τίς ὁποιεσδήποτε ὑπερβολές στίς «ἱερές ζητεῖες».
Οἱ σκληρές ὅμως δοκιμασίες τοῦ μοναχισμοῦ κατά τήν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας (727-843) κατέστησαν ἀναγκαία τή δημιουργία σέ ἀπομακρυσμένες ἀπό τίς πόλεις δυσπρόσιτες ὀρεινές περιοχές μεγάλων μοναστικῶν πολιτειῶν, στίς ὁποῖες κατέφευγαν ὅλοι οἱ διωκόμενοι μοναχοί γιά νά ἐπιδοθοῦν στά ἀσκητικά ἀγωνίσματα τῆς προσωπικῆς τους ἐπιλογῆς (Ὄλυμπος Βιθυνίας, Λάτρος κ.λπ.). Ἡ παράλληλη ἀνάπτυξη στίς μοναστικές αὐτές πολιτεῖες ὅλων τῶν μορφῶν τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητας (Κοινόβια, Λαῦρες, Σκῆτες, Ἐρημίτες, Στυλίτες, Σπηλαιῶτες κ.λπ.) καί οἱ κοινοί ἀγῶνες ἐναντίον τῆς εἰκονομαχίας ἀνέδειξαν τά νέα μοναστικά κέντρα ὡς τούς αὐθεντικούς ἐκφραστές τῆς βαθυτέρας σχέσεως τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητας πρός τήν ὀρθοδοξία τῆς πίστεως, γι᾽ αὐτό συνέρρεαν σέ αὐτά εὐλαβεῖς πιστοί, κληρικοί, μοναχοί καί λαϊκοί, γιά νά ἐνισχυθοῦν στή δική τους πνευματική ζωή ἀπό τά ἀγωνίσματα τῶν ἀσκητῶν. Ἡ ἵδρυση τῆς μοναστικῆς πολιτείας τοῦ Ἁγίου Ὄρους στή χερσόνησο τοῦ Ἄθω καθιέρωσε τή νέα αὐτή προοπτική τοῦ ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ ὄχι μόνο μέ τή σταδιακή ἵδρυση τῶν εἴκοσι μεγάλων κοινοβιακῶν μονῶν, ἀλλά καί μέ τήν πολλαπλῆ ὑποστήριξη τῆς ἀναπτύξεως τοῦ μοναχισμοῦ στίς νεοσύστατες Ἐκκλησίες τῶν σλαβικῶν λαῶν, οἱ ὁποῖες ἱδρύθηκαν ἀπό τήν ἐντυπωσιακή δράση τῆς βυζαντινῆς ἱεραποστολῆς κατά τούς Θ’ καί Ι’ αἰῶνες. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ἡ πανορθόδοξη ἀκτινοβολία τοῦ ἁγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ λειτούργησε κατά τή δεύτερη χιλιετία τοῦ ἱστορικοῦ βίου τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἐγγύηση τόσο γιά τήν πνευματική ἑνότητα τοῦ ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ, ὅσο καί γιά τήν πιστότητά του στίς παραδοσιακές ἀρχές τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητας, γι᾽ αὐτό καθιερώθηκε ὡς κέντρο προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων ὄχι μόνο γιά τούς ὀρθοδόξους, ἀλλά καί γιά ὅλους τούς χριστιανούς.
