© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

Ο ερωτισμός της μηχανής σε μια εκ των υστέρων φωτογράφηση

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Το ότι πολλοί από τους τελευταίους λογοτέχνες, στην πλειοψηφία τους ποιητές, Ζακύνθιοι, νεοέλληνες και ξένοι, ασχολήθηκαν τα τελευταία χρόνια στους στίχους και στην έμπνευσή τους και με την μηχανή, κυρίως, μάλιστα, με την καθαρά ερωτική της διάσταση, προέκταση και έκφραση, δηλώνει, θέλω να πιστεύω, ως συμμέτοχος και συνένοχός τους κι’ εγώ, πολλά και σημαντικά.

Πριν τέσσερα περίπου χρόνια, τον Δεκέμβρη του 2007, ο εκ της Συμπρωτεύουσας πολυτάλαντος και πολύπλευρος Σπύρος Λαζαρίδης κυκλοφόρησε ή πιο σωστά συγκέντρωσε και πρόσφερε στο αναγνωστικό και όχι μόνο κοινό έναν πολυσέλιδο και πολυδιάστατο τόμο με τον τίτλο «Ενδοσκεληδόν», ο οποίος, όπως ο υπότιτλος διευκρινίζει και ξεκαθαρίζει, είναι μια «Ανθολογία έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας, με ήρωες μοτοσυκλέτες και μοτοσικλετιστές». Η σημαντική αυτή έκδοση, με πρόλογο του ιδιάζοντος Ντίνου Χριστιανόπουλου, επίσης ποιητή της Θεσσαλονίκης, όπως και ο ανθολόγος, είδε το φως της δημοσιότητας το 1998 από τις εκδόσεις «Ζήτρος», στις οποίες ο εμπνευστής της είχε εμπιστευτεί, σε δεύτερη έκδοση, το συναφές βιβλίο του «Η μοτοσυκλέτα στην ελληνική λογοτεχνία», το οποίο πρωτοτυπώθηκε πριν δύο χρόνια, το 1986, από τις εκδόσεις της «Διαγωνίου» και στην ουσία είναι ένα προοίμιο του προηγούμενου.

«Ξέροντας τον ανθολόγο», σημειώνει ο Ντίνος Χριστιανόπουλος στον πρόλογό του, «πιο καλά απ’ ότι ξέρω το αντικείμενό του, μπορώ να βεβαιώσω ότι απ’ όλη αυτή την ιστορία δε θα βγει κανείς ζημιωμένος, ούτε το θέμα ούτε οι αναγνώστες. Τόσο αυτοί που παθαίνονται με τη μοτοσυκλέτα, όσο κι αυτοί που αγαπούν τη λογοτεχνία, είμαι σίγουρος πως από μέσα τους θα πουν στον ανθολόγο ένα μεγάλο ευχαριστώ».

Αυτήν την διαπίστωση πρέπει, πιστεύω, ελαφρώς παραλλαγμένη, να χρησιμοποιήσουμε κι εμείς για το βιβλίο του Νίκου Λυκούρεση: «Μοτο ερωτισμός και συναμαρτούμενα…», το οποίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Έντυπο» κι αν όχι κάτι άλλο, δίνει νεανικότητα και δροσιά στις ανέραστα γκρίζες μέρες που ζούμε.

Η μηχανή είχε και έχει σχέση με τη νεότητα. Αυτοί που την κατηγορούν και την φοβούνται καθομοιάζονται με τα φρικτά εκείνα γραΐδια, όχι του έχοντος φέτος την τιμητική του Παπαδιαμάντη, αλλά του δίχως να προηγηθεί νεότητα, θανάτου, τα οποία παρηγορούν την παντοειδή τους στέρηση με εκφοβισμούς και ηθικές διαπιστώσεις συντηρητικών παραδειγματισμών, επιθυμώντας, σαν την πονηρή, αισώπεια αλεπού, να κολοβωθούν και όλοι οι άλλοι, μη αντέχοντας την μοναξιά της φθοράς και την καθημερινότητα του επερχόμενου και γι’ αυτούς προϋπάρχοντος τέλους.

Μα η μοτοσυκλέτα, σε πείσμα όλων αυτών, είναι αιτία και απαύγασμα φυγής, είτε συναισθηματικής, είτε πραγματικής. Κρύβει τον κίνδυνο και τον θάνατο, όπως ακριβώς και ο έρωτας. Σαν τη ζωή περιέχει την ομορφιά και την ενόχληση, τον βιοπορισμό και την ψυχαγωγία, την αίσθηση και την ψευδαίσθηση. Αυτά ο «Ευαίσθητος Μηχανόβιος» της πρωταρχικής και πρωτοπόρας Ε.Ρ.Ζ, της «Κυρά – Ροζίτας», όπως τότε την έλεγε, τα ξανάφερε στην μνήμη του, τα μετέτρεψε σε κρίκους, τα συνέθεσε σε αλυσίδα και τα παρέχει όχι σαν θύμισες και νοσταλγίες, αλλά σαν θεμέλια βιωτής σε όσους ανοίξουν και μελετήσουν το βιβλίο του.

«Τώρα που μένουμε μαζί / μου λείπει / ό,τι χωρούσε στο φιλί της καληνύχτας / μα πιο πολύ η εικόνα σου / να χαιρετάς μαρσάροντας ανάμεσα στα φώτα», εκμυστηρεύεται η Ολυμπία Σταύρου σ’ ένα ολιγόστιχο, γι’ αυτό και περιεκτικό ποίημά της. Την αληθινή του ανάλυση την πραγματοποιούμε και την χαιρόμαστε ουσιαστικά ξεφυλλίζοντας και μελετώντας, ο καθένας με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο, το βιβλίο του Νίκου Λυκούρεση. Μαζί του ταξιδεύουμε έχοντας τον κίνδυνο του μη κινδύνου, είτε σε «μοναχικά …αυτοΕρωτικά ταξίδια», είτε σε ομαδικές αποδράσεις.

Μια γενιά, αυτή του 60, που τώρα, όπως ο ίδιος συγγραφέας και παιδί της μάς διηγείται, είναι πια, «60+», αυτοαποκαλύπτεται από τις τυπωμένες αυτές σελίδες και είτε μαυρόασπρα, είτε πρώιμα ή όψιμα έγχρωμα, βγάζει κάτω από το στρώμα το «Καρδιοχτύπι» και το φανερώνει –είναι πταίσμα πια-, χαίρεται που οι δικοί της Beetles και Rooling Stone έγιναν κλασσικοί και ακούγονται συχνά – πυκνά από το «Τρίτο», μαζί με άλλους επώνυμους, επαναφέρει την εποχή του αυθόρμητου γυμνισμού στα χρόνια της ισοπεδωτικής γυμνότητας και διεκδικεί τα αρμόζοντα.

Ο αναγνώστης του βιβλίου γνωρίζει τον συγγραφέα, έτσι ακριβώς όπως τον πρωτοσυνάντησε ο «ψυχίατρος και φίλος του μοτοσικλετιστής» Κωνσταντίνος Ασημακόπουλος και μας το περιγράφει στο «εισαγωγικό σχόλιο – παρουσίαση», ερχόμενο, πάνω σε μοτοσυκλέτα, από αντίθετη κατεύθυνση. Αυτός με την BMW του και ο αναγνώστης με την HONDA του.

Η ανάγνωση εδώ περιέχει τον «θάνατο του μηχανόβιου και τον ερωτισμό των …. θεατών» - αναγνωστών, για να παραλλάξουμε ελαφρώς, αν κάτι τέτοιο θεωρείται παραλλαγή, τον τίτλο ενός από τα κεφάλαια του βιβλίου. Και επειδή το κεφάλαιο αυτό εφάπτεται κάπως περισσότερο στα ενδιαφέροντά μας, αντιγράφουμε από τις σελίδες του: «Πολλοί Συγγραφείς, Ποιητές, Ζωγράφοι, Σκιτσογράφοι, Σκηνοθέτες …… ασχολήθηκαν πολύ σοβαρά και με μεγάλη ευαισθησία, για τούτο το επιγραμματικό Φινάλε – CRASH TEST των Μηχανόβιων: την πιο Φαμόζα στιγμή της σύντομης, είτε μακρόχρονης μηχανόβιας ζωής τους. Διηγήματα, Ποιήματα, Σχέδια, Ταινίες, αφιέρωσαν χρόνο και πάθος για να μας μεταφέρουν τον … πόνο τση ξαφνικής απώλειας. Κάτι που όλοι μας, συχνά χάνοντας ένα φίλο, έναν παλιό σύντροφο ταξιδιωτικών και όχι μόνο διαδρομών, μοιρολογώντας τον, ο καθείς με τον τρόπο του, είτε συνοδεύοντας τον με τις μηχανές στην τελευταία του κατοικία, μπήκαμε αυτόματα και στιγμιαία στη θέση του, πέρα απ’ την απώλεια και την μόνιμη πια έλλειψή του! ντοκουμεντάροντας και οριστικοποιώντας τις όποιες … Επιλογές μας. Αυτό το αδρανές Κοινό, πλην όμως συγκινησιακά ευκολοαυτοερεθιζόμενο, πρόθυμα πλαισιώνει το κάδρο της εκάστοτε, εκ των υστέρων φωτογράφησης, παρατηρώντας επισταμένως την τελική εικαστική και αιματοβαμμένη Παραμόρφωση των ξορκισμένων μοναχικών Ειδώλων – Αναβατών στις … ασυνείδητες και ανομολόγητες φαντασιώσεις τους».

Από τα παραπάνω εμείς στεκόμαστε σε μια περιεκτική και πολλαπλά ερμηνευόμενη φράση, η οποία πιστεύουμε πως χαρακτηρίζει το βιβλίο και την επισημαίνουμε: «εκ των υστέρων φωτογράφηση». Ναι, αυτό ακριβώς μας χαρίζει η έκδοση. Φωτογραφίζει, αποτυπώνει και διαιωνίζει ένα πολύ πρόσφατο παρελθόν και παρά τα μέσα της τεχνολογίας, τα οποία πολύ σωστά ακολουθεί, τα απεικονίζει με την αισθητική και το πνεύμα της εποχής τους.

Αν κάποιους σκανδάλισε, αυτό είναι η επιτυχία του. Ο κόσμος λίγο άλλαξε. Αυτή είναι η μεγάλη αλήθεια, παρά τις ουτοπίες. Ευτυχισμένοι αυτοί που έζησαν ή πιο σωστά βίωσαν την ταχύτητα του ερωτισμού και την ηδονή της ταχύτητας.

Η Ιθάκη είναι το ταξίδι!

Μια μηχανή μπορεί να γίνει το καράβι.

Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΣΤΟΝ ΚΑΔΟ ΜΟΥ (διήγημα)

«Τι ώρα είναι;» μονολόγησα. Κοίταξα από μακριά το ρολόι του σταθμού. «Αλλοίμονο, το 'χασα πάλι το τρένο».

Γυρίζω πίσω και στέκομαι στην ουρά. Σκύβω, δένω δήθεν το παπούτσι μου και σηκώνομαι με το αναμμένο κατοστάρι στο στόμα.

