© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

Το αληθινό θέμα μιας εικόνας

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Το διαδίκτυο έχει μπει πια για καλά στη ζωή μας και στην σωστή του μορφή και χρήσιμο είναι και ευεργετικό.  Μεταφέρει την γνώση στο σπίτι σου, χωρίς κόπους και χάσιμο χρόνου, αρκεί, βέβαια, να είσαι σε θέση να ελέγχεις την κάθε πληροφορία, να την διασταυρώνεις και να μπορείς να διακρίνεις το αν ανταποκρίνεται ή όχι στην αλήθεια και αν έχει σωστή ιστορική βάση. Και αυτό γιατί πάντα και περισσότερο στις μέρες μας πληθαίνουν οι «ψευδοπροφήτες» και ευδοκιμούν οι ανεύθυνοι.
   Συμβαίνει συχνά –και περιορίζω το πρόβλημα μονάχα στο χώρο της έρευνας, που μας αφορά– η πληροφορία να μην βασίζεται στην αλήθεια, είτε ηθελημένα, από κακόπιστους και ανεύθυνους, είτε δίχως δόλο, από αδαείς και επιπόλαιους. Γι’ αυτό απαιτείται προσοχή και επιβεβαίωση, αλλά και υπευθυνότητα απ’ όλους αυτούς που αναρτούν και δημοσιεύουν.
   Στην δεύτερη κατηγορία των χωρίς σκοπό, αλλά από επιπολαιότητα ανήκει και μια δημοσίευση, η οποία αφορά στον πολιούχο και προστάτη μας Άγιο Διονύσιο και συνοδεύεται από μία εικόνα, η οποία, όπως αναγράφεται, ιστορεί την μετακομιδή του Λειψάνου του από τα νησιά Στροφάδια, στην πατρίδα του, τη Ζάκυνθο, που μέχρι και σήμερα βρίσκεται και τιμάται από όλους τους Τζαντιώτες με υπέρμετρη αγάπη και ευλάβεια.
   Η εικόνα αυτή –ψηφιδωτή τοιχογραφία στην πραγματικότητα– βρίσκεται στα προπύλαια της εκκλησίας του Πολιούχου μας, προς την μεριά της θάλασσας και κάθε άλλο παρά την ανακομιδή του Σκηνώματος του «Μεγάλου Αφεντός», όπως συχνά τον ονομάζουμε, αποθανατίζει.
   Πρόκειται για την άφιξη στο νησί μας ενός άλλου Λειψάνου, ενός άλλου Αγίου, του Οσίου Ιωσήφ του Σαμάκου, το οποίο φυλάσσεται μέχρι τις μέρες μας στην κεντρική εκκλησία του Γαϊτανιού και κάθε χρόνο, την πρώτη Κυριακή μετά την 29η Αυγούστου, επέτειο της μετάθεσής του,  λιτανεύεται επίσημα στο χωριό, στα πλαίσια ενός παλιού και πάνδημου πανηγυριού.
   Το Σκήνωμα του Οσίου αυτού μεταφέρθηκε στο νησί μας από την Κρήτη από τον ιερωμένο Αντώνιο Αρμάκη, το 1669, όταν η Μεγαλόνησος έπεσε στα χέρια των Τούρκων και πολλοί τότε κάτοικοί της κατέφυγαν στον τόπο μας, καθώς και στα άλλα Επτάνησα, θέλοντας να σωθούν, μεταφέροντας μαζί τους ιερά και ιστορικά κειμήλια και ό,τι πολύτιμο μπόρεσαν να διασώσουν.
   Το Λείψανο, σύμφωνα με πληροφορίες που μας παρέχει ο χαλκέντερος Λεωνίδας Χ. Ζώης στο σχετικό λήμμα του «Λεξικού» του, δόθηκε σαν προίκα στην οικογένεια Μαντινειού και καταρχάς τοποθετήθηκε στην οικογενειακή εκκλησία της φαμίλιας, η οποία ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, στην θέση Ξεροβούνια του χωριού Γαϊτάνι. Αργότερα παραχωρήθηκε στην κοινότητα, όπου τοποθετήθηκε στην ενοριακή εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Σ’ αυτήν εκτίθεται σε προσκύνημα των πιστών, στις δύο γιορτές του, αυτήν της μνήμης του, στις 22 Ιανουαρίου και την άλλη της επετείου της Μετάθεσής του, στην οποία ήδη αναφερθήκαμε.
   Λέγεται μάλιστα, πως στην δεύτερη, το Σκήνωμα του Κρητικού Οσίου, παρέμενε «στην Θύρα του» για έντεκα μέρες, λόγω του ότι η γιορτή του συνέπιπτε με την μεταφορά της σταφίδας, του παλιότερου «μαύρου χρυσού» της Ζακύνθου και έτσι, όταν οι χωρικοί την πήγαιναν στην Χώρα, για να την πουλήσουν, σταματούσαν για να το προσκυνήσουν και άφηναν και στον Άγιο την «πορτάδα» του.
   Το ότι το επιτοίχιο ψηφιδωτό παριστάνει την μετάθεση του Οσίου Ιωσήφ και όχι του Ιεράρχη της Αίγινας και Προστάτη μας είναι για έναν γνώστη καταφάνερο. Ο εντός της λάρνακας ευρισκόμενος Άγιος δεν είναι Ιεράρχης, αλλά απλός καλογερόπαπας, όπως χαρακτηριστικά ονομάζει ο λαός μας τους ιερομονάχους. Γι’ αυτό δεν φοράει αρχιερατική στολή, αλλά ιερατική και ως μοναχός φέρει επανωκαλύμαυχο. Φορεί επίσης απλό σταυρό και όχι εγκόλπιο. Επίσης υπάρχει και η επιγραφή στο πάνω μέρος της σύνθεσης, η οποία χαρακτηριστικά σημειώνει: «Η ΕΛΕΥΣΙΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΣΑΜΑΚΟΥ».
   Το λάθος, πιθανόν, ξεκίνησε από το ναό στον οποίο βρίσκεται η εικόνα και είναι αφιερωμένος στον Άγιο Διονύσιο. Κάποιοι την είδαν, δεν πρόσεξαν την επιγραφή και μη γνωρίζοντες καλά τα τοπικά, πίστεψαν πως πρόκειται για γεγονός, το οποίο αφορά την ιστορία του Αγίου, στον οποίο είναι αφιερωμένη η εκκλησία.
   Με την ευκαιρία των δύο γιορτών του Πολιούχου μας, στις 17 Δεκεμβρίου και προπάντων στις 24 Αυγούστου, το τιμώμενο γεγονός της οποίας απαθανατίζει το ψηφιδωτό, πολλοί Ζακυνθινοί, αλλά και άλλοι Επτανήσιοι, αποδεικνύοντας την κυριολεκτική λατρεία τους στην μορφή του Προστάτη μας, κοινοποιούν την φωτογραφία της σύνθεσης, στον τοίχο του face book τους και έτσι το λάθος διαιωνίζεται.
   Η πρόθεσή τους καλή και η κίνησή τους αξιέπαινη και επιβεβαιώνει την δική μας ιδιοσυγκρασία. Όμως υπάρχουν και άλλες αναπαραστάσεις της Μετακομιδής  του Σκηνώματος του Πολιούχου μας και πολύ πιο σχετικές στην δική μας αισθητική και παράδοση, τις οποίες μπορούν να αναρτούν.
   Την συγκεκριμένη ας την χρησιμοποιούν στις 29 Αυγούστου, για να γίνει έτσι περισσότερο γνωστός και ο Κρητικός Όσιος, ο οποίος βρίσκεται στο Γαϊτάνι.
   Να, γιατί το κάθε τι απαιτεί επιβεβαίωση.


Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΣΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ

ἢ ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΟΝΤΑΣ -ΚΑΤΑ ΤΟ ΔΥΝΑΤΟΝ- ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ


Στὸν παπα-Βασίλη Θερμό, καλωσόρισμα...

Φροντίζω, ὥστε νὰ ἀρχειοθετηθοῦν μέσα μου ὅσα μπόρεσα στὰ χρόνια μου νὰ βιώσω. Ἄν καὶ κάποτε, ὅλα ἐκεῖνα ποὺ σήμερα θεωρῶ περιούσια καὶ φωτεινά, κάποιοι φρόντιζαν νὰ τὰ λησμονήσω ἤ νὰ τὰ ἀπορρίψω, γιατὶ διαφορετικὰ δὲν θὰ ἤμουν ὁ πολιτισμένος ἀλλὰ θὰ παράμενα ὁ χωριάτης. Κάτι ποὺ, δυστυχῶς, μέχρι σήμερα διαπιστώνω  σὲ κάποιους συνανθρώπους μου, μὲ ἡλικία ἱκανή, ποὺ ὡστόσο τὴ συνοδεύει ἀρκετὴ μειονεξία, ἄν δηλ. θὰ παραβοῦν τοὺς κανόνες τοῦ «πολιτισμένου» καὶ θὰ γίνουν ἄξεστοι χωριάτες. Κι ὅμως οἱ ρίζες τους ἐκεῖ εἶναι, στὸς «ἄξεστους χωριάτες» προγόνους τους καὶ ἀπὸ κεῖ αἱματώνονται μὲ τὸ πλάσμα τῆς γόνιμης σκέψης  καὶ δημιουργίας. Ὅπως κι ἐγώ. Γιατὶ μπορεῖ νὰ ἄκουσα διαλέξεις καὶ σοφούς, νὰ διάβασα βιβλία, νὰ σπούδασα ὅ,τι σπούδασα, νὰ εἶδα τὸν πολιτισμένο κόσμο, μπροστὰ στὸν ὁποῖο ντρεπόμουνα π.χ. γιὰ τὴν ἄρρωστη  γιαγιά μου, ποὺ ἦρθε στὴν Ἀθήνα -καὶ δὴ σὲ περιοχὲς μὲ ὑψηλὸ δείκτη «πολιτισμοῦ καὶ sic»-, ντυμένη τὶς παραδοσιακὲς φουστάνες, ποὺ σήμερα ἄλλοι τὶς καμαρώνουν ὡς ἐφεύρημα ἑνὸς γνήσιου λαϊκοῦ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (ἐπίτηδες γράφω τὴ λέξη μὲ κεφαλαῖα, γιὰ νὰ δείξω πὼς ἐκεῖ ποὺ ἔπρεπε νὰ μᾶς βάλουν νὰ ὑποκλινόμαστε, μᾶς ἔμαθαν νὰ μειονεκτοῦμε). 

