© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2009

Δύο κουρκουτζελάκια και … τρεις οβρύες

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

Τα λιόξυλα είχαν στεγνώσει απ΄ τα υγρά τους κι η φωτιά στο τζάκι είχε τα κέφια της, ζέσταινε το κορμί και την καρδιά μας. Οι φλόγες παιχνίδιζαν στο χορό της καμινάδας και σιγοτραγουδούσαν το ρυθμό της καύσης. Κυριακάτικο απόγευμα στην αυγή του Μάρτη και το σαλόνι γέμισε από παιδιά κι εγγόνια με φίλους και γείτονες για του καφέ τη γλυκιά τη γεύση. Η μικρόσωμη γιαγιά με τη λευκή κώμη καταμεσίς στον καναπέ, καμάρωνε περήφανα για τους εύγευστους κι αφράτους λουκουμάδες της.
Πώς άσπρισαν τα μαλλιά της, σαν το βαμβακερό το σύννεφο στην κορυφή του Mεγάλου Bουνού! Ξεχώριζε στο χωριό και στην πόλη η κοκκινομάλλα μοδίστρα υψηλής ραπτικής με το λεπτό γούστο και το χαμόγελο στα χείλη. Πόσα βελούδινα και μεταξωτά φορέματα στόλισαν καμπυλωτά κορμιά σε γιορτές και πανηγύρια από τη δικιά της δακτυλήθρα!
- Μην ξεχάσεις να σου δώσω δύο κουρκουτζελάκια, έτσι να τα δοκιμάσεις, ψιθύρισε σιγανά, σαν να 'κρυβε πολύτιμο δώρο.
- Βγήκαν τα κουρκουτζέλια; Ρώτησε χαρούμενα χωραΐτισσα φίλη, που τα έχει ιδιαίτερη αδυναμία.
Χρυσή ευκαιρία για την καλόκαρδη γιαγιά ν΄ αρχίσει τα δικά της, που ήταν όμως εύστοχα και με την ομορφιά της σοφίας συμπυκνωμένη στο σπινθηροβόλο βλέμμα.
- Εψές το κολατσίο έκαμα μία βόλτα… Είχαν φυτρώσει και τσι γλάστρες μας λίγα κουρκουτζέλια. Ο άντρας μου γέρασε πια… Θυμάμαι στα νιάτα του τέτοια εποχή σακούλια μάς έφερνε. Μ’ άρεσε κι εμένα να μαζώνω, αλλά με το ράψιμο πού χρόνος. Πήρα μαζί μου ένα μπαστούνι και πήγα εδώ γύρω, αλλά είναι ούλα φραγμένα και πολλά από δαύτα ραντισμένα, πού να βρεις κουρκουτζέλια. Χάθηκαν και τα τσιγαρίδια! Όλο δηλητήρια ρίχνουνε, κι εκείνος ο καταστροφέας δεν αφήνει τίποτε, χάνεται ο σπόρος. Άσε που τα κάμανε ούλα οικόπεδα, ακόμα κι εκείνο το ποτάμι στ’ Αρκαδιανού το κλείσανε από πάνου κι εφτιάξανε μαγαζιά, γι αυτό κάθε λίγο πλημμυρίζει. Το μυαλό τους όλο στο χρήμα κανένας σεβασμός στη φύση . Μπορεί να κάμει καλό ετούτη η κρίση, να πέσει η αξία τση γης και να γλυτώσει κανένα φυτό, να γλυτώσουμε κι εμείς.
