© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2010

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή, ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΤΑΜΕΙΑΚΗ ΜΗΧΑΝΗ (διήγημα)

Τις απόκριες αποφάσισα να μασκαρευτώ. Θα γινόταν και η εκδήλωση των Φιλοπροόδων και φυσικά κανείς δεν έπρεπε να λείψει. Από μέρες προετοιμάστηκα και κανόνισα ακόμη και το τραπέζι που θα με φιλοξενούσε τη μεγάλη βραδιά. Το μόνο που με απασχολούσε ήταν η στολή. Τι να ντυνόμουνα; Είχα ήδη αποκλείσει τις παλαιότερες εμφανίσεις μου. Άλλωστε δεν μου έκανε τίποτα. Πάχυνα τον τελευταίο χρόνο και ακόμη και η στολή του κλόουν που είχε περιθώρια μέσης μού έμπαινε με ζόρι. Ήμουνα σε δεινή κατάσταση. Έπρεπε να διαλέξω προσωπικότητα έξω από τετριμμένα και μακριά από κοινοτυπίες. Κάτι που να υποδηλοί νόημα και να κλείνει το μάτι σε όλα τα κακώς κείμενα της εποχής. Να γίνω το σύμβολο των φετινών αποκριών και να παραλάβω το βραβείο από τα χέρια του ίδιου του Δημάρχου. Κάτι συγκεκριμένο όμως δεν μου έβγαινε με τίποτα. Μπροστά στο χάλι της γελοιοποίησης αποφάσισα να συγκεντρώσω τη σκέψη μου.

Έπρεπε να γίνω ο καρνάβαλος της χρονιάς και σαν τέτοιος αποκλείεται να παρουσιαστώ σαν γελαδάρης της δύσης, πρίγκιπας ή Ρωμαίος στρατιώτης. Φυσικά άγγελος, δαίμονας ή παπάς δεν μου το επέτρεπε η συνείδησή μου. Φυλακισμένος ήταν τόσο αποτρόπαιο, ειδικά μετά τις εκμυστηρεύσεις του φίλου μου του Φωτεινού, που έμεινε κάμποσο στο σωφρονιστήριο της Αθήνας. Να ντυνόμουνα ιπτάμενο αντικείμενο; Απαιτούσε δύσκολο και ακριβό εξοπλισμό και τα χρήματα που είχα δεν το επέτρεπαν. Δημοσιογράφος ήταν κάτι προκλητικό μα ταυτόχρονα έπρεπε να μεταφέρω συνέχεια εκείνο το μαρκούτσι και να παίρνω ασταμάτητα συνεντεύξεις από τους άλλους. Άσε που κινδύνευα από τους κουκουλοφόρους της βραδιάς, που υπέθετα ότι θα ήταν αρκετοί. Να ντυθώ αστυνόμος; Μπα, τραγωδία, σκέφτηκα. Πού να κουβαλάω ασπίδα και ρόπαλο και να φοβάμαι να εκτεθώ σε δημόσια θέα. Επιπλέον θα έπρεπε να ανταποδίδω, τουλάχιστον για να είμαι πειστικός, κάθε τι που θα μου πετούσαν. Να ντυθώ Εβραίος, Άραβας ή μαύρος; Αποκλείεται. Πρώτον δεν είμαι ρατσιστής και δεύτερον στην εποχή μας τίποτα από τα παραπάνω δεν βγάζει γέλιο. Τα δύο πρώτα σφάζονται μεταξύ τους και το τρίτο διοικεί τον πλανήτη. Τι να ντυθώ επομένως; Πόλεμος ή αιτία πολέμου; Επίσης ψηλός δεν είμαι, ούτε γυμνασμένος και προπάντων δε λέω με ρητορικό τρόπο απίθανα πράγματα. Άσε που έχω αλλεργία στο κάρβουνο που έπρεπε να βάλω στο πρόσωπό μου. Τι να υποκριθώ λοιπόν; Ότι θα αλλάξω τον κόσμο και να κρύβω το μαστίγιο κάτω από το κουστούμι μου όλο το βράδυ; Εκτός από επώδυνο θα ήταν και επικίνδυνο. Κάτι ο ιδρώτας, κάτι η ανατομία του πράγματος… Ανατρίχιαζα με την πιθανότητα. Να ντυθώ χρηματιστήριο, σκέφτηκα. Υπήρχε όμως ο φόβος κάποια στιγμή να βρεθώ γυμνός από την κατρακύλα που έπρεπε να έχουν τα ρούχα μου. Όσες τιράντες και να έβαζα η πτώση τους θα ήταν σίγουρη. Να ντυθώ πιστωτική κάρτα! Έλαμψε μέσα μου η ιδέα. Ποιος όμως θα γελούσε με την παρουσία μου; Κανένας δεν θα ήθελε να κάτσει δίπλα μου και ίσως κάποιος πιωμένος μπορεί να μου ριχνόταν με μίσος για να με σκίσει. Δεν ήμουνα για τέτοια. Θα ντυθώ στεγαστικό δάνειο! Αναφώνησα. Θα βάλω μια στέγη από χαρτόνι στο κεφάλι μου, φόρμα εργοταξίου, γαλότσες και θα κρατάω ένα μάτσο επιταγές με την φωτογραφία των κληρονόμων μου επάνω τους. Χρειάζομαι όμως και παρτενέρ. Να κάνει τον τραπεζιτικό υπάλληλο και να κρατάει χειροπέδες. Άντε να τον βρεις, είπα και απογοητεύτηκα. Θα ντυθώ μαγαζί, κατέληξα. Δεν θα έχει γούστο όμως. Όλη η στολή δύο χαρτόνια περασμένα με σκοινί από το κεφάλι. Εκπτώσεις και διάλυση. Μπα, θα φορέσω στολή πρωθυπουργού. Είναι λίγο κοινοτυπία αλλά έχει εκείνη τη μάσκα που σε τρελαίνει. Κάτι μεταξύ ούφο και ξένου τουρίστα. Θα είναι όμως και πολιτικοί στην εκδήλωση. Φαντάσου κάποιος από αυτούς να μου κάνει υπόκλιση. Δεν θα το αντέξω. Σχέσεις με μασκαράδες περιωπής δεν είχα ποτέ. Ίσως γιατί κατά βάση πάντοτε φοβόμουνα τις μπούλες.

Ήμουνα σε αδιέξοδο. Τίποτα δεν μου έκανε και τίποτα δεν μπορούσε να ικανοποιήσει την επιθυμία μου. Έψαχνα ανέλπιδα για κάτι ιδιαίτερο και πετυχημένο. Τι όμως; Βοήθεια δεν είχα από κανένα για τον απλούστατο λόγο ότι κανείς δεν μαρτυρούσε από πριν την ιδέα του και επίσης κανένας δεν κουβέντιαζε τέτοιο σπουδαίο γεγονός στο παραπέντε της προετοιμασίας. Κινδύνευα να μην παραστώ όταν δέχθηκα το τηλεφώνημα της ξαδέλφης μου της Ασπασίας.

Να ντυθείς ΑΤΜ, μου είπε και μάλλον γέλαγε και μετά το τέλος της συνδιάλεξης. Όλοι θα θέλουν να σε πλησιάσουν. Λίγοι θα τα καταφέρουν και ακόμη πιο λίγοι θα τολμήσουν να κάνουν ανάληψη. Ακόμη και τότε, με την ένδειξη πρόβλημα στο μηχάνημα, επιστρέφεις την κάρτα και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Στην έσχατη πλαστική κάρτα σου δίνουν, τα χρήματα της μονόπολης τους επιστρέφεις. Μην το σκέφτεσαι, θα είσαι το σύμβολο της γιορτής.

Ενθουσιάστηκα με την υπόδειξη. Το πρόβλημα ήταν πώς να φτιάξω την στολή. Δεν είχα περιθώρια χρόνου και έτσι βρέθηκα να πίνω πορτοκαλάδα έξω από μια μεγάλη τράπεζα. Περιεργάστηκα το μηχάνημα, σχεδίασα πρόχειρα τη στολή και γύρισα στην αποθήκη μου για τα περαιτέρω. Πράγματι είχα όλα τα υλικά. Πάντοτε φύλαγα σκουπίδια με την υπόθεση ότι ίσως κάποτε τα χρειαστώ. Και είχα δίκιο. Πίσω από το ντεπόζιτο με το λάδι βρήκα το τεράστιο κουτί από το ψυγείο που είχαμε αγοράσει πρόσφατα. Το πήρα, το άνοιξα και το χάζευα με περίσκεψη. Του κόλλησα μια οθόνη, ένα πληκτρολόγιο, άνοιξα μια σχισμή για τις κάρτες και άλλη μια ψηλά για να βλέπω. Επίσης δύο τρύπες για τα χέρια μου που αποφάσισα να τα επενδύσω με μαύρο πανί ίδιο με αυτό που είχαν παλιά οι υπάλληλοι για να μην τους τρίβονται τα μανίκια. Θα φόραγα και γάντια γυναικεία ώστε να υπάρχει τόνος γοητείας αλλά και κανείς να μην καταλάβει το φύλο μου. Επιτέλους ήμουν έτοιμος. Συνεννοήθηκα και με τον γείτονα να με πάει με το αγροτικό ώστε να μην ταλαιπωρηθώ και με την προϋπόθεση ότι δεν θα με προδώσει.

Η γιορτή άρχιζε στις δέκα. Περίμενα περίπου μια ώρα και αφού υπέθεσα ότι ο κόσμος θα έχει γεμίσει το μαγαζί φορτώθηκα στην καρότσα και με οδηγό έναν κοινότυπο καουμπόι βρέθηκα υπό τους ήχους κλαρίνων και βιολιών. Με άνεση στάθηκα μπροστά από μια κολόνα ώστε να μην ενοχλώ και φυσικά να μην κινδυνεύω να τσαλαπατηθώ από κανέναν. Είχα προνοήσει και είχα κάτω από την αμφίεση και μια καρέκλα σπαστή από αυτές που παίρνει κανείς μαζί του στο ψάρεμα. Καθόμουν λοιπόν και ψάρευα πελάτες. Έρχονταν παρέες και με πείραζαν. Συνήθως τους ευχαριστούσα με χειραψία μετά την είσοδο και έξοδο της κάρτας τους στην υποδοχή μου. Κάποιοι όμως με κλωτσούσαν και άλλοι με έφτυναν ενώ ορισμένοι μου έλεγαν τον πόνο τους. Εγώ, βράχος δεν έβγαζα λέξη για να μην προδοθώ. Ακόμη και όταν ένας πιωμένος ναύτης μού πρότεινε να βάλει την κάρτα του στην οπή μου με πονηρά χαμόγελα. Προτίμησα όμως να του δείξω τα πέντε μου δάχτυλα ως απάντηση και λίγο έλειψε να παρεξηγηθούμε. Κάποιος ψύχραιμος τού εξήγησε ότι είμαι μόνο ένα ΑΤΜ και μάλιστα απροστάτευτο στην μέση του πουθενά. Ηρέμησε και συνέχισε να χορεύει τσάμικο. Ένας αστυφύλακας ήρθε και ακούμπησε πάνω μου για προστασία. Ένιωσα ήρεμος. Δεν είναι και λίγο να σε αγγίζει η δημόσια ασφάλεια. Τι το 'θελε όμως. Τα κουτάκια της μπύρας που δέχθηκα μέχρι να φύγει ο τύπος δεν μετριώνται. Τα απέφευγε και κρυβόταν προς στιγμήν πίσω μου. Μετά έβγαζε το κεφάλι, έβριζε και ανταπέδιδε τα βόλια. Απέναντι μια παρέα με σπανιόλες χόρευε τρελά και παρέσυρε και τον αστυνόμο μου. Οι μισές ήταν έγκριτοι πολίτες της πόλης και προφανώς ξέδιναν κάτω από τις μάσκες τους. Τι κέφι! Όλο το μαγαζί στον αέρα. Ο δήμαρχος ντυμένος Ομπάμα έβγαζε λόγο και δίπλα του ο αντιδήμαρχος ντυμένος με ένα σεντόνι και κρατώντας ένα φλεγόμενο, δήθεν, σταυρό το έπαιζε οπαδός του. Δίπλα γνωστός κρεοπώλης ντυμένος αρνάκι βέλαζε και ο πρόεδρος του κυνηγετικού συλλόγου, ντυμένος κοκκινοσκουφίτσα έτρεχε να τον πιάσει. Η κυρία Μαρίκα, επώνυμη της ενορίας μας είχε ντυθεί τροτέζα και ο κύριος Σάκης ο μανάβης αμερικάνος πεζοναύτης την ρωτούσε μάλλον για την τιμή. Η κυρία Νίτσα, γνωστή για την ελευθεριότητά της, είχε ντυθεί κατηχητόπουλο και μοίραζε την «Φωνή Κυρίου» και ο Κυριάκος, γνωστός αντιεξουσιαστής της περιφέρειας, παπάς. Με την διαφορά ότι αντί για λιβανιστήρι κρατούσε μια μπουκάλα με ένα στουπί.

Γύρω στη μία η μουσική σταμάτησε. Η πρόεδρος του Συλλόγου Φιλοπροόδων, ντυμένη τσολιάς ανέβηκε στο πάλκο. Ήταν η ώρα για τις βραβεύσεις. Στα ουρητήρια συνωστίστηκε κόσμος πολύς. Η ουρά έφτανε μέχρι τη σάλα. Βρήκα την ευκαιρία λοιπόν και κινήθηκα με προσοχή προς τα εμπρός. Βρέθηκα στην πρώτη σειρά του ακροατηρίου. Πράγματι άξιζε τον κόπο η κίνηση. Είχα την εποπτεία και σε γωνιές που μέχρι τότε δεν μπορούσα να ελέγξω. Ο γραμματέας του συλλόγου ντυμένος παπάκι άνοιξε τον φάκελο και άρχισε να διαβάζει τις βραβεύσεις. Φωνές, χειροκροτήματα, φελλοί από σαμπάνια να πετάγονται στον αέρα. Βρισκόμουνα στο κέντρο της προσοχής. Είχα πάρει το πρώτο βραβείο. Ήμουνα ο καρνάβαλος της χρονιάς. «Στον ΑΤΜ, το σύμβολο της εποχής», όπως τόνισε ο γραμματέας. Έβαλα τα κλάματα και κόντεψε να χαλάσει το χαρτόκουτο από την υγρασία. Ευτυχώς κανείς δεν το υποψιάστηκε και όλοι συνέχισαν με κέφι να επαινούν την επιτυχή αμφίεσή μου.


