© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Κυριακή, 16 Αυγούστου 2009

π. Ιωαννικίου Ζαμπέλη, Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Το Πάσχα του Καλοκαιριού βρίσκεται επί θύραις! Η μεγάλη θεομητορική γιορτή του Αυγούστου, η Κοίμηση της Θεοτόκου, πλησιάζει. Ήδη από την πρώτη του μηνός στις εκκλησίες ψέλνονται καθημερινά οι Παρακλήσεις –εναλλάξ η Μικρή και η Μεγάλη. Οι πιστοί προετοιμάζονται –νηστεύουν, εξομολογούνται, κοινωνούν- για να γιορτάσουν αληθινά το μεγάλο πανηγύρι.
Στην Εκκλησία ο θάνατος γίνεται πανηγύρι. Δεν λέγεται θάνατος ή τελευτή. Αποκαλείται «Κοίμηση». Δεν εξαντλούνται τα πάντα στο εδώ και τώρα. Υπάρχει το επέκεινα του τάφου: η αιώνια ζωή. Ο Χριστιανός πιστεύει ότι κοιμάται προσώρας, για να ξυπνήσει στην αιωνιότητα. Ο θάνατος, με την Ανάσταση του Χριστού, γίνεται ένας μεγάλος ύπνος.
Μητέρα της Ζωής η Παναγία μεθίσταται προς την όντως Ζωή, τον Υιό και Θεό Της. Η παράδοση της Εκκλησίας αναφέρεται στην Μετάστασή Της. Χάρη σ’ αυτήν το άχραντο σώμα της Νέας Εύας, της γυναίκας που γέννησε τον φθορέα της φθοράς, δε γεύεται της φθοράς τη δύναμη. «Η πηγή της ζωής εν μνημείω τίθεται», όμως
«κλίμαξ προς ουρανόν ο τάφος γίνεται».

Η τιμή της Παναγίας στη Λευκάδα
Ξεχωριστά λατρεύεται η Μητέρα του Θεού και στο νησί της Λευκάδας. Κυρά και βασίλισσα του νησιού η Φανερωμένη, απ’ το ιερό θρονί Της στο ομώνυμο μοναστήρι Της ακούει φωνές δοξολογικές και ικετήριες, ύμνους ευχαριστήριους και προσευχές διάπυρες των παιδιών Της, που σε κάθε ανάγκη ή συμφορά, προσωπική ή γενική, προστρέχουν σ’ αυτήν.
Απ’ τα λοιπά παλαίφατα μοναστήρια του νησιού, το όνομά Της φέρει η Οδηγήτρια –στο ξεκίνημα της ανηφοριάς για τους Σφακιώτες, δίπλα στην Απόλπαινα-, η Ευαγγελίστρια ή Κόκκινη Εκκλησιά, στις ανατολικές πλαγιές των Σκάρων, καθώς και η Παναγία της Γύρας -ή «Παναγία η Δεματισάνα», όπως αναφέρεται στα αρχειακά έγγραφα το παλιό σταυροπηγιακό μοναστήρι.
Μέσα στην πόλη της Λευκάδας και στα περίχωρα, γιορτάζουν ναοί σχεδόν σε κάθε θεομητορική εορτή. Στο Γενέσιο και την Κοίμησή Της γιορτάζει η «Παναγία των Ξένων». Στις 21 Νοεμβρίου γιορτάζει η «Παναγία των Εισοδίων». Του Ευαγγελισμού πανηγυρίζει η Ευαγγελίστρια, η Μητρόπολη. Στα εννιάμερα της Παναγίας (23/8) γιορτάζει η Παναγία της Γύρας. Υπάρχουν ακόμη η Ζωοδόχος Πηγή στη Μεγάλη Βρύση, η Κοίμηση της Παναγίας στην Τσεχλιμπού (ερειπωμένη σήμερα, παλιά ιδιοκτησία της οικογένειας Σκένα) και η Βλαχέρ(αι)να στον Κάμπο. Τέλος, η Φανερωμένη γιόρταζε παλιότερα το Σάββατο του Ακαθίστου, ενώ σήμερα πανηγυρίζει τη Δευτέρα του Αγ. Πνεύματος. Επίσης, τρεις τοπικές γιορτές υπάρχουν ακόμη, σε ανάμνηση της σωτηρίας του νησιού από μεγάλους σεισμούς (1938, 1948, 2003), με παρέμβαση της Παναγίας.