Τώρα, τη Μεγάλη Σαρακοστή, τα κουρκουτζέλια ήτανε η σωτηρία μας, τσιγαριστά με τομάτα και χωρίς τομάτα, σβησμένα με κρασί ή με ξύδι… Είναι ωραίο φυτό σε μωβ χρώμα ταιριάζει με τη χαρμολύπη τση Σαρακοστής. Παλιά ενηστεύαμε ούλη την περίοδο από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι την Ανάσταση. Ξανάσαινε το στομάχι, άφηνε χώρο στο μυαλό να σκεφτεί το καλό και το Χριστό, το φτωχό και τον πεινασμένο, τον ανήμπορο και όποιον είχε ανάγκη. Πρέπει να το ζήσεις το κάθε πράμα για να καταλάβεις. Με γεμάτη την κοιλιά νομίζεις ότι είναι ούλοι χορτάτοι. Τώρα στα γεράματα δεν έχω δυνάμεις για νηστείες και στενοχωριέμαι, δεν μου το επιτρέπει κι ο γιατρός. Αλλιώς είχα συνηθίσει, ας με συγχωρέσει ο Θεός!
Αργότερα άμα ζεστάνει κι άλλο θα ΄βγουνε κι οβρύες, αν γλιτώσει καμία από το gramoxone. Έριχνε κι ο άντρας μου μες τ΄ αμπέλι από δαύτο, ακόμα φοβάμαι μην πάθουμε καρκίνο. Έχω φυλαμένα
τέσσερα μπουκάλια ληγμένα και δεν ξέρω τι να τα κάμω. Άκουσα στην τηλεόραση ότι δεν πρέπει να τα πετάμε στα σκουπίδια. Ο φαρμακοποιός μου ΄πε ότι δεν υπάρχει άλλη λύση. Ούλα τα ληγμένα τα πετάνε στα σκουπίδια και μετά από το Σκοπό ροβολάνε στη θάλασσα Και μετά σου λέει έχουμε θαλάσσιο πάρκο και προστατεύουμε τη χελώνα… Όταν εφώναζα του άντρα μου να μη ραντίζει μου ΄λεγε ότι αν κάνανε κακό θα τα είχανε απαγορεύσει, δεν μπορούσε να καταλάβει τα συμφέροντα.
Κάμετε ό,τι μπορείτε στα σχολεία, μάθετε τα παιδία να σκέφτουνται και να κρίνουν, να μη χαύουνε ό,τι ακούνε, να κάνουν αγώνες.
-Εγώ του τα ΄πα του πατέρα μου, γιατί τα μαθαίνουμε σχολειό, στο πρόγραμμα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, και μου υποσχέθηκε ότι δε θα ξαναραντίσει,
είπε η μικρή Αννούλα που όλη την ώρα έπαιρνε κι έστελνε μηνύματα με το κινητό της.
- Γι’ αυτό το τηλέφωνο δε σας έχουνε πει στο σχολειό, για την ακτινοβολία που έχει;
- Άσε με μωρέ γιαγιά, δεν το έχω πολλές ώρες. Πες μας τώρα, τι άλλο τρώγατε στη νηστεία.
- Αυτή την εποχή ο παππούς σας έπιανε στα δίχτυα πολλές σουπίες. Μεγάλη Δευτέρα τις φτιάχναμε σούπα χωρίς λάδι, Μεγάλη Τρίτη ετρώαμε οβρύες με λάδι, Μεγάλη Πέμπτη αγκινάρες γεμιστές με ρύζι και μάραθο, αλλά τη Μεγάλη Παρασκευή νερόβραστα ξερά κουκιά με τσιγαρίδια και λίγες οβρύες με ξύδι. Πάσχαμε κι εμείς μαζί με το Χριστό κι έτσι καταλαβαίναμε και την Ανάσταση. Ανήμερα τη Λαμπρή κότα αλανιάρα αυγολέμονο, ό,τι έπρεπε για το στομάχι μετά τη νήστεια. Αργότερα ήρθε το σουβλιστό, κι αν έχεις κάμει νήστεια αρχίζουν τα κοψίματα και τα σούρτα-φέρτα τσου καμπινέδες…