«Βγάλε την κούτα. Ωεο, βγάλε την κούτα ...», φώναζε ρυθμικά ο κόσμος και νομίζω ότι κανείς δεν μπορούσε να του χαλάσει το κέφι. Απέναντί μου ο δήμαρχος Ομπάμα ετοιμαζόταν να μου παραδώσει το βραβείο. Προσεκτικά λοιπόν έβγαλα την αμφίεση. Πρώτα απεγκλώβισα τα χέρια και ύστερα με μια κίνηση δύο παρευρισκόμενοι, ο ένας Κινέζος και ο άλλος Πούτιν με ξεσκέπασαν. Με ένα χαμόγελο όλο περηφάνια, απελευθερωμένος από την αφόρητη ζέστη κοιτούσα το πλήθος. Μα αντί για αποθέωση έβλεπα πρόσωπα τεντωμένα και μάτια κόκκινα να με κοιτούν με έκπληξη. Το μάτι μου πήγε στον καθρέφτη απέναντι. Ω, Θεέ μου! Ήμουν σχεδόν γυμνός. Στην φούρια μου είχα ξεχάσει την πιθανότητα της επιτυχίας και τα παρεπόμενά της. Για να μην σκάσω είχα φορέσει μόνο το κάτω εσώρουχό μου που έκρυβε αχνά τη φύση μου. Το σύμβολο ήταν γυμνό και 'γώ κατακόκκινος από ντροπή. Πρόλαβα και κρύφτηκα κάτω από την μπέρτα του φίλου μου του Ζορό και τρέχοντας γλίτωσα το κάψιμο που επιβάλλει το έθιμο για τον καρνάβαλο.

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: Η ΚΡΙΣΙΣ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΑΞΙΩΝ ΕΙΣ ΤΑΣ ΗΜΕΡΑΣ ΜΑΣ

[Ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου σε επίσημο Δείπνο του Ελληνοβρετανικού Επιμελητηρίου. Αθήνα, 5 Φεβρουαρίου 2010. Η φωτό είναι του Νικολάου Μαγγίνα.]

Αγαπητέ κύριε Πρόεδρε,
Αγαπητά μέλη και φίλοι του Ελληνοβρεταννικού Εμπορικού Επιμελητηρίου,
Εκλεκτοί συνδαιτυμόνες,

Μετά χαράς ανταποκρινόμενοι εις την ευγενή πρόσκλησίν σας, παρακαθήμεθα απόψε μαζί σας εις το δείπνον τούτο, το οποίον είχετε την καλωσύνην να διοργανώσετε προς τιμήν ημών. Η παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχου είναι εν ταυτώ και ευλογία του Επιμελητηρίου σας, με την ευκαιρίαν της συμπληρώσεως 65 ετών από της ιδρύσεως αυτού.

Ευχόμεθα δε και να τα εκατοστήση -και όχι μόνον- με πλουσιόκαρπον δημιουργικόν έργον!

Γνωρίζομεν ότι κατά την διαρρεύσασαν εξηκονταπενταετίαν το Επιμελητήριόν σας έχει συμβάλει μεγάλως, όχι μόνον εις την ανάπτυξιν του εμπορίου μεταξύ Ελλάδος και Ηνωμένου Βασιλείου και την οικονομικήν συνεργασίαν των, αλλά και εις την περαιτέρω σύσφιγξιν των κατά παράδοσιν φιλικών σχέσεων των δύο Χωρών και των λαών των. Δεν περιορίζεσθε εις τον Κερδώον Ερμήν, αλλ’ εναγκαλίζεσθε και τον Λόγιον, και, πολύ περισσότερον, καλλιεργείτε την αμοιβαίαν εμπιστοσύνην και αλληλοβοήθειαν, επ’ αγαθώ αμφοτέρων των λαών. Άλλωστε, τας σημαίας αμφοτέρων των Χωρών κοσμεί ο Τίμιος Σταυρός του Χριστού, το αιώνιον αυτό σύμβολον της αγάπης, της καταλλαγής και της ενώσεως των διεστώτων. Σας συγχαίρομεν, λοιπόν, θερμότατα δια τα μέχρι σήμερον επιτεύγματά σας και ευχόμεθα και εις το μέλλον «περισσεύειν μάλλον» εις παν έργον αγαθόν και θεάρεστον˙ και να ανάγεσθε ολονέν και περισσότερον εκ των εμπορικο-οικονομικών σχέσεων και συναλλαγών εις τας πνευματικάς και συντελεστικάς της καλλιεργείας του έσω ανθρώπου, το οποίον περισσότερον από ποτέ καθίσταται αναγκαίον εις την εξαιρετικώς δύσκολον εποχήν, εις την οποίαν έχει εισέλθει η ανθρωπότης.

Εζητήσατε να σας απευθύνωμεν λόγον, κατά την διάρκειαν του δείπνου τούτου. Και βεβαίως από ένα εκκλησιαστικόν ηγέτην δεν αναμένετε να σας ομιλήση περί εμπορικών και οικονομικών ζητημάτων με την αυθεντίαν και άνεσιν του ειδήμονος και επαΐοντος. Ασφαλώς όμως αναμένετε να ακούσετε λόγον, σχετικόν μεν προς το άμεσον αντικείμενον του Οργανισμού σας, εξ άλλης όμως επόψεως και από πλέον πνευματικής περιωπής. Τοιουτοτρόπως κατανοούντες το πράγμα εσκέφθημεν να απασχολήσωμεν δι’ ολίγων την αγάπην σας, με το θέμα: «Η Κρίσις των Πνευματικών και Οικονομικών Αξιών εις τας Ημέρας μας».

Εις την «μετανεωτερικήν» εποχήν, εις την οποίαν έχομεν εισέλθει, αι παραδοσιακαί πνευματικαί αξίαι του Χριστιανικού κόσμου, εις τον οποίον ανήκει τόσον η Ελλάς όσον και το Ηνωμένον Βασίλειον, έχουν παύσει προ πολλού να θεωρούνται αυτονόητοι. Παλαιότερον εδίδετο στοιχειώδης, τουλάχιστον, προσοχή εις την υπογράμμισιν του Ευαγγελιστού Ιωάννου ότι «παν το εν τω κόσμω, η επιθυμία της σαρκός και η επιθυμία των οφθαλμών και η αλαζονεία του βίου, ουκ έστιν εκ του Πατρός, αλλ’ εκ του κόσμου εστί. Και ο κόσμος παράγεται και η επιθυμία αυτού» (Α Ἰω. 2, 16), και εξετιμάτο η ολιγάρκεια, η εγκράτεια, η σωφροσύνη, η αποφυγή της απληστίας, της υπερβολής και της επιδείξεως. Επεκράτει φρόνημα ταπεινόν, αγαπητικόν, μεταδοτικόν, ευεργετικόν, φιλάνθρωπον, απέρπερον! Όμως, ο κατακλυσμός των Μέσων Γενικής Ενημερώσεως, εις τον τομέα της ψυχαγωγίας κυρίως, συστηματικώς και επιμόνως από του παρελθόντος αιώνος προβάλλει –και εν πολλοίς επιβάλλει!- ένα πρότυπον βίου, το οποίον μακράν απέχει από εκείνο το οποίον προβάλλει το Ευαγγέλιον και ενεστερνίσθησαν και εβίωσαν επί αιώνας οι πατέρες μας. Ο προβαλλόμενος σήμερον ανθρώπινος τύπος είναι ο εγωκεντρικός εκείνος που διαθέτει και επιδεικνύει, και δη και προκλητικώς, εύκολον πλούτον και ικανόν να του ικανοποιήση κάθε επιθυμίαν, να εξαγοράση δι’ αυτού τα πάντα, από συνειδήσεις μέχρι πολιτικήν δύναμιν και εξουσίαν, που διαθέτει νεανικόν σφρίγος και αλκήν, σιδηράν υγιείαν, ελευθερίαν ανεμπόδιστον μέχρις ασυδοσίας, δια να απολαύση όσα η αχαλίνωτος σαρξ επιθυμεί. Προς επιτυχίαν αυτών αι ηθικαί αναστολαί ευκόλως υποχωρούν, η αξία του προσώπου του συνανθρώπου μηδενίζεται μέχρις ηθικής η και φυσικής ακόμη εξοντώσεώς του, το περιβάλλον υφίσταται βιαίαν κατάχρησιν και περιφρονείται κ.ο.κ. Βεβαίως πρόκειται όχι απλώς περί οικτράς φρεναπάτης, αλλά περί «ύβρεως», με την αρχαιοελληνικήν φιλοσοφικήν της λέξεως έννοιαν, την οποίαν, κατά τον πολύν Ηράκλειτον είναι μεγαλυτέρα ανάγκη να σπεύσωμεν να κατασβέσωμεν, παρά την πυρκαϊάν: «Ύβριν χρη σβεννύναι μάλλον, η πυρκαϊήν»!

Διότι και ο πλούτος είναι συνήθως αβέβαιος, και η νεότης είναι προσωρινή, και η υγιεία επισφαλής, και ο συνάνθρωπος από πάσης πλευράς υπολογίσιμος, ανεξαρτήτως του εάν τον βλέπη κανείς ως «χαράν» του (υπό το φως της χριστιανικής αγάπης), η ως απειλήν και «κόλασίν» του (κατά τον άθεον φιλόσοφον), η και απλώς ως οχληρόν η αδιάφορον συνυπάρχον ον, (κατά το υπόδειγμα του πλουσίου του Ευαγγελίου με τον πτωχόν Λάζαρον). Και επί πάσι τούτοις, ο θάνατος αργά η γρήγορα θα επέλθη, με δημοκρατικήν ισονομίαν! Παρά ταύτα, ο «άφρων πλούσιος» του Ευαγγελίου, ο πλεονέκτης, ο εγωκεντρικός, ο άφιλος, ο λιθοκάρδιος, έχει καταστή, πρωτοστατούσης της Εβδόμης Τέχνης, το ίνδαλμα των ημερών μας, με αποτέλεσμα, εξαιρέσει μικράς φιλοσόφου και θεοφιλούς μειοψηφίας, οι σύγχρονοι άνθρωποι να χωρίζωνται εις δύο κατηγορίας: Εις τους «υβριστάς», οι οποίοι έχουν επιτύχει την κινηματογραφικήν αυτήν χίμαιραν, όπως δι’ ολίγων την περιεγράψαμε, και εις τους μανιωδώς επιθυμούντας να καταστούν και αυτοί εξ ίσου υβρισταί, αδιαφορούντες συνήθως δια τα μέσα η τας συνεπείας. Και καθώς «εν τω υπερηφανεύεσθαι τον ασεβή εμπυρίζεται ο πτωχός» (Ψαλμ. 9, 23), η «ύβρις» και η «πύρωσις» δημιουργούν ένα φαύλον κύκλον, ο οποίος παράγει μόνον δυστυχίαν και δάκρυα και μίσος και απογοητεύσεις!

Με εξαίρεσιν, λοιπόν, τους ολίγους, οι οποίοι, εχόμενοι στερρώς των χριστιανικών αξιών, φεύγουν τας μαγγανείας της νέας Κίρκης, και, είτε έχουν οικονομικήν άνεσιν είτε όχι, ζουν και συμπεριφέρονται θεοκεντρικώς, χρησιμοποιούντες ευεργετικώς και φιλανθρωπικώς τον καλώς κτηθέντα πλούτον των οι μεν, αξιοπρεπώς και αγογγύστως αντιπαλαίοντες την έντιμον πενίαν των, οι δε, οι άλλοι, οι πολλοί, κτίζουν τρόπον τινά ένα νέον Πύργον της Βαβέλ, ο οποίος έχει ποικιλίαν ονομάτων: χρηματιστηριακούς ακροβατισμούς, καταδολίευσιν ξένου η δημοσίου πλούτου, ασυλογίστους υπερδανεισμούς, τοκογλυφίας, εγκλήματα, ανθρωποκτονίας κ.ο.κ., αλλά, θάττον η βράδιον, κατ’ αδήριτον νομοτέλειαν, ο πύργος αυτός θα καταρρεύση! Και η κατάρρευσις έχει αρχίσει με την διαβόητον «κρίσιν», η οποία ενέσκηψεν ιδίως από του παρελθόντος έτους και ταλανίζει πλέον δεινώς την παγκόσμιον κοινότητα. Την ωνόμασαν «οικονομικήν κρίσιν», «χρηματιστηριακήν κρίσιν» κ.λπ. Ανεζητήθησαν οι υπεύθυνοι αυτής εις τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, επεσημάνθησαν οι λεγόμενοι «golden boys», εκατηγορήθησαν κυβερνητικοί αξιωματούχοι και άλλοι, οι οποίοι και εδέχθησαν επί της κεφαλής των την αγανάκτησιν και κατακραυγήν της θλιβεράς στρατειάς των νεοανέργων, των νεοπτώχων, όλων εκείνων οι οποίοι είδον αιφνιδίως να καταρρέη εις σωρόν ερειπίων η ζωή των, η αξιοπρέπειά των, τα όνειρά των, ενδεχομένως και η οικογένειά των! Πολλαί δε μέθοδοι δοκιμάζονται και πολλά μέτρα λαμβάνονται υπό των κρατικών κυβερνήσεων και των διακρατικών οργανισμών δια την επούλωσιν της φοβεράς παγκοσμίου πληγής. Φοβούμεθα όμως ότι θα παραμείνουν ατελέσφορα, ή θα έχουν προσωρινήν μόνον επιτυχίαν, εφ’ όσον αγνοείται και αφήνεται ανέπαφος η ρίζα και αιτία του κακού, η οποία ευρίσκεται, ως εκ των προλεχθέντων αντιλαμβάνεσθε, πολύ βαθύτερα.

