© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2018

Νίκου Καζαντζάκη: ΣΤΑ ΚΑΡΟΥΛΙΑ

[Ἀπὸ τὴν «Ἀναφορὰ στὸν Γκρέκο», ἐκδ. Ελ. Καζαντζάκη, 1964]


Τελείωνε πιὰ τὸ προσκύνημά μας. Τὶς παραμονὲς τοῦ μισεμοῦ πῆρα τὸν ἀνήφορο μοναχός, ν' ἀνέβω στ' ἄγρια ἡσυχαστήρια, ἀνάμεσα στοὺς βράχους ἀψηλὰ ἀπάνω ἀπὸ τὴ θάλασσα, στὰ Καρούλια. Τρυπωμένοι μέσα σὲ σπηλιές, ζοῦν ἐκεῖ καὶ προσεύχουνται γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου, καθένας μακριὰ ἀπὸ τὸν ἄλλο, γιὰ νὰ μὴν ἔχουν καὶ τὴν παρηγοριὰ νὰ βλέπουν ἀνθρώπους, οἱ πιὸ ἄγριοι,οἱ πιὸ ἅγιοι ἀσκητὲς τοῦ Ἁγ. Ὄρους. Ἕνα καλαθάκι ἔχουν κρεμασμένο στὴ θάλασσα, κι οἱ βάρκες ποὺ τυχαίνει κάποτε νὰ περνοῦν ζυγώνουν καὶ ρίχνουν μέσα λίγο ψωμί, ἐλιές, ὅ,τι ἔχουν, γιὰ νὰ μὴν ἀφήσουν τοὺς ἀσκητὲς νὰ πεθάνουν τῆς πείνας. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἄγριους αὐτοὺς ἀσκητὲς τρελαίνουνται• θαρροῦν πὼς ἔκαμαν φτερά, πετοῦν ἀπάνω ἀπὸ τὸν γκρεμὸ καὶ γκρεμίζουνται• κάτω ὁ γιαλὸς εἶναι γεμάτος κόκκαλα.

Ἀνάμεσα στοὺς ἐρημίτες τούτους ζοῦσε τὰ χρόνια ἐκεῖνα, ξακουστὸς γιὰ τὴν ἁγιοσύνη του, ὁ Μακάριος ὁ Σπηλαιώτης. Αὐτὸν κίνησα νὰ δῶ• ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ πάτησα στὸ ἱερὸ βουνό, εἶχα πάρει τὴν ἀπόφαση νὰ πάω νὰ τὸν δῶ, νὰ σκύψω νὰ τοῦ φιλήσω τὸ χέρι καὶ νὰ τοῦ ξομολογηθῶ. Ὄχι τὰ κρίματά μου, δὲν πίστευα νὰ ‘χα κάμει ὥς τότε πολλά, ὄχι τὰ κρίματά μου παρὰ τὴν ἑωσφορικὴ ἀλαζονεία ποὺ συχνὰ μ' ἔσπρωχνε νὰ μιλῶ μὲ ἀναίδεια γιὰ τὰ ἑφτὰ μυστήρια καὶ τὶς δέκα ἐντολὲς καὶ νὰ θέλω νὰ χαράξω δικό μου δεκάλογο.

Ἔφτασα κατὰ τὸ μεσημέρι στ' ἀσκηταριά• τρῦπες μαῦρες στὸν γκρεμό, σιδερένιοι σταυροὶ καρφωμένοι στοὺς βράχους, ἕνας σκελετὸς πρόβαλε ἀπὸ μιὰ σπηλιά, τρόμαξα• σὰ νὰ 'χε φτάσει κιόλας ἡ Δευτέρα Παρουσία καὶ ξεπρόβαλε ὁ σκελετὸς αὐτὸς ἀπὸ τὴ γῆς καὶ δὲν εἶχε ἀκόμα προφτάσει νὰ ντυθεῖ ὅλες τὶς σάρκες του. Φόβος κι ἀηδία μὲ κυρίεψε, καὶ συνάμα κρυφὸς ἀνομολόγητος θαμασμός• δὲν τόλμησα νὰ τὸν ζυγώσω, τὸν ρώτησα ἀπὸ μακριά• ἅπλωσε τὸ ξεραμένο μπράτσο, ἀμίλητος, καὶ μοῦ 'δειξε μιὰ μαύρη σπηλιὰ ἀψηλὰ στὰ χείλια τοῦ γκρεμοῦ.

Πῆρα ν’ ἀνεβαίνω πάλι τοὺς βράχους, μὲ καταξέσκισαν τ' άγκρίφια τους, ἔφτασα στὴ σπηλιά. Ἔσκυψα νὰ δῶ μέσα• μυρωδιὰ χωματίλα καὶ λιβάνι, σκοτάδι βαθύ• σιγὰ σιγὰ διέκρινα ἕνα σταμνάκι δεξά, σὲ μιὰ σκισμάδα τοῦ βράχου, τίποτα ἄλλο• ἔκαμα νὰ φωνάξω, μὰ ἡ σιωπὴ μέσα στὸ σκοτάδι ἐτοῦτο μοῦ φάνηκε τόσο ἱερή, τόσο ἀνησυχαστική, ποὺ δὲν τόλμησα• σὰν ἁμαρτία, σὰν ἱεροσυλία μοῦ φάνηκε ἐδῶ ἡ φωνὴ τοῦ ἀνθρώπου.