3. Ἀντιθέτως, ὁ μοναχισμός τῆς Δύσεως ἀποσυνδέθηκε σταδιακά μέσα τόν ΙΑ’ αἰώνα ἀπό τίς παραδοσιακές ἀρχές τοῦ Κανόνα τοῦ ἁγίου Βενεδίκτου καί εἰσήγαγε νέες ἀρχές στήν ὀργάνωση καί στή διοίκηση τῶν μοναστικῶν ταγμάτων, τά ὁποῖα εἶχαν ὡς κέντρο τή μητέρα μονή καί ἀνέπτυξαν θυγατρικές μονές σέ πολλές χῶρες τῆς Δύσεως μέ τή δωρεά μεγάλων ἐκτάσεων γῆς ἀπό τούς τοπικούς ἡγεμόνες (τάγμα Κλουνιακῶν) ἤ καί χωρίς τήν ἀποδοχή δωρεῶν (τάγμα Κιστερσιανῶν). Ἡ ἐσωτερική ἑνότητα τῆς μητέρας καί τῶν θυγατέρων μονῶν κατοχυρωνόταν ἀπό τόν ἰδιαίτερο Κανόνα κάθε τάγματος καί βεβαιωνόταν ἀπό τήν ἐξαιρετική αὐθεντία τοῦ ἡγουμένου τῆς μητέρας μονῆς στίς τακτικές ἐτήσιες συνελεύσεις τῶν ἡγουμένων ὅλων τῶν θυγατρικῶν μονῶν, ἀφοῦ ὅλες οἱ μονές τοῦ τάγματος εἶχαν τήν ἀναφορά τους διά τοῦ ἡγουμένου τῆς μητέρας μονῆς κατ᾽ εὐθείαν στόν πάπα καί ὄχι στούς ἐπιχωρίους ἐπισκόπους. Ἡ σημαντική ἐκκλησιαστική, ἐκπαιδευτική καί κοινωνική προσφορά τῶν μοναστικῶν ταγμάτων αὔξησε ὄχι μόνο τόν πλοῦτο τοῦ τάγματος μέ τήν ἀποδοχή γαιῶν καί οἰκονομικῶν προνομίων ἀπό τούς τοπικούς ἡγεμόνες ἤ φεουδάρχες, ἀλλά καί τήν ἀποδοκιμασία ἀπό τούς πιστούς τόσο τῆς ἀκόρεστης πλουτομανίας τῶν μοναχῶν, ὅσο καί τῆς ἐξαρτήσεως τῶν ἡγουμένων ἀπό τούς κοσμικούς ἄρχοντες. Ἡ παρακμή τοῦ πανίσχυρου τάγματος τῶν Κλουνιακῶν κατά τόν ΙΒ’ αἰώνα καί ἡ ἐντυπωσιακή ἀπήχηση τῆς αἱρέσεως τῶν Καθαρῶν ἤ Ἀλβιγίων ἐξηγοῦν τίς ἐπιλογές τῶν λεγομένων «ἐπαιτικῶν» μοναστικῶν ταγμάτων (Δομινικανῶν, Φραγκισκανῶν) ἀφ᾽ ἑνός μέν νά μιμηθοῦν τήν ἀπόλυτη πτωχεία τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἀποστόλων, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ νά ἀφιερωθοῦν μέ ἀποστολικό ζῆλο γιά τό κήρυγμα Εὐαγγελίου. Ὡστόσο, ἡ τήρηση τῶν ἐπιλογῶν αὐτῶν ἀτόνησε μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου μέ τόν πλασματικό μάλιστα συλλογισμό ὅτι ἡ ἀκτημοσύνη ἀναφέρεται στούς μοναχούς καί ὄχι στό τάγμα, γι᾽ αὐτό ἐνέταξαν στά οἰκονομικά τους κίνητρα ἀκόμη καί τίς προσκυνηματικές ἐπισκέψεις τῶν χριστιανῶν τῆς Δύσεως στούς ἐλεγχόμενους ἀπό τούς Σταυροφόρους Ἁγίους Τόπους.