Η λέξις «κρίσις», αγαπητοί παρόντες, εις την ωραίαν ελληνικήν γλώσσαν μας έχει και την έννοιαν της δίκης. Με αυτήν την έννοιαν την συναντώμεν κατ’ επανάληψιν εις την Αγίαν Γραφήν: «Δια τούτο ουκ αναστήσονται ασεβείς εν κρίσει» (Ψαλμ. 1, 5) – «Την κρίσιν πάσαν δέδωκε τω Υιώ» (Ιωάν. 5, 22) – «Νυν κρίσις εστί του κόσμου τούτου» (Ιωάν. 12, 31) κ.λπ. Μέχρι προσφάτως, όταν ενέσκηπτε μία μεγάλη κοινή συμφορά, οι Χριστιανοί συνήθιζον να λέγουν: «Θεία δίκη»!, υπονοούντες ότι ελειτούργει η παιδαγωγική ράβδος του Θεού, εξ αιτίας του πλεονασμού της αμαρτίας και της αποστασίας! Το έλεγον εις περιπτώσεις πολέμων, σεισμών, θεομηνιών, ξηρασίας, πλημμύρας, επιδημίας φοβερών ασθενειών κ.τ.τ. Σήμερον ομιλούμεν μόνον περί «κρίσεων». «Κρίσις» εις τας σχέσεις της α χώρας με την β , «κρίσις» εις τας σχέσεις των κοινωνικών τάξεων, «κρίσις» εις την πολιτικήν, «κρίσις» εις την οικονομίαν κ.ο.κ. Διερωτώμεθα με την απλότητα και την αφελότητα της καρδίας ενός μέσου πιστού: -Μήπως και εν προκειμένω πρόκειται απλώς περί «Θείας δίκης»; Μήπως ηνέχθη ο Θεός την μεγάλην αυτήν συμφοράν δια να αφυπνισθώμεν από τον θανατηφόρον λήθαργον της αμαρτωλού φαντασιώσεώς μας; Μήπως εις την «μοντέρναν» αμαρτίαν της συγχρόνου «ύβρεως» χάριν του «μοντέρνου» ειδώλου του ευδαιμονισμού, εχρησιμοποίησεν η αγάπη Του «μοντέρνα» μέσα παιδαγωγίας, επιτρέψασα την κατάρρευσιν των τραπεζών, των χρηματιστηρίων, της παγκοσμίου αγοράς; Εκείνος, ο Οποίος κάποτε εισήλθεν εις τον Ναόν των Ιεροσολύμων και «εξέβαλε πάντας τους πωλούντας και αγοράζοντας εν τω Ιερώ, και τας τραπέζας των κολλυβιστών κατέστρεψε» (Ματθ. 21, 12), μήπως εισήλθε και εις το «ιερόν του χρήματος» και ανέτρεψεν αιφνιδίως τα είδωλα των οικονομικών βεβαιοτήτων, δια να έλθωμεν εις εαυτούς, να κάμωμεν μίαν νέαν ιεράρχησιν αξιών και προτεραιοτήτων εις την ζωήν μας; Δια να ενθυμηθούμε την ευλογημένην λιτότητα και ολιγάρκειαν, την οποίαν ο Ίδιος μας εδίδαξεν έργω και λόγω, δια της οποίας αφήνεται φιλανθρώπως χώρος και δια τον «πλησίον» μας; Δια να εξέλθωμεν από την κτηνωδίαν του ακράτου καταναλωτισμού, ο οποίος μετατρέπει την ανθρωπίνην κοινωνίαν εις αγέλην λύκων; (Παρενθετικώς σημειούμεν ότι ο όρος «καταναλωτική κοινωνία», όχι απλώς είναι αδόκιμος, αλλά συνιστά αντίφασιν εν τοις όροις. Ο καταναλωτισμός προϋποθέτει παμφαγικάς διαθέσεις, ενώ η κοινωνία, εγκράτειαν, λιτότητα, δόσιν, παραχώρησιν, αγάπην και θυσίαν!).

Μήπως δια να ίδωμεν το χρήμα ως «χρήμα», δηλαδή ως εργαλείον και όχι ως κτήμα, δηλ. μόνιμον απόκτημα; Ως «νόμισμα», δηλαδή κάτι το οποίον νομίζομεν ότι είναι ιδικόν μας, ενώ εις την πραγματικότητα δεν μας ανήκει, αλλ’ είμεθα απλοί διαχειρισταί του; Μήπως δια να αποδεχθώμεν την οικονομίαν όχι ως «χαμοθεόν» και μέτρον των πάντων, αλλ’ ως απλήν τακτοποίησιν των του οίκου μας (είτε κατά κυριολεξίαν, είτε της χώρας είτε του κόσμου όλου) συμφώνως προς τον Νόμον (εννοούμεν τον Νόμον του Θεού, δηλ. τον Νόμον της αγάπης); Άλλωστε, η λέξις οικονομία εκείθεν προέρχεται: οίκος + νόμος, και αυτό υπονοεί! Δια να παύσωμεν να αισθανώμεθα αυτάρκεις και ανενδεείς της χάριτός Του, και να στραφώμεν εν πίστει και εκζητήσωμεν ταπεινώς και επ’ ελπίδι τον «υπερβάλλοντα πλούτον της χάριτος αυτού εν χρηστότητι εφ’ ημάς» (Εφεσ. 2, 7) και της αγάπης Του; Ούτω διερωτώμεθα, η μάλλον αυτό ακριβώς πιστεύομεν!...

Αλλά δεν επιθυμούμεν να σας καταπονήσωμεν δια περισσοτέρων. Ηθελήσαμεν να δώσωμεν εις σοφούς αφορμήν, δια να καταστούν σοφώτεροι!.. Σας ευχαριστούμεν θερμώς δια την χαράν του δείπνου, δια τους ευγενείς λόγους της προσφωνήσεως του κ. Προέδρου, δι’ όλας τας εκδηλώσεις σεβασμού και αγάπης προς ημάς, την Συνοδείαν ημών και τον άγιον Οικουμενικόν Πατριαρχικόν Θρόνον. Αι προσευχαί της «Εκκλησίας των του Χριστού πενήτων», όπως ωνομάσθη η Αγιωτάτη Μήτηρ Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως κατά τους χρόνους των μεγάλων δοκιμασιών της, σας συνοδεύουν θερμαί. Ομοίως και η πατρική ημών ευχή και Πατριαρχική ευλογία! Σας αναμένομεν να έλθετε και εις το Φανάριον, δια να χαρώμεν την επανασυνάντησίν μας. Μέχρι τότε, συνεχίσατε να προΐστασθε φιλοτίμως καλών έργων, ως κατενώπιον Θεού, εις έπαινον του ονόματός σας και του ονόματος του Επιμελητηρίου σας. Καλήν Απόκρεω, καλήν Τεσσαρακοστήν και ευφρόσυνον άγιον Πάσχα!

Εικαστικές δημιουργίες, με αφορμή την Γκιόστρα



Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Η Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία “Giostra di Zante”, η οποία, από το 2005, έχει επαναφέρει το πανάρχαιο έθιμο των ιππικών αναμετρήσεων στο τοπικό μας Καρναβάλι, δίνοντάς του έτσι ένα ξεχωριστό, καθαρά δικό του χρώμα και προτείνοντας λύσεις ποιότητας, εκτός από το καθαυτό δρώμενο, το οποίο με ιδιαίτερη επιτυχία, κάθε περίοδο της Αποκριάς, οργανώνει, προσπαθεί παράλληλα να συνεισφέρει και στην σύγχρονη δημιουργία, είτε αυτή είναι η έρευνα, είτε η λογοτεχνία, είτε η εικαστική έκφραση.

Στα πλαίσια αυτών της των επιδιώξεων, όπως σίγουρα όλοι γνωρίζετε, κάθε χρόνο κυκλοφορεί ειδικό, καλαίσθητο και καλοτυπωμένο φυλλάδιο, στις σελίδες του οποίου υπάρχουν τα πορίσματα της αναζήτησης των πιο σημαντικών πνευματικών ανθρώπων του νησιού μας, τα οποία αφορούν την ιστορική εξέλιξη της Γκιόστρας στη Ζάκυνθο, τις ιστορικές συνθήκες που την δημιούργησαν, καθώς και τις κοινωνικές της προεκτάσεις. Η έκδοση αυτή μάλιστα δεν μοιράζεται μόνο στο τοπικό κοινό και τους επισκέπτες του νησιού, αλλά αποστέλλεται και σ’ όλες τις βιβλιοθήκες της χώρας μας, καθώς και στους πνευματικούς της ανθρώπους, αποδεικνύοντας έτσι, πως το πάλαι ποτέ «Φιόρο του Λεβάντε», εκτός από την θλιβερή του επικαιρότητα, έχει και τις καλές στιγμές της συνέχισης της μακραίωνης πνευματικής του παράδοσης και παρακαταθήκης.

Επίσης η Εταιρεία θεωρεί ιδιαίτερή της επιτυχία, που μερικοί από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους ποιητές της Ζακύνθου έχουν εμπνευστεί από τα ιππικά αυτά αγωνίσματα και την όλη τους διάσταση και τα έχουν, ο καθένας με τον τρόπο του, συμπεριλάβει στα δημιουργήματά τους. Από φέτος μάλιστα, αρχίζοντας με ανέκδοτη δουλειά του π. Παναγιώτη Καποδίστρια, θ’ αρχίσει να δημοσιεύει αυτά τα ποιήματα στο φυλλάδιό της, ενώ στην ημερίδα που διοργανώνει στα τέλη της Άνοιξης, σε συνεργασία με το Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, θα υπάρχει και σχετική ανακοίνωση, που θα γνωρίζει και θα ερευνά το θέμα, από τον δραστήριο φιλόλογο Γιώργο Φιορεντίνο.

Τέλος, κάθε χρόνο, αναθέτει σ’ έναν από τους ζωγράφους του νησιού μας την κατασκευή της καλλιτεχνικής αφίσας, που, σαν ένας άλλος κήρυκας, αναγγέλλει την εκδήλωση, σ’ έναν από τους αξιόλογους ζωγράφους του νησιού. Με τον τρόπο αυτό γνωρίζουμε το πώς ο κάθε εικαστικός καλλιτέχνης, μέσα από την ξεχωριστή, δική του ματιά, αντιμετωπίζει το θέμα και το πώς το χθες αναγεννάται στο σήμερα, με νέες εκφραστικές φόρμες, καινούργιες τεχνικές και σημερινές αντιλήψεις. Γιατί μια αναβίωση και μόνο δεν αρκεί. Απαιτείται πάντα και η προσαρμογή της στην πραγματικότητα των ημερών μας. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η συνέχεια και αποδεικνύεται η απαραίτητη επιστροφή στην δική μας, ξεχωριστή ταυτότητα.

Η φετινή αφίσα είναι έργο του ταλαντούχου και πολλά υποσχόμενου ζωγράφου και αγιογράφου Χαράλαμπου Πυλαρινού, ο οποίος με την γνωστή σε όλους μας, μετά τις επιτυχημένες και στην Ζάκυνθο εκθέσεις του, τεχνική του, με την οποία προσπαθεί να αξιοποιήσει τις διδαχές της παράδοσης και να τις προσαρμόσει στις σύγχρονες απαιτήσεις, δίνει την δική του εκδοχή για την Γκιόστρα της Ζακύνθου και έχει καταφέρει να της αποδώσει την προσωπική της, ξεχωριστή ταυτότητα.

Κυριαρχική μορφή στο έργο του, με τα παρήγορα φωτεινά του χρώματα, όπως αρμόζει στην περίπτωση, ο νικητής ιππότης, ο οποίος στην ουσία είναι και ο πρωταγωνιστής της όλης εκδήλωσης. Επάνω στο μεγαλόπρεπο άλογό του, κρατά το ακόντιο με τον κρίκο της νίκης του και το επιδεικνύει πανηγυρικά χαρούμενος στο πλήθος, που τον επευφημεί και τον θαυμάζει. Πισωκάπουλα κάθεται στο άτι του η εκλεκτή της καρδιάς του, για την οποία αγωνίστηκε και για χάρη της προσπάθησε να είναι ο πρώτος. Με τον τρόπο αυτό ο καλλιτέχνης δίνει την όλη διάσταση της ζακυνθινής Γκιόστρας, η οποία δεν ήταν μόνο επίδειξη ικανότητας και ανδρείας, αλλά συγχρόνως αποτελούσε και ένα μέσο ερωτικής έκφρασης και έναν τρόπο ουσιαστικής επαφής και επικοινωνίας των δύο φύλων, σε μια εποχή μάλιστα, που οι τζελουτζίες, που μόνο την ημέρα της Γκιόστρας αφαιριόντουσαν, κρατούσαν ακόμα φυλακισμένες στα σπίτια τους όλες τις γυναίκες και ο εκκλησιασμός τους, ακόμα και στις φαμιλιακές εκκλησίες, γινόταν στο γυναιτίκι. Το άλογο φέρει όλη του την ιπποσκευή - όπως όλοι οι στρατιωτικοί Άγιοι -και είναι ντυμένο με μια κατακόκκινη κουβέρτα, όμοια με την στολή του καβαλάρη του. Η νεανικότητα και των δύο προσώπων που το ιππεύουν δίνει υπόσχεση αναγέννησης και παρέχει ελπίδα σιγουριάς. Γιατί η Γκιόστρα πάνω απ’ όλα είναι επίδειξη εφηβικής ικανότητας και για το λόγο αυτό, πολύ πιθανόν, γιορτάζονταν πάντα την περίοδο του Καρναβαλιού, με την απαρχή της καλοκαιριάς και της Άνοιξης. Γι’ αυτό και τα τόσα ιπποτικά μυθιστορήματα, οι σχετικές κινηματογραφικές ταινίες και η ταύτιση του ιππότη με τον εραστή, ακόμα και στην εκφραστική καθημερινότητα όλων των λαών.