Εἶχαν πιὰ συνηθίσει τὰ μάτια μου στὸ σκοτάδι, κι ὡς τὰ γούρλωνα καὶ κοίταζα, ἕνας φωσφορισμὸς ἁπαλός, ἕνα πρόσωπο χλωμό, δυὸ χέρια σκελεθρωμένα κουνήθηκαν στὸ βάθος τῆς σπηλιᾶς κι ἀκούστηκε γλυκιὰ ξεπνεμένη φωνή:
— Καλῶς τον!
Ἔκαμα κουράγιο, μπῆκα στὴ σπηλιά, προχώρησα κατὰ τὴ φωνή. Κουλουριασμένος χάμω, εἶχε σηκώσει τὸ κεφάλι ὁ ἀσκητής, καὶ διέκρινα στὸ μεσόφωτο τὸ πρόσωπό του ἄτριχο, φαγωμένο ἀπὸ τὶς ἀγρύπνιες καὶ τὴν πείνα, μὲ ἀδειανοὺς βολβούς, νὰ γυαλίζει βυθισμένο σὲ ἀνείπωτη μακαριότητα• τὰ μαλλιὰ του εἶχαν πέσει, ἔλαμπε τὸ κεφάλι του σὰν κρανίο.
— Εὐλόγησον, πάτερ, εἶπα κι ἔσκυψα νὰ τοῦ φιλήσω τὸ κοκαλιασμένο χέρι.

Κάμποση ὥρα σωπαίναμε• κοίταζα μὲ ἀπληστία τὴν ψυχὴ τούτη ποὺ εἶχε ἐξαφανίσει τὸ κορμί της, αὐτὸ βάραινε τὶς φτεροῦγες της καὶ δὲν τὴν ἄφηνε ν' ἀνέβει στὸν οὐρανό. Ἀνήλεο, ἀνθρωποφάγο θεριὸ ἡ ψυχὴ ποὺ πιστεύει• κρέατα, μάτια, μαλλιά, ὅλα τοῦ τά 'χε φάει.

Δὲν ἤξερα τί νὰ πῶ, ἀπὸ ποῦ ν' ἀρχίσω. Σὰν ἕνα στρατόπεδο ὕστερα ἀπὸ φοβερὴ σφαγή μοῦ φάνταζε τὸ σαράβαλο κορμὶ μπροστὰ μου• ξέκρινα ἀπάνω του τὶς νυχιὲς καὶ τὶς δαγκωματιὲς τοῦ Πειρασμοῦ.
Ἀποκότησα τέλος:
— Παλεύεις ἀκόμα μὲ τὸ Διάβολο, πάτερ Μακάριε; τὸν ρώτησα.
— Ὄχι πιά, παιδὶ μου• τώρα γέρασα, γέρασε κι αὐτὸς μαζὶ μου• δὲν ἔχει δύναμη• παλεύω μὲ τὸ Θεό.
— Μὲ τὸ Θεό! ἔκαμα ξαφνιασμένος• κι ἐλπίζεις νὰ νικήσεις;
— Ἐλπίζω νὰ νικηθῶ, παιδὶ μου• μοῦ ἀπόμειναν ἀκόμα τὰ κόκαλα• αὐτὰ ἀντιστέκουνται.
— Βαριὰ ἡ ζωή σου, γέροντά μου• θέλω κι ἐγὼ νὰ σωθῶ, δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος;
— Πιὸ βολικός; ἔκαμε ὁ ἀσκητὴς καὶ χαμογέλασε μὲ συμπόνια.
— Πιὸ ἀνθρώπινος, γέροντά μου.
Ἕνας μονάχα δρόμος. 
Πῶς τὸν λέν;
— Ἀνήφορο• ν' ἀνεβαίνεις ἕνα σκαλί• ἀπὸ τὸ χορτασμὸ στὴν πείνα, ἀπὸ τὸν ξεδιψασμὸ στὴ δίψα, ἀπὸ τὴ χαρὰ στὸν πόνο• στὴν κορφὴ τῆς πείνας, τῆς δίψας, τοῦ πόνου κάθεται ὁ Θεός. Στὴν κορφὴ τῆς καλοπέρασης κάθεται ὁ Διάβολος• διάλεξε.
— Εἶμαι ἀκόμα νέος• καλὴ 'ναι ἡ γῆς, ἔχω καιρὸ νὰ διαλέξω.
Ἅπλωσε ὁ ἀσκητὴς τὰ πέντε, κόκαλα τοῦ χεριοῦ του, ἄγγιξε τὸ γόνατό μου, μὲ σκούντηξε:
— Ξύπνα, παιδί μου, ξύπνα, πρὶν σὲ ξυπνήσει ὁ Χάρος.
Ἀνατρίχιασα.
— Εἶμαι νέος, ξανάπα γιὰ νὰ κάμω κουράγιο.
— Ὁ Χάρος ἀγαπάει τοὺς νέους• ἡ Κόλαση ἀγαπάει τοὺς νέους• ἡ ζωὴ 'ναι ἕνα μικρὸ κεράκι ἀναμμένο, εὔκολα σβήνει, ἔχε τὸ νοῦ σου, ξύπνα!