Η Κοίμηση της Παναγίας στην ορθόδοξη εικονογραφία
Η ορθόδοξη εικόνα της Κοιμήσεως είναι εξαιρετικά παραστατική και διδακτική. Στην «Ερμηνεία των Ζωγράφων» περιγράφεται η εικόνα της Κοιμήσεως:
«Οσπίτια, και εν τω μέσω η Παναγία κειμένη επί της κλίνης νεκρά, έχουσα επί του Παναγίου στήθους αυτής εσταυρωμένας τας θεοφόρους χείρας. Και πλησίον της κλίνης ένθεν και ένθεν μανουάλια με λαμπάδες ανημμένας. Ο δε Απόστολος Παύλος και ο Θεολόγος Ιωάννης παρά τους πόδας αυτής ασπάζονται αυτήν, και γύρωθεν οι λοιποί απόστολοι και οι άγιοι ιεράρχαι, Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, Ιερόθεος και Τιμόθεος βαστάζοντες Ευαγγέλια, και γυναίκες κλαίουσαι. Επάνωθεν δε αυτής ο Χριστός φέρων εις τας αγκάλας του την παναγίαν ψυχήν εν νεφέλη λευκή, και γύρωθεν αυτού ακτίνες φωτός και πλήθος αγγέλων. Και άνωθεν εις τον αέρα πάλιν οι δώδεκα Απόστολοι φερόμενοι επί νεφελών. Εις δε την δεξιάν άκραν του οσπιτίου ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός βαστών χαρτίον λέγει: «Αξίως ως έμψυχόν σε ουρανόν υπεδέξαντο ουράνια, Πάναγνε, θεία σκηνώματα...», και εις την αριστεράν ο άγιος Κοσμάς ο ποιητής βαστών και αυτός χαρτίον λέγει: «Γυναίκά σε θνητήν, αλλ’ υπερφυώς και μητέρα Θεού ειδότες, πανάμωμε, οι κλεινοί απόστολοι...».

