© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2018

Γιώργου Λέκκα: ΛΙΓΟ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ ΑΡΚΕΙ (νέο ποίημα)

[Ζωγραφική Σταύρου Μπουράνη: Βόλτα στη βροχή]

Κάθε πρωί κηρύσσω πόλεμο στη φθορά
και κάθε βράδυ νικιέμαι.
Και το χειρότερο είναι που δεν ξέρω
αν πενθώ για το κτήνος που έγινα
ή απλώς γιατί δεν αποκτηνώθηκα κι άλλο.
Όμως λίγο να βρέξει αρκεί
για να στολίσουνε πένθιμα δέντρα μεμιάς
ζωντανά λαμπιόνια οι σταγόνες.
23.1.18

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι άμισθος κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Ζει, εργάζεται και διακονεί στις Βρυξέλλες.]

Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: «ΕΣΠΕΡΙΝΟΝ ΥΜΝΟΝ...»

Μιὰ ἄλλη προσέγγιση τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Ἑσπερινοῦ 
Σχέδιο γιὰ ἀπόδραση ἀπὸ τὴν ἀγχωτικὴ καθημερινότητα εἶναι τελικὰ ἡ Ἑσπερινὴ Ἀκολουθία. Κι ἀλήθεια, πς δὲν τὸ ἔχουμε προσέξει; Γιατὶ ἡ Ἐκκλησία σωστὰ τὰ ἔχει ὁριοθετήσει καὶ προσφέρει. Μονάχα πὼς ὁ κόσμος ἀγνοεῖ αὐτὰ ποὺ διδάσκει, καὶ πολὺ περισσότερο μήτε ποὺ νοιάζεται νὰ τὰ προσεγγίσει. Κι ἄς εἶναι γιὰ τὸ καλό του, γιὰ τὴν διδαχή του, ἡ ὁποία καὶ θὰ τὸν συνδράμει, ὥστε ν᾿ ἀποφορτιστεῖ ἡ ψυχή του ἀπὸ πολλὰ καὶ ποικίλα ποὺ τὴν πληγώνουν.
Ἀπὸ τὶς θεραπευτικὲς μεθόδους, λοιπόν, ποὺ ἡ Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖ, ὥστε νὰ βοηθήσει τὸν κάθε πιστό, εἶναι καὶ οἱ διάφορες ἱερὲς Ἀκολουθίες. Μιὰ ἀπὸ τὶς ὁποῖες καὶ πολὺ σημαντικὴ θὰ τὴν ἔλεγα, εἶναι κι αὐτὴ τοῦ Ἑσπερινοῦ. Ὄχι μόνο τοῦ πανηγυρικοῦ, ἀλλὰ τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς κάθε ἡμέρας.
Ὅμως τί εἶναι καὶ γιατὶ τελεῖται ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ; Ποιὰ ἡ χρησιμότητα καὶ ὁ σωτηριολογικός χαρακτήρας της;
Ὁ Ἑσπερινὸς, ὡς Ἀκολουθία τοῦ Νυχθημέρου, τελεῖται μετὰ τὴν λεγομένη Ἐνάτη Ὥρα, τὴν ἀκροτελεύτιο Ἀκολουθία τοῦ εἰκοσιτετραώρου, δηλαδή. Μάλιστα, ὁ Ἑσπερινὸς θεωρεῖται, σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχαία τάξη τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἡ πρώτη ἀκολουθία τοῦ νέας ἡμέρας, ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὸν Ἑσπερινό, συνεχίζεται μὲ τὸ Ἀπόδειπνο, τὸ Μεσονυκτικό, τὸν Ὄρθρο, τὴν πρώτη Ὥρα,γιὰ νὰ τελεσθεῖ στὴ συνέχεια ἡ Θεία Λειτουργία. Ἄρα ὁ Ἑσπερινὸς εἶναι τὸ εἰσοδικὸ στὴ νέα ἡμέρα ποὺ ἀνοίγεται. Παράλληλα εἶναι καὶ ἡ προετοιμασία τοῦ κάθε πιστοῦ γιὰ τὴν διέλευση τοῦ σταδίου τῆς νυκτὸς ποὺ πλησιάζει. Ἄλλωστε, γιὰ ποιὸ λογο θ’ ἀνάψουν οἱ λυχνίες, γιὰ τὴν παροχὴ φωτός; [ἐξ οὗ καὶ ἡ μετονομασία τοῦ Ἑσπερινοῦ σὲ Λυχνικό].