Στόν ἀντίποδα ὅμως τῆς πτωχείας τῶν «ἐπαιτικῶν» ταγμάτων ἀναπτύχθηκαν τά καθαρῶς οἰκονομικά κίνητρα τῶν λεγομένων «ἱπποτικῶν» ταγμάτων (Ἰωαννιτῶν, Ναϊτῶν), τά ὁποῖα συνδύαζαν τίς μοναστικές ὑποσχέσεις (ἀγαμία, ἀκτημοσύνη, ὑπακοή) καί ἄρτια στρατιωτική ὀργάνωση μέ τό πρόσχημα ὅτι ἔτσι μποροῦσαν νά προσφέρουν πολυτιμότερη προστασία τόσο στούς δυτικούς προσκυνητές, ὅσο καί στούς λατίνους ἡγεμόνες τῶν Ἱεροσολύμων. Τά «ἱπποτικά» τάγματα ἀξιοποίησαν τή συρροή δυτικῶν προσκυνητῶν στούς Ἁγίους Τόπους καί πλούτισαν ὄχι μόνο ἀπό τά ἔσοδα γιά τή φιλοξενία καί τήν προστασία τους, ἀλλά καί ἀπό τίς οἰκονομικές συμφωνίες τους μέ ὅσους ἀναλάμβαναν τή μεταφορά τῶν προσκυνητῶν. Ἔτσι, ἀπέκτησαν τεράστια περιουσία τόσο στήν Παλαιστίνη, ὅσο καί στά σημαντικότερα κέντρα τῆς ἐμπορικῆς ὁδοῦ ἀπό τή Δύση πρός τήν Παλαιστίνη. Βεβαίως, ἡ συρροή πλούτου προκάλεσε τή χαλάρωση τῶν μοναστικῶν ὑποσχέσεων καί τήν τόνωση τῶν οἰκονομικῶν τους δραστηριοτήτων στά μεγάλα κράτη τῆς Δύσεως (Γαλλία, Ἱσπανία, Ἀγγλία κ.ἄ.), οἱ βασιλεῖς τῶν ὁποίων εἶχαν δεχθῆ τήν οἰκονομική ὑποστήριξη τοῦ πολύπλοκου τραπεζικοῦ συστήματος τῶν δύο «ἱπποτικῶν ταγμάτων» μέ ἐπαχθῆ μάλιστα ἀνταλλάγματα (δωρεές γαιῶν, εὐνοϊκές οἰκονομικές ρυθμίσεις κ.ἄ.). Μετά τήν ἐκδίωξη τῶν Σταυροφόρων ἀπό τήν Παλαιστίνη (1291) τά «ἱπποτικά» τάγματα μετέφεραν τήν ἕδρα τους στήν Κύπρο, ἀλλά τό μέν τάγμα τῶν Ναϊτῶν καταδικάσθηκε ὡς αἱρετικό ὑπό τήν πίεση τοῦ βασιλιά τῆς Γαλλίας Φιλίππου Δ’ τοῦ Ὡραίου καί διαλύθηκε (1307) γιά τήν ἁρπαγή τῆς μεγάλης περιουσίας του στή Γαλλία, ἐνώ τό τάγμα τῶν Ἰωαννιτῶν ἐγκαταστάθηκε τελικῶς στή Ρόδο μέχρι τήν ἅλωση τῆς νήσου ἀπό τούς τούρκους (1309-1522) καί μετά στή Μάλτα μέχρι τήν κατάληψη τῆς νήσου ἀπό τόν Ναπολέοντα (1522-1798) καί τή διάλυση τοῦ τάγματος γιά τή δήμευση τῆς περιουσίας του. Συνεπῶς, οὔτε τά ἐπαιτικά τάγματα ἄντεξαν στή μόνιμη τήρηση τῆς πτωχείας τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἀποστόλων, οὔτε τά ἱπποτικά τάγματα ἄντεξαν στήν πρόκληση τοῦ εὔκολου πλουτισμοῦ ἀπό τήν καταχρηστική οἰκονομική ἐκμετάλλευση τοῦ προσκυνηματικοῦ ζήλου τῶν εὐλαβῶν χριστιανῶν τῆς Δύσεως, ὅπως καί τό τάγμα τῶν Ἰησουϊτῶν δέν ἄντεξε στήν ὀρθή χρήση τοῦ εὔκολου πλουτισμοῦ ἀπό τήν ἐκμετάλλευση τῶν ἀποικιοκρατικῶν καθεστώτων τῆς Ν. Ἀμερικῆς, γι᾿ αὐτό διαλύθηκε σέ ὅλα τά κράτη