- Απαγορεύεται το τσιγάρο, μου λέει ο μπροστινός μου, σκουπίζοντας τη φέτα από πάνω του. Τι να απαντήσω; Τον κοιτάω στο στόμα. Φυσάω τον καπνό κατευθείαν στα μάτια του.

– Ντροπή, ακούω κάποιον να λέει.

Το ξανακάνω και φυσικά το θύμα, με αίσθηση αηδίας, πετάει την τυρόπιτα κατευθείαν στον κάδο. Γελάω. Υπόσχομαι στον εαυτό μου να μπω στη δίαιτα από αύριο. Τρώω το αλμυρό και μετά αδειάζω το κουτί με τα ληγμένα σοκολατάκια. Πίνω μονορούφι ό,τι αφήνει η κυρία με τις γόβες. Δεν φτάνει. Κοιτώ γύρω μου και ορμώ. Κι όμως πάλι πεινάω. Η αλήθεια είναι ότι έχω παχύνει τελευταία. Όλο λιπαρά και τοξίνες. Σαβουριάζω. Κι έπειτα σκέφτομαι και κείνα τα καλοχτενισμένα παιδιά που τελευταία παίζουνε κυβέρνηση και μου 'ρχεται εμετός.

Περνάω απέναντι. Ανοίγω το καπάκι. Είναι πεντακάθαρα. Στα σίγουρα έχω πιάσει το καλύτερο πόστο στην πόλη. Είμαι στο κέντρο και η υπηρεσία καθαριότητας περνάει τρεις φορές την ημέρα. Τα κάνει όλα αγνώριστα. Ακόμη και χλωρίνη ρίχνουν για να μυρίζει άνοιξη, καταμεσής του χειμώνα.

Κάνει κρύο. Φορώ αδιάκοπα διπλές κάλτσες και γενικά δείχνω κινούμενη μάζα. Θα έλεγα κρεμμύδι, αλλά με πιάνουν τα κλάματα... Δεν είμαι ο άνθρωπος για συγκινήσεις εγώ. Αυτό απαιτεί ανέσεις και τούτες τις έχασα, όταν πρωτοκοιμήθηκα νύχτα κοντά στην Ακρόπολη. Αντί για το πνεύμα του Διονύσου αντίκρισα τον μπάτσο κάποιου κουρεμένου με την ψιλή, που μου μίλαγε για την πατρίδα και την θρησκεία.

Αξέχαστη νύχτα. Και είχε πανσέληνο. Τουλάχιστον όσο θυμάμαι, γιατί μετά από τη συνάντηση, βρέθηκα μόνος ξανά στο ράντζο, έξω από τα επείγοντα. Μου φέρθηκαν άψογα. Με ψηλάφισαν από απόσταση και μου έριξαν σπρέι επάνω στο τραύμα. Κάτι για παραμονή μού είπαν, μα εγώ το έσκασα μαζί με τα απορρίμματα που έβγαιναν από την πίσω πόρτα. Κεφάλι πρησμένο και μάτι κλειστό. Ήταν η μέρα που ο αντιπρόεδρος κάτι έλεγε για κοπρίτες. Το άκουσα όταν με ξεφόρτωσαν μαζί με τα υπόλοιπα σκουπίδια. Ήτανε θέμα. Με αυτό σαν απόηχο με πήρε ο ύπνος. Τι άνετα που ήταν!... Ζεστά και να μυρίζει κουζίνα. Κοιμήθηκα τον ύπνο του δικαίου. Εκεί έκανα τα χέρια μου φτερά και μετά από γρήγορο τρέξιμο απογειώθηκα. Πέταγα. Όλο και πιο ψηλά. Έφτασα κοντά στον ήλιο. Στοργή και ασφάλεια.

«Εδώ», φώναξα, «αφήστε με για πάντα».

Τι το ’θελα; Εκατοντάδες μικρές μύγες με άκουσαν και μου επιτέθηκαν από παντού. Έκανα ανάποδα πλάνα, τσαλιμάκια στον αέρα, μικρές και μεγάλες στροφές. Τίποτα. Οι αφιλότιμες, όλο και πιο πολλές, όλο και πιο άγριες με κυνηγούσαν παντού. Δεν είχε ο ουρανός τόπο για να κρυφτώ.

Έτσι άρχισε το χαμήλωμα. Στην αρχή κράτησε λίγο. Όσο για να τις πείσω ότι δήθεν καταρρίφθηκα. Ύστερα αναγκάστηκα να πέσω σε ύψος αρκετά και τότε κάτι χάλασε στη μηχανή του ονείρου. Από μακριά είδα το κίτρινο φως ενός περιστρεφόμενου γλόμπου. «Ευτυχώς, με είδαν και ετοιμάζονται για τη διάσωση. Θα στήσουν ένα τεράστιο τραμπολίνο και φυσικά, αφού γκελάρω θα απογειωθώ εκ νέου», σκέφτηκα και συνέχισα να χαιρετάω τα ύψη. Και έπεφτα, έπεφτα και οι μύγες μιλιούνια να με ακολουθούν. Μ' έπιασε δύσπνοια.

«Πεθαίνω», ψέλλισα και βράχηκα από την απελπισία μου. Κοίταξα κάτω και είδα μια χοάνη γεμάτη χρώματα και ένα μαχαίρι που έπεφτε με βάρος πάνω τους.

- Άνθρωπος, άνθρωπος! άρχισε κάποιος να ουρλιάζει.

Πετάχτηκα όρθιος, είχα σωθεί. Έκανα το σταυρό μου, βγήκα από το απορριμματοφόρο και περπάτησα.

«Σκατογειτονιά», είπα κι αποφάσισα να μεταναστεύσω αλλού.

Από τότε δεν εγκαταλείπω τον κάδο μου. Δεν τον διαπραγματεύομαι με κανέναν και για τίποτα. Βαστάω μαχαίρι στην τσέπη και περιμένω. Περιμένω τον Δαίδαλο να μου φτιάξει φτερά, να φύγω για πάντα, μακριά από τις άτιμες μύγες, που ακόμη με καταδιώκουν.

[Στη φωτό: Έργο του Κώστα Τσόκλη]

Περικλή Παγκράτη: ΚΑΛΒΟΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΙΚΟΣ

Παρά τη δεδηλωμένη πρόθεση να κινητοποιήσει με την έκδοση των Ωδών τη συλλογική συνείδηση πάνω στο θέμα του ελληνικού απελευθερωτικού Αγώνα, ο Ανδρέας Κάλβος εμφανίζεται κάποτε αναπάντεχα εξομολογητικός: εκφράζοντας το βίωμα του ξεριζωμού, τον σπαραγμό της απώλειας, την a priori απόσταση απ' την εξουσία.

«Ο Φιλόπατρις», η αισθαντικότερη, αλλά και η πλέον προσωπική απ' τις Ωδές του, αποτυπώνει έκτυπα το ανομολόγητο ψυχικό τραύμα του παιδιού, που υπό άγνωστες συνθήκες υποχρεώνεται να εγκαταλείψει περίπου δέκα ετών τη γενέτειρα Ζάκυνθο και τη μητρική αγκάλη. Η γενέτειρα θα είναι πάντα για τον Ποιητή ο επίγειος παράδεισος που τον στερήθηκε πρόωρα, η γενεσιουργός πηγή των πρώτων ενδιαφερόντων, η υποσυνείδητη χαρά, η χαρά των ονείρων, η ασύγκριτη εν μέσω μεγαθηρίων μικρή, αλλά ωραία και μόνη και θαυμασία και φιλτάτη Νήσος. Η διηνεκής βούληση επιστροφής δηλώνεται με τον εξορκισμό του θανάτου σε ξένη γη και την ευχή του τελικού ύπνου στην πατρίδα. Κι όμως, η υποκειμενική αυτή εκκίνηση των Ωδών δεν θα μείνει μετέωρη στο corpus των είκοσι συνθεμάτων, τα οποία στο σύνολό τους προσεγγίζουν την εν πολλοίς αντικειμενική επικαιρικότητα σημαντικών γεγονότων του Αγώνα. Η λαχτάρα για την αναγέννηση της μεγάλης πατρίδας πυρώνεται στη φλόγα της μικρής γενέτειρας.

Ο ξεριζωμός απ' τη γενέτειρα συνεπιφέρει και την απώλεια της μητέρας, που αποτελούσε την των πρώτων του χρόνων «σταθεράν παρηγόρησιν». Δεν είναι μόνον ο αποχωρισμός. Επεται ο σπαραγμός του θανάτου. Κατά τον χρόνον συγγραφής των Ωδών έχει μεσολαβήσει ο θάνατος της μητέρας, της μικρής κόρης και της πρώτης συζύγου. Για τον θάνατο της κόρης σιωπά στην επίσης εξομολογητική Ωδή «Εις θάνατον». Ίσως γιατί αποτελεί αξεπέραστο γεγονός τη στιγμή που επιχειρεί να συμφιλιωθεί με το «άφευκτον» της μίας και μόνης οδού που «εις τον τάφον φέρει». Παροδική, εξάλλου, είναι και η μνεία της πρώτης συζύγου, η οποία συγκαταλέγεται μεταξύ των «τρυφερών γυναικών», που ο θάνατος αγκάλιασε. Αλλά υπάρχει ατέρμων τρυφερότητα στην εξομολόγηση της «απείρου αβύσσου» που τον χωρίζει από την ερωτική σύντροφο - «το στόμα που εφίλησα τόσες φορές, με τόσην θερμοτάτην αγάπην».

Η Ωδή «Εις θάνατον» είναι αφιερωμένη στη μητέρα. Δεν ομολογείται η πρόωρη απώλεια. Ομολογείται η ο ρ ι σ τ ι κ ή απώλεια. Και εφευρίσκεται η υπό τύπον «φάσματος» εμφάνισή της, για να δικαιολογήσει την επιζητούμενη συμφιλίωση με το «ανέκφραστο μυστήριο του θανάτου». Είναι φανερό πως η μητρική απώλεια δεν ξεπεράστηκε. Η οριστικότητά της δεν παρέχει δυνατότητα επανόρθωσης, παρά μόνον τη συμφιλίωση με το «άφευκτον». Ο Ποιητής εφεξής επιχειρεί να αντικειμενικοποιήσει το προσωπικό συναίσθημα, απαιτώντας από την «ανδρική καρδία να ρίψει τον φόβον». Γιατί η Αρετή («αμάργαρος», «ολόγυμνος», «αυτάγγελτος») οφείλει να αψηφά τον θάνατο. Ο Ποιητής προσπαθώντας να πείσει εαυτόν ότι επήλθε η συμφιλίωση, άραγε πείθει τους άλλους; Μένει κενό! Η διαβεβαίωση «Δεν με θαμβώνει πάθος/κανένα, εγώ την λύραν/κτυπάω και ολόρθος στέκομαι/σιμά εις του μνήματός μου/τ' ανοικτόν στόμα», συνεκτιμάται ως η εκπληκτική κατακλείδα της εσωτερικής ρητορικότητας της Ωδής «Αι ευχαί» -μιας Ωδής που επικεντρώνεται στην αποκάλυψη της πικρής εμπειρίας της ψευδούς προστασίας των ισχυρών της Γης προς τη μαχόμενη πατρίδα. «Παρά προστάτας νάχωμεν...».