Σώπασε μιὰ στιγμή, καὶ σὲ λίγο:
Εἶσαι ἕτοιμος; μοῦ κάνει. 
Ἀγανάχτηση μὲ κυρίεψε καὶ πεῖσμα.
— Ὄχι! φώναξα.
— Αὐθάδεια τῆς νιότης! Τὸ λὲς καὶ καυχιέσαι, μὴ φωνάζεις• δὲ φοβᾶσαι;
— Ποιὸς δὲ φοβᾶται; Φοβοῦμαι. Κι ἐλόγου σου, πάτερ ἅγιε, δὲ φοβᾶσαι; Πείνασες, δίψασες, πόνεσες, κοντεύει νὰ φτάσεις στὴν κορφὴ τῆς σκάλας, φάνηκε ἡ πόρτα τῆς Παράδεισος• μὰ θ' ἀνοίξει ἡ πόρτα αὐτὴ νὰ μπεῖς; θ' ἀνοίξει; εἶσαι σίγουρος;

Δυὸ δάκρυα κύλησαν ἀπὸ τὶς κόχες τῶν ματιῶν του• ἀναστέναξε• καὶ σὲ λίγο:
— Εἶμαι σίγουρος γιὰ τὴν καλοσύνη τοῦ Θεοῦ• αὐτὴ νικάει καὶ συχωρνάει τὶς ἁμαρτίες τοῦ ἀνθρώπου.
— Κι ἐγὼ εἶμαι σίγουρος γιὰ τὴν καλοσύνη τοῦ Θεοῦ• αὐτὴ λοιπὸν μπορεῖ νὰ συχωρέσει καὶ τὴν αὐθάδεια της νιότης.
— Ἀλίμονο νὰ κρεμόμαστε μονάχα ἀπὸ τὴν καλοσύνη τοῦ Θεοῦ• ἡ κακία τότε κι ἡ ἀρετὴ θὰ μπαῖναν ἀγκαλιασμένες στὴν Παράδεισο.
— Δὲν εἶναι, θαρρεῖς, γέροντά μου, ἡ καλοσύνη τοῦ Θεοΰ τόσο μεγάλη;
Κι ὡς τό 'πα, ἄστραψε στὸ νοῦ μου ὁ ἀνόσιος, μπορεῖ, μά, ποιὸς ξέρει, μπορεῖ ὁ τρισάγιος στοχασμός, πὼς θά 'ρθει καιρὸς τῆς τέλειας λύτρωσης, τῆς τέλειας φίλιωσης, θὰ σβήσουν οἱ φωτιὲς τῆς Κόλασης, κι ὁ Ἄσωτος Υἱός, ὁ Σατανᾶς, θ' ἀνέβει στὸν οὐρανό, θὰ φιλήσει τὸ χέρι τοῦ Πατέρα καὶ δάκρυα θὰ κυλήσουν ἀπὸ τὰ μάτια του: «Ἥμαρτον!» θὰ φωνάξει, κι ὁ Πατέρας θ' ἀνοίξει τὴν ἀγκάλη του: «Καλῶς ἦρθες» θὰ τοῦ πεῖ «καλῶς ἦρθες, γιὲ μου• συχώρεσέ με ποὺ σὲ τυράννησα τόσο πολύ!».

Μὰ δὲν τόλμησα νὰ ξεστομίσω τὸ στοχασμὸ μου• πῆρα ἕνα πλάγιο μονοπάτι νὰ τοῦ τὸ πῶ.
— Ἔχω ἀκουστά, γέροντά μου, πὼς ἕνας ἅγιος, δὲ θυμᾶμαι τώρα ποιός, δὲν μποροῦσε νὰ βρεῖ ἀνάπαψη στὴν Παράδεισο. Ἄκουσε ὁ Θεὸς τοὺς στεναγμούς του, τὸν κάλεσε: «Τί ἔχεις κι ἀναστενάζεις;» τὸν ρώτησε• «δὲν εἶσαι εὐτυχής;—Πῶς νά 'μαι εὐτυχής, Κύριε;» τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ ἅγιος. Στὴ μέση μέση τῆς Παράδεισος ἕνα συντριβάνι καὶ κλαίει. —Τί συντριβάνι;—Τα δάκρυα τῶν κολασμένων».

Ὁ ἀσκητὴς ἔκαμε τὸ σημάδι τοῦ σταυροῦ, τὰ χέρια του ἔτρεμαν.
— Ποιὸς εἶσαι; ἔκαμε μὲ φωνὴ ξεψυχισμένη• ὕπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ!
Ἔκαμε πάλι τὸ σταυρὸ του τρεῖς φορές, ἔφτυσε στὸν ἀέρα:
Ὕπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ, ξανάπε, κι ἡ φωνὴ του τώρα εἶχε στερεώσει.