Ἀλήθεια, σκέφτηκε ποτὲ κανεὶς τὴν προνοητικότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ φροντίδα Της, ὥστε τὸ «νυχτερινὸν στάδιον ἀμέμπτως» νὰ διέλθει ὁ πιστός. Δὲν εἶναι, μάλιστα, τυχαῖο ποὺ ὁ ἱερέας εὔχεται κατὰ τὴν ὥρα τῆς τελέσεως τῆς Ἑσπερινῆς Ἀκολουθίας, ὅπως ὁ Κύριος παράσχει «τὴν παροῦσαν ἑσπέραν καὶ τὴν ἐπιοῦσαν νύκτα εἰρηνικήν... καὶ [ὅπως] ρῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ φόβου νυκτερινοῦ... [ἀλλὰ καὶ νὰ δώσει] τὸν ὕπνον, ὅν εἰς ἀνάπαυσιν τῇ ἀσθενείᾳ ἡμῖν ἐδωρήσω...» (Ἑβδόμη εὐχὴ τοῦ Λυχνικοῦ). Ζωτικά, ὄντως καὶ ἀνθρώπινα τὰ αἰτήματα, τὰ ὁποῖα καὶ γαληνεύουν τὴν ψυχή, τὸ εἶναι ὁλάκερο καὶ τὸ ὁδηγοῦν «ἐπὶ λιμένα θελήματός» Του (Δευτέρα εὐχὴ τοῦ Λυχνικοῦ). Κι ὅλοι, φυσικά, ξέρουμε ποιὰ ἡ σημασία τὸ νὰ πραγματοποιηθεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας.
Ὅμως, ἄν ἡ ἀρχὴ τῆς νέας ἡμέρας ἀρχίζει ἀποβραδίς, μὲ τὸν Ἑσπερινό, αὐτὸ ἀποδεικνύει τὸν πλήρη συντονισμὸ τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸ θεῖο θέλημα, τὸ Ὁποῖο κατὰ τὴν Δημιουργία τοῦ Κόσμου τήρησε τὴν ἀρχὴ αὐτή. «Καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγενετο πρωΐ ἡμέρα πρώτη...» (Γεν. 1: 5, 8, 13 κ.λ.π.). Κι ἄν τώρα σταθοῦμε μὲ μεγάλο σεβασμὸ ἀπέναντι στὸ μεγαλειῶδες τῆς θείας Δημιουργίας γεγονός, τότε θὰ κατανοήσουμε πλήρως ὅτι, ὅπως ἀπὸ τὸ σκοτάδι, ποὺ διαλύεται σιγά-σιγά, ἐμφανίζεται τὸ φῶς, ἔτσι μαζί του ἀναδύονται ὅλα τὰ ὄσα συνθέτουν τὸν κόσμο: νερά, θαλασσες, πανίδα, χλωρίδα, ἥλιος, σελήνη, ἄστρα κ.λ.π. Ἀλλὰ μήπως καὶ τὸ ἴδιο δὲ συμβαίνει στὸν άνθρώπινο βίο, ὅπου τὰ ὅποια (ἐσωτερικὰ) σκοτάδια διαλύονται μὲ τὴν παρουσία τοῦ Φωτὸς, ποὺ ἀναμφίβολα εἶναι ὀ ἴδιος ὁ Χριστός; Ἄλλωστε, ὁ ἴδιος τὸ δήλωσε καὶ μάλιστα μετ᾿ ἐμφάσεως πολλῆς, ὅτι «Ἐγὼ εἰμὶ τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήση ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ᾿ ἔξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰω. 8, 12).
Ἑπομένως ἕνα πρέπει νὰ συμπεράνουμε: ὅτι ὁ Ἑσπερινὸς, αὐτὴ ἡ ἀκολουθία δηλαδή ποὺ τὴν ἀγνοοῦν οἱ περισσότεροι, δὲν εἶναι παρὰ μιὰ ἀνανέωση τοῦ μεγάλου καὶ σωτηριολογικοῦ μηνύματος τῆς Δημιουργίας τοῦ Κόσμου. Γιατὶ ὅπως ὁ Κόσμος δημιουργεῖται ἀπὸ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ, ὁ Ὁποῖος παραμερίζει τὸ Χάος καὶ τὸ σκοτάδι, γιὰ νὰ τὸν βγάλει στὸ Φῶς, ἔτσι κι ὁ κάθε ἄνθρωπος, καὶ δὴ ὁ κάθε πιστός, ἀναμένει καθημερινὰ τὸ φῶς Χριστοῦ, ὥστε νὰ ἀνα-δημιουργηθεῖ. Ἤ κατὰ τὸν θεϊκὸ τὸ λόγο, «Ἰδοὺ καινὰ ποιῶ πάντα» (Ἀποκ. 21, 5), ποὺ σημαίνει πὼς ἡ κάθε μέρα κάτι τὸ νέο ἐμφανίζει στὴ ζωή μας. Θεϊκὴ δωρεὰ ἀγάπης ἀπύθμενης κι αὐτό. Γιὰ τὴ σωτηρίας μας πάντα. Ἤ, μήπως ἀμφιβάλλει κανείς;
π. κ. ν. κ.   