Αντιθέτως, ο καλβικός βίος ακαταπαύστως επιβεβαιώνει μιαν άλλην διαβεβαίωση: «Με ποτέ δεν εθάμβωσαν/πλούτη ή μεγάλα ονόματα/Με ποτέ δεν εθάμβωσαν/σκήπτρων ακτίνες». Η ρήξη με την εξουσία προαναγγέλλεται - αν όχι ρήξη, αποστασιοποίηση. Και αυτό γίνεται ο κανόνας μιας ολόκληρης ζωής... Ακολουθούν η σιωπή και η άγνωστη μορφή.

[Από τη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 4.12.2009, σ. 16. Αφιέρωμα στον Ανδρέα Κάλβο, με επιμέλεια Διονύση Ν. Μουσμούτη]

Βασίλη Ζηλάκου: ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΩΔΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟΥ «Ο ΩΚΕΑΝΟΣ»

Ο Σπανδωνίδης, σε άρθρο του στο Περιοδικό Νέα Γράμματα (Οκτώβριος 1935), γράφει για τη 10η Ωδή του Κάλβου: «είναι ένα βαγνερικό κομμάτι, καθώς είπαν, κ' ένα καθαρό, κρυστάλλινο ποίημα». Ο Σωτηριάδης, στην τέταρτη διάλεξή του περί ελλήνων ποιητών του ΙΘ' αιώνα (Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός, 1916), θεωρεί πως το ποίημα «είναι η ιστορία της Ελλάδας». Σύσσωμη η γνώμη της κριτικής όλων των περιόδων εκλαμβάνει τον «Ωκεανό» ως την πιο εντελή σύνθεση του ζακυνθινού δημιουργού. Πρώτον, το ποίημα καταγράφει την περιπέτεια της Ελλάδας από τα χρόνια της Αλωσης έως την εθνική παλιγγενεσία, και έτσι, με τρόπο ενιαίο και καίριο, παρίσταται σε αυτό η βασική επιδίωξη του εμπνευστή της ως ποιητού: να υμνήσει τον αγώνα και να κινήσει τη συμπάθεια υπέρ αυτού· κατά δεύτερο, εντυπώνεται ως μια τέτοια, καθολικού δηλαδή τύπου, σύνθεση μέσω της έκτακτης μουσικότητας που το διακρίνει - γνωρίσματος αναγκαίου για την αξιολόγηση της παραδοσιακής ποίησης.

Γραμμένη εν γένει σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, που όμως χωρίζεται σε δύο ημιστίχια, ώστε να αποφεύγεται η μονοτονία, η Ωδή δημιουργεί ποικίλες αρμονίες. Το ίδιο συμβαίνει και με τις υπόλοιπες 19. Εντούτοις, στη συγκεκριμένη, η συχνή συναρμογή διαφόρων οξύτονων και προπαροξύτονων, καθώς και η απουσία ομοιοκαταληξίας, εντείνουν στον υπέρτατο βαθμό τη δύναμη και το εύρος των ηρωικών στίχων. Αν προσθέσουμε σε αυτά τα χαρακτηριστικά τον τρόπο που ο ίδιος ποιητής χειρίζεται γλωσσικά το ειδικό βάρος του θέματός του -ένδοξο παρελθόν - τουρκοκρατία - ένδοξο παρόν- το ποίημα όντως μετουσιώνεται σ' ένα μουσικό άκουσμα, σε μια έκθεση (exposition au relatif), που παρουσιάζει διαδοχικά όλες τις φωνές και το δραματικό τους υπόβαθρο, καθότι περνά από την αρμονία στη δυσαρμονική συγχορδία (dissonantia), και από αυτήν στη λύση (resolutio). Τα συναισθήματα του αναγνώστη επιβάλλονται καθ' οδόν: από δέος σε θλίψη και νοσταλγία, από θλίψη και νοσταλγία σε διάφεγγη χαρά. Κι ενώ διαρκούν όλα αυτά, ένα μουσικό στοιχείο -ίσως ο ήχος κυμβάλων, ίσως ο ήχος του μεγαλείου- εμφανίζεται πλήρως σωματοποιημένο στη συγκίνηση του αναγνώστη.

Η Ωδή χωρίζεται σε τρεις ενότητες. Στην πρώτη (α'-ε'), αποδίδονται τιμές στη μητέρα πατρίδα και περιγράφεται ο ξεπεσμός της. Στη δεύτερη (ς'-κθ'), με μία εξελικτική ποιητική παρομοίωση, ο Κάλβος παρακολουθεί το χρονικό του ξεσηκωμού. Σε αυτή μάλιστα την ενότητα εμφανίζεται ο Ωκεανός (ο πατέρας των Θεών κατά τον Ομηρο) ως σύμβολο ελευθερίας, αλλά και ως το αντικειμενικό στοιχείο (η θάλασσα) που έπαιξε τον πρωτεύοντα ρόλο στο 1821. Στην τρίτη ενότητα (λ'-λζ), το εικονιστικό στοιχείο περιορίζεται προκειμένου ο ποιητής να εκφράσει την έκρηξη χαράς που αισθάνεται να τον συνεπαίρνει.

Πολλοί κριτικοί, ο Σπανδωνίδης συμπεριλαμβανομένου, θεωρούν πως η τελευταία ενότητα του ποιήματος είναι ανεπαρκής. Ειδικότερα, ισχυρίζονται πως δεν δείχνει την ίδια δύναμη με τις προηγούμενες, γιατί εξαντλείται σε γλωσσικές μεθοδεύσεις, που βρίθουν από χαιρετισμούς, παρορμήσεις, και επιφωνήσεις. Αντίθετα με αυτή την άποψη, πιστεύω πως οι εν λόγω στροφές διασφαλίζουν την ενότητα του έργου και συμπληρώνουν την ανάγνωσή του. Ως εκ τούτου θεωρώ πως η παράλειψή τους θα απέβαινε μοιραία, τόσο από τεχνικής όσο και από αισθητικής πλευράς.

Αναφέρθηκα ήδη στη μουσικότητα που διακρίνει το έργο, κι επισήμανα εν συντομία πώς η διαδοχική ανάπτυξη των φωνών του δημιουργεί το στοιχείο της δραματικότητας. Αν και αδόκιμη, η μεταφορά εννοιών από τον χώρο της μουσικής αποδείχνεται ενίοτε εργαλείο χρήσιμο για την ταυτοποίηση των ιδιοτήτων ενός έργου. Ετσι, μίλησα για τρία στοιχεία που χαρακτηρίζουν το ποίημα: την αρμονία, τη δυσαρμονική συγχορδία και τη λύση, και τα οποία αντιστοιχούν γενικώς στις δύο πρώτες ενότητες, αφού τόσο η αρμονία και η δυσαρμονική συγχορδία έχουν κοινό τόπο την πρώτη ενότητα (α'-ε'). Ο αναγνώστης που θα προσπαθήσει να εντοπίσει το στοιχείο της αρμονίας στην πρώτη ενότητα συναντά εκ πρώτης δυσκολία, αλλά μία προσεκτικότερη ματιά μπορεί να του επιστήσει την προσοχή στους πέντε εναρκτήριους στίχους του ποιήματος και στον τόνο της προσφώνησης που αυτοί προτείνουν: Γη των θεών φροντίδα, / Ελλάς, ηρώων μητέρα, / φίλη, γλυκιά πατρίδα μου, / νύκτα δουλείας σ' εσκέπασε, / νύκτα αιώνων.

Υποβλητικά, ουσιαστικοποιημένα και μη, επίθετα, λέξεις που δημιουργούν παρηχήσεις και μεταμορφώνουν τον γεωγραφικό χώρο της πατρίδας σε σώμα ερωτικό, συνθέτουν το πρώτο επίπεδο της προσφώνησης, από τους στίχους 1 έως 3. Με μια μεγαλόπρεπη και μεγαλειώδη προσφώνηση, λοιπόν, ξεκινά το ποίημά του ο Κάλβος. Σχεδόν ταυτόχρονα όμως, η βίαιη είσοδος της νύχτας -του νυχτερινού ερέβους που εξαπλώνοντας τα πλατέα και πένθιμα εμβόλιά του ολόγυρα στη χώρα, έρχεται να αποκρούσει ώς και τον τελευταίο απόηχο της προϊούσης κατάστασης-, μας διώχνει από τα ξέφωτα της αλήθειας γιατί μετατοπίζει τον τόνο του ποιητή στους αιώνες της ασφυξίας και του θανατερού σκότους. Η γλώσσα αλλάζει, γίνεται σκληρή, και σε κάθε στίχο κυριαρχεί η άρνηση. Ωσπου ο θάνατος ανατρέπεται και η γλώσσα αλλάζει πάλι· γίνεται δροσερή και φωτεινή με υπαινικτικές εικόνες της ερωτικής αμεσότητας και αγαλλίασης και έντονες παρηχήσεις του μ, του φ και χ. Εν κατακλείδι: ένα μουσικό δράμα ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη!

Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο αποκτά κεντρική σημασία το ερώτημα σχετικά με την ενότητα της μορφής του ποιήματος. Ποιο στοιχείο του ποιήματος τη διασφαλίζει στον βαθμό που το αποτέλεσμα μάς συγκινεί; Και τι ακριβώς εννοούμε με τον όρο ενότητα σ' ένα ποίημα σαν αυτό, που υπαινίσσεται μία χρονική ακολουθία γεγονότων, ένα πριν κι ένα μετά; Ποιο, με άλλα λόγια, γνώρισμα του έργου κρατά ενωμένες τις διαφορετικές ιστορικές αναφορές του ποιητή, αφ' ενός, την αναφορά του, σε χρόνο παρελθόντα, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, και αφ' ετέρου, την αναφορά του, σε χρόνο παρόντα, στα χρόνια του ξεσηκωμού;

Το ότι το ποίημα ξεκινά με μία δοξαστική προσφώνηση αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, το σημαντικότερο γνώρισμα του έργου, γιατί ακριβώς πετυχαίνει αυτό το αποτέλεσμα. Αν υποθέταμε πως αυτή εξέλιπε από τη σύνθεση, τότε ο αναγνώστης που διαβάζει τα όσα έπονται έως και τη στροφή κθ', ούτε θα μπορούσε να εξηγήσει το ξαφνικό σκοτείνιασμα των στίχων του Κάλβου, ούτε να καταλάβει γιατί ο ποιητής αντιστρέφει, πάλι ξαφνικά, το ύφος του και τη γλώσσα του. Η προσφώνηση όχι μόνο θέτει τον ορίζοντα μέσα στον οποίο κινείται ο μελιχρός λόγος του ποιητή στις στροφές α' έως ε', ούτως ειπείν, η Ελλάδα, αλλά και μας κάνει να δούμε την αναγέννηση του Γένους των Ελλήνων ως επιστροφή στην πρότερη λάμψη (ς'-κθ').