Ἄγγιξα τὸ γόνατό του ποὺ γυάλιζε γυμνὸ στὸ μεσόφωτο• τὸ χέρι μου πάγωσε.
— Γέροντά μου, τοῦ κάνω, δὲν ἦρθα ἐδῶ νὰ σὲ πειράξω, δὲν εἶμαι ὁ Πειρασμός• εἶμαι ἕνας νέος ποὺ θέλει νὰ πιστέψει ἁπλοϊκά, χωρὶς νὰ ρωτάει, ὅπως πίστευε ὁ παππούς μου ὁ χωριάτης• θέλω, μὰ δὲν μπορῶ.
—Ἀλίμονό σου, ἀλίμονό σου, δυστυχισμένε• τὸ μυαλὸ θὰ σὲ φάει, τὸ ἐγὼ θὰ σὲ φάει. Ὁ ἀρχάγγελος Ἑωσφόρος, ποὺ ἐσὺ ὑπερασπίζεσαι καὶ θὲς νὰ τὸν σώσεις, ξέρεις πότε γκρεμίστηκε στὴν Κόλαση; Ὅταν στράφηκε στὸ Θεὸ κι εἶπε: Ἐγώ. Ναὶ ναί, ἄκου, νεαρέ, καὶ βάλ'το καλὰ στὸ νοῦ σου: 
Ἕνα μονάχα πράμα κολάζεται στὴν Κόλαση, τὸ ἐγώ. Τὸ ἐγώ, ἀνάθεμά το! 
Τίναξα τὸ κεφάλι πεισματωμένος:
Μὲ τὸ ἐγὼ αὐτὸ ξεχώρισε ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ ζῷο, μὴν τὸ κακολογᾶς, πάτερ Μακάριε.
Μὲ τὸ ἐγὼ αὐτὸ ξεχώρισε ἀπὸ τὸ Θεό. Πρῶτα ὅλα ἦταν ἕνα μὲ τὸ Θεό, εὐτυχισμένα στὸν κόρφο του. Δὲν ὑπῆρχε ἐγὼ καὶ σὺ κι ἐκεῖνος• δὲν ὑπῆρχε δικό σου καὶ δικὸ μου, δὲν ὑπῆρχαν δυό, ὑπῆρχε ἕνα• τὸ Ἕνα, ὁ Ἕνας. Αὐτὸς εἶναι ὁ Παράδεισος ποὺ ἀκοῦς, κανένας ἂλλος• ἀπὸ κεῖ ξεκινήσαμε, αὐτὸν θυμᾶται καὶ λαχταρίζει ἡ ψυχὴ νὰ γυρίσει• βλογημένος ὁ θάνατος! τί ‘ναι ὁ θάνατος, θαρρεῖς; Ἕνα μουλάρι, τὸ καβαλικεύουμε καὶ πᾶμε.

Μιλοῦσε, κι ὅσο μιλοῦσε τὸ πρόσωπό του φωτίζουνταν• γλυκό, εὐτυχισμένο χαμόγελο ζεχύνουνταν άπὸ τὰ χείλια του κι ἔπιανε ὅλο του τὸ πρόσωπο. Ἔνιωθες βυθίζουνταν στὴν Παράδεισο.
— Γιατί χαμογελᾶς, γέροντά μου;
— Εἶναι νὰ μὴ χαμογελῶ; μοῦ ἀποκρίθηκε•' εἶμαι εὐτυχής, παιδὶ μου• κάθε μέρα, κάθε ὥρα, γρικῶ τὰ πέταλα τοῦ μουλαριοῦ, γρικῶ τὸ Χάρο νὰ ζυγώνει.

Εἶχα σκαρφαλώσει τὰ βράχια γιὰ νὰ ξομολογηθῶ στὸν ἄγριο τοῦτον ἀπαρνητή της ζωής• μὰ εἶδα ἦταν ἀκόμα πολὺ ἐνωρίς• ἡ ζωὴ μέσα μου δὲν εἶχε ξεθυμάνει, ἀγαποῦσα πολὺ τὸν ὁρατὸ κόσμο, ἔλαμπε ὁ Ἑωσφόρος στὸ μυαλό μου, δὲν εἶχε ἀφανιστεῖ μέσα στὴν τυφλωτικὴ λάμψη τοῦ Θεοῦ. Ἀργότερα, συλλογίστηκα, σὰ γεράσω, σὰν ξεθυμάνω, σὰν ξεθυμάνει μέσα μου κι ὁ Ἑωσφόρος.

Σηκώθηκα. Ἄσκωσε ὁ γέροντας τὸ κεφάλι.
— Φεύγεις; ἔκαμε• ἄε στὸ καλό• ὁ Θεὸς μαζί σου. 
Καὶ σὲ λίγο, περιπαιχτικά:
— Χαιρετίσματα στὸν κόσμο.
Χαιρετίσματα στὸν οὐρανό, ἀντιμίλησα• καὶ πὲς στὸ Θεὸ, δὲ φταῖμε ἐμεῖς, φταίει αὐτὸς ποὺ ἔκαμε τὸν κόσμο τόσο ὡραῖο.

Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2018

Νϊκου Καρούζου: ΑΠΟΛΕΛΥΣΑΙ ΤΗΣ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ ΣΟΥ (ποίημα)



Νηστεύει ἡ ψυχή μου ἀπὸ πάθη
καὶ τὸ σῶμα μου ὁλόκληρο τὴν ἀκολουθεῖ.
Οἱ ἀπαραίτητες μόνο ἐπιθυμίες -
καὶ τὸ κρανίο μου ὁλημερὶς χῶρος μετανοίας
ὅπου ἡ προσευχὴ παίρνει τὸ σχῆμα θόλου.

Κύριε, ἀνῆκα στοὺς ἐχθρούς σου.
Σὺ εἶσαι ὅμως τώρα ποὺ δροσίζεις
τὸ μέτωπό μου ὡς γλυκύτατη αὔρα.
Ἔβαλες μέσα μου πένθος χαρωπὸ
καὶ γύρω μου
ὅλα πιὰ ζοῦν καὶ λάμπουν.
Σηκώνεις τὴν πέτρα - καὶ τὸ φίδι
φεύγει καὶ χάνεται.
Ἀπ' τὴν ἀνατολὴ ὡς τὸ βασίλεμμα τοῦ ἥλιου
θυμᾶμαι πὼς εἶχες κάποτε σάρκα καὶ ὀστὰ γιὰ μένα.
Ἡ νύχτα καθὼς τὴν πρόσταξες ἀπαλὰ μὲ σκεπάζει
κι ὁ ὕπνος - ποὺ ἄλλοτε ἔλεγα πὼς ὁ μανδύας του
μὲ χίλια σκοτάδια εἶναι καμωμένος,
ὁ μικρὸς λυτρωτής, ὅπως ἄλλοτε ἔλεγα -
μὲ παραδίδει ταπεινὰ στὰ χέρια σου...
Μὲ τὴ χάρη σου ζῶ τὴν πρώτη λύτρωσή μου.

Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2018

Νίκου Καρούζου: Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ (ποίημα)

Γλυκὸ ποὺ εἶναι τὸ σκοτάδι στὶς εἰκόνες τῶν προγόνων
ἄμωμα χέρια μεταληπτικὰ
ροῦχα ποὺ τ' ἄδραξεν ἡ γαλήνη καὶ δὲ γνωρίζουν ἄνεμο
βαθιὰ τὸ ἐλέησον ἀπ' τοὺς ἄυλους βράχους
τὰ μάτια σὰν καρποὶ εὐωδάτοι.
Κι ὁ ψάλτης ὁλόσωμος ἀνεβαίνει στὸ πλατάνι τῆς φωνῆς
καημένε κόσμε
θυμίαμα ἡ γαλάζια ὀσμὴ κι ὁ καπνὸς ἀσημένιος
κερὶ νὰ στάζη ὁλοένα στὰ παιδόπουλα
καημένε κόσμε
σὰ βγαίνουν - ὢ χαρὰ πρώτη - μὲ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ μὲ τὶς λαμπάδες
κ' ὕστερα ἡ μεγάλη χαρὰ νὰ συντροφεύουν τ' Ἅγια...
Ὁ παπα-Γιάννης τυλιγμένος τ' ἄσπρο τοῦ φελόνι
καλὸς πατέρας καὶ καλὸς παπποὺς μὲ τὸ σιρόκο στὴ γενειάδα
χρόνια αἰῶνες χρόνια καὶ νιάτα πόχει ἡ ὀμορφιά!…

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΠΑΝΗΓΥΡΕΩΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΑΥΤΗ ή, ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ ΑΝΕΤΕΙΛΕ ΠΑΛΙ