Το κοινό που παρακολουθεί τα τεκταινόμενα είναι οι καθαρά ζακυνθινοί πολίτες, όπως τους γνωρίσαμε πριν την πρόσφατη αλλοίωσή τους και την ισοπέδωσή τους από τον τουρισμό, την τηλεόραση και την καθημερινή τους επαφή με την απέναντι στεριά, με την οποία επιπόλαια κάποιοι επιδιώκουν, για την επιφανειακή τους ευκολία, να ενωθούμε, σαν Περιφέρεια. Κρατούν κάτι από την επαφή τους με την μακρινή Δύση, διατηρούν συγχρόνως την ανόθευτη και αμιγή ελληνικότητά τους και μπορούν, χωρίς καμιά δυσκολία ν’ αναγνωριστούν και να διατρανώσουν την ταυτότητά τους. Συνυπάρχουν όλες οι κοινωνικές τάξεις της κάποτε «Φλωρεντίας της Ανατολής», οι Μεσαμερίτες και οι Οξωμερίτες, οι Χωραΐτες και οι Χωρικοί, οι λαϊκοί και οι κληρικοί. Χαρακτηριστικές φιγούρες: η γυναίκα με το γαλάζιο κρινολίνο, η γιαγιά με το μαγκούρι της, μια μεσόκοπη με το τσεμπέρι της, τα παιδιά με τις σημαίες τους, υποστηριχτές και οπαδοί του νικητή, οι αντρικές μορφές με τα καπέλα της τάξης τους, ένας στοργικά κοιτάζων την γυναίκα ή καλή του και ο κληρικός, που συμμετέχει στα τεκταινόμενα, όπως πάντα συνέβαινε στην παλιότερη και νεότερη ιστορία του Τζάντε, που ακόμα και ο Δεσπότης πήγαινε στους επίσημους χορούς, τους οποίους διοργάνωναν οι δύο Λέσχες, την περίοδο του Καρναβαλιού και καλλιεργημένοι ρασοφόροι έγραφαν και διοργάνωναν «Ομιλίες».

Η όλη σκηνή διεξάγεται μπροστά από το νεότερο Μουσείο του νησιού μας. Η επιλογή, βέβαια, δεν είναι καθόλου τυχαία. Και δεν είναι μόνο που εκεί άρχισε δειλά - δειλά, για να εξελιχτεί σε μεγάλο γεγονός, η αναπαράσταση της ζακυνθινής Γκιόστρας, στα πρώτα, μετασεισμικά, βήματά της, το Καρναβάλι του 2005. Η παρουσία του κτιρίου αυτού, στο εικαστικό έργο του Χαράλαμπου Πυλαρινού, αλλά και στην σημερινή πραγματικότητα, δείχνει την ιερότητα του χώρου, την ανάγκη για την γνώση της ιστορίας, καθώς και το απαραίτητο της συνέχισης, προσαρμοσμένο, βέβαια στο σήμερα και τις απαιτήσεις του. Στο Μουσείο αυτό έχουν διαφυλαχτεί, σαν κόρη οφθαλμού, όλες αυτές οι εικαστικές προσευχές και εκφράσεις, που πριν την ισοπεδωτική καταστροφή του 1953, στόλιζαν τις εκκλησίες του νησιού μας και έκαναν περήφανους τους πιστούς τους. Είναι το αντίβαρο μιας απρόσωπης και δίχως σκοπό επιτοίχιας ύβρεως και μιας αβασάνιστης και στο πόδι ευκαιριακής πανσπερμίας, που διαμορφώνει άλλες αναζητήσεις και απομακρύνει από την αισθητική καλλιέργεια.

Πάνω στην ταράτσα του Μουσείου, σαν άλλος «Βιολιστής στην στέγη», για να υπάρχουν καλλιτεχνικές συγγένειες και δεσμοί με την σημερινή δημιουργική έκφραση και τις καλές στιγμές της, ένας σαλπιγκτής συμμετέχει στα επινίκια και διαλαλεί την χαρά της γιορτής, της νίκης και του έρωτα. Διόλου τυχαία είναι στραμμένος προς την Μπόχαλη - το «Προάστιο του Μπόχαλη», είναι η πιο σωστή ονομασία - όπου διακρίνεται η εκκλησία της κάποτε Κυράς του Κάστρου, της Παναγίας της Χρυσοπηγής, με την θαυμάσια εικόνα και το εαρινά αναστάσιμο, λαοφιλές - και πάλι κάποτε - πανηγύρι της. Κάπου προς τα εκεί, ο αμετανόητος θεατής και ουσιαστικός κοινωνός του έργου, μπορεί να φανταστεί τον γειτονικό Αρίγκο, όπου σ’ αυτόν βρισκόταν το παλιό στάδιο της αρχαιοελληνικής Ζακύνθου και είναι και η απαρχή της τζαντιώτικης Γκιόστρας. Με τον τρόπο αυτό η συνέχεια υπάρχει διακριτικά και η αναβίωση στηρίζεται σε στέρεες βάσεις.

Δεν είναι τυχαίο, επίσης, που το όλο στήσιμο του έργου του Χαράλαμπου Πυλαρινού συγγενεύει με «Ομιλία», ιδίως με την τοποθέτηση των θεατών και που η όλη εικόνα θυμίζει «ξεφάντωσι των φίλων» και κάποιο σχετικό έργο του πολυτάλαντου Κ. Πορφύρη. Είναι το πέρασμα της Γκιόστρας στο λαϊκό θέατρο του νησιού και η σύνοψη των τριών ταξικών σταδίων που ακολούθησε.

Τέλος το φεγγάρι, που ρομαντικά συνυπάρχει στο δημιούργημα, δείχνει την ευαισθησία των ζακυνθίων, «άνθος παρθένων», όπως τους θέλει ο Ανδρέας Κάλβος και θυμίζει βραδιές αξέχαστες και μοναδικές, με καντάδες και καλλίφωνες προσευχές.

Το έργο αυτό είναι αναμφίβολα η κατεξοχήν απεικόνιση της ζακυνθινής Γκιόστρας. Την προβάλει, την τονίζει και την διαιωνίζει. Καυχιέται για την ύπαρξή της και την ιστορία της, χωρίς να την μακιγιάρει επίφοβα ή να την εξωραΐζει. Και αυτό αποτελεί κατόρθωμα και επιτυχία του ζωγράφου.

Η ομηρική ποίηση και οι δημο-βόροι άρχοντες (ή Ο Αχιλλέας και ο σκύλος)

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

Η αφόρητη ψυχολογική κατάσταση που μας έχουν επιβάλλει τον τελευταίο καιρό τα μέσα μαζικής προπαγάνδας, η οδυνηρή κατάσταση της οικονομίας, αλλά και η καθίζηση του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού, οδηγούν στο καταφύγιο της ποίησης. Μάλιστα κάποιοι υποστηρίζουν ότι ο Έλληνας είναι από τη φύση του ποιητής και δεν έχουν άδικο. Η κοινωνία του παραμένει θεσμικά καθηλωμένη, δεν είναι καν μια κοινωνία νεοπαγής. Δεν έχει ακόμα συγκροτηθεί και ως τέτοια είναι επιρρεπής στην ποιητική εκφραστικότητα, ως αντίβαρο και αντίτιμο της αδυναμίας παροχής θεσμικής στήριξης στα μέλη της.

Στον παγκόσμιο πολιτισμό υπάρχουν κείμενα που θεωρούνται ιερά. Χαρακτηρίζονται από τη βαρύτητα της πολιτιστικής φυσιογνωμίας ενός λαού και θα πρέπει(;) να μην αμφισβητείται η αλήθεια του περιεχομένου τους. Οι θρησκείες για παράδειγμα έχουν τις βίβλους τους (Ευαγγέλιο, Κοράνι, κλπ) και διεκδικούν για τον εαυτό τους την αποκλειστικότητα και τη μοναδικότητα της αλήθειας. Μάλιστα με τους Μωαμεθανούς τα πράγματα είναι πιο αυστηρά γιατί το Κοράνι θεωρείται ότι το έγραψε ο ίδιος ο προφήτης και δεν επιδέχεται διαφορετικής ερμηνείας, σε αντίθεση με το Χριστιανισμό που οι προσεγγίσεις μπορεί να είναι και διαφορετικές αφού γράφτηκαν από τους αποστόλους για τις ανάγκες της κατήχησης (άλλη μια διαφορά και μια δυσκολία διαλόγου Ανατολής-Δύσης). Τα αρχαία ελληνικά κείμενα της Ιλιάδας και της Οδύσσειας ή εκείνα των τραγωδιών όμως, ποτέ δε διεκδίκησαν αλήθεια και αποκλειστικότητα γιατί ήταν φορείς μύθου και όχι συμβάντων μοναδικών και ανεπανάληπτων. Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα για παράδειγμα, κατά τον Φρόυντ, στοιχειώνει κάθε ανθρώπινη συνείδηση, δεν αφορά αποκλειστικά τη συμπεριφορά του Οιδίποδα ως μοναδική και ανεπανάληπτη ζωή.

Οι αρχαίοι Έλληνες ανακάλυψαν δομές συμπεριφοράς της ανθρώπινης φύσης, δηλαδή, τρόπους αντίδρασης των ανθρώπων που μένουν αναλλοίωτοι. Δεν είναι τυχαίο ότι και ο Θουκυδίδης αντιμετώπισε την ιστορία όχι περιγράφοντας τα διάφορα γεγονότα ως μια σειρά από συμβάντα που οδηγούν σε κάποιο σκοπό, αλλά ως ένα σύνολο συμπεριφορών που αιτιολογούνται από την ανθρώπινη φύση κι επαναλαμβάνονται. Η ανθρωπότητα βέβαια έχει εξελιχθεί ώστε σήμερα να μπορεί ο άνθρωπος να κρύβει περισσότερες φορές τα αρχέγονα ένστικτά του, χωρίς πάντως να φθάσει στο σημείο να σκοτώσει και το ζώο που βρίσκεται μέσα του. Το σημερινό πολιτιστικό οικοδόμημα που στηρίζεται στο καπιταλιστικό σύστημα είναι χώρος πρόσφορος για να διοχετεύει τη φυσική του αγριότητα και γι’ αυτό είναι πάντα επικίνδυνος για ολοκληρωτική κατάρρευση.

Μέσα σ’ αυτό λοιπόν το περιβάλλον, και σε συνάφεια με τις δύσκολες καταστάσεις που βιώνουμε ως νησί και ως κράτος, τράβηξε την προσοχή μου μια μικρή φράση από την Ιλιάδα, μια φράση που μου άφησε την εντύπωση ότι συμπυκνώνει την πεμπτουσία, τη διαχρονική ουσία των προβλημάτων που διαρκώς αντιμετωπίζουμε ως Έλληνες. Η Ιλιάδα ασχολείται κυρίως με την οργίλη αντίδραση του Αχιλλέα απέναντι στον Αγαμέμνονα, όταν ο τελευταίος ζήτησε να του αρπάξει την αγαπημένη του δούλα, τη Βρισηίδα. Στο Α λοιπόν της Ιλιάδας υπάρχει η φράση αυτή, την οποία εκστομίζει ο Αχιλλέας εναντίον του Αγαμέμνονα. «δημοβόρος βασιλεύς, επεί ουτιδανοίσιν ανάσσεις» (Α 231). «Χαρά στο λαοφαγά τον άρχοντα που ορίζει τους ασήμαντους», μεταφράζει ο Καζαντζάκης. Εσύ που μένεις πίσω στη μάχη και μηχανεύεσαι κόλπα μόνο για να κλέβεις αυτούς που αγωνίζονται στην πρώτη γραμμή, συνεχίζει ο Αχιλλέας. Η κατηγορία είναι πολύ βαριά. Το «δημοβόρος» σημαίνει, υποδηλώνει αυτόν που χρησιμοποιεί το δήμο, το λαό ως βορά, σαν προσφάι, αυτόν που σαν αρπακτικό πέφτει πάνω στο δήμο, το λαό, πάνω σ΄ αυτούς που μάχονται στην πρώτη γραμμή να τους καταβροχθίσει, ώσπου να χορτάσει την ακόρεστη πείνα του. Η λέξη βορά χρησιμοποιείται για τα όρνια που ορμούν στα πτώματα ή τα σκυλιά που καταβρόχθιζαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους, ζωντανό ή νεκρό. Ο J. Redfield, στο βιβλίο του «Φύση και πολιτισμός στην Ιλιάδα» σχολιάζει: «ο Αχιλλέας αποκαλεί τον Αγαμέμνονα σκύλο επειδή ο Αγαμέμνων είναι δημοβόρος, καταβροχθίζει τη δημόσια ιδιοκτησία. Η συμπάθεια του σκύλου μπορεί να αγορασθεί με απολαύσεις, κάνει χάρες στον αφέντη του που του φέρνει λιχουδιές. «αιεί δ’ εν δαίτησι και ειλαπίνησι παρέσται» Πάντα παρευρίσκεται στα τακτικά και στα έκτακτα γεύματα. Έτσι και η μοιχαλίδα είναι μια σκύλα – η Ελένη κατ’ εξοχήν, ακόμα και όταν περιγράφει η ίδια τον εαυτό της, αλλά και η Κλυταιμνήστρα, η Αφροδίτη και οι άπιστες υπηρέτριες της Πηνελόπης» (σ. 250). Και δεν είναι η μόνη φορά που ο Αχιλλέας αποκαλεί σκύλο τον αρχηγό του στρατεύματος. Σε άλλη μια περίπτωση για παράδειγμα, στο Ι 372 – 373 λέει: «εμένα τουλάχιστον δεν θα τολμούσε, αν και είναι σκύλος, να με κοιτάξει κατά πρόσωπο».

Ο λαός αναφέρεται συχνά σε μοβόρους (αιμο-βόρους) ανθρώπους , σ' αυτούς που πίνουν το αίμα των άλλων. Είναι οι κακοί, εκείνοι τους οποίους πρέπει κανείς να αποφεύγει γιατί κινδυνεύει η ζωή του, η υπόστασή του και η εντιμότητά του. Δεν έχουν και μεγάλη διαφορά αυτές οι σύνθετες-κακόηχες λέξεις, μα ούτε και οι εποχές, ούτε δυστυχώς και οι άρχοντες. Ερήμωσαν και ερημώνουν κατά καιρούς την πατρίδα αυτοί οι άρχοντες, οι συνεργαζόμενοι με τους κακόβουλους ισχυρούς της ιδιοτέλειας. Κάτω από το μειδίαμα των υποσχέσεων και της επιτυχίας εύκολα διακρίνει κανείς τον εμπαιγμό και τα σκοτεινά σχέδια… Στη δημοκρατία των Αθηνών οι άρχοντες αναλάμβαναν τα αξιώματα με κλήρωση από τα μέλη της Εκκλησίας του Δήμου κι όποιος αδικούσε ετιμωρείτο με την ποινή του εξοστρακισμού. Σήμερα εξοστρακίζεται μόνο η ποινικοποίηση των πολιτικών και των ισχυρών συνεργατών τους. Η οικονομική και πολιτιστική μας κατάντια σε τοπικό και ελλαδικό επίπεδο έχει σεναριογραφηθεί πριν από χιλιάδες χρόνια από τον Όμηρο και θέλει πολύ ακόμη αγώνα για να απαλλαγούμε.