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2018

Για το βιβλίο της Ελένης Λόππα “Η ζωή είναι αλλού; (Requiem for a dream)”, εκδ. Ρώμη, 2017

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ


Οι ιστορίες των έργων της Ελένης Λόππα είναι, κυρίως, ιστορίες γυναικών που έχουν βασανιστεί με ποικίλους τρόπους και έχουν πάρει το δρόμο της ελπίδας και ας μην ξέρουν πού θα φτάσουν. Για την παρούσα περίσταση, όνειρο μακρινό η Ευρώπη. Ιστορίες μεταναστριών, προσφύγων, ξεριζωμένων, νέων τραγικών Τρωάδων που υποχρεώνονται να εγκαταλείψουν τη στέγη τους με τα παιδιά στην αγκαλιά και άλλα στην κοιλιά, μια μέλλουσα γενιά που βγαίνει στο δρόμο της ξενιτιάς πριν ακόμα βγει στο δρόμο της ζωής. Χωρίς να παρακάμπτει τους άντρες αυτής της περιπέτειας, η ματιά της, επιλεκτικά πέφτει στις γυναίκες, οι οποίες, λόγω της χώρας προέλευσης, είναι εξαρτημένες με όλους τους τρόπους από τη δύναμη ενός πατέρα, αδελφού, συζύγου, γιου, κοινωνικού κανόνα και προκατάληψης. Κανένα δικαίωμα άλλο πλην της γέννησης και του πένθους.

Η κεντρική ηρωίδα, η Μυρτώ, στο μυθιστόρημα με τον ερωτηματικό τίτλο Η ζωή είναι αλλού; και με την διευκρινιστική απαισιόδοξη και πένθιμη προέκτασή του, «Requiem for a dream», πριν από όλα βιώνει μια ερωτική απογοήτευση. Ο πόνος της απώλειας ενός έρωτα μόνο με μια σημαντική προσφορά μπορεί να εξισορροπηθεί. Κι έτσι φεύγει· και πάει στη Λέσβο, εκεί που το ρεύμα των μεταναστών–προσφύγων έρχεται σαν βίαιο και ασυγκράτητο τσουνάμι. Σπρωγμένες από τον βίαιο άνεμο του πολέμου, οι γυναίκες, απωθημένες από μια χώρα που έγινε κόλαση, καταφθάνουν εκεί που οι εκμεταλλευόμενοι την ανάγκη τους θησαυρίζουν, υποσχόμενοι έναν παράδεισο. Η ιδιοτέλεια, ο δόλος και η απάτη των μεσαζόντων και η νέα μορφή του ανελέητου παραεμπορίου είναι το ντεκόρ. Οι Τούρκοι λιμενικοί συνεργάζονται με τους διακινητές, λένε. Παραφορτώνουν τη βάρκα. Δίνουν ελαττωματικά σωσίβια, ταξιδεύουν νύχτα με φουρτούνα, επιβάλλουν τους όρους τους. Οι γυναίκες τσιρίζουν, τα παιδιά κλαίνε, οι διακινητές ουρλιάζουν και η θάλασσα χωρίς έλεος καταπίνει ανθρώπινες ζωές. «Πού είναι ο Θεός;», ούρλιαζε η Σαμίρα, κοιτάζοντας απελπισμένη τη θάλασσα, όπου ο άντρας και τα δυο αγόρια της είχαν πλέον βυθιστεί. «Ελάτε, κυρία, όλα θα πάνε καλά. Κοιτάξτε τα κοριτσάκια σας, με τη αγωνία σας περιμένουν! Είμαι η Μυρτώ…» και έπειτα «Κάτοικοι της Λέσβου πρόσφεραν σάντουιτς και νερό».