τῆς Δύσεως κατά τόν ΙΗ’ αἰώνα. Ἐν τούτοις, ὁ εὔκολος πλουτισμός τῶν «ἱπποτικῶν» ταγμάτων καί ἡ ἐντυπωσιακή ἀνάπτυξη τῶν «ἐπαιτικῶν» ταγμάτων ἀποτέλεσαν σημαντικά κίνητρα γιά τόν ἐμπερίστατο παπικό θρόνο κατά τήν περίοδο τῆς «βαβυλώνιας αἰχμαλωσίας» του στήν Ἀβινιόν τῆς Γαλλίας (1309-1378) νά ἀναζητήση τήν κάλυψη τῶν πιεστικῶν οἰκονομικῶν του δυσκολιῶν μέ τήν ἐπίσημη καθιέρωση ὁμαδικῶν προσκυνηματικῶν ὁδοιποριῶν τῶν ρωμαιοκαθολικῶν πιστῶν πρός τή Ρώμη. Ἔτσι, ὁ πάπας Βονιφάτιος Η’ (1294-1303) συνέδεσε τόν θεσμό τῶν «ἰωβηλαίων ἐτῶν» μέ τίς περίφημες «ἀφέσεις», ἤτοι τά συγχωροχάρτια (indulgentiae), γιά νά ἐπιτύχη τήν ὁμαδική συμμετοχή τῶν πιστῶν στίς προσκυνηματικές ὁδοιπορίες πρός τή Ρώμη, τίς ὁποῖες ὑποστήριζαν μέ ὑπερβάλλοντα ζῆλο τά «ἐπαιτικά» τάγματα, ἰδιαίτερα ὅμως οἱ Δομινικανοί. Ὁ θεσμός εἶχε τίς ρίζες του στίς ἰουδαϊκή παράδοση (Λευιτ., 25, 8 κἑξ.), ἡ ὁποία ἀφιέρωνε κάθε πεντηκοστό ἔτος στόν Θεό μέ σημαντικές κοινωνικές προεκτάσεις (ἐπιστροφή πωληθέντων κτημάτων, ἀπελευθέρωση δούλων κ.λπ.), ἡ ἔναρξη δέ τοῦ ἰωβηλαίου ἔτους κηρυσσόταν ὑπό τόν ἦχο σάλπιγγας (ἑβρ. γιομπέλ=σάλπιγγα). Ὁ Βονιφάτιος ὅρισε τόν ἑορτασμό τῶν ἰωβηλαίων ἐτῶν κάθε ἑκατό ἔτη (1300), ἀλλά οἱ διογκούμενες οἰκονομικές ἀνάγκες τοῦ παπικοῦ θρόνου κατέστησαν ἀναγκαία καί τή συντόμευση τοῦ ἐνδιάμεσου χρόνου μεταξύ τῶν ἰωβηλαίων ἐτῶν. Ἔτσι, ὁ πάπας Βενέδικτος Β’ περιόρισε τόν ἐνδιάμεσο χρόνο στά πενήντα ἔτη (1340), ὁ Οὐρβανόν ΣΤ’ στά τριάντα ἔτη (1389) καί ὁ Παῦλος Β’ στά εἰκοσιπέντε ἔτη (1470).Ἡ πρόθυμη ὑποστήριξη τῶν προσκυνηματικῶν ὁδοιποριῶν ἀπό τά «ἐπαιτικά» τάγματα, τά ὁποῖα ἐπενέδυαν σέ αὐτές καί δικά τους οἰκονομικά κίνητρα (φιλοξενεῖες κ.λπ.), ἐξηγεῖ ὄχι μόνο τή συρροή προσκυνητῶν στή Ρώμη, ἀλλά καί τά σημαντικά οἰκονομικά ἔσοδα ὅλων τῶν ἐμπλεκομένων σέ αὐτές ἐκκλησιαστικῶν φορέων. Οἱ συμμετέχοντες στίς προσκυνηματικές ὁδοιπορίες τοῦ ἰωβηλαίου ἔτους πιστοί ἀπό ὅλα σχεδόν τά κράτη τῆς Δύσεως ὄφειλαν νά παραμείνουν 15 τουλάχιστον ἡμέρες στή Ρώμη, ὅπου συμμετεῖχαν σέ εἰδικές λατρευτικές τελετές, ἐξομολογοῦντο στούς πνευματικούς καί λάμβαναν «ἀφέσεις» (συγχωροχάρτια) ἁμαρτιῶν καί τιμωριῶν. Ὅσοι πιστοί ἀδυνατοῦσαν γιά διάφορους λόγους νά πραγματοποιήσουν