Λοιπόν, κανένα ἀπὸ αὐτὰ δὲν μπορεῖ ν᾿ ἀντικαταστήσει τὴ σοφία τῆς ἀγράμματης γιαγιᾶς μου, τὴ ζεστὴ παρουσία τῆς γειτονιᾶς μὲ τὰ κουτσομπολιά, τὶς μικροέριδες -«ἀρὴ, τοὺ θκόμ᾿ τοὺ τσουράπ᾿ εἶνι σὰ γκί τοῦ θκός;  Δγιὸ μπρουστὰ κι μιὰ πίσου;. Ἀρή, ἀκόιτατου...»- τὶς συμπόνιες καὶ τὸν ἀπογευματινὸ καφέ, πάντα φρεσκοκομμένο στὸ μῦλο, μὲ τὸ «φυλτζάν᾿» , δηλαδὴ τὴν « μαντική»  του ἀνάγνωση, γιὰ νὰ περάσει ἡ ὥρα. Πρωτόγονα ὅλ᾿ αὐτά θὰ μοῦ πεῖ κάποιος. Ναί, ὅμως εἶχαν τὴ γοητεία τους καὶ ποτὲ τὴν ἀπάνθρωπη ἀπόρριψη ποὺ ζοῦμε σήμερα γαρνιρισμένη μὲ μπόλικη περιφρόνηση.  Γιατὶ σὲ κεῖνες τὶς συνάξεις δὲ χανόταν ἡ δυνατότητα ἐπικοινωνίας καὶ τὸ κυριώτερο, βιώνανε αὐτὸ ποὺ λέγανε πάλι αὐτὲς οἱ σοφὲς γιαγιάδες: «Ἀρή, ἅμα πιθάνου ποιὸς θὰ ρθεῖ νὰ μοὶ κλὰψ᾿...». Κι εἴχανε δίκιο. Γιατὶ αὐτὲς ποὺ λέγανε τὰ «πέκλια» ἡ μιὰ τῆς ἄλλης, παρουσιάζονταν σὲ ὦρες δύσκολες καὶ πικρές, ὅπως ἦταν καὶ εἶναι ὁ θάνατος, κι ἔλεγαν τὰ μοιρολόγια, ξενυχτοῦσαν, ἀνοίγανε τὴν καρδιά τους καταθέτοντας λόγο εἰλικρινῆ καὶ  ἔντιμο: Λόγο παρηγορίας, ἀνθρωπιᾶς-κι ὄχι τὸν ψεύτικο «λόγο» τοῦ «κοσμικοῦ» λεξιλογίου ποὺ εἶναι πάντα πασπαλισμένος μὲ ἄφθονο φαρισαϊσμό.

Τὰ χρόνια πέρασαν. Ἕνα-ἕνα αὐτὰ τὰ πρόσωπα μᾶς ἄφησαν καὶ πορεύτηκαν γιὰ τὸν κόσμο τὸν ἀληθινό, ἀφήνοντας δυσαναπλήρωτο κενό, ἀφοῦ γύρω μας ἁπλώνεται μιὰ παγερὴ μοναξιὰ καὶ μιὰ ἀπανθρωπία ποὺ πραγματικὰ συγκλονίζει. Κατὰ τὰ ἄλλα εἴμαστε πολιτισμένοι, ἀφοῦ μποροῦμε καὶ κολακεύουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, στὴ συντροφιὰ ποὺ διαλέξαμε καὶ ἡ ὁποία φροντίζουμε νὰ μὴν εἶναι κατώτερη τῆς «τάξεώς» μας, μὲ λόγια δίχως περιεχόμενο καὶ στεγνὰ ἐντελῶς, ποὺ στὴν οὐσία δὲν τὰ πιστεύουμε. Μὲ λίγα λόγια εἴμαστε γιὰ λύπηση, ἀφοῦ δὲν καταφέραμε νὰ καταλάβουμε τὴν πραγματικὴ ἀρχοντιὰ ποὺ εἶχαν ἐκεῖνοι οἱ ἁπλοϊκοὶ κι ἀγράμματοι, παρ᾿ ὅλες τὶς περγαμηνές ποὺ κατακτήσαμε, τὶς προσπάθειες νὰ κάνουμε πράξη τὶς ἐντολὲς τοῦ λεγόμενου Savoir vivre, τὸν στρουθοκαμηλισμό μας, ὥστε νὰ μὴ φαίνεται ἡ γυμνότητα τῆς ψυχῆς μας καὶ ἡ ἀπόσταση ποὺ μᾶς χωρίζει -ἀβυσσαλέα ἀπόσταση- ἀπό κεῖνες τὶς ἀγράμματες γιαγιάδες, ποὺ μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα μᾶς δίδασκαν γνήσιο σεβασμὸ στὸ πρόσωπο τοῦ ἄλλου. Κι ἐδῶ θυμᾶμαι μιὰ γιαγιὰ ἀπὸ τὰ Λιαδρόμια, ποὺ ἦταν στὸν ἴδιο θάλαμο τῆς κλινικῆς μὲ τὴ γιαγιά μου καὶ ἡ ὁποία, ὅποτε συνομιλοῦσαν μεταξύ τους, τὴν ἀποκαλοῦσε θειά. Ὅταν τὴ ρώτησε ἡ μικρότερη στὰ χρόνια γιαγιά μου, γιατὶ τὴν ὀνομάζει ἔτσι,  ἀπάντησε πολὺ σοφὰ κι ἀνθρώπινα: «Τὴ γλώσσα μ᾿ τιμάω»... Σήμερα πόσοι ὑπάρχουν ὡσὰν κι αὐτὴ τὴν ἀγράμματη Λιαδρομίτισσα νὰ τιμοῦν τὴ γλώσσα καὶ τὸν συνάνθρωπο; Καί, γιατὶ ἄραγε;  

Μήπως γιατὶ ἔχουμε ἀρκετὰ καί, μάλιστα, παράλογα μπερδευτεῖ μὲ τὸ ναρκισσισμό ἤ καὶ τὶς κάθε εἴδους ἐμμονές μας;

Λεξιλόγιο
Τσουράπ᾿ (τὸ)= πλεκτὴ κάλτσα, συνήθως μὲ νῆμα μάλινο καμωμένο ἀπὸ μαλλὶ προβάτου
Πέκλια (τὰ)=κατηγόριες, διαβολές.
   