Η Ελένη Λόππα, είναι έμπειρη συγγραφέας, δοκιμασμένη και στη ζωή και στη λογοτεχνία. Βλέπει πάντα με τα μάτια μιας γυναίκας που νοιώθει τον ανθρώπινο πόνο. Το βιβλίο της δεν είναι μυθιστόρημα, δεν είναι μυθοπλασία, δεν είναι ντοκουμέντο, δεν είναι δημοσιογραφική έρευνα. Είναι όλα αυτά μαζί και ακόμα κάτι. Είναι γραμμένο με αγάπη και συμπόνια για τις πάσχουσες γυναίκες, συμπληρωμένο με γνωστά ποιήματα και τραγούδια, ρήσεις σπουδαίων ανθρώπων και λόγια σοφά. Διότι, ακολουθώντας τη τεχνική της, που μας είναι γνωστή και από τα άλλα βιβλία της, διανθίζει την αφήγησή της με όλα τα είδη του λόγου, αντικειμενικού και υποκειμενικού, αντιπαρατάσσοντας στον λυρικό τόνο των ποιημάτων, σαν αντίβαρο, το βαρύ και πένθιμο των τραγικών γεγονότων και στο ψυχρό, αδιάφορο και μακάβριο των αριθμών: τόσοι πνιγμένοι, τόσα παιδιά, τόσες γυναίκες· «Τόσες ψυχές δοσμένες στις μυλόπετρες», έγραψε ο Γιώργος Σεφέρης, με άλλη, αλλά παρόμοια, αφορμή. Δυστυχείς όσες πνίγηκαν. Τυχερές όσες σώθηκαν, αλλά αλίμονο στις όμορφες. Η ομορφιά είναι κατάρα γιατί οι όμορφες, αφού σωθούν, θα πέσουν στα νύχια των εκμεταλλευτών, θα πρέπει να εξαγοράσουν με πορνεία τη διάσωσή τους.

Τρεις χιλιάδες άνθρωποι κάθε μέρα; «Πού θα πάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι;», Πλιάτσικο, εκμετάλλευση, ιδιοτέλεια. Και στη θάλασσα τα πτώματα που επισήμως είναι «θέματα», αλλά «πόσα θέματα να προλάβεις;». Τι γίνονται οι βάρκες μόλις φτάσουν; Άλλοι τις κλέβουν, άλλοι τις κρύβουν. Άλλοι βρίσκουν την ευκαιρία να θησαυρίσουν από τη συμφορά του συνανθρώπου τους· «η ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων», έγραφε ο ποιητής, και άλλοι γράφουν με μεγάλα γράμματα: ΌΧΙ ΞΕΝΟΙ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ, ΟΧΙ ΞΕΝΟΙ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΜΑΣ». Παράλληλα, το τελματωμένο, λόγω οικονομικής κρίσης, εμπόριο κινείται. Κι έτσι, ένα άλλο είδος «τουρισμού» ανθίζει στα νησιά μας και όλα μετριούνται με νούμερα. Νούμερα θαυμαστά που κάνουν την έκπληξη: Τριακόσιοι κάτοικοι της Τήλου, έσωσαν ως τώρα 4. 637 ψυχές και πρόσφεραν 10.000 μερίδες φαγητό! Η μία όψη. Και η άλλη: «Πού κοιμούνται τα παιδιά των προσφύγων;» ερωτά η Daily Mail στις 29-9-15. Πού κοιμούνται η 7χρονη Ralia, η 13χρονη Rahaz, ο 5ντάχρονος Abdulah, η 11χρονη Esma, ο 7χρονος Ahmad και τόσα άλλα παιδιά; Κοιμούνται σε χαρτόκουτα, σε βρώμικα στρώματα, σε πεζοδρόμια, νηστικά, βρώμικα και κουρασμένα, με ή χωρίς γονείς. Και η συγγραφέας ανθολογεί ένα απόσπασμα από την Ομιλία του Γιώργου Σεφέρη στη Στοκχόλμη, στην απονομή του Νόμπελ: «Πρέπει να αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου κι αν βρίσκεται. Όταν στο δρόμο της Θήβας ο Οιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκριση ήταν: Ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Οιδίποδα».