τήν προσκυνηματική ἐπίσκεψη στή Ρώμη μποροῦσαν νά ἀποστείλουν τό ἀνάλογο χρηματικό ποσό γιά νά λάβουν τά συγχωροχάρτια. Ἡ ἀποσύνδεση ὅμως αὐτή ἐπιβάρυνε περισσότερο τήν ἤδη ἐπικίνδυνη σύγχυση πνευματικῶν καί οἰκονομικῶν κινήτρων, καίτοι προβαλλόταν πάντοτε ὡς πρόσχημα κάποιος συγκεκριμένος ἱερός σκοπός γιά τήν πώληση τῶν συγχωροχαρτίων. Ἔτσι, οἱ γνωστές καταχρηστικές ἐνέργειες τοῦ παπικοῦ θρόνου καί τῶν ἐπαιτικῶν ταγμάτων γιά τήν πώληση συγχωροχαρτίων μέ πρόσχημα τήν ἀνέγερση τῆς περικαλλοῦς Βασιλικῆς τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου στή Ρώμη, εἶχαν ὡς ἀναπόφευκτες συνέπειες ὄχι μόνο τήν κατάργηση τοῦ θεσμοῦ τῶν ἰωβηλαίων ἐτῶν, ἀλλά καί τήν τραγική διάσπαση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Δύσεως κατά τόν ΙΣΤ’ αἰώνα, χωρίς μάλιστα νά καταστήσουν πλουσιότερο τόν παπικό θρόνο.
4. Εἶναι λοιπόν προφανές τό συμπέρασμα ὅτι τά ὀργανωμένα προσκυνηματικά προγράμματα ἐμπεριεῖχαν πάντοτε τόν πειρασμό μιᾶς ἐπικίνδυνης συγχύσεως μεταξύ τῶν πνευματικῶν καί τῶν ὑλικῶν στοιχείων, τά ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα γιά τήν πραγματοποίησή τους. Ὁ πειρασμός αὐτός παρενοχλεῖ τή σκέψη ὅλων τῶν παραγόντων, οἱ ὁποῖοι ἐμπλέκονται σέ ἕνα προσκυνηματικό πρόγραμμα, ἤτοι τούς διαχειριστές τῶν ἱερῶν τόπων ὑποδοχῆς ἤ καί φιλοξενίας τῶν προσκυνητῶν, τούς ἀναλαμβάνοντες τή διακίνηση ἤ καί τή διαμονή τῶν προσκυνητῶν, τήν τοπική κοινωνία τῶν ἱερῶν τόπων καί, τέλος, τούς ἴδιους τούς προσκυνητές. Ἡ ἀπόκρουση τοῦ πειρασμοῦ ἤ ἔστω τῶν ἐπικινδύνων συγχύσεων εἶναι ἀνέφικτη ἀκόμη καί μέ τήν ἀξιοποίηση τῆς παραδοσιακῆς σέ τέτοιες περιπτώσεις «εὐλαβοῦς ὑποκρισίας», ἀφοῦ ἡ ὁποιαδήποτε σύγχυση κινήτρων ὄχι μόνο δέν εἶναι δυνατόν νά συγκαλυφθῆ, ἀλλ᾽ ἀντιθέτως προκαλεῖ τελικῶς καί τόν σκανδαλισμό τῶν προσκυνητῶν μέ εὐνόητες ἀρνητικές συνέπειες γιά τόν συγκεκριμένο τουλάχιστον προσκυνηματικό προορισμό. Προφανῶς, ἡ ὀρθή διαχείριση τοῦ τρόπου, τοῦ τόπου καί τοῦ χρόνου τῶν προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων στούς ἱερούς τόπους λατρείας ἤ ἀσκήσεως προϋποθέτει ἀπαραιτήτως ἀφ᾽ ἑνός μέν τήν πρόθυμη ὑποδοχή τῶν εὐλαβῶν προσκυνητῶν, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ τόν σεβασμό τῶν προσκυνητῶν πρός τήν ἱερότητα τῶν σκοπῶν καί τῆς λειτουργίας τοῦ τόπου, τά ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα γιά τή μή ἀλλοτρίωση τοῦ πνευματικοῦ χαρακτήρα τῶν προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων. Ὁ κίνδυνος αὐτός εἶναι σήμερον μεγαλύτερος, ἀφοῦ οἱ προσκυνηματικές ἐπισκέψεις ἐντάσσονται πλέον στά εὐρύτερα πλαίσια ὀργανωμένων τουριστικῶν προγραμμάτων καί προορισμῶν ὡς προτάσεις τῶν ὀργανωτῶν καί ὄχι ὡς ἐπιλογές τῶν συμμετεχόντων, γι᾽ αὐτό ὑφέρπει πάντοτε ὁ κίνδυνος ἐμπορευματικῆς ἐκμεταλλεύσεως καί τῶν προγραμματισμένων ἐπισκέψεων σέ ἱερούς τόπους.
Οἱ κίνδυνοι αὐτοί εἶναι μεγαλύτεροι γιά τούς ἱερούς τόπους τῶν καθιερωμένων γνωστῶν τουριστικῶν προορισμῶν, στούς ὁποίους ἐξέχουσα θέση κατέχουν τά νησιά τοῦ Ἰονίου καί τοῦ Αἰγαίου πελάγους καί ἡ Κρήτη, ἀφ᾽ ἑνός μέν γιατί οἱ ἐπισκέπτες εἶναι συνήθως πολλοί καί μέ διαφορετικές πνευματικές ἀναζητήσεις, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ γιατί οἱ ἱεροί τόποι ἀντιμετωπίζονται ἁπλῶς ὡς ἀξιοθέατα στοιχεῖα τῆς περιοχῆς. Ἄν λοιπόν οἱ προσκυνηματικές ἐπισκέψεις ἀντιγράψουν τά τουριστικά προγράμματα, τότε δέν εἶναι ἀναγκαῖες ὄχι μόνο γιατί οἱ ἐπισκέπτες τῶν ἱερῶν τόπων εἶναι ἤδη πολλοί, ἀλλά καί γιατί ἡ αὐξησή τους θά πολλαπλασιάση τά προβλήματα γιά τήν κατάλληλη πνευματική ἀξιοποίηση τῶν ἐπισκέψεων. Ἄν ὅμως ἀποσυνδεθοῦν ἀπό τά τουριστικά προγράμματα, τότε θά πρέπει νά συνδεθοῦν μέ κατάλληλες λατρευτικές ἐκδηλώσεις γιά νά εἶναι οἱ ἐπισκέψεις πράγματι προσκυνηματικές. Τά Ἑπτάνησα διαθέτουν ὅλα τά ἑλκυστικά στοιχεῖα φυσικοῦ κάλλους καί εὐλαβῶν παραδόσεων, τά ὁποῖα ἐπιτρέπουν μία ἐποικοδομητική σύνθεση προσκυνηματικῶν καί τουριστικῶν ἐπισκέψεων μέ ἐπίκεντρο τίς καθιερωμένες στήν ὀρθόδοξη παράδοση ἀκολουθίες (σύντομο ἑσπερινό, παράκληση κ.λπ.). Ἡ προοπτική τῆς συνθέσεως εἶναι ἐποικοδομητική, γιατί ἔτσι καθορίζονται ἀφ᾽ ἑνός μέν ὁ κατάλληλος χρόνος προγραμματισμοῦ τῶν ἐπισκέψεων, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ ὁ κατάλληλος τρόπος ἐκκλησιαστικῆς ὑποδοχῆς τῶν ἐπισκεπτῶν, οἱ ὁποῖοι θά πλουτίσουν τή φυσιοκρατική περιέργεια τοῦ τουρισμοῦ μέ τήν πνευματική ἐμπειρία μιᾶς προσκυνηματικῆς ἐπισκέψεως.