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014

«Την αναφορά σου στον Μαίτηλα»

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Ο σάλος, που -καλώς ή κακώς- έχει πρόσφατα προκύψει στο νησί μας, μετά την τοποθέτηση των τριών αγαλμάτων, του Ουζακώφ, αυτού προς τιμήν του Βεζάλ και του άλλου του Κομφούκιου, σε διάφορα σημεία της πόλης μας, δεν είναι ούτε ο πρώτος, αλλά ούτε και ο μοναδικός. Αντίθετα, υπάρχει παράδοση και σ’ αυτόν τον τομέα κι οι στάτουες από παλιά κινούσαν το ενδιαφέρον των συμπατριωτών μας, την αντίδρασή τους, ως επίσης και την αφορμή για την έμπνευση και συγγραφή σατιρικών ποιημάτων.
   Χαρακτηριστικό παράδειγμα, γνωστό σε όλους τους παλιότερους, αλλά και σε όσους, έστω και ερασιτεχνικά, ασχολούνται με την ιστορία του τόπου μας, η προτομή του Άγγλου Αρμοστή Θωμά Μαίτλανδ, η οποία επί Προστασίας είχε τοποθετηθεί μπροστά από την ιστορική εκκλησία των Αγίων Πάντων κι αναμφίβολα είχε προκαλέσει κι αυτή σεισμό.
   Κι εδώ κυριολεκτούμε. Τα εγκαίνια του αγάλματος του Αρμοστή είχαν συνδυασθεί με την λιτανεία του Αγίου μας. Η χάρη του, όμως, μη θέλοντας αυτόν τον εξευτελισμό, έκανε την μέρα εκείνη να επισκεφθεί  και πάλι το νησί ο εγκέλαδος κι όλα ν’ αναβληθούν. Το εξ ουρανού αυτό σημάδι μάλιστα συνοδεύθηκε από ισχυρή πτώση χαλαζιού κι έτσι το κάζο (γιατί αληθινά περί κάζου επρόκειτο) αναβλήθηκε.
   Μα τα φαιδρά γεγονότα δεν σταμάτησαν εκεί. Οι Ζακυνθινοί, φιλοπαίγμονες πάντοτε και δηκτικοί, έβγαλαν σουσούμι στον χάλκινο αυτό μπούστο και τον ονόμασαν «Μώρο». Ακόμα και τα μικρά παιδιά ακολουθούσαν την πατροπαράδοτη αυτή γραμμή και παίζοντας, απέδιδαν δικαιοσύνη. Το παιγνίδι αυτό, που συνεχίστηκε και μετά το τέλος της Προστασίας, μια και ο Μαίτηλας, έτσι τον έλεγαν οι Τζαντιώτες, έμεινε στη θέση του ως την Ιταλικά Κατοχή, που έγινε… τζετζερέδια, παίζονταν ως εξής: Το ένα παιδί ρωτούσε το άλλο: «Επήγες στο Φόρο;», την πάνω πλατεία, δηλαδή. Το άλλο, όπως ήταν φυσικό, μια και ο Άγιος Μάρκος ήταν το επίκεντρο της καθημερινότητας, απαντούσε: «Ναι». Και ο διάλογος συνεχιζόταν: «Είδες το Μώρο;». «Ναι!». «Τον εφοβήθηκες;». «Όχι!». Κι ο πρώτος, τότε, έκανε ένα ξαφνικό κι απότομο «Μπουμ», για να φοβίσει τον συμπαίχτη του.
   Μα ο «Μώρος» δεν έσκιαζε μόνο τα παιδιά, αλλά και τους μεγάλους. Έδινε, μάλιστα, και σ’ αυτούς αφορμή για σάτιρα και περίπαιγμα. Ο Άγγελος Καντούνης, δε, έγραψε κι ένα ποίημα, συνέχεια της μακραίωνης σατιρικής μας παράδοσης, σε μορφή αινίγματος, στο οποίο αποθανάτιζε τις αντιδράσεις των Ζακυνθινών για το ξενόφερτο άγαλμα:

Είμαι μία στάτουα γέρικη
γεμάτη απ’ αλυσίδες
οπού στον τόπο μ’ έβαλαν
για τις χρυσές ελπίδες.
Μώρο με κράζουν τα παιδιά
που οι βάγιες μου σουρώνουν
κι’ οι Λόρδοι κι οι Πυργιώτισσες
πολύ με καμαρώνουν.
Όλα τους τα παράπονα
οι αδύνατοι μου λένε
μα βλέποντας σκουρκοφωλιές
στ’ αυτιά μου, φεύγουν, κλαίνε.
Μα γνοιάστηκαν κι’ ευρέθηκα
συνθηκοασφαλισμένος
αλλιώς κλεμμένος θάμουνα
και τζέτζερα φτιασμένος.