Η Μυρτώ, παραμερίζοντας τη δική της, θα αντιμετωπίσει την ξένη δυστυχία και θα συνδεθεί με τις γυναίκες. Την Σαμίρα από τη Συρία και τα τρία από τα πέντε παιδιά της. Την Λάιλα από το Αφγανιστάν που είναι έγκυος και έχει και ένα δίχρονο κοριτσάκι στην αγκαλιά. Την Ράνια από την Ερυθραία, επίσης έγκυο και με μια μικρή κορούλα, τη Σάχαρ. Τη Σάχαρ που αρχίζει τη ζωή της μεταναστεύοντας. Η Μυρτώ σκέφτεται να την υιοθετήσει, αλλά τελικά το κοριτσάκι θα καταλήξει σε συγγενείς του στη Στοκχόλμη. Τη Λούφτα από το Ιράκ την εγκατέλειψε ο άντρας της με ένα μικρό παιδί και περπάτησε όλη την Τουρκία για να φτάσει στην Ελλάδα. Η Σαμίρα καταφέρνει με τα τρία παιδιά της, ένα ορφανό κι ένα ασυνόδευτο να φτάσει στη Γερμανία, όπου όμως δεν βρήκε ό,τι περίμενε ή ό,τι νόμιζε πως θα έβρισκε. Η Λάιλα ερωτεύεται τον λιμενικό που την έσωσε και έτσι παραμένει στη Λέσβο.

Οι κάτοικοι της Λέσβου απέδειξαν τι θα πει «άνθρωπος». Η Μυρτώ βρήκε τις ισορροπίες στα υπαρξιακά της αδιέξοδα και έμαθε πως η ζωή δεν πάει μπροστά παίρνοντας μόνο αλλά και δίνοντας και υποχωρώντας. Προσφέροντας. Στο ερώτημα που θέτει ο τίτλος του βιβλίου, η συγγραφέας δεν θα απαντήσει. Θα το αφήσει ανοιχτό. Όμως θα καταλήξει στο ότι στη Λέσβο, «ο τρόπος που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι τους πρόσφυγες ήταν μια πραγματική αποκάλυψη». Και αυτή η αποκάλυψη είναι μια σύγχρονη μορφή της χριστιανικής αλληλεγγύης. Αγαπάτε αλλήλους.

Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟ ΝΕΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Π. Β. ΠΑΣΧΟΥ "ΕΝ ΘΛΙΨΕΙ ΕΠΛΑΤΥΝΑΣ ΜΕ..."

Π. Β. Πάσχος, «Ἐν θλίψει πλάτυνάς με...» Ποιήματα, ἐκδ. ΠΑΡΡΗΣΙΑ, Ἀθήνα 2017, σ. σελ. 102

Μὲ ἱερὴ συγκίνηση κρατῶ στὰ χέρια μου τὴ νέα ποιητικὴ συλλογὴ  τοῦ πολυσέβαστου καὶ ἀγαπητοῦ μου κ. Π. Β. Πάσχου, ποία φέρει τὸν τίτλο «Ἐν θλίψει πλάτυνάς με...». πιτυχὲς, ὄντως, τὸ  δάνειον π τὸν Ψαλμό 4, 2, ποὺ ἐκφράζει πλήρως τὸν ψυχισμὸ τοῦ ποιητῆ, ἀλλὰ καὶ εἶναι πόλυτα συντονισμένο μὲ αὐτόν. Πρόκειται γιὰ τὴν δεκάτη ὀγδόη συλλογὴ ποιημάτων τοῦ κορυφαίου ποιητῆ καὶ Διδασκάλου, ποία καὶ ποδεικνύει σαφῶς τὴν λαμπρὴ διαδρομὴ τοῦ Π. Β. Π. π τὸ 1964, τότε δηλαδή, ποὺ ἦρθε στὸ φῶς τῆς δημοσιότητος πρώτη του ποιητικὴ συλλογή «Μυστικὸν Ἔαρ», ἴσαμε σήμερα. Πρὶν π πενηντατρία χρόνια... Μισὸ αἰῶνα καὶ κάτι, δηλαδή.
Τὰ ὀγδόντα, λοιπόν, ποιήματα ποὺ στεγαζει ἐν λόγῳ νέα συλλογή, καὶ τὰ ποῖα χωρίζονται σὲ τρεῖς ἑνότητες, μᾶς χαρίζουν -ὅταν τὰ πλησιάσουμε μὲ τὴν δέουσα προσοχή-μιὰ παραμυθία κι ἕνα δέος, ποὺ πραγματικὰ ἀναπαύει.