Είναι σε αυτό το σημείο που εγείρεται το ακανθώδες ζήτημα της τρίτης ενότητας (λ'-λζ'). Τεχνικώς το ποίημα ολοκληρώνεται στην στροφή κθ', γιατί σε αυτό το σημείο επέρχεται η τελική λύση του δράματος, η κάθαρση: Ούτως, εάν την δύναμιν / άκουσον των πτερύγων / οι αετοί, το κτύπημα / των βρόντων υπερήφανοι / καταφρονούσι. Είναι άραγε τόσο απλά τα πράγματα; Ο Σπανδωνίδης μάς λέει ναι. Όμως η προσφώνηση του Κάλβου μας λέγει άλλα. Την υπενθυμίζω: Γη των θεών φροντίδα, / Ελλάς, ηρώων μητέρα / φίλη, γλυκεία πατρίδα μου... Με ηθικώς επιμελημένο τρόπο ο ποιητής διαχωρίζει το υψηλό (γη των θεών, γη των ηρώων) από το ταπεινό (γη που είσαι πατρίδα μου), και άρα, το αντικειμενικό από το υποκειμενικό ή το πνευματικό (ιστορικό) από το σωματικό. Εάν θεωρήσουμε πως το αντικειμενικό βρίσκει την ολοκλήρωσή του με το τέλος της δεύτερης ενότητας -αφού η Ελλάδα ξαναγίνεται η χώρα των θεών και των ηρώων-, τότε τί γίνεται με το υποκειμενικό μέρος της προσφώνησης, αυτό που αφορά τον ποιητή και όλους εκείνους που αυτός εκφράζει, εν δυνάμει όλους τους Ελληνες; Κανείς θα μπορούσε να ισχυριστεί πως η ηθική ικανοποίησή τους συνεπάγεται από την εξέλιξη των δύο προηγούμενων ενοτήτων. Εντούτοις, κοινός τόπος παραδοχής είναι πως στην ποίηση κάτι μπορεί να υπάρξει στον βαθμό που γράφεται. Κατά δεύτερο, το ποίημα, το κάθε ποίημα, είναι ένας ζωντανός οργανισμός - πόσω μάλλον ένα ποίημα σαν την Ωδή του Κάλβου, όπου ποιητής και θέμα συνδέονται ουσιαστικά. Είναι, συνεπώς, φυσική και απολύτως νόμιμη η ελεύθερη έκφραση του ποιητικού υποκειμένου, έστω και με χαιρετισμούς, παρορμήσεις και επιφωνήσεις, όταν το θέμα για τον οποίο γράφει τον αφορά τόσο άμεσα όσο η Ελλάδα τον στρατευμένο Κάλβο. Και έπειτα, ποιος μας λέγει πως η τρίτη ενότητα δεν αποδίδει τα λόγια όλων των ελεύθερων Ελλήνων; Ποιος τελικά αποφασίζει για το αν η τρίτη ενότητα είναι αντανάκλαση μιας υποκειμενικής ή μιας αντικειμενικής συγκίνησης; Έτσι κι αλλιώς, ένας αληθινός ποιητής εκφράζει πρωτίστως την αγωνία του ανθρώπου.


[Από τη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 4.12.2009, σ. 18 εξ. Αφιέρωμα στον Ανδρέα Κάλβο, με επιμέλεια Διονύση Ν. Μουσμούτη]

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

Νίκου Κ. Κουρκουμέλη: Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ (Εθνικός) ποιητής ή δάσκαλος (του Γένους);

Αντιπροσωπευτική προσωπικότητα του 19ου ευρωπαϊκού αιώνα, του Ελληνικού Διαφωτισμού, των Μυστικών Εταιρειών και των Επαναστάσεων, ο Ανδρέας Κάλβος, που ανέπτυξε σημαντική δραστηριότητα στην πολιτική, την εκπαιδευτική, την πνευματική και γενικότερα τη λόγια ζωή (στην Ιταλία, την Ελβετία, τη Γαλλία, τη Βρετανία, την επαναστατημένη Ελλάδα και την προστατευόμενη από τους Βρετανούς Επτάνησο), θα μπορούσε και χωρίς τις «Ωδές» να κατέχει σημαντική θέση στα ελληνικά γράμματα.

Μετέχοντας στην πνευματική κίνηση που προσπάθησε να μεταδώσει τα ευρωπαϊκά φώτα στους Ελληνες και να συμβάλει στην εθνική τους αφύπνιση και καλλιέργεια, θα ήταν δυνατό να καταταχθεί μεταξύ εκείνων που αναγνωρίζουμε ως δασκάλους του Γένους. Καθώς μάλιστα η προσωπικότητά του ήταν δομημένη σύμφωνα με τα κοσμοπολιτικά ζητούμενα της εποχής (πολύγλωσσος, ταξιδευμένος, με εξαιρετική πνευματική καλλιέργεια, με άνεση λόγου, «με ενδιαφέρουσα εμφάνιση»), θα είχε κι ένα προβάδισμα απέναντι σ' εκείνους που δεν διέθεταν αυτά τα στοιχεία.

Όμως, αντίθετα με το τι συμβαίνει με την ιδιότητά του ως ποιητή, που όσο ζούσε, κάτω από την πίεση των οπαδών του Σολωμού, δεν της αναγνωρίστηκε καμία αξία, ενώ σήμερα κατέχει την πρώτη θέση μετά από αυτόν, η τότε αδιαμφισβήτητη ιδιότητά του ως λογίου και δασκάλου στα χρόνια μας είναι ελάχιστα προβεβλημένη.

Κι όμως, ο Κάλβος υπήρξε ένας μεγάλος εκπαιδευτικός για την εποχή του κι ένας το ίδιο μεγάλος λόγιος. Οσες μαρτυρίες συγχρόνων του έχουν διασωθεί αναφέρονται σε αυτόν με αισθήματα εκτίμησης για τον καθηγητή και τα μαθήματά του ή τον λόγιο και τις αντίστοιχες δράστηριότητές του.

Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο και με ιδιαίτερη βαρύτητα το γεγονός ότι όλοι αυτοί κάλυψαν ευρύ φάσμα της δημόσιας ζωής στο Ιόνιο και στο ελληνικό κράτος, ενώ πολλοί μαθητές του έλαβαν μέρος στους αγώνες του επτανησιακού Ριζοσπαστισμού και του ιταλικού Risorgimento. Αν ειδικότερα παρατηρήσουμε τους μαθητές και τους αλληλογράφους του, διαπιστώνουμε πως συγκαταλέγονται προσωπικότητες της λόγιας πρωτοπορίας του καιρού, ενώ ανάλογες είναι οι πολιτικές επαφές και οι κοινωνικές συναναστροφές του.

Τον Κάλβο δεν τον συναντάμε μόνο, νέο, να αναμειγνύεται ενεργά στα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά κινήματα του καιρού του (τον Καρμποναρισμό, τον Φιλελληνισμό, τα κινήματα για την απελευθέρωση ιταλικών περιοχών). Τον συναντάμε και σε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, που εκτείνεται στην οργάνωση της εκπαιδευτικής, της πολιτικής, της πνευματικής, της δημοσιογραφικής και της κοινωνικής ζωής του τόπου διαμονής του, ιδιαίτερα της Κέρκυρας, πρωτεύουσας του Ιόνιου Κράτους, όπου έζησε την περίοδο της ωριμότητάς του (1826-1852), σε μια εποχή κρίσιμη για τον ελληνικό πληθυσμό σε όλους αυτούς τους παράγοντες.

Η συνεργασία του με τον λόρδο Γκίλφορντ στην ίδρυση της «Ιονίου Ακαδημίας», του πρώτου ευρωπαϊκού τύπου Πανεπιστημίου στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, και στη διοργάνωση της δημόσιας εκπαίδευσης του Ιόνιου Κράτους. Η συνέχιση του εκπαιδευτικού έργου στη δημόσια και στην ιδιωτική εκπαίδευση. Η μεταφραστική και η εκδοτική του δραστηριότητα. Η προσπάθειά του να συντάξει λεξικά και να δημιουργήσει ελληνική επιστημονική ορολογία. Η συνεργασία του με την Ιονική Κρατική Εφημερίδα και η αποστολή ανταποκρίσεων σε μεγάλης κυκλοφορίας ξένα έντυπα. Η ένταξή του στον χώρο των επτανήσιων μεταρρυθμιστών και η επικουρία που προσέφερε στην εφημερίδα τους «Πατρίς», που καταδείχνουν το καταστάλαγμά του στο πολιτικά εφικτό. Η συμμετοχή του στο φιλελεύθερο εντευκτήριο Αναγνωστική Εταιρεία. Η συνεργασία του με την Εταιρεία για την προώθηση της παραγωγής του μεταξιού. Οι συνεισφορές του σε εράνους και εκδόσεις, αλλά και οι πληροφορίες που τον παρουσιάζουν ως άτομο κοινωνικά ευχάριστο, με ενεργό συμμετοχή στην κοινωνική ζωή, αποκαλύπτουν εικόνα ανθρώπου πολύ λίγο σύμφωνη με τη μέχρι σήμερα γνωστή, του μοχθηρού αποκλεισμένου. Γιατί, βεβαίως, αν οι εξάρσεις της αρρώστιας του τον έκαναν πολλές φορές νευρικό και απότομο (ήταν αιμορροϊδικός), αυτό δεν τον κατατάσσει εκεί που οι βιογράφοι του επιθυμούν.

Η ιδιότητα του λογίου και του εκπαιδευτικού, ήταν λοιπόν εκείνη που επικράτησε όσο ζούσε ο Κάλβος. Αυτήν καταχώρισαν στο διαβατήριο και στο πιστοποιητικό θανάτου του οι βρετανικές αρχές, αυτήν γνώριζε το περιβάλλον του, και γι' αυτό η χήρα του επέλεξε τον τίτλο του διδάκτορα της Φιλοσοφίας να κοσμήσει τον τάφο του στο νεκροταφείο της Αγίας Μαργαρίτας στο Keddington. Από την άλλη, η ιδιότητα του ποιητή είναι εκείνη που επικρατεί σήμερα. Όμως μήπως ήρθε ο καιρός να αποκατασταθούν τα πράγματα αναγνωρίζοντάς του ότι εκτός από (εθνικός) ποιητής υπήρξε και δάσκαλος (του Γένους);

[Από τη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 4.12.2009, σ. 16. Αφιέρωμα στον Ανδρέα Κάλβο, με επιμέλεια Διονύση Ν. Μουσμούτη]

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

Λεύκιου Ζαφειρίου: «Τι γνωρίζω εγώ για τον κύριο Κάλβο;»

Όταν υλοποιηθεί η πρόσφατη απόφαση του Μουσείου Μπενάκη να εκδώσει το σύνολο του έργου του ποιητή Ανδρέα Κάλβου, είναι βέβαιο ότι θα αποτελέσει σημαντικό σταθμό στις αντίστοιχες σπουδές. Ηδη, με αυτή την προοπτική, έχουν έρθει στο φως νέα στοιχεία και ίσως μελλοντικά η έρευνα να προσκομίσει και άλλες λεπτομέρειες γύρω από τον άγνωστο Κάλβο.