   Πολλά θα μπορούσαμε να γράψουμε, αναλύοντας αυτό το στιχούργημα, αν είχαμε το χώρο. Όμως αυτό δεν είναι δυνατόν κι έτσι αρκούμαστε στην γνωστή φράση, όπου αποθανατίζει και λέγεται ακόμα από πολλούς: «Κάμε την αναφορά σου [ή τα παράπονά σου] στο Μαίτηλα». Γιατί συχνά είναι πιο εύκολο να σε ακούσουν και να σε καταλάβουν τα άψυχα αγάλματα, παρά οι αρμόδιοι!
  Είναι που όλα επαναλαμβάνονται και δυστυχώς όχι μόνο στις προτομές και τους ανδριάντες. Έτσι μπορεί ο «Μαίτηλας» να έγινε σήμερα «Ουζακώφ» ή «Κομφούκιος», αλλά είναι προτιμότερο να κάνεις στις στάτουές τους την αναφορά σου, παρά στους κυβερνώντες.
   Αλλά, ευτυχώς, μας σώζει η σάτιρα. Σ’ αυτήν, τουλάχιστον, παραμένουμε σταθεροί ως Ζακύνθιοι.

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ ΑΠΟΒΡΑΔΟ ΣΤΗ ΣΚΙΑΘΟ (ποίημα)


Χρήστου Β. Χειμώνα, Μνημόσυνο

Ἀκόμα ἀχνίζουν οἱ πέτρες
θυμιατήρια ἐνιαυτῶν
ἀνυπόμονοι δεῖχτες
προτάσεις Θεοῦ.

Λησμονημένα ὀνόματα
κατάστιχα, ἀντίλαλοι καιρῶν
πάγχρυσα ἐπεισόδια
καστρινὰ δικαιώματα.

Χρυσάνθεμα ὥριμα,
κυδώνια χλωμά,
πεμπτουσία χρόνων
συνεργασία θεανθρώπινη.

Στὸν ἀπογευματινό τους περίπατο
οἱ δυὸ Ἀλέξανδροι
συζητοῦν γιὰ τὸν καιρό...

Ἀνάβουν τὶς λάμπες τους οἱ καφενέδες.

[Σκιάθος, 14-10-2014]

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΑΠΟ ΤΑ «ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΗΡΙΑ» - ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ


ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΗΡΙΑ, για τον ποιητή της ομώνυμης συλλογής ποιημάτων, Παναγιώτη Καποδίστρια, είναι τα πνευματικά δώρα που προσφέρει στον αναγνώστη του με την κρύφια «εντολή» να τα ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙ και να εμπλουτίσει το εσώτερο σύμπαν του. Λόγος πυκνός, μας παραπέμπει με τον πρώτο τίτλο του, «Πανουργίες της Ιστορίας», σε πλούσιες μορφές της τέχνης και κάποτε στην πρωταρχή της. Ποιος να είναι άραγε ο «σιωπηλός ερωδιός ο Αστροφόρος»; Αναρωτήθηκα με την πρώτη ανάγνωση και ανέτρεξα στον Προοιμιακό Ψαλμό «…του ερωδιού η κατοικία ηγείται αυτών». Αλλά ο Ποιητής τον χαρακτηρίζει Αστροφόρο, ο φέρων τα άστρα, ο πλασμένος για τους ουρανούς. Με σπασμένη φτερούγα; Αυτός, ο αθήρευτος; Μεταμόρφωση στη «σκηνή του κόσμου», συμπαράσταση στον «βίο πάροδο», Άγγελος εξ Ουρανού, «συμπάσχων», στη σημαίνουσα γραφή του γλωσσοπλάστη Ποιητή! 

Και καθώς μια «διαστροφή» με αναγκάζει να απαγγέλω τα ποιήματα, για να ακούω τη μουσικότητα και τον ρυθμό του ποιητικού λόγου, σηκώνοντας το πέπλο του μυστηρίου από τα ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΗΡΙΑ, μέσα από «μουσικές εξαίσιες», γίνονται σιγά-σιγά τα Αποκαλυπτήρια.

Και ιδού, χώρες μακρινές παρελαύνουν μπροστά μου και γίνονται οικείες μέσα από την λεπταίσθητη ποίηση του Παναγιώτη Καποδίστρια. Στάθηκα στον «Νείλο» να μιμηθώ τον «Ραμσή». Είδα το «Σιδερένιο Βουνό» της Νότιας Αφρικής. Άντεξα τις κακουχίες στο «Λορέντσο Μαρκές» και το πικρό «Welcome to Soweto». Έπαιξα με τα βότσαλα και τις λέξεις. Αγκάλιασα  το «αλλόκοτο μελτέμι από το μέλλον» της Πάτμου, για να ζηλέψει ο «Άνεμος Αρχοντάρης». Μαζί με τους άλλους, κι εγώ,  «αρκούμαι σε θροΐσματα του θείου δυσερμήνευτα». Ο «Χρόνος Μεγαλομάτης» μού έκανε τη χάρη, το «Κάλλος» να μου αποκαλύψει της Ζακύνθου.

«Ενώπιον του λαού παντός
και του φίλου Αισχύλου»,
κοιμήθηκα πάνω στη θυμέλη της Επιδαύρου. Ίσως θεραπεύτηκα, ίσως ονειρεύτηκα, συγκλονίστηκα όμως σαν είδα   
«κι εγώ
τις ροές των χρωμάτων σου θηλάζοντας
όλος μάτια
με κάθε δάκρυ σε θωρώ Δομήνικέ μου».
 
Κρύφτηκα σε μια γωνιά του Αγίου Πέτρου και θαύμασα Μιχαήλ Άγγελε μπροστά στην Πιετά σου, ν’  «αφήνεσαι περιπαθής στο χάδι της Μαρίας». Ανέβηκα στην οροφή της Καπέλα Σιστίνα να συναντήσω τον «Οροφουργό» ν’ αγγίξω το χέρι του Θεού και να ρωτήσω «…πώς απέδωσε / τέτοιο άγγιγμα».