Τώρα ἔρημος ζεσταίνεται π μνῆμες
κ χλόη ἀνθίζει ἀστρολούλουδα (σελ. 22)

Κι ἀλλοῦ,

Μὴ λὲς πὼς πέθαν χαρά. Τραβάει
δρόμο δικό της καὶ σφυρηλατώντας
τὸ χρόνο μὲ αὐλοὺς οὐράνιους
χαρίζει τῶν πουλιῶν τὴν ἔξαρση
νὰ ξαναβγοῦνε στὸν αἰθέρα. (σελ. 28)

Προσέχοντας τώρα τὶς ὀνομασίες ποὺ ἔχει δώσει στὶς τρεῖς ἑνότητες τῶν ποιημάτων του Π., παρατηροῦμε ὅτι κάθε μιὰ ἐνέχει τὴ δικιά της σημειολογία. Δηλαδή, προσπαθεῖ ποιητὴς μέσω αὐτῶν νὰ χαρτογραφήσει τὴν πνευματική του πορεία, ποία ξεκινᾶ μὲ «στιχηρὰ ψελλίσματα», γιὰ νὰ συνεχιστεῖ μὲ «κατανυκτικὰ θροΐσματα» καὶ στὸ τέλος, νὰ σφραγίσει αὐτὴ τὴν διαδρομὴ μὲ τὴν «εὐδοκία θλίψεως». Κι ἐδῶ εἶναι τὸ μέγα ζητούμενο, γιατὶ αὐτὴ εὐδοκία μεταποιεῖται μέσω τῆς Πίστεως, ποὺ ἀδιαμφισβήτητα στηρίζει τὸν ποιητή, σὲ κυοφορία λόγου. Λόγου ποιητικοῦ. Παναπεῖ προσευχητικοῦ:

Κύριε, λίβανο καὶ σμύρνα καὶ χρυσὸ
δὲν ἔχω· κι οὔτε σπάργανα ζεστά
Φάτνη καὶ σπήλαιον ἀνήμερων παθῶν
ὅλ πεντάφτωχη ψυχή μου
.................................
Μὴν ἀρνηθεῖς νὰ γεννηθεῖς κι πόψ᾿ ἐντός μου
Ἄσμα καινὸν θὲ να  σοῦ ψάλω τὴν αὐγή
δική Σου Γέννηση, δικό μου λυτρωμό (σελ. 77).

Ὅμως αὐτὸ ποὺ συγκλονίζει κυριολεκτικὰ τὸν ἀναγνώστη εἶναι ἄσβηστη μνήμη τοῦ ποιητῆ, ποὺ τὸν συντηρεῖ, ἄλλωστε, ἀφοῦ λατρεία γιὰ τὸν τόπο του, τὴ χιλιοτραγουδισμένη Λευκοπηγή εἶναι πιὰ γνωστή (βλ. τὴν ὁμότιτλη ποιητικὴ συλλογή Λευκοπηγή, ποὺ κυκλοφορήθηκε τὸ 1971 π τὸν «Ἀστέρα» καὶ ἐμπλουτισμένη τὸ 1994 π τὶς ἐκδόσεις Ἁρμός).
Ἔχω τὴν ἐντύπωση πὼς ἄν συγκεντρωθοῦν τὰ ποιήματα τοῦ Π. ποὺ ἔχουν ὡς πηγὴ ἐμπνεύσεως τὴν Λευκοπηγή καὶ ἀναλυθοῦν μὲ προσοχὴ καὶ μεράκι, τότε θὰ μπορέσουμε νὰ ἔχουμε μιὰ αὐτοβιογραφία τοῦ ποιητῆ, μὲ ρίζα πάντα τὰ παιδικά του τὰ χρόνια.