Ξεκαρδιστικά γέλια γέμισαν την ατμόσφαιρα για την αποκάλυψη απόκρυφων συμβάντων αλλ΄ η πάντα ανήσυχη γιαγιούλα συνέχισε για τα περασμένα και τα τωρινά …
- Τέτοια εποχή είχα δουλειά με το ράψιμο. Η καθεμία ήθελε να ράψει ένα φουστάνι για το Πάσχα. Οι περισσότερες το ήθελαν το Σάββατο του Λαζάρου να το φορέσουν του Βαγιώνε στην εκκλησία και μετά ανήμερα τη Λαμπρή. Δεν τσι προλάβαινα ούλες, οι άλλες τα παίρνανε τη Μεγάλη Πέμπτη το μεσημέρι. Πόσα βράδια ξενύχτησα με το βελόνι και τη λάμπα πετρελαίου να προλάβω να παραδώσω! Και μετά να καθαρίσω το σπίτι, να βάψω αυγά, να ζυμώσω το Λαμπριάτικο ψωμί, να πάω στην εκκλησία. Όλα κοπιαστικά αλλά λαμπερά, με μυρουδιές και γεύσεις που γλυκαίνουν την ψυχή.
Σήμερα είναι ούλα έτοιμα στο εμπόριο, ρούχα, φαγητά, γλυκά, ακόμα και κόκκινα αυγά! Κι ούλα ίδια, άνοστα κι άοσμα. Χάθηκε εκείνη η νοστιμάδα που δωρίζει η μυρωδιά τση φύσης, το μεράκι τση νοικοκυράς, το βελονάκι τση ράφτρας. Ευτούνη η άτιμη η ανάπτυξη, αφάνισε το πρόσωπο, την ταλαιπώρησε και τη λάβωσε τη φύση, σκότωσε τα παιδία της, τη σταύρωσε σαν το Χριστό.
Ετότες οι εκκλησίες γιομίζανε από κόσμο, μέσα κι όξω. Πριν τον πόλεμο στη Λιθακιά είχαμε δύο ενορίες, τση Φανερωμένης και του Άη Γιάννη. Επολεμάγανε ποία θα έχει τσι καλύτερες ψαλμωδίες και τσου καλύτερους παπάδες. Τότε που οι παπάδες δεν έπαιρναν μισθό και οι ψαλμωδίες ήταν σαν ν΄ ακούς αηδόνια, χωρίς τα μεγάφωνα και τα χρυσάφια που έχουν σήμερα . Ο παπάς ήτανε ακέραιος άνθρωπος και του φιλούσαμε το χέρι από πραγματικό σεβασμό, όχι μ΄ αυτά που ακούμε σήμερα και διώχνουν τον κόσμο από την εκκλησία. Ευτυχώς σ΄ εμάς η Φανερωμένη γιομίζει κόσμο ακόμα και τσι απλές Κυριακές!
Αχ, να με βοηθήσει ο ΄Αγιος να πάω να μαζέψω κι οβρύες να τσι δοκιμάσουμε να καταλάβουμε Μεγαλοβδόμαδο. Να πάνε κι οι εγγονούλες μου να στολίσουν τον Επιτάφιο, να ζυμώσουμε, ν΄ ανάψουμε το φούρνο με τα ξύλα, να χαρούμε και την Ανάσταση !

- Πολύ διαβασμένη σε βρίσκω γιαγιά , δεν παίζεσαι, πετάχτηκε ο εγγονός με το δεύτερο πιάτο μελωμένους λουκουμάδες στο χέρι.
Θα με πάρεις μαζί σου να μαζέψουμε κουρκουτζέλια κι οβρύες; Να ΄ρθει το Πάσχα να κλείσουνε τα σχολειά, να τσουγκρίσουμε κι αυγά, να γυρίσουμε τη σούβλα! Εφέτος θα σκάσω και κροτίδες στην Ανάσταση. Καλά ε, πολύ την πάω την Ανάσταση!

Μάρτιος 2009

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email