Τά Ἑπτάνησα ὑπῆρξαν πάντοτε σταθερή γέφυρα ἐπικοινωνίας μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως, ἡ ὁποία ἀξιοποιήθηκε μέ ἐντυπωσιακή συνέχεια ἀπό τούς κλασικούς ἤδη χρόνους γιά τήν ἐπικοινωνία τῶν ἑλληνικῶν πόλεων μέ τίς ἀποικίες τους στήν Ἰταλία, ἔγινε πυκνότερη κατά τούς ρωμαϊκούς χρόνους καί κορυφώθηκε κατά τή βυζαντινή περίοδο μέ κύριο ἄξονα τήν ἀνάπτυξη τῶν ἐμπορικῶν σχέσεων στόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο. Ὅλες αὐτές οἱ ἐποχές ἔχουν ἀφήσει ἀνεξίτηλα τά ἴχνη τους ὄχι μόνο στά ἐδάφη τῶν νήσων τοῦ Ἰονίου πελάγους, ἀλλά καί στήν ἱστορική μνήμη τῶν λαῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πρόσθετους λόγους νά ἐντάσσουν τά Ἑπτάνησα στίς κύριες ἐπιλογές τῶν τουριστικῶν τους ἐπισκέψεων.Πράγματι, ἡ ἐπικράτηση τοῦ χριστιανισμοῦ στόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο προσέθεσε ἰδιαίτερα στοιχεῖα στόν φυσικό καί ἱστορικό πλοῦτο τῶν Ἑπτανήσων ὄχι μόνο μέ τήν ἑνότητα τῆς πνευματικῆς ἀκτινοβολίας, ἀλλά καί μέ τίς τραγικές συνέπειες τοῦ σχίσματος τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως (1054). Ἔτσι, τά Ἑπτάνησα ἀπέκτησαν κατά τήν δεύτερη χιλιετία τῆς χριστιανικῆς περιόδου καθοριστική στρατηγική ἀξία ὄχι μόνο γιά τίς ἐμπορικές δραστηριότητες τῆς ναυτικῆς δημοκρατίας τῆς Βενετίας, ἀλλά καί γιά τά γενικότερα συμφέροντα τῶν χριστιανικῶν κρατῶν τῆς Δύσεως τόσο πρίν, ὅσο καί μετά τήν πτώση τοῦ Βυζαντίου. Κατά τή μακρά περίοδο τῆς βενετοκρατίας τά Ἑπτάνησα, καίτοι γνώρισαν τήν οἰκονομική καί τήν ὁμολογιακή καταπίεση τῶν κρατούντων, διατήρησαν σημαντικά προνόμια κοινοτικῆς ὀργανώσεως καί οἰκονομικῶν δραστηριοτήτων, γιατί οἱ Βενετοί θεωροῦσαν ἀναγκαία τή συμπαράσταση τῶν Ἑπτανησίων ὄχι μόνο στίς ἐμπορικές τους δραστηριότητες, ἀλλά καί στούς ἀλλεπάλληλους πολέμους ἐναντίον τῶν Τούρκων.