Από τα νέα στοιχεία σημαντικό είναι ότι διαθέτουμε πια αξιόπιστες πληροφορίες για τη Σούζαν Φόρτσιουν Ριντού (Ridout, 1793-1857), τη φασματική αυτή γυναίκα που έζησε κοντά στον έλληνα ποιητή κατά την πρώτη διαμονή του στο Λονδίνο, όταν έκανε τις θρησκειολογικές μεταφράσεις του, όταν έγραφε την ωδή Ελπίς πατρίδος (1819) καθώς και το νεοελληνικό μέρος της Πολύγλωσσης Γραμματικής του Φρέντερικ Νόλαν (Nolan) μαζί με το «Λεξιλόγιο» που περιλαμβάνεται στον δεύτερο τόμο της Γραμματικής και εντοπίστηκε μόλις το περασμένο καλοκαίρι. Πρόκειται για την κρίσιμη περίοδο κατά την οποία ο ποιητής διαμορφώνει το ποιητικό του σύστημα, το οποίο και θα ακολουθήσει στις Ωδές του (1824 και 1826).

Η Σούζαν Φ. Ριντού γεννήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 1793 στο Μπρίστολ και πέθανε στο Μπράιτον, στις 23 Αυγούστου 1857, ύστερα από σοβαρή ασθένεια, ενώ η σορός της μεταφέρθηκε με φροντίδα του φιλικού της ζεύγους Ουίκαμ (Wickham) στο κοιμητήριο της αγγλικανικής εκκλησίας της Αγίας Μαρίας Μαγδαληνής, στο Νότιο Χόλμγουντ, όπου κι έγινε η κηδεία της (28 Αυγούστου 1857). Ενδιαφέρον είναι ότι τόσο η ίδια όσο και ο Κάλβος και η δεύτερη σύζυγός του, Σαρλότ Αουγκούστα Ουάνταμς (Wadams), ασχολήθηκαν επαγγελματικά με την εκπαίδευση. Το 1840 κυκλοφόρησε στο Λονδίνο το βιβλίο τής Ριντού, Γράμματα σε μια νέα παιδαγωγό, για τις αρχές της εκπαίδευσης και άλλα θέματα συνδεόμενα με τα καθήκοντά της. Σύμφωνα με τις επίσημες απογραφές, το 1841 διηύθυνε παρθεναγωγείο στο Μπράιτον και το 1851 στο κεντρικό Λονδίνο. Αν και δεν γνωρίζουμε πότε εγκατέλειψε την αγγλική πρωτεύουσα (σίγουρα μετά το 1852) για το Μπράιτον, είναι πολύ πιθανόν να διέμενε ακόμη στο Λονδίνο την εποχή που ο Κάλβος εγκαθίσταται για δεύτερη φορά στην αγγλική πρωτεύουσα και παντρεύεται την Ουάνταμς, τον Φεβρουάριο του 1853.

Ώς σήμερα, η Σούζαν Ριντού μάς ήταν γνωστή μόνο από τις 54 επιστολές της προς τον Κάλβο, τις οποίες σχολίασε και δημοσίευσε ο ελληνιστής Μάριο Βίττι το 1963. Μαθήτρια του ποιητή στα ιταλικά, οπωσδήποτε από το 1817, είναι ένα από τα πρόσωπα που συναναστρέφεται ο Κάλβος αμέσως μετά τον θάνατο της πρώτης γυναίκας του, της Μαρίας Τερέζας Τζόζεφιν Τόμας (Thomas). Η επανασύνδεσή τους, τον Οκτώβριο του 1819, ύστερα από πολύμηνη σιωπή του Κάλβου και συνεχείς προσπάθειες εντοπισμού του από τη Ριντού, φαίνεται πως ήταν η αρχή ενός ειδυλλίου, το οποίο όμως πολύ σύντομα θα καταλήξει σε τραυματική εμπειρία και για τους δύο, τον Δεκέμβριο του 1819.

Ας ειπωθεί εδώ ότι οι επιστολές της Ριντού προς τον Κάλβο, γραμμένες στα ιταλικά, στα αγγλικά και στα γαλλικά, δεν έχουν αξιοποιηθεί όσο θα έπρεπε, παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει 46 χρόνια από τη δημοσίευσή τους από τον Μάριο Βίττι. Και τούτο, παρά το ότι μας παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες, από πολλές απόψεις, αφού ανασκευάζουν χαρακτηρισμούς που διαιωνίζονται αβασάνιστα από τη φιλολογική έρευνα και τη λογοτεχνική ιστοριογραφία, παρουσιάζοντας έναν Ανδρέα Κάλβο γέννημα μυθιστορηματικής φαντασίας, άνθρωπο χωρίς φίλους, εριστικό, ιδιόρρυθμο, αντιφατικό, πουριτανό, υπεροπτικό, κ.ά. Ηδη όμως από το 1817 η Ριντού στις επιστολές της τόνιζε τα στοιχεία εκείνα που τον χαρακτήριζαν: υπογράμμιζε την καλοσύνη και τις εξαιρετικές διδακτικές του ικανότητες, την ευγένεια, τη γενναιοδωρία, τα λεπτά αισθήματα, τις θαυμάσιες αρετές και τα έξοχα προσόντα του. Η ακεραιότητα, η ανεξαρτησία σκέψης, η σωφροσύνη και η αξιοπρέπεια που αποδίδονται στον Κάλβο μάς δίνουν μια προσωπογραφία εντελώς διαφορετική από αυτήν που συνήθως έχουμε μέσα από αφηγήσεις ατεκμηρίωτες. Αλλά και οι σχετικές αναφορές στην ερωτική σχέση τους μας δίνουν, εμμέσως πλην σαφώς, μια άλλη εικόνα του ποιητή, πολύ διαφορετική από τους ανεκδοτολογικούς χαρακτηρισμούς για τις σχέσεις του με το άλλο φύλο.

Εννοείται ότι όλα τα στερεότυπα γύρω από τη ζωή και την προσωπικότητα του Κάλβου θα εξακολουθήσουν να αναπαράγονται, όσο δεν θα έχουμε μία βιογραφία του ποιητή, βασισμένη σε όσα τεκμηριωμένα στοιχεία γνωρίζουμε ώς σήμερα, και τα οποία άλλωστε δεν είναι λίγα. Η έρευνα έχει οδηγήσει επιπλέον και σε άλλα ευρήματα, κυρίως έντυπες πληροφορίες που καλύπτουν την περίοδο 1818-1864: πρόκειται για περισσότερα από σαράντα λήμματα σχετικά με τον Κάλβο, από τα οποία τέσσερα είναι δημοσιευμένα σε περιοδικά των ΗΠΑ (1827-1828 ), ένα σε βιογραφικό λεξικό του 1826, γραμμένο στα γαλλικά, ενώ ένα άρθρο στο αγγλικό θεολογικό περιοδικό The Ecclesiastical Gazette (1853) μας δίνει σημαντικές πληροφορίες για άλλες πτυχές της δράσης του ποιητή. Ιδιαίτερης σημασίας είναι η ανεύρεση από τον Δημήτρη Αρβανιτάκη (Μουσείο Μπενάκη) του περιοδικού L' Ape Italiana (1819), όπου υπάρχουν εργογραφικές αναφορές στον Κάλβο. Ακόμα, σε αρχειακό υλικό δίκης που έγινε το 1862 στο Λονδίνο, ανάμεσα στους εναγομένους περιλαμβάνονται ο Κάλβος και η σύζυγός του, Αουγκούστα Ουάνταμς. Ωστόσο, τα σημαντικότερα ευρήματα αφορούν τη Σούζαν Φ. Ριντού και ο εντοπισμός τους έγινε εφικτός (όπως και του τάφου της, το περασμένο καλοκαίρι) χάρη στην πολύτιμη βοήθεια της γιατρού Κάρεν Φράνσις (Francis), χωρίς την οποία δεν θα είχαμε το βιογραφικό υλικό για τη μαθήτρια και ερωμένη του Κάλβου.


* Ο τίτλος είναι από γράμμα της Susan Fortune Ridout προς τον Κάλβο και τα λόγια ανήκουν στη μητέρα της, η οποία δεν έβλεπε θετικά τη σχέση της κόρης της με τον ποιητή.

[Από τη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 4.12.2009, σ.14 εξ. Αφιέρωμα στον Ανδρέα Κάλβο, με επιμέλεια Διονύση Ν. Μουσμούτη]

Γιώργου Βέη: ΚΑΛΒΟΣ ΠΑΝΤΑ

Διαβάζω τον Ανδρέα Κάλβο με τη θέρμη και το δέος των πρώτων εκείνων επισκέψεων. Ούτε το «εναέριον σύγνεφον» με ενόχλησε ποτέ, ούτε η «ροδόπεπλος κόρη» ήχησε εντός μου παράφωνα. Κι εννοείται ότι επιτρέπω στους γλάρους του να συναντούν τα γεράκια του, χωρίς να αλληλοεξουδετερώνονται, όπως ακριβώς θέλει η έκτη στροφή των «Ηφαιστείων». Τώρα που με έχει ήδη δει κάτι παραπάνω από «το πέμπτον του αιώνος εις ξένα έθνη» και μάλιστα στις πέντε ηπείρους, φρονώ ότι διερμηνεύω όλο και καλύτερα την κάλβεια εμμονή στο «σύγνεφον». Με τα λόγια ενός συνομηλίκου του Γερμανού, ο οποίος εξέδιδε το μείζον φιλοσοφικό του έργο όταν ο Κάλβος ερωτευόταν την πρώτη του σύζυγο, την Εγγλέζα Μαρία Τερέζα Ζόζεφιν Τόμας, το 1818: «Η ευτυχία βρίσκεται λοιπόν πάντοτε στο μέλλον ή στο παρελθόν, ενώ το παρόν είναι σαν ένα σκοτεινό μικρό σύννεφο, που ο άνεμος το περιφέρει πάνω από την ηλιόλουστη πεδιάδα· μπροστά του, πίσω του όλα είναι φωτεινά, μόνο αυτό ρίχνει πάντοτε μια σκιά». (Ιδέτε Αρθούρος Σοπενχάουερ Ο Κόσμος ως Βούληση και ως Παράσταση, ΙΙ,657.) Η δε Νύκτα στο άριστα συγκερασμένο «Εις Σούλι» θα μπορούσε θαυμάσια να είναι η αναβαθμισμένη ποιότητα ενός άλλου έπους. Σπάνια η μεταφυσική είναι πειστικότερη. Θυμίζω: «Μητέρα φρονημάτων / Υψηλών, συνεργέ / Ψυχών τολμηροτάτων / Νύκτα ουρανία και σύγχρονε / Δικαιοσύνης».