Στην παράδοση της Εκκλησίας
Στο συναξάρι της ημέρας, της 15ης Αυγούστου, περιγράφεται με κάθε λεπτομέρεια η παράδοση της Εκκλησίας γύρω από την Κοίμηση της Παναγίας:
«Όταν ο Χριστός και Θεός μας ευδόκησε να παραλάβει κοντά Του την Μητέρα Του, τότε, τρεις ημέρες νωρίτερα, της γνωστοποιεί μέσω ενός Αγγέλου την μετάστασή Της από τη γη. Της λέει: «Είναι καιρός να παραλάβω κοντά μου την Μητέρα μου. Μη θορυβηθείς, λοιπόν, καθόλου γι’ αυτό, αλλά με ευφροσύνη να δεχθείς αυτόν τον λόγο, διότι έρχεσαι προς την αθάνατη ζωή».
Ποθώντας, λοιπόν, την μετάστασή Της προς τον Υιό Της, ανεβαίνει στο Όρος των Ελαιών για να προσευχηθεί –διότι συνήθιζε συχνά να ανεβαίνει εκεί και να προσεύχεται. Τότε συνέβη και κάτι παράδοξο. Τα φυτά που βρίσκονταν στο Όρος έσκυβαν τα κλαδιά τους, σα να ‘ταν δούλοι ζωντανοί και αποδίδουν τον σεβασμό που αρμόζει στη Δέσποινα.
Μετά την προσευχή, επέστρεψε στο σπίτι κι εκείνο σείσθηκε ολόκληρο. Αυτή τότε άναψε φώτα πολλά κι αφού ευχαρίστησε το Θεό, κάλεσε τους συγγενείς και τους γείτονές Της. Σάρωσε όλο το σπίτι. Ετοίμασε το νεκροκρέβατο κι όλα όσα θα χρησίμευαν για την ταφή Της. Φανέρωσε και στους άλλους, όσα Της είπε ο Άγγελος για την μετάστασή Της στον ουρανό. Και για να Την πιστέψουν, τους δείχνει το βραβείο που Της έδωσε, ένα κλαδί από φοίνικα.
Οι γυναίκες όμως που είχε καλέσει, μόλις τ’ άκουσαν αυτά, θρηνούσαν και λούζονταν με δάκρυα κι έκλαιγαν γοερά με κραυγές. Όμως σταμάτησαν να θρηνούν και Την ικέτευαν να μην τις αφήσει ορφανές. Εκείνη όμως τις διαβεβαίωνε ότι θα σκέπαζε και θα φρουρούσε από ψηλά, μετά την μετάστασή Της, όχι μονάχα αυτές, αλλά κι ολόκληρο τον κόσμο. Έτσι, με λόγια παρηγορητικά, αφαιρούσε την πολλή λύπη απ’ όσους βρίσκονταν γύρω Της. Ύστερα όρισε σχετικά με τους δύο χιτώνες Της, να πάρουν από έναν δύο χήρες φτωχές, οικείες και γνωστές σε Αυτήν, οι οποίες Της έφερναν τα απαραίτητα για τη διατροφή Της.
Ενώ έτσι τα κανόνιζε, ακούγεται ξαφνικά ένας ήχος σαν από βίαιη βροντή και φαίνονται σύννεφα πολλά, που έφεραν ξαφνικά τους Μαθητές του Χριστού από τα πέρατα του κόσμου. Ανάμεσά τους ήταν και οι θεόσοφοι Ιεράρχες Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, Ιερόθεος και Τιμόθεος. Αυτοί, μόλις έμαθαν την αιτία της ξαφνικής παρουσίας τους στην Ιερουσαλήμ, τέτοια της έλεγαν: «Εσένα, Δέσποινα, όσο έμενες στον κόσμο, παρηγοριόμαστε να Σε βλέπουμε, σα να βλέπαμε τον ίδιο το Δεσπότη και δάσκαλό μας. Τώρα πώς θα υποφέρουμε αυτό που πάθαμε; Επειδή όμως μετακινείσαι απ’ τα εγκόσμια , χαιρόμαστε για όσα οικονομούνται γύρω από ‘σένα». Κι ενώ μιλούσαν, βρέχονταν με δάκρυα. Κι εκείνη τους απαντούσε: «Όχι, αγαπημένοι Μαθητές του Υιού μου. Μην μετατρέψετε σε πένθος την χαρά μου. Αλλά κηδέψτε το σώμα μου, καθώς εγώ θα το σχηματίσω στο φέρετρό μου».
Κι όταν έτσι ολοκληρώθηκαν αυτά, φτάνει και ο θεσπέσιος Παύλος, το σκεύος της εκλογής, που έπεσε στα πόδια της Θεοτόκου, Την προσκύνησε κι άρχισε με πολλά λόγια να Την εγκωμιάζει: «Χαίρε, Μητέρα της ζωής και υπόθεση του δικού μου κηρύγματος. Κι αν δεν έχω δει τον Χριστό, βλέποντας Εσένα, Εκείνον νόμιζα ότι θωρώ».
Κατόπιν η Παρθένος ανακάθεται στο φέρετρο. Σχηματίζει το πανάχραντο σώμα Της, όπως ήθελε. Απευθύνει δεήσεις για την σωτηρία του κόσμου και την ειρήνη. Τους ευλογεί και έτσι αφήνει το πνεύμα Της στα χέρια του Υιού και Θεού Της.
Αρχίζει τότε τους εξοδίους ύμνους ο Πέτρος. Σηκώνουν οι λοιποί Απόστολοι το φέρετρο. Άλλοι προηγούνται κρατώντας λαμπάδες και ψέλνοντας ύμνους, ενώ άλλοι ακολουθούν, προπέμποντας το θεοδόχο σώμα προς το μνήμα. Τότε ακούγονταν και Άγγελοι να Την υμνούν και οι φωνές των υπερκοσμίων (αγγελικών) τάξεων γέμιζαν την ατμόσφαιρα.
Τότε οι άρχοντες των Ιουδαίων, εξερεθίζουν κάποιους απ’ τον όχλο και τους πείθουν να προσπαθήσουν να ανατρέψουν το φέρετρο, πάνω στο οποίο είχε τεθεί το ζωαρχικό σώμα της Θεοτόκου και να το γκρεμίσουν καταγής. Όμως η θεία δίκη πρόφθασε τους παράτολμους Ιουδαίους και όλους τους τιμωρεί με τύφλωση των οφθαλμών τους. Μάλιστα στερεί κι από τα δυό του χέρια έναν απ’ αυτούς, που όρμησε με μεγαλύτερη μανία για ν’ αγγίξει εκείνο το ιερό κρεβάτι. Εκείνου τα χέρια αφέθηκαν να αιωρούνται πλάι στο κρεβάτι, κομμένα με το ξίφος της θείας δίκης. Κι έμειναν έτσι, ελεεινό θέαμα, μέχρι που πίστεψε με όλη του την ψυχή. Θεραπεύτηκε τότε κι αποκαταστάθηκε υγιής, όπως πρώτα. Επίσης, σ’ εκείνους που τυφλώθηκαν, έβαλαν πάνω τους ένα μέρος απ’ το ύφασμα του φερέτρου, όταν πίστεψαν, κι έτσι τους χαρίσθηκε η ίαση.
Και οι Απόστολοι πήγαν στην τοποθεσία Γεθσημανή και κατέθεσαν στο μνήμα το ζωαρχικό σώμα της Παναγίας. Τρεις μέρες έμειναν εκεί, ακούγοντας αδιάκοπα τις αγγελικές φωνές.
Επειδή, κατά θεία οικονομία, ένας από τους Αποστόλους –ο Θωμάς- έλειψε από την κηδεία του ζωαρχικού σώματος της Παναγίας και βρέθηκε εκεί μόλις τρεις ημέρες αργότερα, στενοχωριόταν πολύ που δεν αξιώθηκε κι αυτός να ζήσει, όσα αξιώθηκαν και οι συναπόστολοί του. Με κοινή απόφαση όμως, για χάρη του Αποστόλου Θωμά που απουσίασε, άνοιξαν τον τάφο για να προσκυνήσει κι αυτός το πανάγιο και πανάμωμο εκείνο σκήνωμα.
Είδαν τότε και ξαφνιάστηκαν! Διότι βρήκαν το μνημείο άδειο, χωρίς το άγιο σώμα, μόνο με το σεντόνι, που είχε απομείνει σαν παρηγοριά γι’ αυτούς που επρόκειτο να λυπηθούν και σαν μαρτυρία αψευδής για την μετάστασή Της. Και αληθινά μέχρι σήμερα, έτσι βλέπουμε και προσκυνάμε τον Τάφο της Παναγίας, σκαλισμένο σε πέτρα, κενό, χωρίς το άχραντο σώμα Της, για να δοξάζεται και να τιμάται η υπερευλογημένη Δέσποινά μας Θεοτόκος και παντοτινά Παρθένος Μαρία».