Ποιος άραγε έχει την ευθύνη ώστε να καταφέρουμε κάποτε να συγκροτηθούμε σε μια κοινωνία που θα είναι θεσμικά κατοχυρωμένη ώστε να είναι απόρθητη από τη δημο-βορά λαοπλάνων και λαοφάγων πολιτικών; Ευτυχώς υπάρχουν πάντα εκείνοι οι λίγοι και σημαντικοί που κρατούν γερά το πηδάλιο ώστε το σκάφος να ισορροπεί και να σιγοπλέει δίχως να συνθλίβεται και να πατώνει ανάμεσα στις Συμπληγάδες. Μπορούμε όμως έτσι να νιώθουμε ασφαλείς κι ευτυχείς;

Ζάκυνθος 1-2-2010

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

ΤΟ ΠΛΑΝΗΤΙΚΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (Μια συζήτηση του Κώστα Αξελού με τον Διονύση Φλεμοτόμο)

O KΩΣTAΣ AΞEΛOΣ γεννήθηκε στην Aθήνα το 1924 και πέθανε στο Παρίσι στις 4 Φεβρουαρίου 2010. Φοίτησε στη Nομική Σχολή του Πανεπιστημίου Aθηνών.

Kατά την Kατοχή πήρε μέρος στην Eθνική Aντίσταση και στη συνέχεια στον εμφύλιο ως οργανωτής, δημοσιογράφος και θεωρητικός του κομμουνιστικού κινήματος. Για την δράση του καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο.

Tο 1945 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, σπούδασε φιλοσοφία στη Σορβόνη και δίδαξε ως υφηγητής (1962-1973). Θεωρείται ένας από τους μεγάλους σύγχρονους φιλοσόφους και το έργο του έχει μεταφραστεί σε δεκαέξι γλώσσες.

Η τελευταία του επίσκεψη στην Αθήνα ήταν τον Μάρτιο του 2009, όταν αναγορεύθηκε διδάκτωρ Φιλοσοφίας από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Η συνέντευξη που ακολουθεί δόθηκε από τον μεγάλο Φιλόσοφο στον Ζακύνθιο ποιητή ΔΙΟΝΥΣΗ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟ (Ζάκυνθος, 7 Αυγούστου 1990) και μεταδόθηκε από το ιδιωτικό ραδιόφωνο ΕΡΖ του νησιού. Δημοσιεύτηκε απομαγνητοφωνημένη στο λογοτεχνικό Περιοδικό του Διονύση Βίτσου Περίπλους 27 (1990) 129-133. Παρακάτω μεταφέρεται σκαναρισμένη από το Περιοδικό ως ελάχιστη συμβολή στον θάνατό του. Οι σελίδες μεγεθύνονται.





Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: ΚΑΘ' ΟΔΟΝ ΠΡΟΣ ΕΝΑ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΝ




[Ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου κατά την αναγόρευσή του σε Επίτιμο Καθηγητή του Τμήματος Βιολογικών, Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας του Τ.Ε.Ι. Καλαμάτας, σήμερα το πρωί, 1 Φεβρουαρίου 2010, σε ειδική τελετή στο Αμφιθέατρο του Ιδρύματος.
Η ομιλία αυτή επέχει και θέση κηρύξεως των εργασιών του Διεθνούς Περιβαλλοντικού Συνεδρίου, με θέμα "Η προστασία του περιβάλλοντος ως πηγή αληθούς ζωής και πρόθεση της αειφόρου ανάπτυξης", το οποίο συνέρχεται αυτές τις μέρες στη μεσσηνιακή πρωτεύουσα.
Οι παραπάνω σχετικές φωτογραφίες είναι του Νικολάου Μαγγίνα.]


Ο αιών που πέρασε υπήρξε ο πιο βίαιος αιών εις την ιστορίαν της ανθρωπότητος. Ήτο περίοδος απεριγράπτου ωμότητος του ανθρώπου απέναντι εις τον συνάνθρωπον, αλλά και πρωτόγνωρης βαρβαρότητος έναντι του φυσικού περιβάλλοντος. Μετά τους δύο αιματηρούς παγκοσμίους πολέμους, διεξάγεται σήμερον, όπως εγράφη, «ένας τρίτος παγκόσμιος πόλεμος κατά της φύσεως». Πράγματι, εάν ιεραρχούσαμε τα μεγάλα παγκόσμια προβλήματα της εποχής μας, θα τοποθετούσαμε εις την πρώτην θέσιν το οικολογικόν πρόβλημα, κυριολεκτικώς ως θέμα ζωής και θανάτου. Δεν φαίνεται να έχουν άδικον εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η οικολογική κρίσις είναι «η μεγαλυτέρα κρίσις εις την ιστορικήν πορείαν της ανθρωπότητος», το απόγεον της οποίας δεν εβιώσαμεν ακόμη. Ζώμεν όμως ήδη τας σοβαράς επιπτώσεις της, την δραματικήν μείωσιν της βιοποικιλότητος, την ερήμωσιν, την καταστροφήν των δασών, την μόλυνσιν της ατμοσφαίρας και των υδάτων, τας οδυνηράς συνεπείας της κλιματικής αλλαγής, καθώς και τας κοινωνικάς και πολιτισμικάς προεκτάσεις όλων αυτών.

Εις τον αιώνα «λήθης της αμαρτωλότητος» απεκαλύφθησαν αι καταστροφικαί δυνάμεις της αμαρτίας ή της αλλοτριώσεώς μας, δηλαδή της αλαζονίας και του προμηθεϊκού τιτανισμού της ανθρωπίνης ελευθερίας, τόσον εις τας ανθρωπολογικάς και κοινωνικάς όσον και εις τας κοσμικάς διαστάσεις των. Η κοινή ρίζα όλων των μορφών της ανθρωπίνης καταστροφικότητος είναι όντως η αυτοαποθέωσις του ανθρώπου, το «σύμπλεγμα του Θεού», όπως ωνομάσθη. Εις την θέσιν του εκθρονισθέντος Θεού δεν εκάθισεν ο «διαφωτισμένος άνθρωπος», αλλά ο επηρμένος «ανθρωποθεός».

Δεν αρνούμεθα, φυσικά, ότι ο νεωτερικός άνθρωπος ήλλαξε την ιστορίαν, εδημιούργησε πολλά άξια λόγου εις τον χώρον της πολιτικής, της κοινωνίας, της οικονομίας, της παιδείας, της αντιμετωπίσεως της πείνας, της ενδείας, της ασθενείας. Δεν δυνάμεθα όμως να αποσιωπήσωμεν την «διαλεκτικήν της νεωτερικότητος» και την αμφισημίαν της προόδου, να μη αναλογισθώμεν το βαρύ τίμημα, το οποίον πληρώνει η σύγχρονος ανθρωπότης εις πολλούς τομείς και ιδίως αναφορικώς προς το φυσικόν περιβάλλον.

Δεν είναι διόλου τυχαίον ότι δια το περιβάλλον, την καταστροφήν και την προστασίαν του, λέγονται, γράφονται, συζητούνται τόσα πολλά, ότι διατυπώνονται ποικίλαι θέσεις και αντιθέσεις, εμφανίζονται βίαιαι αντεγκλίσεις και αντιπαραθέσεις. Ακόμη και σήμερον που ευρισκόμεθα εις το χείλος της αβύσσου δεν φαίνεται να συνετιζώμεθα. Μάλλον τρέφομεν αυταπάτας, η -το χειρότερον- γνωρίζομεν αλλά συνεχίζομεν ως να μη εγνωρίζαμεν, θυσιάζοντες την φύσιν εις αλλοτρίους θεούς, υποτάσσοντες την οικολογίαν εις την οικονομίαν. Η αλήθεια ότι δεν υπάρχει αληθινή πρόοδος, όταν αυτή συντελήται εις βάρος του φυσικού περιβάλλοντος, δεν φαίνεται να κινητοποιή τον ανθρώπινον νουν και την βούλησιν, δεν φαίνεται να συγκλονίζη την ψυχήν μας.

Η μεγάλη δύναμις της εποχής μας, η επιστήμη, δυστυχώς συνεχίζει να λειτουργή ως θεραπαινίς του οικονομισμού και όχι ως διάκονος του ανθρωπίνου προσώπου και του κόσμου του. Φαίνεται μάλιστα ότι αι τελευταίαι εκπληκτικαί ανακαλύψεις εις τον τομέα της Γενετικής και των Νευροεπιστημών ανεθέρμαναν την εγγενή αλαζονίαν της επιστήμης έναντι της φύσεως.

Δεν αρνούμεθα, βεβαίως, ότι η επιστημονική έρευνα και η ανάπτυξις της τεχνολογίας προάγουν νέας λύσεις και τεχνικάς αντιμετωπίσεως των πολλών προβλημάτων της σήμερον. Είναι όμως βέβαιον ότι η επιστημονικοτεχνική πρόοδος έχει συνεπείας θετικάς και αρνητικάς, ότι δημιουργεί όχι μόνον κερδισμένους αλλά και χαμένους, ότι μαζί με τα προβλήματα που επιλύει, δημιουργεί και νέα προβλήματα, τα οποία και η ιδία δυσκολεύεται να αντιμετωπίση. Δια τούτο τόσον η αποθέωσις της τεχνολογίας και της επιστήμης, όσον και η δαιμονοποίησίς των είναι στάσεις λανθασμέναι. Μέτρον της προόδου είναι και θα παραμείνη ο σεβασμός του ανθρωπίνου προσώπου.

Αδυνατούμεν να πιστεύσωμεν ότι αυτός που καταστρέφει το φυσικόν περιβάλλον, τους όρους της ανθρωπίνης ζωής, ενδιαφέρεται ειλικρινώς δια τον άνθρωπον, δια την ελευθερίαν, την πρόοδον και την ευημερίαν του. Όποιος επιδιώκει ανάπτυξιν εις βάρος του περιβάλλοντος, στρέφεται αυτομάτως και κατά του ανθρωπίνου προσώπου. Η αμαρτία κατά της φύσεως είναι αμαρτία και κατά του ανθρώπου. Είναι άρνησις της κοινωνίας και της σχέσεως, άρνησις να μοιρασθώμεν τον κόσμον με τους άλλους. Δεν υπάρχει βιώσιμος ανάπτυξις, η οποία να μη συναρτάται με τον σεβασμόν της φύσεως και του συνανθρώπου.

Είναι καιρός αι λέξεις μέτρον, όρια, σεβασμός, ευθύνη να επανεισέλθουν εις την ζωήν μας, εν όψει και του γεγονότος ότι είμεθα τεχνικώς εις θέσιν να υπερβώμεν τα όρια και τα μέτρα. Η αποδοχή ορίων και ο σεβασμός των δεν είναι αδυναμία, στάσις ασύμβατος με την αυτοσυνειδησίαν και αυτοπεποίθησιν του συγχρόνου ανθρώπου, αλλά συνέπεια της υπευθυνότητος και της ελευθερίας του. Οι πειραματισμοί του ανθρώπου με την φύσιν και την ανθρωπίνην φύσιν αναιρούν οριστικώς την νεωτερικήν αυταπάτην ότι το επιστημονικώς και τεχνικώς εφικτόν είναι και αγαθόν. Δεν είναι δυνατόν να εγκαθιδρυθή ο οικολογικός πολιτισμός χωρίς την υπέρβασιν του επιστημονισμού, της εξουσιαστικής νοοτροπίας, του κτητικού τρόπου ζωής, της χρησιμοθηρίας, του ακόρεστου καταναλωτισμού των ατόμων και των μαζών, του ατομικού και του κοινωνικού ευδαιμονισμού.

Η πορεία μας προς την εδραίωσιν του οικολογικού πολιτισμού δεν ημπορεί παρά να είναι οικολογική. Δεν είναι δυνατόν να πορευώμεθα προς τον οικολογικόν πολιτισμόν και να λαμβάνωνται αποφάσεις χωρίς να υπολογίζωνται αι επιπτώσεις των εις το περιβάλλον, χωρίς σεβασμόν των οικολογικών προτεραιοτήτων. Η συνεχιζομένη φετιχοποίησις της οικονομικής προόδου υποσκάπτει την θεμελίωσιν μιας βιωσίμου οικονομίας, η οποία θα τροφοδοτή την αειφόρον ανάπτυξιν αλλά και θα τροφοδοτήται από αυτήν.

Είναι σαφές ότι η πορεία προς τον οικολογικόν πολιτισμόν είναι επίπονος και απαιτητική. Τα οικολογικά προβλήματα είναι επιτακτικά και παγκόσμια. Απαιτείται εγρήγορσις, πολύπλευρος ευαισθητοποίησις και κινητοποίησις, συνεργασία και αλληλεγγύη, συμβολή όλων ημών, ως ατόμων, ως ομάδων, ως κοινωνιών. Και αν ακόμη αι σύγχρονοι Κασσάνδραι δεν έχουν δίκαιον όταν ισχυρίζωνται ότι είναι ήδη πιο αργά από όσον φανταζόμεθα, είναι βέβαιον ότι τα οικολογικά προβλήματα θα οξύνωνται κατά τα χρόνια που έρχονται. Όντως, η προστασία του περιβάλλοντος δεν είναι σήμερον πολυτέλεια, αφού, όπως ορθώς αναφέρεται και εις τον τίτλον του σημερινού Συμποσίου, αποτελεί την προϋπόθεσιν της αειφόρου αναπτύξεως, η οποία είναι ζωτικός όρος της ζωής εις τον πλανήτην Γη.