Η διαφωνούσα συμφωνία πραγμάτων, η περιώνυμη rerum concordia discors, έχει άλλωστε επιβάλλει, μεταξύ άλλων, και τις αισθητικές της αρχές σε πείσμα των όποιων στενόκαρδων αρνητών του. Η φύση, ως καταλυτικός, δεσμευτικός a priori διάκοσμος αλλά και κανόνας ταυτοχρόνως, έχουμε μάθει ότι αντανακλάται, υιοθετείται και εντέλει πνευματοποιείται πλήρως εντός και διά των ποιητικών ιδεών τού επί πολλά έτη αυτοεξόριστου - νομάδα λογίου από τη Ζάκυνθο. Η γραμματική της ιδέας είναι εν πολλοίς η γραμματική του ωκεανού, των ρητών ανέμων ή των συννέφων, όπως προαναφέρθηκε. Δεν παραβάλλεται δηλαδή απλώς μια ψυχική κατάσταση στο αρχέγονο κάτοπτρο της φύσης, όπως θα επέμενε να θέλει ο οξύνους Shelley ή ακόμη κι ένας μαθητευόμενος λόγιος τού Ζεν, αλλά προτάσσεται αυτούσια η συμπαντική υφή ως το ακριβοθώρητο Ον. Έστωσαν: «Και του Βορέως το πνεύμα / το σοβαρόν νουθέτημα της δίκης / διασκορπίζον, τυραννίαν εκράτει. [...] Οπου φυσάει με βίαν / και οργίζεται το πνεύμα / της πικράς τύχης». Ο προσεταιρισμός της φύσης, των υποχρεωτικών συμφραζομένων της, αλλά και της μυθολογίας που τη συνέχει, προσαυξάνει την ορμή προς τα εμπρός. Ειδικότερα για τον ρόλο της μυθικής-μυθολογικής παραμέτρου ισχύουν όσα ένας άλλος αυτοεξόριστος-μέτοικος-νομάς, ο Νικόλας Κάλας, αυτός ο κατά τον Raymond Queneau freudo-trotsko-sado-daliste, διατύπωσε έναν αιώνα μετά τις κάλβειες εμπεδώσεις. Ήτοι: «Ο ρόλος του ποιητή είναι να εκμεταλλευτεί την κληρονομιά τόσο της μυθολογίας όσο και της ουτοπίας και να εντείνει τις ενέργειές τους στη ζωή, διά μέσου της γλώσσας των μεταφορών. Η υπέρτατη λειτουργία του ποιητή είναι να κάνει το μυστήριο έκδηλο μέσω των μεταφορών».

Η συνειδητή στράτευση του Ανδρέα Κάλβου στη συγκεκριμένη διάταξη των στροφών, ο ατσαλάκωτος «τετραγωνισμός» της ποιητικής έκφρασης, η συνεχής περιφρούρηση της ίδιας του της ιδιοπροσωπίας, η ολοκλήρωση, με άλλα λόγια, των αυτοκυριαρχούμενων συνθέσεών του πέρα ακόμη και από τα όρια της συμβατικής, θεσμικής γλώσσας συναποτελούν τα ζητήματα εκείνα που ανέκαθεν με έθελγαν. Στον βαθμό μάλιστα που «τίποτε [...] δεν μπορεί να "εξηγήσει" το κατόρθωμα των Ωδών» (ιδέτε την εμπεριστατωμένη εισαγωγή και τα σχόλια του Δημήτρη Δημηρούλη στην αντίστοιχη έκδοση του Μεταίχμιου, 2009) θα εισπράττουμε αυτό το κάτι τι, το ευρισκόμενο πέραν της νοήσεως ως αποθησαύρισμα, ως μαγεία ενός ευρύτερου κειμενοχώρου. Κι επειδή ακριβώς οι στίχοι λειτουργούν ανεξάρτητα από το νόημά τους, όπως κατέδειξε ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, επιτρέπεται σε κάθε έναν από εμάς να ανακαλύψει τον δικό του Κάλβο.

[Από τη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 4.12.2009, σ. 14. Αφιέρωμα στον Ανδρέα Κάλβο, με επιμέλεια Διονύση Ν. Μουσμούτη]

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Αλέξη Ζήρα: ΟΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΕΠΟΙΘΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΛΒΟΥ, Ο ΥΠΟΡΡΗΤΟΣ ΚΟΡΑΗΣ ΚΑΙ Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ

Η πρόσφατη σχολιασμένη έκδοση δύο μεταφράσεων εκκλησιαστικών κειμένων που είχε κάνει στο Λονδίνο το 1856 και το 1861 ο Ανδρέας Κάλβος (Οι τελευταίες θρησκευτικές μεταφράσεις, εισαγ.-επιμ. Γ. Ανδρειωμένος· επίμετρο, Γ.Δ. Μεταλληνός, εκδ. Παπαζήση) έρχεται να προστεθεί σε μία αρκετά πλούσια σειρά δημοσιευμάτων για την ιδεολογική και στοχαστική συγκρότησή του, η οποία, πάντως, εξακολουθεί να είναι κατά μεγάλο μέρος στη σκιά. Τόσο το θέμα των θρησκευτικών όσο κι εκείνο των φιλοσοφικών πεποιθήσεων ενός συγγραφέα, ακόμα και αν αυτός ανήκει σε μια παλαιότερη εποχή, όπου οι ανάλογες πεποιθήσεις είχαν μια σπουδαιότερη θέση, δεν είναι από αυτά που ευνοούνται ιδιαίτερα από τη νεότερη ελλαδική έρευνα. Και, ασφαλώς, η αδιαφορία που έδειξαν η κατεστημένη φιλολογία και η κριτική για το εύρος του γνωσιακού πεδίου των λογοτεχνών δεν είναι τυχαία, ούτε και πρόσφατη. Η μονομέρεια της έρευνας είναι απελπιστική, έτσι ώστε πλείστοι όσοι της συγγραφικής μας λογιοσύνης (λ.χ. ο Αγγελος Τερζάκης, ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο Κ. Θ. Δημαράς, ο Τάκης Παπατσώνης κ.ά.) να εμφανίζονται απολύτως μονοδιάστατα, ακόμα και σε αφιερώματα πολύ πρόσφατα, καθώς δεν κρίνονται άξιες σπουδής οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, οι οποίες ωστόσο συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό, τουλάχιστον στα όψιμα χρόνια της ζωής τους, στη διαμόρφωση του ίδιου του έργου τους. Για να επιστρέψουμε στον Κάλβο και στην εποχή του, ας αναφέρουμε ότι, όπως και στην περίπτωση του Σολωμού, η ερευνητική μας σκόπευση για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα ακινητοποιήθηκε στο είδωλο του ποιητή του έθνους, σε προβλήματα έκφρασης και μετρικής, συνδυασμένα όμως με το θέμα της ενιαίας ταυτότητας της γλώσσας, τη σχέση της ή όχι με τη δημοτική. Ή, ακόμη, ακινητοποιήθηκε σε προβλήματα επιδράσεων, μάλλον όμως δευτερεύοντα και πάντως μονομερώς ερευνημένα, καθώς ο ρομαντισμός ή ο κλασικισμός του Κάλβου ώς πρόσφατα ήταν παράγωγα του ύφους, της στιχουργικής και της συντακτικής δομής των Ωδών του και μόνο. Πράγμα ίσως παρακινδυνευμένο για έναν δημιουργό που το πέρασμά του από την ποίηση ήταν σύντομο (μία επταετία από το πολύ πρόσφατα εντοπισμένο Ελπίς Πατρίδος ίσαμε τον δεύτερο κύκλο των παρισινών Ωδών) και που, όπως δείχνουν οι ανακαλύψεις της νέας καλβικής έρευνας, ο βιβλιακός, ο βιβλικός και ο γνωσιακός του ορίζοντας, όπως και οι φιλοσοφικές ή θρησκευτικές ζητήσεις έπαιξαν μεγαλύτερο ρόλο απ' όσο νομίζαμε στη διάπλαση του. Επιπλέον, οι ίδιες αυτές Ωδές που μονοπωλούν το ενδιαφέρον των φιλολόγων, αναμφίβολα είναι ένα σημαντικό μέρος του έργου του, αλλά όχι η μοναδική συμβολή του. Θα έλεγα, κινδυνεύοντας να θεωρηθώ βλάσφημος, ότι μάλλον διασταλτικά μπορούμε να δούμε τον Κάλβο ως μέλος της πλειάδας των επτανησίων ποιητών. Δεν φαίνεται να τον δένει κάποια ιδιαίτερη παράδοση με αυτούς, εκτός εννοείται του Φώσκολου, αλλά ούτε και οι επιγενόμενοι της μετασολωμικής γενιάς ασχολήθηκαν και νοιάστηκαν γι' αυτόν. Περισσότερο ταιριάζουν το έργο και η προοπτική του στον ορισμό του «ποιητή του γένους», κάτι ανάλογο, αλλά σε άλλο πεδίο, με εκείνο του Κοραή και του Νεόφυτου Βάμβα, αφού και οι γλωσσικές τους αντιλήψεις συγκλίνουν και το όραμά τους για την παιδεία είναι συναφές. Οπωσδήποτε, πιο πολύ από τον Σολωμό, πιο πολύ από τους άλλους επτανήσιους λόγιους της εποχής του, τον Πέτρο Βράιλα-Αρμένη, τον Ιωάννη Ζαμπέλιο, τον Ανδρέα Μουστοξύδη, ο Κάλβος ήταν κοντά στον τύπο του υπεροριακού ευρωπαίου διανοουμένου του 18ου και του 19ου αιώνα, ενός διανοουμένου που πιθανότατα θα αποδειχθεί στα επόμενα χρόνια ότι γι' αυτόν η έννοια της πατρίδας υπαγόταν στο όραμα της πνευματικής καλλιέργειας, και η δημιουργία και η αναπαραγωγή γνώσεων τον απασχολούσαν περισσότερο απ' όσο η εθνοκεντρική ιδεοληψία του καιρού του.