Στην υμνολογία
Η υμνολογία μας αποκαλύπτει με τρόπο ποιητικό τις αλήθειες της ορθόδοξης θεολογίας για το πρόσωπο της Παναγίας. Οι ύμνοι της μεγάλης γιορτής, αποδοσμένοι στη νεοελληνική από τον Φώτη Κόντογλου, ψέλνουν την Κυρία των Αγγέλων, ως εξής:
«Νικηθήκανε της φύσης οι νόμοι σε σένα, Παρθένε άχραντε. Γιατί σε σένα παρθενεύει η γέννα, και με τη ζωή σμίγει ο θάνατος. Εσύ που απόμεινες μετά τη γέννα Παρθένος και μετά θάνατο ζωντανή, σώζε παντοτινά, Θεοτόκε, την κληρονομία σου». (καταβασία θ΄ ωδής)
«Στην γέννα σου την παρθενία εφύλαξες, στην κοίμησή σου τον κόσμο δεν τον άφησες, Θεοτόκε. Μίσεψες στη ζωή, γιατί είσαι μητέρα της ζωής και λυτρώνεις με τις πρεσβείες σου τις ψυχές μας από τον θάνατο». (απολυτίκιο)

Στην ποίηση
Ο Βασίλης Μουστάκης γράφει στο ποίημά του, «Κοίμηση» (περιοδικό Ελληνική Δημιουργία, τ. 37, 1949):


Κοίμηση
Αίρεται πλέον από της γης
το ρόδον το αμάραντον οπού θαμπώνει
τα μάτια των αγίων.
Ανοίγουν διψασμένοι οι ουρανοί
τη ματωμένη άσπιλη λάμψη του να πιουν.
Αγγέλων σμήνη το κυκλώνουν,
μες τ’ αυγινό φιλί μιας υπερούσιας μέρας,
όπου ανατέλλει.
Της τρυφερής σιωπής οπού το τύλιγε
πέφτουν τα πέπλα στις ψυχές μας
μ’ ένα απαλό γαλήνιο θρόϊσμα
σαν προσφιλής ανάμνηση, σαν ανεκλάλητη μια λύπη.
Ό,τι είχαμε, μ’ Εκείνη του Θεού τόχουμε δώσει,
φόβος πια μάταιος την καρδιά μας ας μη σκιάζει.
Αυτή η γυναίκα ήταν που φώτισε το πρόσωπό του
με το χαμόγελό της πριν απ’ το θαμπό μας ήλιο.
Αυτή η γυναίκα την καρδιά της έδωσε για χώμα
ο αβάσταχτος Σταυρός του να στηθεί.
Ειν’ η ομορφιά μας, όλος μας ο πόνος,
η αγάπη είναι που στην Αγάπη έχουμε δώσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email