Εάν ισχύουν όλα αυτά, τότε είναι αυτονόητον ότι η «τεχνική των μικρών βημάτων» δεν επαρκεί δια την αντιμετώπισιν της οικολογικής κρίσεως. Είναι αναγκαία μία κοπερνίκεια στροφή, μία ριζική αλλαγή της νοοτροπίας μας, υπέρβασις της εκμεταλλευτικής στάσεώς μας έναντι της κτίσεως, μετάβασις από την κτητικήν εις την μετοχικήν αξιολογίαν, από την καταστροφικήν αλαζονίαν και έπαρσιν απέναντι εις την φύσιν, εις την οικολογικήν συμπεριφοράν και την δημιουργικήν αντίστασιν εις την συντελουμένην γεωκτονίαν. Άλλως, θα θεραπεύωμεν περιστασιακώς τα συμπτώματα μόνον και θα μένωμεν εγκλωβισμένοι εις τα αδιέξοδά μας, αφού το πνεύμα που ανέδειξε την «κορωνίδα» της δημιουργίας εις απειλήν του κόσμου, θα παραμένη άθικτον και ενεργόν.

Η καταστροφή του περιβάλλοντος αρχίζει μέσα εις τον νουν του ανθρώπου. Ο νους μας χρήζει, λοιπόν, θεραπείας και από εκεί οφείλει να ξεκινήση η αλλαγή, η μετάνοια. Εις την ανατροπήν της νοοτροπίας του Έχειν καλείται να συμβάλη η εκπαίδευσις, η οποία οφείλει να αποκτήση σαφή οικολογικόν προσανατολισμόν. Εις αυτήν την αλλαγήν νοός ημπορούν να προσφέρουν πολλά και αι μεγάλαι θρησκευτικαί παραδόσεις, αι οποίαι είναι ταμιευτήρες ζωτικών αληθειών δια τον άνθρωπον και τον προορισμόν του.

Εδώ ευρίσκεται και η μεγάλη σημασία της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Γνωρίζομεν ότι όλα τα προβλήματά μας έχουν την πνευματικήν των διάστασιν, ότι συνδέονται με την εικόνα που έχει ο άνθρωπος δια τον εαυτόν του, δια την σχέσιν του με τον Θεόν, τον συνάνθρωπον και τον κόσμον. Μέσα εις ένα πολιτισμόν, εις την βάσιν του οποίου ευρίσκονται διαταραγμέναι σχέσεις του ανθρώπου με τον Θεόν, τον συνάνθρωπον και την φύσιν, ανελάβομεν να προβάλλωμεν τας σωστικάς αληθείας της πίστεώς μας και το ανεξάντλητον οικολογικόν δυναμικόν της Ορθοδοξίας. Στόχος μας ήτο εξ αρχής η συμβολή εις την ανάπτυξιν ενός οικολογικού πολιτισμού.

Εβοηθήσαμεν να αναδειχθούν μέσα από την ορθόδοξον θεολογικήν οπτικήν νέαι διαστάσεις του οικολογικού προβλήματος, τόσον αναφορικώς προς τα αίτια της οικολογικής κρίσεως όσον και ως προς τας δυνατότητας υπερβάσεώς της. Αι προσπάθειαι ημών εκαρποφόρησαν όχι μόνον εις διαχριστιανικόν και διαθρησκειακόν επίπεδον, αλλά και εις διεπιστημονικόν, διακρατικόν και παγκόσμιον, με ποικίλας πρωτοβουλίας, με τα οκτώ διεθνή οικολογικά Συμπόσια εν πλω και πολλά συνέδρια, σεμινάρια, ημερίδας, ομιλίας, με αποτελεσματικάς κινητοποιήσεις, έμπρακτον οικολογίαν και πολλάς άλλας δράσεις. Αι δραστηριότητες αύται συν Θεώ θα συνεχισθούν.

Αισθανόμεθα ικανοποίησιν διότι με όλας αυτάς τας ευλογημένας δράσεις των τελευταίων είκοσι ετών προβάλλεται ο δυναμισμός της Ορθοδόξου εκκλησιοτραφούς πνευματικότητος. Είναι εκπληκτικόν πόσοι συνάνθρωποί μας, αδιάφοροι δια την παράδοσιν της Ορθοδοξίας, εμπνέονται από το οικολογικόν και ασκητικόν της περιεχόμενον και ανακαλύπτουν τον πνευματικόν της πλούτον και τον προσωποκεντρικόν της πολιτισμόν.

Κυρίαι και Κύριοι,

Πυρήνας του πολιτισμού που παρήγαγεν η Ορθοδοξία είναι ο πολιτισμός του προσώπου. Είναι ο πολιτισμός της προτεραιότητος της σχέσεως, της σχέσεως με τον Τριαδικόν Θεόν, με τον συνάνθρωπον και με τον κόσμον. Με αυτήν την έννοιαν, δι’ ημάς προϋπόθεσις του οικολογικού πολιτισμού είναι η εγκαθίδρυσις του πολιτισμού του προσώπου. Η αντίστασίς μας εις την κυριαρχίαν του Έχειν, είναι αγών δια την πίστιν εις τον Θεόν, δια την αγάπην δια τον άνθρωπον και δια την προστασίαν της κτίσεως. Το πνεύμα είναι αδιαίρετον. Πολιτισμός του προσώπου και οικολογικός πολιτισμός είναι αλληλένδετοι εκφάνσεις της μιας ορθοδόξου πνευματικότητος και της χριστιανικής ημών ταυτότητος.

Ο Χριστιανισμός δεν επρόδωσε ποτέ την γην εν ονόματι του ουρανού, όπως ήθελεν ο φιλόσοφος του Υπερανθρώπου. Η χριστιανική πίστις δεν οδηγεί εις περιφρόνησιν της ζωής και της κτίσεως. Ούτε, βεβαίως, υπήρξεν η Βίβλος, με το «Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτής» (Γεν. 1, 28), η απαρχή του οικολογικού προβλήματος και της κυριαρχίας του ανθρώπου εις βάρος της υπολοίπου δημιουργίας. Η νεωτερική σχέσις ανθρώπου και κτίσεως με την συνακόλουθον αντικειμενοποίησιν και αλόγιστον εκμετάλλευσιν της φύσεως είναι διαστρέβλωσις της αυθεντικής χριστιανικής ανθρωπολογίας και κοσμολογίας και όχι συνέπειά της.

Ο Χριστιανισμός δεν είναι δυϊστικός, δεν είναι ανθρωπομονιστικός, ούτε φυσικά έχει σχέσιν με τας εκφάνσεις του οικολογικού νεομυστικισμού και με την ειδωλοποίησιν της «μητρός φύσεως». Η χριστιανική πίστις είναι ολιστική. Ο άνθρωπος δεν σώζεται χωρίς την κτίσιν. Όλη η ζωή της Εκκλησίας είναι αποκάλυψις του πως δυνάμεθα να ζήσωμεν εις τον κόσμον χωρίς να τον καταστρέφωμεν, χωρίς να τον εξουσιάζωμεν, τι δηλαδή σημαίνει ευχαριστιακή σχέσις με την δημιουργίαν. Ο ευχαριστιακός πολιτισμός της Εκκλησίας είναι αυθεντικός οικολογικός πολιτισμός.

Εις την νεοπρωταγορικήν εποχήν μας ηχεί έντονα ο λόγος του σοφιστού Πρωταγόρου «Πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος», με νοηματοδοτήσεις πρωτίστως ευδαιμονιστικάς. Ο Πλάτων είχεν αντιπαραθέσει, ως γνωστόν, εις τον πρωταγόρειον αφορισμόν το «Πάντων χρημάτων μέτρον Θεός». Άνθρωπος χωρίς Θεόν και θεός-Ιδέα χωρίς τον άνθρωπον, δεν είναι όμως η απάντησις εις το ερώτημα δια την αλήθειαν της ανθρωπίνης υπάρξεως και της ελευθερίας. Ο Χριστιανισμός έδωσε την ιδικήν του απάντησιν: Πάντων χρημάτων μέτρον Θεάνθρωπος. Ο πρωταγορικός άνθρωπος – μέτρον ανεδείχθη εις άμετρον κυρίαρχον και εκμεταλλευτήν της κτίσεως, εις «άχθος αρούρης». Ο θεός-Ιδέα ήτο και είναι «πολύ ψηλά» και μακράν δια να ακούση την κραυγήν αγωνίας του ανθρώπου, δια να ενδιαφερθή δια τας τύχας της ιστορίας και του κόσμου. Ο Θεός αυτός παραμένει το «πρώτον ακίνητον», αφού κάθε κίνησις, και φυσικά κάθε κίνησις, και προς τον άνθρωπον, θα εσήμαινεν ατέλειαν και ένδειαν.

Ο σαρκωθείς Λόγος του Θεού προσέλαβε την ανθρωπίνην φύσιν και εν αυτή την σάρκα του κόσμου, καινοποιώντας και αγιάζοντας εν τη Εκκλησία τα πάντα. «Ελευθέρα μεν η κτίσις γνωρίζεται, Υιοί δε φωτός οι πριν εσκοτισμένοι» (Καταβασίαι των Θεοφανείων, Η΄ Ωδή). Η εν χάριτι κλήσις των πιστών είναι να ζουν ευχαριστιακώς, να αληθεύουν εν τη κοινωνία της αγάπης, να καλλιεργούν και να ομορφαίνουν την πλάσιν ως φύλακες και οικονόμοι και να την αναφέρουν εν ταπεινώσει προς τον Δημιουργόν.

Ευχαριστούμεν δια την προσοχήν σας.

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2010

"…μικρά ζύμη…"