Ο εμμανής εστιασμός στο ποιητικό έργο, και μόνο σ' αυτό, η ακατανόητη προσήλωση στο θέμα τού τι ελληνικά γράφει, μας έχουν στερήσει κατά ένα μεγάλο μέρος την ελευθερία έρευνας και αναγωγής στις πηγές του Κάλβου, στις κινητήριες αιτίες όχι μόνον της ποίησης αλλά και του στοχασμού του. Κάτι που δεν ισχύει μόνο για εκείνον αλλά επίσης για τον Σολωμό και τον Καβάφη, που ο Σεφέρης στις Δοκιμές του κάπως μοιραία τους κατατάσσει, λόγω των γλωσσικών τους αποκλίσεων (από τι;), στους ποιητές της διασποράς. Ώστε, ο λαϊκός Μακρυγιάννης είναι πιο καίριος γλωσσικά αντί του λογίου Κάλβου! Παρά ταύτα, ήδη το 1938, ο κύπριος Αντώνης Ιντιάνος, όταν δημοσίευσε στη Νέα Εστία την ανακάλυψή του για την παρέμβαση του Κάλβου το 1818 σε μια θεολογική διαμάχη στην Αγγλία, μας έδειξε πλαγίως πλην σαφώς ότι τα ελληνικά του ήταν σωστά. Τα αποσπάσματα από τις μεταφράσεις του, που δημοσιεύτηκαν τον επόμενο χρόνο, με αφορμή την απόδοση ενός εδαφίου του επισκόπου Ευσέβιου για τον βίο του Μεγ. Κωνσταντίνου (Vita Constantini), όχι μόνο έδειχναν γνώση της απλής ελληνικής αλλά και σχετίζονταν άμεσα με τις διαλέξεις που την ίδια εποχή έκανε στο Λονδίνο πάνω σε παρεμφερή θέματα: την τότε ρωμαίικη, καθομιλουμένη, τις σχέσεις της με την αρχαία ελληνική όσο και την ανάγκη εξευγενισμού της λαϊκής γλώσσας. Ό,τι δηλαδή επιδίωκε και ο Κοραής. Δεν θέλω να πω μ' αυτό ότι υπήρχε άμεση σύνδεση του Κοραή με τον Κάλβο, πολύ περισσότερο αν υπολογίσουμε ότι μια πιθανή συνάντησή τους έγινε μόνο κατά τη διαμονή του δεύτερου στην Ελβετία και στη Γαλλία, όταν δημοσιεύτηκαν (1824 και 1826) οι δύο κύκλοι των Ωδών, με τον πρώτο κύκλο μεταφρασμένο από τον φίλο τού Κοραή, τον σινολόγο Στανισλάς Ζιλιέν. Όμως, είναι αναμφισβήτητο ότι υπήρχε σύγκλιση της γραμμής του ιδεολογικού τους ορίζοντα για τον διαφωτισμό του ελληνικού έθνους, αλλά και των παιδευτικών μέσων που θα βοηθούσαν σ' αυτόν το σκοπό: η εκλαΐκευση των επιστημών (πράγμα που επιδίωξε όχι μόνον ο Κοραής, μα και ο Κάλβος αργότερα, με τις παραδόσεις του στην Ιόνιο Ακαδημία), όπως και η μετάφραση και διάδοση της Βίβλου, που είναι γνωστό πως ήταν στις άμεσες επιδιώξεις του Κοραή.

Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, η ανεξιθρησκία του, που ταιριάζουν, όπως και οι θέσεις του για τη γλώσσα, σ' αυτές του Κοραή, νομίζω ότι θα πρέπει να διεγείρουν περισσότερο το ερευνητικό μας ενδιαφέρον. Και τούτο αν θέλουμε να εννοήσουμε καλύτερα ορισμένες επιλογές του, προσωπικές όσο και γνωσιακές. Παντρεύτηκε και τάφηκε ως προτεστάντης, πράγμα πιστεύω που δεν είναι καθόλου άσχετο τόσο με την εργασία του κατά τις δύο παραμονές του στην Αγγλία (1816-1820, 1852-1869) όσο και με τη διδασκαλία του στην Ιόνιο Ακαδημία, αλλά και με την ίδια την ποίησή του. Μαζί με τον πινδαρικό κλασικισμό ή τον φωσκολικό ρομαντισμό του, στις Ωδές είναι συνυφασμένος ο βιβλικός λόγος, όπως έχουν ήδη επισημάνει αρκετοί μελετητές: Γ. Ζώρας, Γ. Δάλλας, Γ. Ανδρειωμένος, Γ. Μεταλληνός. Πέρα όμως από τη γλώσσα της ποίησής του, που ασκήθηκε για αρκετό καιρό σε μεταφράσεις θρησκευτικών κειμένων, η σκηνοθετική διάρθρωση των Ψαλμών του Δαβίδ ή της Αγίας Γραφής, με τη μετάφραση της οποίας ασχολήθηκε επίσης, κατά τη γνώμη μου δεν είναι ασύνδετη με τη διάρθρωση των λυρικών του συνθέσεων. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει εμφανώς μια έλλογη ανάπτυξη της εικόνας και του στοχασμού, έτσι ώστε από την παρατήρηση να περνάει κάθε φορά στην αναγωγή -με χαρακτηριστικό το ότι αυτή η αναγωγή υψώνεται προς το απόλυτο, ταυτίζοντας πολλές φορές την αποθέωση του ήρωα με τον θείο νόμο. Ανάλογα παραδείγματα στις Ωδές είναι αναρίθμητα, όπως λ.χ. για τον λόρδο Βύρωνα: «Χθες τον ουράνιον έτρεχε / δρόμον ο ήλιος· χύνων / τας πλέον λαμπράς ακτίνας· / το μέτωπόν σου αντέστραπτεν / ως αθανάτου».

Οι πρόσφατες εντοπίσεις από τον «στρατιώτη του Κάλβου», τον Λεύκιο Ζαφειρίου, σειράς δημοσιευμάτων σχετικών με τις θρησκειολογικές ζητήσεις αλλά και τις σχέσεις του ποιητή, ως μεταφραστή και ειδικού, με την Αγγλικανική Εκκλησία (λ.χ. ο β' τόμος της Αρμονικής Γραμματικής του αιδεσιμ. Φρέντερικ Νόλαν, 1822, όπου έχει προστεθεί από τον Κάλβο και ελληνικό γλωσσάρι), με κανέναν τρόπο δεν μπορούν να απομονωθούν εύκολα ως διεκπεραιωτικές και μόνον εργασίες του. Αντιθέτως, ανατρέπουν εκ βάθρων τις εδώ και χρόνια πάγιες απόψεις πολλών μελετητών, ότι τα θρησκειολογικά του ενδιαφέροντα τον απασχόλησαν μόνο στα χρόνια της δεύτερης διαμονής του στη Βρετανία. Βεβαίως, υπάρχει ένα θέμα εξακρίβωσης του κρίσιμου χρονικού σημείου όπου γίνεται η «μεταστροφή» του ποιητή προς τον αγγλικανισμό. Γιατί κάτι συμβαίνει μετά το 1814, όταν δημοσιεύεται, κάτω από την επίδραση της φυσιοκρατίας του Ρουσσώ, η μετάφραση των Βουκολικών του ιταλού Τζιοβάνι Μέλι, και γράφεται το «Σχέδιον Νέων Αρχών των Γραμμάτων». Ισως και να εκδηλώνεται τότε μια κρίση προσωπική, αν η «Απολογία της Αυτοκτονίας» είναι κείμενο εκείνου του χρονικού σημείου. Γεγονός είναι ότι το 1816 είναι προσανατολισμένος αλλού. Σε διασωθείσα επιστολή του λονδρέζου βιβλιοπώλη Μπάλντοκ προς τον μόλις αφιχθέντα, μαζί με τον Ούγο Φώσκολο, Κάλβο, υπάρχει κατάλογος προτεινόμενων έργων που τον ενδιαφέρουν, και ανάμεσα σ' αυτά Βιβλία Προσευχών και η Καινή Διαθήκη, ενδεχομένως στην απλοελληνική μετάφραση του 1638.

Εκεί φαίνεται η πρώτη, κάπως σαφής σύνδεσή του με την Εταιρεία Προώθησης της Χριστιανικής Γνώσης, αν λάβουμε υπόψη μας ότι πριν από το 1821 και την έκδοση της Πολύγλωσσης Λειτουργίας από τον Σάμιουελ Μπάγκστερ, τη χρηματοδοτημένη από την Αγγλικανική Εκκλησία, ο Κάλβος είχε ήδη μεταφράσει (1820) το Βιβλίο Δημοσίων Προσευχών στην τότε ρωμαίικη γλώσσα. Η ουσιαστικότερη και αψευδέστερη όμως απόδειξη της «μεταστροφής» του βρίσκεται ασφαλώς στην αλληλογραφία που διατηρούσε με τη μαθήτριά του Σούζαν Ριντού, στην οποία δίδασκε από το 1817 ιταλικά, όπως η αλληλογραφία αυτή δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Μάριο Βίτι Πηγές για τη βιογραφία του Κάλβου, 1813-1820 (εκδ. περ. Ελληνικά, 1963). Σε μία από τις επιστολές της η Ριντού τον ρωτάει αν είναι προτεστάντης, και τον Δεκέμβριο του 1819 επανέρχεται με τα εξής, που πρέπει να βασίζονται σε ήδη γνωστή της «ομολογία πίστεως» του Κάλβου, σε δική του απαντητική επιστολή: «Οι θρησκευτικές σας πεποιθήσεις είναι παρόμοιες με τις δικές μου, αγαπητέ μου φίλε, και πάντως είναι ό,τι θα μπορούσα να περιμένω από σας [.] Για μένα θα είναι μια πρόσθετη χαρά να λατρεύω τον ίδιο Θεό στην ίδια με τη δική σας εκκλησία».


[Από την Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 4.12.2009, σ. 15 εξ. Αφιέρωμα στον Ανδρέα Κάλβο, με επιμέλεια Διονύση Ν. Μουσμούτη]

Γιώργου Ανδρειωμένου: Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ ΣΤΗΝ ΨΗΦΙΑΚΗ ΕΠΟΧΗ

Η καλβική βιβλιογραφία, ιδίως από την περίφημη διάλεξη του Παλαμά (1889) και δώθε, έχει διογκωθεί εντυπωσιακά, με το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της να περιστρέφεται γύρω από τις ευάριθμες ωδές, οι οποίες, όχι άδικα, καθιέρωσαν τον Κάλβο στον νεοελληνικό λογοτεχνικό κανόνα. Ωστόσο, ο μεγαλόπνοος ζακυνθινός βάρδος υπήρξε ταυτόχρονα ένας σημαντικός «άνθρωπος των γραμμάτων», με πολυποίκιλα ενδιαφέροντα, τα οποία, πέρα από τη σύνθεση θεατρικών έργων και σύντομων δοκιμίων, καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα που ξεκινά από τη γλωσσική έρευνα, τη Φιλοσοφία και τη Θεολογία και εκτείνεται έως τη Φυσική, τα Μαθηματικά και τις Οικονομικές επιστήμες. Αυτός ο «άλλος», ο ανεξερεύνητος, Κάλβος μένει, λοιπόν, να αναδειχθεί και να μελετηθεί, όχι από φιλολογική διαστροφή ή σχολαστική μεμψιμοιρία (όπως πιστεύουν ορισμένοι), αλλά προκειμένου να αναδυθεί με τρόπο ολοκληρωμένο η προσωπικότητά του και να φωτιστεί η ίδια η ποιητική του δημιουργία από μιαν άλλη πλευρά.