Λάτρεψα στίχους από τα «Καβαφικά Πεντάστιχα»

«Το λιγομίλητο φως
της ποιήσεως»

«Ρούχο είναι το χάδι
και δείχνεις θεόγυμνος»

«παίγνιο των ανέμων
όσο κι αν ανθίστασαι»

«η λάμπα φέγγει σκότος
μνήμες ανεικόνιστες»

«ανάβεις άκαιρα κεριά
γι’ αυτό καίγεσαι όλος».

Και τι πικρό, ω Αλεξανδρινέ μου,  να… καίγεσαι ακόμα.

Λάτρεψα το «Σολωμός αλύπιος»
«Απ’ τα λιόφυτα
κρέμεται τ’ αεράκι»
 κι εγώ το άρπαξα, αιώνιο φυλαχτό, μη μου το πάρει άλλος.

Και λάτρεψα το «Κυρ-Αλεξάνδρου επιβίωση»
«Ακοινώνητος
και αγγελοκρουσμένος
ξεφτίδια όλος
μελαγχολικός
σαν παλτό φθαρμένο
στην αφάνεια».
Αυτός, ο Άρχοντας του Λόγου, ο Άρχοντας της Ποίησης, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης!

Να θυμηθώ, «τις λέξεις να φυλάξω στο σελοφάν της μη λήθης», κι αν κάποια μου ξεφύγει, υπάρχει πάντα ο Ποιητής. Και τι περίεργο. Γιατί; «Απών Πανταχού», «εφόσον φύλο φύλο / ξεφυλλίζεται το φως»; Στην αποβάθρα ώρες αναμονής ή προσμονής. «Η νύχτα στο βάθρο της», πόσο  με ξάφνιασε μ’ αυτό το «αυταπατάται»!...

Άκουσα αυλούς και κρόταλα, ψαλμούς του Δαβίδ, συγχορδίες του Παλεστρίνα και του Αρκάντζελο Κορέλλι, Γρηγοριανό μέλος, «Στάσιμα στην Αγιά Σοφιά», όπου ήσαν «όλοι παρόντες»! Κάποιοι με αγκάλιασαν σφιχτά και μου ψιθύρισαν ότι «μένουν και ανθίστανται στα γεγονότα».  Ήσαν οι «σκλάβοι κίονες»!... Γονάτισα και δάκρυσα, ψάλλοντας βυζαντινούς ύμνους, ενώ άλλοι σκαρφάλωναν στα παράθυρα να δουν έξω την Πόλη, «την πάλαι  Πόλη».

Εκείνος προχωρούσε, «αρχαγγελικός και ανυπόδητος». Ανυπόδητη κι εγώ ακολουθούσα ώρες ολόκληρες κι αναρωτιόμουν, πώς θα περάσω «στο κατώι του χαμού», χωρίς την αρχαγγελική χάρη. Προσπαθώ, «κάνω την πέτρα μου καρδιά». Τον  βλέπω ν’ ανοίγει δρόμο «στην αιώνια λιακάδα», τρέχω να προφτάσω να μπω, μα σταματώ απότομα καθώς ακούω «τον καλπασμό της αυγής». Και κρατώ την ανάσα μου, μήπως «ο Έρως απών» φανεί κάποια στιγμή...

Περιπλανήθηκα ώρες πολλές στα δύσβατα ποιητικά μονοπάτια της «Αιώνιας Λιακάδας».  Έπεσα, σηκώθηκα, ξανάπεσα, αλλά δε χάθηκα ποτέ. Μόνη μου έγνοια να φτάσω στο τέλος της ποιητικής αποστολής, για να κλέψω εκείνο το «Φιλί», σιγανά, όπως μου το είπα στο αυτί! Το έκλεψα και δεν έκανα καρδιά να… Φύγω!

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014

Οδυσσέας Ελύτης – π. Παναγιώτης Καποδίστριας στη Σίκινο

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ


Η Παναγία η Παντοχαρά είναι δεσποτική εικόνα στο τέμπλο του καθολικού της Μονής Στροφάδων του 15ου αιώνα. Ο Οδυσσέας Ελύτης την είχε δει και είχε εκφράσει την επιθυμία να χτίσει εκκλησάκι στο όνομά της στη Σίκινο, όπου δεν είχε πάει ποτέ. 


Την νοητή μετοικεσία του ποιητή πραγμάτωσε η Ιουλίτα Ηλιοπούλου το καλοκαίρι του 2011. Γι’ αυτό το λευκό, πάνω στο βράχο εκκλησάκι, ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας, ποιητής και φίλος του Ελύτη, έγραψε το ποίημα που ακολουθεί και περιλαμβάνεται στην τέταρτη ενότητα της συλλογής Ανακαλυπτήρια, 2014:

                               ΤΗΣ ΠΑΝΤΟΧΑΡΑΣ
                                                              του Ελύτη

                             Στη Σίκινο
                             κινώ το χέρι προς τα Σε

                             και με βλέμμα κοινό
                             -εκείνο των φευγάτων-
                             μετακινώ απ’ το κολάζ
                             για χάρη Σου στον βράχο
                             ναό σε γαλάζιο λευκό

                             σκήτη να ’χεις ευάερη
                             ευήλια να παρθενεύεις.
                                                                                    (6.8.2011).         