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Ζώντας μήνες τώρα ή πιο σωστά έξη περίπου χρόνια, την προετοιμασία και τα όλα τεκταινόμενα, γύρω από την διοργάνωση και την διεξαγωγή του παραδομένου σε μας τους νεότερους ζακυνθινούς, από την γνήσια παράδοση και την εμπεριστατωμένη ιστορία, αγωνίσματος των λαοφιλών ιππικών αγώνων, της φημισμένης Γκιόστρας, σαν πρόεδρος του Δ. Σ. του Σωματείου, που την διοργανώνει, ομολογώ πως πάντα, σε παρόμοιες στιγμές, έρχεται στο νου μου μια φράση από την Α΄ επιστολή του Αποστόλου Παύλου προς τους Κορινθίους. Είναι από το χωρίο, που κάθε χρόνο διαβάζεται το μοναδικό, άπλετα συναισθηματικό και έντονα φορτισμένο εκείνο βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής - της μοναδικής, ζακυνθινής Μεγάλης Παρασκευής! - λίγο μετά την περιφορά, εντός του ναού, βέβαια, μια και στην πόλη μας ένας μόνο επιτάφιος λιτανεύεται τις πρωινές ώρες του Μεγάλου Σαββάτου και την εναπόθεσή του, κατά το τοπικό τυπικό, στο κεφαλόσκαλο της Ωραίας Πύλης, για να γίνει αμέσως μετά, με την ανάγνωση των σχετικών στίχων του Ευαγγελίου («… σφραγίσαντες τον λίθον μετά της κουστωδίας»), η εναπόθεση του Αμνού πάνω στον φυσικό του τάφο, την Αγία Τράπεζα. «Μικρά ζύμη», τονίζει και διδάσκει παραδειγματικά, όσο σοφά και λιτά ο λεγόμενος Κήρυκας των Εθνών, «όλον το φύραμα ζυμοί».
Στην συγκεκριμένη περίπτωση το λίγο ζυμάρι, το οποίο καταπιάνει όλο το αλεύρι του ψωμιού, είναι οι λίγοι, αλλά πολλοί στην ουσία, εκείνοι άνθρωποι, που πριν μιαν ακριβώς πενταετία, από το Καρναβάλι του 2005, συνέλαβαν την ιδέα της επαναφοράς του αθλήματος της Γκιόστρας, το αγάπησαν, το έκαναν καθημερινότητά τους και το έχουν φτάσει στο σημείο, που όλοι γνωρίζουμε και χαιρόμαστε, με ολοχρονική εργασία. Όλοι αυτοί, είτε στο Δ. Σ. ανήκουν, είτε στο Σωματείο γενικότερα είναι μέλη, είτε συμμετέχουν και βοηθούν στο δρώμενο και τις εκδηλώσεις του, είτε, τέλος, επιχορηγούν και συμπαρίστανται, ο καθένας με τον τρόπο του, την προσπάθεια, γίνονται ένα ζωντανό παράδειγμα και προπάντων προτείνουν μια λύση, επαληθεύοντας όλα αυτά, που σε ελάχιστες λέξεις κατόρθωσε να περικλείσει ο Απόστολος του χριστιανισμού και τα θυμηθήκαμε παραπάνω.
Μα ας γίνουμε σαφέστεροι. Συνήθως, τα τελευταία χρόνια, περιμένουμε τα πάντα από την πολιτεία, τοπική ή εθνική - δεν έχει σημασία - και όλα τα στηρίζουμε σε επιχορηγήσεις και οικονομικές ενισχύσεις ή - το χειρότερο - στην δική της πρωτοβουλία. Γινόμαστε, δηλαδή, μιμητές και οπαδοί όλων εκείνων, που πριν λίγα χρόνια, σε περιόδους μεγάλης ανομβρίας και ξηρασίας, μπάζωσαν τους τράφους και σήμερα, που ο ζακυνθινός πολύβροχος χειμώνας επιστρέφει, από τις τηλεοράσεις και τα λοιπά μέσα ενημέρωσης κατηγορούν το κράτος που πλημμυρίζουν…! Μα μερικές φορές η τύχη μας βασίζεται σε μας. Είναι το πανάρχαιο εκείνο «συν Αθηνά και χείρα κίνει» ή το μεταφερμένο και μεταφρασμένο στα νεώτερα χρόνια «Άγιε Νικόλα βόηθα, μα κούνιε και τα χέρια σου».Αυτό ακριβώς έκαναν όσοι ασχολήθηκαν με την Ζακυνθινή Γκιόστρα και τα αποτελέσματα θα τα επισημάνουμε στην συνέχεια.
Πρώτα, λοιπόν, απ’ όλα είναι το κέρδος, που το νησί μας, μετά τον «Βενετσιάνικο Γάμο», απέκτησε και ένα ακόμα αποκριάτικο δρώμενο, ποιοτικό και βασισμένο στην έρευνα και την ιστορία του. Είναι η επάνοδος των ιππικών αγώνων, που μετά από τον Αρίγκο της Μπόχαλης, την πολύκροτη Πλατεία Ρούγα και το πλάτωμα του Αγίου Γεωργίου του Πετρούτσου, γίνονται σήμερα στην μεγάλη μας πλατεία, αυτήν που έχει το πολύτιμα κληρονομημένο όνομα του εθνικού μας ποιητή, του Διονυσίου Σολωμού και στους καιρούς μας αποτελεί το επίκεντρο, με τις καλές και τις κακές στιγμές του, του δικού μας γίγνεσθαι, αλλά και την εικόνα μας, όχι πάντα ευειδέστατη και όπως της αρμόζει, είναι η αλήθεια...
Μετά σημασία έχει η διεθνής, πανευρωπαϊκή στην ουσία, διάσταση, που έχει πάρει η εκδήλωση. Με βήματα μικρά, αλλά σταθερά η Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία “Giostra di Zante”, η οποία έχει την ευθύνη και την ιδέα της τέλεσης των ιππικών αναμετρήσεων, έχει αρχίσει πριν τρία χρόνια την επαφή της με άλλες ευρωπαϊκές χώρες και την ανταλλαγή πολιτισμού και ιδεών με παρόμοιους πολιτιστικούς συλλόγους τους ή φορείς.
Την πρώτη χρονιά συμμετείχε η γειτονική Ιταλία, με την αντιπροσωπεία παντιερατόρων (σημαιοφόρων), τυμπανιστών και σαλπιγκτών της. Την δεύτερη προστέθηκε και η Σλοβακία, με τους περίφημους Γερακάρηδές της. Φέτος στην συντροφιά λαβαίνει μέρος και το κρατίδιο του Σαν Μαρίνο, η αρχαιότερη Δημοκρατία και μάλιστα «Γαληνοτάτη», με μια δική του αποστολή, που θα μεταφέρει στο νησί τον διαφορετικό του πολιτισμό. Έτσι η Ζάκυνθος αποκτά και πάλι και μάλιστα σε σταθερή βάση, την παλιά της πολυπολιτισμική μορφή και υπόσταση, η οποία τόσα έδωσε στην τέχνη και τον πολιτισμό της, αλλά και στην καθημερινή ζωή της γενικότερα. Γιατί η στάθμευση και η εμμονή στα ίδια εγκυμονεί τον φόβο του έλους και της μούχλας, ενώ η επαφή και η ανταλλαγή οδηγούν σε κάτι καινούργιο και ανανεώνουν.
Φέτος, μάλιστα, έρχονται στο νησί μας, για να παρακολουθήσουν την δική μας εκδήλωση με τους έφιππους αγωνιστές, ο Δήμαρχος της Ιταλικής πόλης Sulmona, όπου σ’ αυτήν γίνεται κάθε Καλοκαίρι η μοναδική ευρωπαϊκή Γκιόστρα, με την συμμετοχή και της δικής μας, της Ζακυνθινής, ο Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου της ίδιας γραφικής πόλης, η οποία είναι και η πατρίδα του μεγάλου Οβίδιου, ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Γκιόστρας και έξη (6) άλλα μέλη της τοπικής της Αυτοδιοίκησης. Απώτερος σκοπός τους είναι η αδελφοποίηση των δύο πόλεων και η ζεστή και ουσιαστική επαφή των κατοίκων τους.
Αυτό που ενώνει τους δύο τόπους, το Ιόνιο και την Ιταλία, είναι βέβαια η κοινή τους παράδοση στην Γκιόστρα, αλλά και ο κοινός τους μεγάλος και διεθνούς φήμης Ποιητής, ο πολυτάλαντος και πολυδιάστατος Νικολός - Ούγος Φώσκολος, ο οποίος και πάλι ευνοεί και ενισχύει τους συμπατριώτες του, δίνοντάς τους ευκαιρία για πρόοδο.
Σημασία, επιπλέον, έχει και η στιγμή που γίνεται η επίσημη και πολλά υποσχόμενη αυτή επίσκεψη. Ήδη, απ’ ότι γνωρίζετε αναμφίβολα, κάποιο άλλοι - σε μερικές περιπτώσεις κοινοί - ευαίσθητοι συμπολίτες μας - και πάλι « … μικρά ζύμη …» - δραστηριοποιήθηκαν και σε συνεννόηση με τον Δήμο Ζακυνθίων, ίδρυσαν σύλλογο, που σκοπό του έχει την αποκατάσταση του σπιτιού, στο οποίο έζησε τα πρώτα και σημαντικά βήματα της ζωής του ο δημιουργός των «Τάφων» και των «Χαρίτων», καθώς και την επανίδρυση της περίφημης προσεισμικά «Φωσκολιανής Βιβλιοθήκης». Η αδελφοποίηση, λοιπόν, αυτή, η οποία οφείλεται αποκλειστικά στο σωματείο “Giostra di Ζante” και στην δική του δράση, γνώση και ευαισθησία, αλλά και στην προθυμία του νυν Δημάρχου και όλου του Δημοτικού μας Συμβουλίου, γίνεται σε μια ιστορική, για την νεότερη Ζάκυνθο, στιγμή. Επειδή, μάλιστα, η ενέργεια αυτή, δεν έχει σκοπό να μείνει στα χαρτιά όπως συνήθως ή να χρησιμοποιηθεί απλά και μόνο για διαφήμιση στα τοπικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, αλλά θέλει ν’ αποκτήσει λόγο και ουσία, είναι ευκαιρία η πρώτη, μετά την Γκιόστρα, πολιτιστική κοινή εκδήλωση των δύο πόλεων, να είναι ή θεμελίωση ή τα εγκαίνια του σπιτιού του Ποιητή, που ενώνει τις δύο γειτονικές χώρες, με το έργο και την δράση του.
Επιδίωξη του Σωματείου είναι, όπως έχουμε ξαναγράψει, η Γκιόστρα της Ζακύνθου να πάρει πανευρωπαϊκή και πανεπτανησιακή μορφή και σ’ αυτήν να λαμβάνουν μέρος και οι άλλες χώρες της Ευρώπης, στις οποίες κάθε χρόνο, όπως μέχρι τώρα συμβαίνει, θα προστίθεται μια καινούρια, αλλά και όλα τα άλλα Επτάνησα, για να μείνει, έτσι, ο ιόνιος χώρος δεμένος και να μην διασπασθεί με την διοικητική του ένωση με τις απέναντι στεριές, όπως ανεύθυνα και επιπόλαια κάποιοι επιδιώκουν, προτιμώντας την κοντόφθαλμη λύση και την ευκολία τους, από την επιταγή της ιστορίας.
Όλα αυτά, βέβαια, δεν θα είχαν γίνει, αν όλος ο ζακυνθινός λαός δεν αγκάλιαζε με αγάπη την δική του Γκιόστρα, την ζακυνθινή, όπως ακριβώς έκαναν για χρόνια οι πρόγονοί του και αν τα μέλη του Δ. Σ. της Εταιρείας “Giostra di Zante” δεν είχαν από την αρχή ξεπεράσει την επικίνδυνη νεοελληνική συνήθεια της τελευταίας στιγμής.
Είναι, λοιπόν, αληθινό αυτό που καταγράφει ο Απόστολος των εθνών και θα το ακούσουμε σε λίγες μέρες, μια και το Πάσχα φέτος είναι πολύ πρώιμο, κλείνοντας το δικό μας, το ζακυνθινό Μεγαλοβδόμαδο. Ναι, πράγματι: «Μικρά ζύμη όλο το φύραμα ζυμοί». Μα σας θυμίζω και την συνέχεια: «Εκκαθάρατε ουν την παλαιάν ζύμην, ίνα ήτε νέον φύραμα».
Και είναι αληθινά ευλογία να ανανεώνεσαι. Είναι μοναδική παρηγορία, για να θυμηθούμε και τον δικό μας Εθνάρχη, να νεάζεις.

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

Η Γκιόστρα της Ζακύνθου: Μια ομόκεντρη επανάληψη της ιστορίας

[Προδημοσίευση από το φυλλάδιο της «Γκιόστρας», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις ημέρες της εκδήλωσης]


Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Η Γκιόστρα της Ζακύνθου θα μπορούσε άφοβα να χαρακτηριστεί μια μικρογραφία της ιστορίας του νησιού, καθώς και μια εικόνα της κοινωνικής πορείας και της εξέλιξης των κατοίκων του. Άρχισε από τον ιστορικό Αρίγκο, την εποχή που η πόλη, για λόγους κυρίως ασφάλειας, βρισκόταν περιορισμένη μέσα στα τείχη του Κάστρου, κατέβηκε στην πολύβουη Πλατεία Ρούγα, όταν η έλλειψη του κινδύνου των πειρατών ή των άλλων εχθρών και η ανάγκη του εμπορίου του «μαύρου χρυσού», της σταφίδας, έδωσε ζωή στον Αιγιαλό και προς το τέλος διασώθηκε, σαν τρόπος λατρείας, την ημέρα της γιορτής ενός καθαρά στρατιωτικού και έφιππου Μεγαλομάρτυρα, στο πανηγύρι της φημισμένης εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου του Πετρούτσου.

Ξεκίνησε με καθαρά αριστοκρατικό χαρακτήρα και λειτούργησε σαν κλειστό κύκλωμα, περιορισμένο μόνο σ’ όσους μπόρεσαν να γραφτούν στο καθοριστικό Libro d’ Oro. Αργότερα απέκτησε αστική μορφή, παίρνοντας η ίδια και θεατρική μορφή, συγγενεύοντας αν όχι σαν μητέρα, σίγουρα σαν γιαγιά με τις περίφημες «Ομιλίες». Στην εκπνοή της ξέφυγε από το κέντρο της ζωής της πόλης και επιβίωσε στην «Όξω Μερία», παίρνοντας την μορφή ενός καθαρά λαϊκού αγωνίσματος, στο οποίο δεν υπερίσχυε πια η ιπποσύνη και η ανδρεία, αλλά η παλικαριά και η σπιρτάδα. Έτσι από αιματόβρεχτη διαμάχη, η οποία εξόργιζε την εκκλησία, έγινε γιορτή δική της και από αριστοκρατική εκδήλωση των ευγενών, επεκτάθηκε σε διασκέδαση της γειτονιάς. Αυτά, βέβαια, σε πολύ γενικές γραμμές, γιατί καμιά κατάσταση δεν μεταβαίνει από την μια μορφή της στην άλλη με τόση ευκολία.

Συγκατάβαση για όλα τα παραπάνω είναι και τα όσα γράφει ο αμετανόητος Ζακύνθιος Γιάννης Σ. Πομόνης - Τζαγκλαράς στο σχετικό λήμμα του βιβλίου του «Γλωσσάριο ιδιωματισμών της αλλοτινής ζακυνθινής ντοπιολαλιάς», το οποίο τυπώθηκε χάριν της άοκνης επαγρύπνησης της «Εταιρείας Μελέτης Έρευνας Προαγωγής Πολιτισμού», «Πλατύφορος». Εκεί χαρακτηριστικά διαβάζουμε: «Γκιόστρα (η) : Αρχικά σήμαινε το άθλημα εφίππων, που διεξαγόταν αποκλειστικώς μεταξύ των ευγενών. Αργότερα, όταν οι προτιμήσεις των ευγενών, στράφηκαν σε άλλες ολιγότερο πολεμοχαρείς ενασχολήσεις, με τη λέξη γκιόστρα υπονοούσαν λαϊκούς αθλητικούς αγώνες, που διεξάγονται προς τιμή “σπαθοφόρου” Αγίου, κυρίως δε του Αγίου Γεωργίου. Το έθιμο διατηρήθηκε μέχρι προπολεμικά, κατά τον εορτασμό του Αγίου Γεωργίου του Πετρούτσου. Περιελάμβανε τρέξιμο, ποδηλασία στο “σιγά” (βραδυπορία), ιππικό αγώνισμα ταχύτητος, και “λιθάρι” (λιθοβολία). Η διαδρομή ήταν από τον Ι. Ναό της “Βαγγελίστρας” (στη Μέσα Μερία) μέχρι του Αγίου Γεωργίου του Πετρούτσου. Έπαθλο: ένα στεφάνι από δάφνη και μία “κουλούρα”, ήτοι μία μεγάλη κουλούρα καλοζυμωμένη με λάδι και κρασί και καταστολισμένη με χρωματιστά “ζαχαρόκουκα” (κουφέτα). Το έπαθλο για τον πρώτο και δεύτερο νικητή ήταν το ίδιο και το αυτό. Στον πρώτον όμως εδίδονταν, συνήθως, μαντήλι μεταξωτό χειροκέντητο και τσουράπια χειρόπλεκτα. Τα έπαθλα κατά κανόνα αποτελούσαν αθλοθέτημα πιστών και περιοίκων».

Η λαϊκή μορφή της ζακυνθινής Γκιόστρας, όμως, δεν πραγματοποιήθηκε με την εισαγωγή της στον εορτασμό της μνήμης του Τροπαιοφόρου Αγίου. Έχει αρχίσει από πολύ νωρίτερα και η εξέλιξή της έγινε με αργά, αλλά σταθερά βήματα. Γι’ αυτήν την μετάβαση αξίζει να γνωρίσουμε τα όσα, σχετικά, γράφει ο κεφαλλονίτης δικηγόρος και μελετητής Σπύρος Γ. Γασπαρινάτος στο πόνημά του «Η Βενετοκρατία στα νησιά του Ιονίου Πελάγους», το οποίο πρόσφατα κυκλοφόρησε. Σ’ αυτό, μεταξύ άλλων, στο κεφάλαιο (13ο) «Συνθήκες διαβίωσης επί Βενετοκρατίας» συναντάμε και τα παρακάτω: «Πάντως, υπήρχαν και εκδηλώσεις που αποτελούσαν θέαμα για ολόκληρο τον κοινωνικό ιστό στις βενετοκρατούμενες περιοχές της Ανατολής και, επομένως, και στα νησιά του Ιονίου. Ένα από αυτά τα θεάματα ήταν η “γκιόστρα” (giostra ή torneo, ιππηλάσιον), δηλαδή το κονταροχτύπημα σε ιππικούς αγώνες, στην οποία συμμετείχαν ενεργά, με ορισμένες εξαιρέσεις, μόνο οι ευγενείς, αλλά το όλο θέαμα ήταν προσιτό σε όλους τους κατοίκους. Οι τελετές και εορταστικές αυτές εκδηλώσεις, που γίνονταν κατά τη διάρκεια του Καρναβαλιού, με ιδιαίτερη μάλιστα λαμπρότητα στη Ζάκυνθο, αποτελούσαν δημοφιλές θέαμα, το δε λαϊκό στοιχείο συμμετείχε στις παντοειδείς θρησκευτικές και εν γένει εορταστικές εκδηλώσεις και τελετές».