«Τοὺς διανύσαντας τὸν τοῦ βίου δρόμον πίστει εὐσεβεῖ... ἤτοι, ... δεόμεθα ὑπὲρ μακαρίας μνήμης καὶ αἰωνίου ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν πάντων τῶν ἐπ᾿ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς κεκοιμημένων Ὀρθοδόξων χριστιανῶν... πατέρων, πάππων, προπάππων... διδασκάλων, συγγενῶν...»
Οἱ λέξεις, μέσα στὸ χειμωνιάτικο ἀπόβραδο, ἀκούγονται σὰν φτερουγίσματα πουλιῶν ποὺ σπεύδουν νὰ κουρνιάσουν σὲ πυκνὲς φυλλωσιές, καθὼς σιμώνει ἡ νύχτα. Κι ὄντως, φτερουγίζουν ἀπόψε αὐτὲς οἱ ἱερὲς οἱ λέξεις, ποὺ κομίζουν στὸν Οὐρανὸ τὴν κέσιο καὶ φορτωμένη κατάνυξη καὶ δέος ἱερὸ προσευχή μας. Προσευχὴ γιὰ ἐκείνη τὴν κατηγορία τῶν ἀνθρώπων μας ποὺ μετοίκησαν γιὰ πάντα... Γιατὶ ἐλάχιστοι, δυστυχῶς, μποροῦν νὰ καταλάβουν τὸ εἰδικὸ βάρος ποὺ φέρει ἡ ἡμέρα αὐτή, τοῦ Ψυχοσάββατου ἡ θεοτίμητη ἡμέρα. Τοῦ Ψυχοσάββατου, ὅπου ἔχουν τὸ δικό τους τὸ Πανηγύρι οἱ Κεκοιμημένοι. Ναί, τὸ Πανηγύρι τους, τὸ ἰδιότυπο αὐτὸ Πανηγύρι μὲ τὸν χαρμολυπικό του τὸ χαρακτήρα. Τὸ Πανηγύρι μὲ τὴ σύναξη τῶν σων πιστῶν, ποὺ τὴν φωτίζει τὸ νέφος τῶν Κεκοιμημένων. Γιὰ τοὺς ὁποίους καὶ Τὸν παρακαλοῦμε: «...Υἱοὺς ἀναστάσεώς σου ποίησον, Κύριε τῆς δόξης, τοὺς προκοιμηθέντας...». Ἐπειδὴ αὐτὴν τὴν ἡμέρα πρέπει νὰ τὴ βλέπουμε ς προέκταση τοῦ δικοῦ μας βίου, γιατὶ κάποτε θὰ ἐπιθυμοῦμε οἱ ἐπίγονοί μας, αὐτὴν τὴν ἡμέρα νὰ δέονται μὲ τὴν Ἐκκλησία: «...Τοὺς ἀφυπνώσαντας ἐκ τῆς τοῦ βίου νυκτός, ἡμέρας υἱοὺς δεῖξον, Κύριε...».
Ὄντως, μεγάλη ἡ δωρεὰ ποὺ προσφέρει ἡ Ἐκκλησία στὸ πλήρωμά Της μὲ τὸ νὰ θεσπίσει αὐτὴν τὴν ἄχραντη Πανήγυρι πρὸς τιμὴν «πάντων τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος κεκοιμημένων εὐσεβῶς πατέρων καὶ ἀδελφῶν...». Γιατὶ μὲ τὴν κίνησή Της αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία προτείνει στὸν κόσμο της νὰ θυμηθεῖ αὐτὴ τὴ μέρα. Νὰ θυμηθεῖ τοὺς κεκοιμημένους, ποὺ ἀσφαλῶς περιμένουν τὶς εὐχὲς καὶ προσευχές ὅλων μας. Ἐπειδὴ ὁ κόσμος λησμονεῖ εὔκολα, ἀντίθετα μὲ τὴν Ἐκκλησία ποὺ θυμᾶται καὶ μνημονεύει. Δηλαδή, διασώζει καὶ μεταθέτει στὴν αἰωνιότητα τὰ ὀνόματα πάντων τῶν εὐσεβῶς κεκοιμημένων. Κι αὐτὸ γιατὶ ἀγαπᾶ καὶ τυλίγει σὲ νέφος στοργῆς τὰ παιδιά Της, γι᾿ αὐτὸ και προτρέπει τοὺς ζῶντες, μέσω τῶν σημαντικῶν αὐτῶν ἡμερῶν τοῦ ἱεροῦ Ψυχοσάββατου, νὰ θυμηθοῦν κι ἐκενοι τοὺς δικούς τους ἀνθρώπους, νὰ τούς μνημονέψουν, νὰ προσευχηθοῦν γι᾿ αὐτούς. Καθὼς, μάλιστα, ξημερώνει ἡ Κυριακὴ τῶν Ἀπόκρεω, ὅπου Ἐκκλησία ἔχει θεσπίσει νὰ θυμόμαστε «τῆς Δευτέρας καὶ ἀδεκαστου δευτερας παρουσίας τοῦ Χριστοῦ». Βλέπεις, ἡ μιὰ ἡμέρα ἀκτινοβολεῖ τὸ νόημά της στὴν ἄλλη. Καὶ κάτι ἄλλο: δίχως ν᾿ ἀγαπᾶμε, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ θυμόμαστε -καὶ παράλληλα νὰ προσευχηθοῦμε- τοὺς ἀνθρώπους μας καὶ τοὺς συναθρώπους μας.
Ἀλήθεια, ἔχουμε συνειδητὰ κατανοήσει τὸ μέγα νόημα αὐτῆς τῆς ἡμέρας; Ἡμέρας προετοιμασίας μας γιὰ τὴν ἐπικείμενη ἀναχώρησή μας ἀπὸ τὸ πρόσκαιρο τοῦ παρόντος βίου μας; Ἔχουμε, μὲ λίγα λόγια, καταλάβει ὅτι «ὄναρ ἡ ζωὴ ἡμῶν ἐστί»; Ποὺ σημαίνει ὅτι «ὡς ἄνθος μαραίνεται, καὶ ὡς ὄναρ προέρχεται καὶ διαλύεται πᾶς ἄνθρωπος...». Καὶ τονίζεται, μάλιστα, μετ’ ἐμφάσεως ἡ λέξη «πᾶς», γιὰ νὰ δείξει καὶ ἀποδείξει ὅτι μπορεῖ στὸν κοινωνικό μας περιβάλλον νὰ διαφέρουμε ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον, ὅμως κι αὐτὴ ἡ διάκριση προσωρινὴ εἶναι καὶ πρόσκαιρη. Τὸ πλέον βέβαιο καὶ σταθερὸ εἶναι ἡ ἐφημερία μας. Ποὺ ἔρχεται τὸ Ψυχοσάββατο νὰ μᾶς τὴν ξαναθυμίσει, χαρίζοντάς την παράλληλα ὡς διδαχὴ πολύτιμη στὸ ταξίδι μας αὐτὸ μέσα στὸν ἱερὸ χῶρο τοῦ Τριωδίου.
«Τὸ φοβερόν σου κριτήριον ἐνθυμούμενος, ὑπερένδοξε Κύριε, καὶ τὴν ἡμέραν τῆς Κρίσεως, φρίττω καὶ πτοοῦμαι, ὑπὸ τῆς συνειδήσεως τῆς ἐμῆς ἐλεγχόμενος... διό με ἐλέησον πρὸ τέλους, καὶ φεῖσαι μου, Κριτὰ δικαιότατε». Ἀμήν!
π. κ. ν. κ.

Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2018

Κώστας Βάρναλης: ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ (ποίημα + audio)



Mες την υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλ' η παρέα πίναμ' εψές·
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ' άσωτ' ουρανού!
Ω! της αβγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Tου ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό·
τ' άλλου κοντόημερ' η γυναίκα
στο σπίτι λυώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιος του Mάζη
κ' η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
― Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
― Φταίει πρώτ' απ' όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Kανένα στόμα
δεν τό βρε και δεν τό πε ακόμα.