Χριστούγεννα, κ ἐγὼ κινῶ πάντα ἐρημίτης
Κι ὁδοιπόρος στὰ βουνὰ ποὺ ἔχω χιλιοπερπατήσει
Μονάχος μὲ τὸ κοπάδι κάποτε. Τὰ βήματα
μὲ φέρνουν σὲ κλεισμένους  π κέδρα καὶ πουρνάρια
δρόμους, σὲ παλιομάντρια ἐρειπωμένα
 που ἀναπαύονται π χρόνια ματωμένες ἱστορίες.
Παπποῦδες καὶ μπαρμπάδες μου ἐδῶ παλάιψανε....
......κι ἔχουν ἀφήσει τὰ σημάδια τους: ντουβάρια
πεσμένα (σελ. 51).  

Εἶναι ἀλήθεια, πὼς ὅταν διαβάζει κανεὶς αὐτὰ τὰ ποιητικὰ συναξάρια τῶν ταπεινῶν κι ἁγίων ποιμένων, εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴ ριγήσει π τὴν ἱερὴ συγκίνηση ποὺ αὐτὰ ποπνέουν, πως κι οἱ παρακάτω στίχοι, ποὺ ποτυπώνουν πίσης  καὶ εἰκόνες μοναδικές.

Ἰορδάνης ξεκινοῦσε π΄ τὸ τριμμένο πετραχήλι
τοῦ παπα-Μάρκου στὸν Ἁη-Πρόδρομο·
πλημμύριζε  μὲ τ᾿ ἁγιασμοῦ  τὸ φέγγος ὅλη μας τὴν ἐκκλησιά.
......................................
« Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου, Κύριε....» Ὕστερα΄
 παίρναμε τὸ κανάτι μὲ τὸν ἁγιασμό καὶ τρέχαμε
πρῶτα ν᾿ ἁγιάσουμε τὸ σπίτι, τὸ μπαχτσέ, τ᾿ ἀμπέλια,
 τὸ σταῦλο μὲ τὰ ζωντανά, τὸ μακρινὸ μαντρί, τοὺς ἀχυρῶνες.... (σελ. 52)

 Δὲν τὸ κρύβω πὼς νοιώθω ἔνοχος, καθὼς ἀφήνω ἀσχολίαστα κι ἄλλα ποιήματα, ποὺ δὲν τὰ ξεπερνᾶς εὔκολα. πως π. χ. τὸ ποίημα «Ποῦ θὰ μὲ βρεῖ», που μὲ βαθειὰ εἰλικρίνεια Π. δίνει τὸ στίγμα τῆς πορείας του μέσα στὸ χρόνο, ἀλλὰ καὶ τὴν Τέχνη. Γι αὐτὸ καὶ συμβουλεύει ποιον τὸν ἀναζητεῖ νὰ μὴν τὸν ψάχνει (μονάχα) στὰ δροσερὰ πλατάνια καὶ τὶς ἀγέρωχες λεῦκες τῆς Λευκοπηγῆς: Ἀρκεῖ μονάχα

...τὰ δρομάκια
τῶν στίχων [του] νὰ πάρει καὶ νὰ ἰδεῖ, ἀνάμεσα
στὶς λέξεις ὅλη [του] τὴν πεῖνα καὶ δίψα... [του] (σελ. 43).

Πείνα καὶ δίψα γιὰ Θεὸ ποὺ τὸν φωτίζει  καὶ τὴν Ποίηση ποὺ συνειδητά, πεύθυνα καί, προπάντων, φιλάνθρωπα, διακονεῖ. Τὸ λέει κι ἴδιος, ἄλλωστε:

Μικρὴ ὁμολογία
ἀληθινὴ ποίηση καταγράφει πάντα,
 μὲ εἰλικρίνεια κ᾿ εὐαισθησία
τὰ βάθη τῶν πληγῶν τοῦ αἵματος
καὶ τὶς κινήσεις τῶν παθῶν τοῦ πνεύματος. (σελ. 5)

Ἕνα εὐχόμαστε, καθὼς κλείνει αὐτὸ τὸ γραφτό: σύντομα νὰ δοῦμε τὴ δέκατη ἔνατη ποιητική συλλογή πολυαγαπητέ μας, κύριε Παντελή.

π. κ.ν.κ.

Related Posts with Thumbnails