Δεν είναι καθόλου τυχαίο, μάλιστα, που η Γκιόστρα πέρασε και στα λογοτεχνικά κείμενα της Ζακύνθου, είτε στον θεατρικό («Ευγένα», του Θεόδωρου Μοντσελέζε), είτε στον πεζό της λόγο («Θρήνος της Κάντιας», Διον. Ρώμα και «Αλαμάνος», Ανδρέα Α. Αβούρη). Στο φυλλάδιο της περασμένης χρονιάς ( Γκιόστρα 2009) ασχοληθήκαμε με τα δύο τελευταία μυθιστορήματα, τα οποία παρουσίαζαν το ιππικό αυτό αγώνισμα στην ακμή του και όπως γινόταν στην πάντοτε πολύβουη Πλατεία Ρούγα. Σ’ αυτό το κείμενό μας θα παρουσιάσουμε μια άλλη αναφορά σε Γκιόστρα, όπως μας την παραδίδει ο πολυτάλαντος και ακαταπόνητος Κονίδης Πορφύρης στο πολύτιμο βιβλίο του «Ανδρέας Κάλβος, ο Αγέλαστος».

Το βιβλίο αυτό είναι μια μυθιστορηματική βιογραφία του μεγάλου εμπνευστή των «Ωδών», με τον οποίο ο προοδευτικός συγγραφέας ασχολήθηκε ιδιαίτερα, φέρνοντας μάλιστα στο φως της δημοσιότητας σημαντικές και σπουδαίες στιγμές της ζωής και, ως εκ τούτου, και του έργου του. Δημιουργήθηκε, όπως ο ίδιος ο Κονίδης Πορφύρης γράφει στον πρόλογό του, επειδή όταν έγινε η μετακομιδή των οστών του ποιητή στην πατρίδα του, ο ίδιος κατάλαβε πως χώριζε το κοινό από τον «Φιλόπατρι» δημιουργό «πραγματική άβυσσος». Και συνεχίζει, θέλοντας να δώσει το στίγμα της εργασίας του: «Σκοπός μου δεν είναι να δώσω ιστορικό μυθιστόρημα παρά ιστορική βιογραφία γραμμένη απλώς μυθιστορηματικά, δηλαδή που να μην αφηγείται απλώς παρά να προσπαθεί να αναπαραστήσει τα ιστορούμενα». Μ’ αυτήν του την δήλωση ο συγγραφέας δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στο έργο του και οι πληροφορίες του είναι αδιάψευστες μαρτυρίες. Επίσης η πολιτική του τοποθέτηση δίνει άλλη διάσταση στην ιστορία της Γκιόστρας και επιβεβαιώνει τα όσα παραπάνω υποστηρίξαμε για την λαϊκότητα του αγωνίσματος.

Η αναφορά στην Γκιόστρα στον «Αγέλαστο» του Κονίδη Πορφύρη γίνεται, όπως είναι φυσικό, στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, αυτό που αναφέρεται στην παιδική ζωή του Ανδρέα Κάλβου στην Ζάκυνθο και έχει τίτλο του τον γνωστό στίχο του ποιητή, από τον μοναδικό του «Φιλόπατρι», το «Συ μου έδωκας την πνοήν..». Πρόκειται, βέβαια, για την Γκιόστρα του Πετρούτσου, μια και η άλλη, της Πλατείας Ρούγας, είχε καταργηθεί ήδη από το 1739 (ο ποιητής γεννήθηκε το 1792), όταν η πολιτεία την απαγόρευσε, μετά τον φόνο του συνδίκου Πέτρου Μακρή, ο οποίος συνέβη την επόμενη χρονιά (1740). Μια προσπάθεια αναβίωσής της είχε γίνει στο χωριό Άγιος Κήρυκος (Αγκερικός) το 1754, με πρωτοβουλία του κόμη Βεντουρή Καπνίση. Τότε, όμως, ο ποιητής ήταν ακόμα αγέννητος. Μια άλλη πραγματοποιήθηκε, πολύ αργότερα, το 1835, την περίοδο της Αγγλοκρατίας. Μα τότε ο Κάλβος βρισκόταν «εις ξένα έθνη». Γι’ αυτό ο Κονίδης Πορφύρης επιλέγει την Γκιόστρα της γιορτής του Μεγαλομάρτυρα.

Ο συγγραφέας στην μυθιστορηματική του αυτή βιογραφία βάζει τον πατέρα του ποιητή να τον οδηγεί στο φημισμένο πανηγύρι της «Όξω Μερίας». Είναι ακόμα η εποχή που ο στρατιωτικός κορφιάτης τα έχει καλά με την γυναίκα του, την Ανδριάνα, την κόρη του άρχοντα Ρουκάνη. Ευτυχισμένοι και αγαπημένοι απολαμβάνουν όλα αυτά που τους παρέχει η Ζάκυνθος της εποχής τους. Βιώνουν τα αντέτια τους. Ας γνωρίσουμε, όμως, το ίδιο το κείμενο του Πορφύρη: «Του Άϊ - Γιωργιού πήρε ο Τζανέτος τη φαμελιά του κι’ επήγανε στο πανηγύρι. Ήτανε πολύς κόσμος, αρχόντοι και ποπολάροι κι’ έλεγαν πώς ύστερα από τη λιτανεία θα γίνει “γκιόστρα” θα τρέξουνε τ’ αλόγατα, κι’ όποιος έρθει πρώτος, θα πάρει μια κουλούρα εφτάζυμο. Οι νιοί ποπολάροι, που ήτανε να πάρουν μέρος στο τρέξιμο, πηγαινοερχότανε καμαρωτά, καβάλα στ’ άλογά τους, ανάμεσα στον κόσμο. Είχανε στο λαιμό τους μαντήλια, κόκκινα, κίτρινα, γαλάζια, δεμένα κολαρίνες κι’ επετάγανε ματιές στα παραθύρια, όπου κρεμόντανε σαν τσαμπιά δροσερά σταφύλια, οι κοπέλες του λαού».

Στην συνέχεια περιγράφεται η μεγαλόπρεπη λιτανεία της εικόνας του Αγίου, η οποία αφού «έκανε μια βόλτα στους Κήπους», «γύρισε στην εκκλησιά κι’ ύστερα από τη Δέηση, ο κόσμος βιάστηκε να πιάσει θέσεις, από τη μια μπάντα κι’ από την άλλη της ρούγας, για να παρακολουθήσει τη γκιόστρα».

Η διεξαγωγή του αγωνίσματος παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και στην περιγραφή της από τον Κονίδη Πορφύρη. Ο συγγραφέας, ευρηματικά, την διηγείται μέσα από έναν έντονο, όσο και φυσικό, διάλογο των παρευρισκομένων:

« - Τώρα ετοιμάζουνται…
- Κινήσανε!...
- Πρώτος πάει ο Τσουράκης!
- Τι λες μωρέ; Η φοράδα του Λουρέτζου πάει ομπρός!...
- Στραβός είσαι; Είναι ο Άρκισος!...
- Ω, τον επέρασε ο Λουρέτζος!
- Ναι, μωρέ, θα τον αφήσει ο Άρκισος!... Να! … Κοίτα τον επέρασε …

Σε λίγο ακούστηκε το ποδοβολητό των αλόγων. Πέρασαν αφρισμένα μπροστά από τον κόσμο, που φώναζε ζήτω, ενώ από τα παρεθύρια πετούσανε λουλούδια και ζαχαρόκουκα. Ο Αντρέας χτύπαγε κι’ αυτός τα χεράκια του κι’ εφώναζε ζήτω στο νικητή, που έκανε τώρα μια βόλτα ανάμεσα στον κόσμο, με την κουλούρα, το έπαθλο της νίκης του, στο χέρι και χαιρετώντας δεξιά κι’ αριστερά…».

Για την διαπίστωση της συνέχισης της ιστορίας αναγκαίο είναι να δούμε πώς περιγράφει το ίδιο θέμα ο Ιωάννης Μ. Δεμέτης στο βιβλίο του «Άγιος Λάζαρος, η γειτονιά μου», στο κεφάλαιο «Το πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου». Η τελευταία περιγραφή ανήκει στα προσεισμικά χρόνια. Οι ομοιότητες είναι πολλές. Το ίδιο συμβαίνει και με τους πρωταγωνιστές τους:

«Το πανηγύρι, που γινόταν πάντα Κυριακή, έστω και αν η μνήμη του Αγίου δε συνέπιπτε με την ημέρα, εκτός από τις θρησκευτικές ιεροτελεστίες, τα παστέλια και τις φριτούρες, οργάνωναν και αγώνες.
Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Πετρούτσου βρισκόταν στον αποκάτου δρόμο και ο δρόμος Ζακύνθου - Κερίου ήταν και ο χώρος που διεξαγόνταν οι αγώνες.
Σ’ αυτούς συμμετείχαν ιππείς, ποδηλάτες και δρομείς.
Το πανηγύρι είχε απήχηση και η συμμετοχή του κόσμου ήταν πολύ μεγάλη. Οι αγώνες και τ’ αποτελέσματά τους συζητιόντουσαν για πολύ καιρό. Ο κόσμος, από πολλή ώρα πριν αρχίσουν, έπαιρνε θέση σ’ όλο το μήκος του δρόμου, από την εκκλησία μέχρι του Ξιφίτα, ενώ πολλοί ανέβαιναν στη ράχη του Λιβάνη.
Οι ιππείς ξεκινούσαν από την καμάρα, που βρισκόταν στου Ξιφίτα, και τερμάτιζαν στην αρχή της πόλης. […]
Από το 1947 θυμάμαι τους αγώνες με τ’ άλογα. Είχαν λάβει μέρος οι Νικόλας Τσουράκης, Νικόλας Αυγουστίνος, Νικόλας Μεϊντάνης - Γιουγιούς, Θανάσης Ξένος - Καρούμπας και ένας χωρικός που δεν έχω συγκρατήσει το όνομά του. Νομίζω ότι ήταν από το χωριό Καλαμάκι.
Ο Θανάσης δούλευε στο μαγαζί του πατέρα μου, βαρούσε τη βαρεία και πετάλωνε απ’ έξω από το μαγαζί. Μαζί με το Μεϊντάνη είχαν υπηρετήσει στο ιππικό και θυμάμαι ότι μιλούσαν πάντα για άλογα.
Τη χρονιά λοιπόν αυτή οι αγώνες σημαδεύτηκαν από την πτώση του αλόγου του Νικόλα Αυγουστίνου. Ο Αυγουστίνος ξεκίνησε πρώτος και για μεγάλο διάστημα οδηγούσε την κούρσα. Κάπου κοντά στην Ανατίναξη το άλογο παραπάτησε κι έπεσε κάτω. Πρώτος βγήκε ο Γιουγιούς. Το έπαθλο ήτανε ένα ρολόι τσέπης, που με καμάρι έδειχνε μετά ο νικητής.
Θυμάμαι ακόμα που μιλούσαν για τ’ άλογα του Τσουράκη. Φαίνεται ότι κάποιες άλλες φορές θα κέρδισαν στους αγώνες».

Αξίζει να σημειωθεί πως έφιπποι ιππικοί αγώνες γίνονταν, την ημέρα της γιορτής του Αγίου Γεωργίου και στο χωριό Μέσο Γερακαρίο, ως τα τέλη, περίπου, του 19ου αιώνα, τους οποίος παρακολουθούσαν όλοι οι κάτοικοι των γύρω χωριών. Ήταν και αυτοί μια προέκταση της περίφημης Γκιόστρας.

Από το 2005 η Γκιόστρα της Ζακύνθου αναβιώνει και πάλι, συνεχίζοντας την ιστορία, χάριν της πρωτοβουλίας και της προσπάθειας της Αστικής μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας “Giostra di Zante”. Έχει πάρει, μάλιστα, πανευρωπαϊκό χαρακτήρα, με την συμμετοχή και άλλων χωρών. Από την επόμενη χρονιά θα έχει και πανεπτανησιακό.

Είναι, βλέπετε, δύσκολο να σβήσει κάτι, που έχει βαθιά ριζωθεί στις ψυχές και τις καρδιές ενός λαού.

Βιβλιογραφία
1. Σπύρου Γ. Γασπαρινάτου, Η Βενετοκρατία στα νησιά του Ιονίου Πελάγους, Αθήνα 2009.
2. Ιωάννη Μ. Δεμέτη, Άγιος Λάζαρος, η γειτονιά μου, Εκδόσεις Οι Φίλοι του Περίπλου, 1995.
3. Λεωνίδα Χ. Ζώη, Λεξικόν ιστορικόν και λαογραφικόν Ζακύνθου,  εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Αθήναι 1963.
4. Του ίδιου, Ιστορία της Ζακύνθου, Αθήναι 1955.
5. Ντίνου Κονόμου, Εκκλησίες και μοναστήρια στη Ζάκυνθο, Αθήνα 1967.
6. Αντώνη Π. Ξένου, Οι Άη -Γιώργηδες της Ζακύνθου, Αθήνα 2003.
7. Γιάννη Σ. Πομόνη - Τζαγκλαρά, Γλωσσάριο ιδιωματισμών της αλλοτινής ζακυνθινής ντοπιολαλιάς, Εταιρεία Μελέτης Έρευνας Προαγωγής Πολιτισμού «Πλατύφορος», Ζάκυνθος 2007.
8. Κ. Πορφύρη, Ανδρέας Κάλβος, ο Αγέλαστος, Εκδόσεις 20ός Αιώνας, Αθήνα 1962.
9. Διονύση Φλεμοτόμου, Άι Γιώργης και Απόλλωνας, Ζάκυνθος ’82 [ετήσια εικονογραφημένη έκδοση της Κρύστας Αγαλιώτου - Γιακουμέλου].
10. Του ίδιου, Περιγραφές Γκιόστρας σε λογοτεχνικά κείμενα ζακυνθινών συγγραφέων, φυλλάδιο «Γκιόστρα», Ζάκυνθος 2009.
Related Posts with Thumbnails