Έτσι στη σκότεινη ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

(από τα Ποιητικά, εκδ. Kέδρος 1956)

Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2018

Οδυσσέας Ελύτης: ΑΣΗΜΟΝ (ποίημα)

Έντεκα του Aυγούστου απόκρημνες κι άνθρωπος κανείς
Mήτε και σπίτι. Mόνο βοές, βοές και μία
Θάλασσα πεινασμένη που ορμάει να φάει μαράζι απ' τα παλιά
    ορυχεία σου
Kείνα των κίτρινων καιρών με τον μεγάλο μαύρο σκύλο

Γαβ η αγάπη· γαβ η απάρνηση· γαβ η Mαρία και η 
Προσκύνησις των Mάγων· γαβ όλα σου τα υπάρχοντα
Γεννηθείς; Eν; Έτος; Θρήσκευμα; Kενό.
                    Eνώ
Kάτω από τα σαν παλαιά παλίμψηστα
Kάθετα τείχη όπου δυο τρεις ακόμη θυρεοί διακρίνονται
Περνάν οι Oύγοι με τις Aουγκουστίνες τους και με τα 
    κυνηγετικά τους
             κουδουνάκια ή άλλα χωρικών παιχνίδια
Στον πλαγίαυλο. Kαι στρατός πολύς ύστερα, μαύρος
Σειρήνες. Tο νοσοκομειακό. Kαι δεξιά στο βάθος ένα 
Mέγα πετρελαιοφόρο με δάσος γερανούς
Που πλέει κατά τα δυτικά και απομακρύνεται

Kάπως έτσι κι εμείς. Kι άλλοι επιστρέφουν. Aλλ'
Oύτ' ενός το άηχο σώμα με τ' αγγίγματα όσα
Γνώρισε να συνωθούνται μέσα του δεν φανερώνεται
Mονομιάς να πέσει
            όπως πέφτει το κακό
                                 η αλήθεια

Όμως φαίνεται ότι σαν αποσπασμένες
Aπό κοίλα παλαιών νεκρών ακόμη και όταν
Φως φέρνουν, σκοτεινές είναι οι θεότητες
Kαι ποτέ κανενός (όπως των ερωτευμένων κάποτε που εγγίζονται
    τα ματοτσίνορα
Mια στιγμή τούς εφάνηκε είδανε την ύφανση του πεπρωμένου)
Δεν εδόθηκε κάτι να διακρίνει
Όμορφο κι όλο ερείπια όπως ο πρώτος έρωτας

A τι να πεις που κι έναν μόνον
Aναστεναγμό ν' ανοίξεις θα σε ρίξει χάμου ο άνεμος

Γαβ η αγάπη· γαβ ο Iούδας με το φυγαδευμένο βλέμμα του
Γαβ του κόσμου όλου οι αποστάσεις και οι μακρύτατοι καιροί
Δεν ακούγεται πια τίποτε. Kείνο που 'θελε ο Θεός
H ψυχή μου, η προς στιγμήν αιώνια, το 'νιωσε
Kαι ξανά βρήκε το νόημα της υλακής του ο σκύλος

Nα τες τώρα που σιγά σιγά
Eπιστρέφουν οι στεριές. Yπόσταση λαβαίνουν οι άνθρωποι
Στην παλιά του θέση ξαναρχινάει ν' αναβοσβήνει ο φάρος
Kαι το σπίτι το κόκκινο αργοπορεμένο
Στ' ανοιχτά του κάβου στέκει αρόδο μ' αναμμένα φώτα
Mασουλάνε χόρτο σκοτεινό τα περιβόλια
Kαι θολή θωρείς μες στους αιθέρες να
Kατεβαίνει μ' ένα δίσκο φρέζιες τρέμουσες
H γυναίκα που τη λεν Γαλήνη.

(από Tα Eλεγεία της Oξώπετρας, Ίκαρος 1991) 

Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2018

Διονύσιος Σολωμός: ΕΙΣ ΜΟΝΑΧΗΝ (ποίημα)


Πρoς τὴν κυρὰ Ἄννα Μαρία Ἀναστασία Γουράτο Γεωργομίλα, ὅταν ἑντύθηκε τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα εἰς τὸ μοναστήρι τῶν Ἁγίων Θεοδώρου καὶ Γεωργίου εἰς Κέρκυρα τὴν 18 Ἀπριλίου 1829.

1
Ἀπὸ τὸν Θρόνο τ' Ἄπλαστου
οἱ Ἀγγέλοι ἐκατεβήκαν,
καὶ μὲς στοῦ μοσχολίβανου
τὸ σύγνεφον ἐμπήκαν,
νὰ ἰδοῦν ποὺ τὸ κοράσιο
κινάει στὴν ἐκκλησιά.

2
«Χριστὸς ἀνέστη» ἐψάλλανε
μὲ τὰ χρυσά τους χείλη,
«Χριστὸς ἀνέστη» ἐκάνανε
κι ἀστράφτανε σὰν ἥλιοι
καὶ λόγια ἐτραγουδούσανε
ἐγκάρδια καὶ θερμά.

3
Ἕνας Ἄγγελος
Χαῖρε, ἀδελφὴ ! Μ' ἀρέσουνε
τῆς ὄψης σου οἱ χλωμάδες.
εἰς τὰ περίσσια ἀνάμεσα
κεριὰ καὶ στὲς λαμπάδες
κάλλιο ἀπὸ ρόδα πιάνουνε
τῆς Νύμφης τοῦ Χριστοῦ.

4
Ἄλλος
Ἀφοῦ τὸν θάνατο ἔκλαψες
τῆς δόλιάς σου μητέρας
καὶ τοῦ πατρός, σοὺ ἀπόμεινε
μόνος Αὐτὸς πατέρας.
Ἄλλος
Πάντα περνάει τὰ σπλάχνα του
τὸ δάκρυ τοῦ ὀρφανοῦ.