Παρακολουθώντας τις λέξεις μία μία βλέπω ότι έχουν επιλεγεί έτσι ώστε το ρήμα «κινώ» (οι τονισμοί δικοί μου), καθώς και η αντωνυμία και το επίθετο να συμμετέχουν ακουστικά σ’ αυτή τη μετακίνηση που ο ποιητής π. Παναγιώτης επιχειρεί. Μια κίνηση μεγάλης συναισθηματικής αξίας και παράλληλα «μια κίνηση μικρή σαν του κλειδούχου»[1]. Μετακινεί από το κολάζ (αγαπημένη ενασχόληση του Ελύτη και συμπληρωματική της ποίησης) στο βράχο,  «ναό σε γαλάζιο λευκό … σκήτη… ευάερη και ευήλια» να παρθενεύει. Η εικόνα μου δίνει την εντύπωση ενός γιγαντιαίου χεριού -θεϊκού- που συμπληρώνει από ψηλά την ψηφίδα που έλειπε και υλοποιεί την επιθυμία του ποιητή, στην οποία συχνά στην ποίησή του επανέρχεται: «Σε μεγάλη απόσταση μέσα στην ευωδιά του δυόσμου αναλογίστηκα πού πάω   κι είπα  για να μη μ’ έχει του χεριού της η ερημιά  να βρω εκκλησάκι να ’χω να μιλήσω … («Η Κόρη που ’φερνε ο Βοριάς») και έτσι  «Από τέσσερις πέτρες και λίγο θαλασσινό νερό είχα / Κάνει Ναό και κάθομουν να τον φυλάγω…» («Περί Πολιτείας»).
Το ποίημα του π. Παναγιώτη δεν έχει δυσκολίες στην προσέγγισή του, είναι ένα λιτό αφιέρωμα στον Ελύτη, συνθεμένο από τα υλικά που ο ίδιος αγαπούσε· γαλάζιο και λευκό εκκλησάκι «με την ιερατική του ασβέστη … αίγλη και ομορφιά», («Θεοκτίστη»), πάνω στους βράχους, όπου η Μαρίνα του «ολημερίς και ολονυχτίς γύριζε» και τελικά «τη βρήκε σ’ ένα ταρατσάκι να την ξυλώνει ο δυνατός αέρας», («Αρχέτυπον»). Δεν αναφέρεται, αλλά εκ των ων ουκ άνευ είναι η θάλασσα, μητέρα Παναγιά που «το πέλαγο κρατούσε στην ποδιά της / Τη Σίκινο, την Αμοργό και τ' άλλα τα παιδιά της» («Τα τζιτζίκια»). Η επιθυμία του λοιπόν λάμπει στα λευκά της και σαν σχήμα πρωθύστερο ο στίχος «Έσπρωξα τη μικρή ξύλινη πόρτα κι άναψα κερί που μια ιδέα μου είχε γίνει αθάνατη» («Η Κόρη που ’φερνε ο βοριάς») δίνει υλοποιημένη και απαστράπτουσα την ιδέα .
Πάντα κόντρα στον άνεμο, μπροστά στη θάλασσα, μπαλκόνι ή κατάστρωμα στο πέλαγος, ένα μικρό κάτασπρο εκκλησάκι, λιτό, όπως ο βράχος ή ο λόφος που το φιλοξενεί, λιτό και το ποίημα του π. Παναγιώτη. 
Το ποίημα φέρει χρονολογική ένδειξη «6.8.2011». Το έτος δείχνει τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Ελύτη. Η 6η 8ου όμως είναι η εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Και επειδή δεν πιστεύω πως η ημερομηνία είναι τυχαία, εκφράζω την πίστη πως επιλέχτηκε για την «μεταμόρφωση» του ποιητή σε άγγελο, που πάντα υπήρξε άγγελος της ποίησης και κόμισε νέα στοιχεία ανανεώνοντας - αναπαλαιώνοντας, «Όπως ύστερα που κάποιος άγιασε και τα καινούρια φαίνονται κι εκείνα σαν παλαιά» και «τα παλαιά φαίνονται πάλι κι εκείνα σαν καινούρια»[2].
Θα επικαλεστώ εδώ ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Πωλ Βαλερύ, Ευπαλίνος ή ο Αρχιτέκτων, όπου ο Ευπαλίνος μιλάει στον Φαίδρο: «αν ήξερες τι είναι για μένα εκείνος ο μικρός ναός που έχτισα για τον Ερμή… Εκεί που ο διαβάτης δεν βλέπει παρά ένα κομψό μικρό ιερό -μικροπράματα είναι: τέσσερις κίονες, ρυθμός πολύ απλός- έβαλα εγώ την ανάμνηση μιας λαμπερής ημέρας της ζωής μου… Ο λεπτοκαμωμένος αυτός ναός… είναι η μαθηματική εικόνα μιας Κόρης… Παρασταίνει πιστά τις ιδιαίτερες αναλογίες της. Για μένα ζει»[3].   
Μεταφέροντας στα καθ’ ημάς το παράδειγμα, μπορούμε να πούμε πως το εκκλησάκι της Παντοχαράς είναι η περίληψη όλων εκείνων που αναφέρει στην ποίησή του ο Ελύτης και προετοιμάζει την ιδεατή εγκατάστασή του, γίνεται ο ίδιος εκκλησάκι και «Παντοχαρά». «Ανακάθισε ύστερα κι έβαλε ήρεμα στο πλάι του τον γκρεμό / Από το άλλο μέρος άπλωσε προσεχτικά ένα κομμάτι θάλασσας, όλο ριπές γαλάζιες»[4], εκεί ήδη  έχει βρει «τρόπο ευάερο για τ’ Όχι και το Ναι» του, κατά το στίχο του π. Παναγιώτη[5], αποδεχόμενος «το Δεν και το Αδύνατον του κόσμου ετούτου» κατά το στίχο τον δικό του[6].  Εκεί, στην αγκαλιά του βράχου, όπως το θείο βρέφος στην αγκαλιά της Παρθένου, ακούει το τραγούδι των σειρήνων, από εκεί χαιρετά τη γοργόνα, το τρικάταρτο που διασχίζει τη θάλασσα, τα δελφίνια που παίζουν με τη δαντέλα των αφρών, τη χελιδόνα που «θέρισε τα βλέμματα των νοσταλγών της» και έγινε «μεσημέρι»[7]. Και  να ’τον «τ’ απογεύματα έξω στο πεζούλι» να κρατιέται «στις κακοκαιρίες»[8] σε ένα ηλιόλουστο διαρκές καλοκαίρι. Πέρα από τα  Δυτικά της Λύπης όπου «Ποίηση μόνο είναι /Κείνο που απομένει. Ποίηση. Δίκαιη και ουσιαστική κι ευθεία»[9], η χώρα του Αύριο, αισθητοποιημένη στη Σίκινο, στη θάλασσα, στον ήλιο, στον αέρα, σ’ ένα εκκλησάκι που ρωτά ανάκουστα: «φιλείς με;», ο ποιητής απολαμβάνει την αιωνιότητά του.