Με άλλα λόγια, έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για μια πλήρη και αποκαταστημένη έκδοση των καλβικών ευρισκομένων, η οποία δεν θα ικανοποιεί μόνο τις απαιτήσεις του συστηματικού καλβιστή, αλλά και του ενδιαφερόμενου φιλαναγνώστη, παρέχοντας εκτενή εισαγωγή, εκδοτικά και ερμηνευτικά σχόλια (από τον καθ' ύλην, κατά περίπτωση, αρμόδιο), κριτική ανθολογία και επιλεγμένη βιβλιογραφία. Αν, μάλιστα, ετοιμαστεί η έκδοση αυτή σε ηλεκτρονική μορφή, θα είναι δυνατόν να εμπλουτιστεί με απαγγελίες ή μελοποιήσεις ωδών του Κάλβου, μεταφράσεις έργων του, απόπειρες εικαστικής του απεικόνισης, φωτογραφίες αυτογράφων του ή άλλου σχετικού υλικού, αποσπάσματα από ταινίες ή ντοκιμαντέρ περί αυτού κ.λπ. Μια τέτοια έκδοση θα μπορεί εύκολα και οικονομικά να ανανεώνεται και να συμπληρώνεται κάθε φορά που αυτό απαιτείται (λ.χ. με την ανακάλυψη άγνωστων καλβικών κειμένων, με την προώθηση της οικείας κριτικογραφίας, με την εμφάνιση νέων συναφών εικαστικών, μουσικών ή κινηματογραφικών δημιουργιών κ.ο.κ.), ενώ θα δίνει τη δυνατότητα για γρήγορες και ασφαλείς αναζητήσεις στο καλβικό corpus, μέσω λέξεων και εννοιών-κλειδιών. Επιπλέον, θα συμβάλει αποφασιστικά στην προετοιμασία μιας άρτιας και πλήρους έκδοσης των Απάντων του Κάλβου σε έντυπη μορφή.

Παράλληλα (και με δεδομένο ότι η παρουσία του ποιητή της Αρετής στο Διαδίκτυο χρειάζεται ποιοτική, πρωτίστως, «ενίσχυση»), μεγάλο μέρος από το προαναφερθέν υλικό θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για τη συγκρότηση ενός οργανωμένου ιστότοπου αφιερωμένου σε αυτόν. Ο διαδικτυακός αυτός τόπος καλό είναι να απευθύνεται τόσο στο γενικό κοινό όσο και στον εξειδικευμένο χρήστη και να παρέχει, πέρα από το κείμενο των ελληνόφωνων ποιημάτων του Κάλβου, ικανά δείγματα από το υπόλοιπο έργο του, από διδακτικές προτάσεις σχετιζόμενες με τις ωδές του, από την καλβική κριτικογραφία, από τη μεταφραστική τύχη των κειμένων του, καθώς και από συναφή ψηφιοποιημένα ή οπτικοακουστικά τεκμήρια. Επίσης, μέσω του συγκεκριμένου ιστότοπου θα δίνονται πληροφορίες για νέες, αυτοτελείς (και μη) δημοσιεύσεις ή εκδηλώσεις καλβικού ενδιαφέροντος, ενώ οι επισκέπτες του θα έχουν τη δυνατότητα να καταθέτουν τις απόψεις τους και να συζητούν περί του ποιητή με άλλους χρήστες. Με τον τρόπο αυτό, ο Ανδρέας Κάλβος θα επανέλθει στο προσκήνιο με τους όρους της σημερινής εποχής και θα υποβοηθηθεί σημαντικά η έρευνα γύρω από τη ζωή και το έργο του, όπως και η σχετική διδακτική πράξη.

Βέβαια, ιδέες όπως αυτές που προαναφέρθηκαν δεν είναι τόσο εύκολα υλοποιήσιμες, όσο και να φαντάζουν σαν τέτοιες. Πρώτ' απ' όλα, προέχει η εξασφάλιση της εγκυρότητας και της αμεροληψίας των δεδομένων που θα παρέχονται, οι οποίες δεν συνηθίζονται σε πολλές, αντίστοιχες, περιπτώσεις ελληνόγλωσσων ιστοσελίδων. Υστερα θα πρέπει να κατοχυρωθεί ο σεβασμός της πνευματικής ιδιοκτησίας όσων πληροφοριών θα δίνονται, πράγμα επίσης δισεπίλυτο. Τέλος, θα πρέπει να βρεθούν εκείνοι που θα συνεργαστούν για την υλοποίηση σκέψεων σαν και τις πιο πάνω, κάτι όχι «εύκολον να ευρεθή εις ένα τόπον, όπου ο καθένας βλέπει με βλοσυρότητα κάθε άλλον που θα θελήση ν' ασχοληθή με τον ίδιον κλάδον επιστημονικής ερεύνης», σύμφωνα με τη γνώμη του αείμνηστου Ιωάννη Συκουτρή.

[Από την Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 4.12.2009, σ. 12. Αφιέρωμα στον Ανδρέα Κάλβο, με επιμέλεια Διονύση Ν. Μουσμούτη]

Διονύση Σέρρα: Μ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α (ποίημα)


Στον Ορέστη Αλεξάκη, θύμηση φιλική

1
Λύρα ιόνια
μελίζει χρυσόφτερη
και αλυσίδες.

2
Σήματα λάμψης
ξορκίζουν τα χάσματα-
με το μελάνι.

3
Της πένας βυθός-
από ίασης νάματα
ν' αναδύεσαι.

4
Φίλοι της νύχτας
λιτές της Πνοής μονωδούν
και της Θωπείας.

5
Με γέννας θηλιές
ή πλάσης σπαράγματα
πώς συν-υπάρχεις!

6
Σώματα, μάτια
-κόσμου ή στήθους κομμάτια-
όλα μάς γνέφουν.

7
Φως χαρμολύπης-
Και ο θίασος στη Σκιά
υποκλίνεται.

[Από το αναθηματικό για τον ποιητή Ορέστη Αλεξάκη τεύχος του περιοδικού Πάροδος 41 (2010) 5012].

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011

Ορέστη Αλεξάκη: ΤΟ ΑΛΜΠΟΥΜ ΤΩΝ ΑΠΟΚΟΜΜΑΤΩΝ (5 ποιήματα)



ΔΙΚΑΙΩΣΗ

Έστω και μετά θάνατον
έγινες πια κι εσύ ο «αγαπημένος»
Έστω και μετά θάνατον
αξιώθηκες κι εσύ το «θαυμασμό» μας -αναποτρέπτως «έγκλειστον»
σε λιγοστές σελίδες
αλλά
«δεδηλωμένον» επί τέλους.
Μπορεί η ψυχή σου συνεχώς να νιώθει
δικαιωμένη και να συνεχίζει
ήρεμη τον μεταθανάτιο βίο
Έστω και «ολιγοσέλιδος»
ικανοποιημένος πρέπει να 'σαι
Αφού γνωρίζεις ασφαλώς
πόσο ακριβά κοστολογείται η φήμη
και πως εσύ δεν είχες χορηγούς
εθελοντές χρηματοδότες
λάτρεις τής τέχνης ανιδιοτελείς
και ποιος λοιπόν για σένα να φροντίσει
ποιος και γιατί να σε νοιαστεί
έτσι που ζούσες αφανής
σκιώδης
με τον καφέ και την εφημερίδα
αθέατος στις απόμερες γωνιές
άδειων κατά κανόνα καφενείων
Τόσα μπορούσαμε για σένα τόσα πράξαμε
Μη μας κρατάς λοιπόν κακία Συχνά
η ανάγκη δυστυχώς μας καθορίζει
Μας παρασύρουν οι κακοί καιροί
Σύμβουλοι και συνθήκες μάς εκτρέπουν
Άνθρωποι γαρ -
μα εσύ μην αμφιβάλλεις
Με θλίψη φίλε σ' αποχαιρετούμε
Με θλίψη και παραδοχή
και γεύση ματαιότητας στα χείλη
Καλό ταξίδι στο Υπερούσιο Φως
- εκεί που σβήνουν όσα
τώρα
λάμπουν.


Η ΑΠΡΟΣΜΕΝΗ

Όμως
ποια να 'σαι Εσύ που αιφνιδιάζεις
με τόση λάμψη τόση μουσική
το σκυθρωπό βασίλειο της σιωπής μου;
Που χείμαρρος φωτός εισβάλλεις ξάφνου
σ' αυτά τα ειρηνικά σκιόφωτα όπου
χρόνια και χρόνια τώρα συντηρώ
τις λιγοστές αναιμικές μου μνήμες;
Μ' αυτή την εκτυφλωτική ομορφιά; Μ' αυτή
την εκκωφαντική σου παρουσία;
Τι ανακαλεί το βλέμμα σου στη μνήμη;
Κι αυτό το αστραφτερό χαμόγελό σου
-σαν άξαφνη αστραπή σε μαύρο φόντο-
ποιο ανέφικτο υπαινίσσεται και ποιες
ακτές πέραν του χρόνου προφητεύει;

Στο φρύδι του γκρεμού με καρτερείς
και με χαμόγελο ήρεμο μου γνέφεις
ανύπαρκτα φτερά να εμπιστευθώ
παγιδευμένες πτήσεις να τολμήσω


ΤΟ ΡΟΠΤΡΟ

Τέλος
χτυπώ το ρόπτρο
λαχταρώντας
μια φιλική ματιά
μια χειραψία

Όμως
κανείς δεν έρχεται ν' ανοίξει

Και ποιος να 'ρθεί και τι
ν' ανοίξει τάχα;

Πίσω απ' το ρόπτρο δεν
υπάρχει θύρα
σπίτι κατοικημένο δεν
υπάρχει

Το ρόπτρο
αιωρείται
στο κενό

ανώφελα
χωρίς προορισμό
σαν σκιάχτρο σε καμένο περιβόλι

Τίποτα δεν επιφυλλάσσει πια
Τίποτα δεν υπόσχεται στον ξένο.


ΔΟΥΛΤΣΙΝΕΑ

Έρχομαι από τα βάθη των καιρών
απ' τους βυθούς ενός χαμένου κόσμου
ματαιωμένος εξερευνητής
ιππότης νικητής
ανεμομύλων

Έρχομαι
σέρνοντας τα πολύχρωμα κουρέλια μου
φορώντας
τα επινικελωμένα μου παράσημα
και πάνω στο κεφάλι μου
- κορώνα
και δόξα των ονείρων της ζωής μου-
την άχρηστη λεκάνη του μπαρμπέρη

Έρχομαι τσακισμένος οδοιπόρος
γονυπετής μπροστά στο θαύμα της αγάπης σου
φώτισε με το βλέμμα σου τα σκοτεινά τοπία μου
ρίξε τα χέρια σου γεφύρια στο αχανές μου
βοήθησέ με πάλι να υψωθώ
μέσ' απ' τη δίψα των ψυχών
και το πανάρχαιο ρίγος των σωμάτων


ΟΚΤΩ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΑΪΚΟΥ

Φύλλο σαλεύει
μια στάλα φως κυλάει
πάνω στην πέτρα.

*

Λευκό λουλούδι
Μια μέλισσα πλησιάζει
Ανατριχίλα

*

Μικρό σπουργίτι
ραμφίζει το χορτάρι
κι ας ψιλοβρέχει

*

Άδειο λιμάνι
Ένα χλωμό φεγγάρι
και μια βαρκούλα

*

Μια πεταλούδα
σ' ενός μωρού παλάμη
καθώς κοιμάται

*

Γλάροι στο μώλο
κι ανάμεσά τους μόνη
μια δεκοχτούρα

*

 Καϋμένα δέντρα
Άγριος αγέρας πάλι
τα μαστιγώνει

*

Νύχτα και κρύο
Σ' ένα μικρό κουρέλι
κοιμάται ο σκύλος
Related Posts with Thumbnails