Ἡ ἀλληλέγγυα ὅμως ἀνοχή σέ ἕνα ἀναπόφευκτο ἱστορικό συμβιβασμό ὑπῆρξε ἐπωφελής καί γιά τίς δύο πλευρές, ἀφοῦ οἱ μέν Βενετοί κέρδισαν τή συμπαράσταση τῶν Ἑπτανησίων σέ κάθε ἐξωτερική ἀπειλή, οἱ δέ Ἑπτανήσιοι κέρδισαν τήν ἐλεγχόμενη ἔστω συμμετοχή τους στήν οἰκονομική εὐμάρεια τῆς Βενετίας. Ἡ ἰδιότυπη αὐτή ἀλληλέγγυα ἀνοχή παρήγαγε μία ἐπίσης ἰδιότυπη πολιτιστική συνάντηση Ἀνατολῆς καί Δύσεως, ἡ ὁποία ἀποτυπώθηκε μέ ποικίλους τρόπους ὄχι μόνο στό χῶρο, ἀλλά καί στόν τρόπο ὅλων σχεδόν τῶν ἐκφράσεων τῆς κοινοτικῆς, τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί τῆς ἰδιωτικῆς ζωῆς τῶν Ἑπτανησίων. Εἶναι λοιπόν εὐνόητος ὁ λόγος, γιά τόν ὁποῖο τά Ἑπτάνησα παρέμειναν ἀνοικτή γέφυρα γιά τήν ἀμφίδρομη κίνηση ἀνθρώπων καί ἰδέων μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως, ἡ ὁποία ἦταν ποικιλοτρόπως εὐεργετική γιά τούς ἐμπερίστατους Ἕλληνες ὄχι μόνο τῶν βενετοκρατούμενων, ἀλλά καί τῶν τουρκοκρατούμενων περιοχῶν, ἰδιαίτερα δέ γιά τήν ἀναδιοργάνωση τῆς παιδείας τοῦ Γένους κατά τούς χαλεπούς καιρούς τῆς τουρκοκρατίας.
Συνεπῶς, τά μνημεῖα καί οἱ μνῆμες τῶν ἱστορικῶν ἐμπειριῶν τῶν Ἑπτανήσων ἐκφράζουν ὄχι βεβαίως μουσειακά στοιχεῖα μιᾶς ἰδιότυπης συγκυρίας τοῦ παρελθόντος, ἀλλά μιᾶς ἰδιοφυοῦς ἤ καί ἰδιότροπης ἀντιμετωπίσεως τῶν προκλήσεων τῶν καιρῶν, γι᾽αὐτό ἀποτελοῦν ζωντανά στοιχεῖα στήν πολιτιστική παράδοση καί στή ζωή τῶν Ἑπτανησίων μέχρι σήμερον. Ἄλλωστε, ἕνας ἀλληλέγγυος συμβιβασμός μεταξύ Βενετσάνων καί Ἑπτανησίων δέν μποροῦσε νά εἶναι παρά μόνο ἰδιοφυής στή σύλληψή του καί ἰδιότροπος στήν ἐφαρμογή του, γι᾽ αὐτό στά Ἑπτάνησα οἱ ζωντανές πολιτιστικές καί ἐκκλησιαστικές παραδόσεις εἶναι τό αὐθεντικότερο ὑπόμνημα γιά τήν ἑρμηνεία τῶν μνημείων τῆς τέχνης καί τῆς πίστεως. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, τά Ἑπτάνησα εἶναι ἤδη στόν ὑψηλότερο δείκτη τῶν τουριστικῶν ἐπιλογῶν καί προσφέρονται γιά ἕνα συνετό προγραμματισμό τῶν προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων, ἀφοῦ ἡ ἰδιοτροπία τῶν πολιτιστικῶν τους παραδόσεων ἐκφράζεται μέ τήν ἴδια εὐαισθησία καί στόν ἱερό χῶρο τῆς λατρείας.
Γενεύη, 8 Ὀκτωβρίου 2009

1 σχόλιο:

Αναΐς είπε...

Αρκεί να σεβαστούμε πρώτα εμείς οι Επτανήσιοι τα Μνημεία μας και να τα διαφυλάξουμε αφού αντιληφθούμε τη σημασία τους..

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email