Ο π. Παναγιώτης, με τη διπλή του ιδιότητα, έγραψε και το ακόλουθο Απολυτίκιο, όπως τα χρόνια εκείνα τα βυζαντινά οι ενδεδυμένοι το ράσο έγραφαν τους ύμνους της Εκκλησίας και έσωζαν τα κλασικά κείμενα στις βιβλιοθήκες.   

Α Π Ο Λ Υ Τ Ι Κ Ι Ο Ν
Παντοχαρς το λύτη
ες νσον Σίκινον
ποιηθν π π. Παναγιώτου Καποδίστρια

χος α΄. Το λίθου σφραγισθέντος.

Τς χάριτος γαστέρα,
χαρς πάντων μητέρα,
τν τν ποθεινν ν τ κόσμ
ποιητν ναβλύζουσαν,
πανδήμως τιμμεν κα μες
σχεδίαν τ κλύδωνι σωστικήν,
ορανίσασαν νθρώπων τ χοϊκόν,
τ γ τ θεον δεικνσα.
Χαίροις, γλυκυτάτη Παντοχαρά,
χαίροις, σχάτων πρόναος,
χαίροις, ραιότης λλογος, θεοπερίχυτη.

[Zάκυνθος, 27 Ιουλίου 2011]

Ούτε αυτό το ποίημα χρειάζεται ερμηνεία. Είναι κατανυκτικό, υμνητικό, τιμά την Παναγία την «ορανίσασαν νθρώπων τ χοϊκόν», την «γλυκυτάτην» και «θεοπερίχυτην» και τιμά τον ποιητή «σχεδίαν τ κλύδωνι σωστικήν», διότι η ποίηση του Ελύτη είναι παρηγορητική, ελεητική, γλυκοφιλούσα και «παντοχαρά» με την ιδέα μιας «άλλης» χαράς που ενέχει θλίψη και μελαγχολία, αλλά και ελπίδα, που στάζει σταγόνες φως στο σκοτάδι, όπως λάμπει στο καντήλι το λάδι. Ο ποιητής του «Απολυτίκιου», αλλά και του ποιήματος «Της Παντοχαράς», σαν άγγελος Αστροφόρος φέρνει στα μάτια μας μια θάλασσα κι ένα νησί και με χέρι στιβαρό και γενναίο συμπληρώνει το εκκλησάκι που λείπει για Κείνον που έρχεται πιωμένος φως να το κατοικήσει. Συγχρόνως, απευθύνει το «Χαίρε» σ’ Εκείνην που είναι των «εσχάτων πρόναος» και ωραιότητος «έλλογος», για Κείνην που μεταμορφώθηκε σε εκκλησάκι για να τον στεγάσει. 
Κι αν ο τιμώμενος Ελύτης είναι στο πρώτο πλάνο, ο τιμών ποιητής Καποδίστριας, επίσης πρώτος, μας προσφέρει την κάθαρση που από τη σεμνή ποίησή του απορρέει.




[1] Το Φωτόδεντρο, «Περί Πολιτείας».
[2] Το Φωτόδεντρο, «Των Βαΐων».
[3] Πρόλογος: Άγγελος Σικελιανός, μετ:  Έλλη Λαμπρίδη, Επίμετρο: Γ. Σημαιοφορίδης,  Εκδ. Άγρα 1988, σελ. 36.
[4] Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, «Κυριακή, 5β» με υπότιτλο «Το τέλος του Αλέξανδρου».
[5] Ανακαλυπτήρια, «Eternal Sunshine».
[6] Το Φωτόδεντρο, «Ο κήπος του Ευωχείρ».
[7] Έξη και Μια Τύψεις Για Τον Ουρανό, «Καταγωγή του τοπίου ή Το τέλος του ελέους».
[8] Ημερολόγιο, «Τρίτη, 7».
[9] Δυτικά της Λύπης, «Ως Ενδυμίων». 

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

Ανδρέα Γ. Λίτου, ΤΑ ΚΡΙΤΑΜΑ (ποίημα)


Να είναι μπροστά μου, 
αστραφτερός ο παράδεισος. 
Στις πλάτες μου φτερουγίζει, 
με κυνηγάει φαντασία ξελογιάστρα. 
Στις δροσερές ακρογιαλιές, 
νόστιμα τα κρίταμα, 
ανούσια τα κρίματα. 
Γιγαντώνεται το φάντασμα 
λιγοστεύει η αντοχή. 
Τα εσόμενα άγνωστα, 
δικά μου τα όμορφα.

Related Posts with Thumbnails