5.
Ἄλλος
Γλυκὸ 'ναι τῆς Παράδεισος
νὰ μελετᾶς τὰ κάλλη.
Ἄλλος
Πικρὴ 'ναι ἡ φοβερότατη
τοῦ κόσμου ἀνεμοζάλη.
μον' ἐδῶ φθάνει ὁ ἀντίλαλος,
δὲ φθάνει ἡ τρικυμιά.

6
Ἄλλος
Ἐδῶ ὁ Χριστὸς στὰ ὀνείρατα
σ' ἐσένα κατεβαίνει.
Ἄλλος
Ἐκεῖ ταράζουν ἅρματα
καὶ θρόνοι αἱματωμένοι.
Ἄλλος
Ἐδῶ εὐτυχία καὶ θρίαμβος.
Ἄλλος
Ἐκεῖ 'ναι συμφορά.

7
Ἄλλος
Ὁ κόσμος ἐρωτεύτηκε
στὰ μάτια, στὴ φωνή σου,
τὰ μελετάει συχνότατα,
κι ἡ ἀγγελικὴ ψυχή σου
φωνὴ καὶ μάτια ἐγύρισε
κατὰ τὸν Οὐρανό.

8
Ἄλλος
Ὁ Πλάστης κατ' εἰκόνα του
τὸν ἄνθρωπο ἐποιοῦσε.
Ἄλλος
Μὲς στὰ κρυφία της γνώσης του
τὴ Χτίση ἐμελετοῦσε,
γιὰ νὰ 'ναι τοῦ λιγόζωου
ἀνθρώπου ἡ κατοικιά.

9.
Ἄλλος
Ἀπάνου ἀπάνου ἐχύθηκε
στὴν Ἄβυσσο ποὺ ἐσειότουν
καὶ μὲ τρομάρα ἐμούγκριζε,
κι αὐτὶ δὲν ἐσωζότουν.
ὁ Πλάστης ὁλομόναχος
ἀγρίκαε μὲ χαρά.

10.
Ἄλλος
Ἔρως καὶ Χάρος πάντοτε
δουλεύουν ἐδῶ κάτου,
ὥσπου ὁ Καιρὸς ὁ γέροντας
νὰ χάσει τὰ φτερά του.
Ἄλλος
Φριχτὴ 'ναι ἡ ὥρα ποὺ ἄνθρωπος
βαριὰ ψυχομαχᾶ.

11
Ἄλλος
Μὴ φοβηθεῖς νὰ 'σ' ἔρημη
τότε ἀπὸ κάθε μάτι.
ἰδοὺ ὁ Χριστὸς ποὺ γέρνοντας
στοῦ πόνου τὸ κρεβάτι
σοὺ σιάζει τὸ προσκέφαλο
καὶ σὲ παρηγορά.

12
Ἄλλος
Εὐτυχισμένο λείψανο,
θέλει σου δώσει πάλι
τὸν ἀρραβώνα ὁ ἴδιος
ὀποῦ σου πῆρε ἀγάλι
τὴν ὥρα ποὺ ἀπομείνανε
τὰ στήθια σου νεκρά.

13.
Ἄλλος
Τὰ κόκαλα ἐβαρέθηκαν,
στὸ μνῆμα καρτερώντας
καὶ τρίζουνε ἀκατάπαυτα
τὴν Κρίση ἀναζητώντας.
Ἄλλος
Ξύπνα, ἀδελφὴ ! Τὴ Σάλπιγγα
τὴν ὕστερη ἀγρικῶ.

14
Ἄλλος
Τὰ μάτια τῆς ἀστράψανε
τοῦ τάφου ἀπὸ τὴν κλίνη.
κοίτα, πετιέται ὁλόχαρη
καὶ μὲς στὸ λάκκο ἀφήνει
τοὺς μόσχους τοῦ Μαϊάπριλου
ποῦ δὲν ὑπάρχει πλιό!

15
Ὅλοι οἱ Ἄγγελοι
Τὰ μάτια τῆς ἀστράψανε
τοῦ τάφου ἀπὸ τὴν κλίνη.
κοίτα, πετιέται ὁλόχαρη
καὶ μὲς στὸ λάκκο ἀφήνει
τοὺς μόσχους τοῦ Μαϊάπριλου
ποῦ δὲν ὑπάρχει πλιό!

Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΠΑΝΗΓΥΡΕΩΝ ΟΙ ΑΦΑΝΕΡΩΤΕΣ ΠΤΥΧΕΣ


Ἀλήθεια, ποιὸς μπορεῖ νὰ καταλάβει τὸν κάθε ἱερέα, τὸ πόσο τὸν συγκινοῦν καὶ συνάμα τοῦ ἀφανίζουν κάθε κόπο οἱ στιγμὲς ἐκεῖνες κατὰ τὶς ὁποῖες ἡ κάθε Πανήγυρις τοῦ ναοῦ του περατώνεται. Καὶ μιλᾶμε γιὰ τὰ μετὰ τὴν ἀπόλυση τῆς Θείας Λειτουργίας, ὅταν ὁ ναὸς ἀδειάζει πιά, ὅταν τὰ σύννεφα τοῦ θυμιάματος ἀραιώνουν κι ἡ φωτοβολία τῶν κεριῶν καὶ τῶν πολυελαίων χαμηλώνει αἰσθητά. Τότε, λοιπόν, εἶναι ποὺ κυκλώνουν τὸν νοῦ τοῦ ἱερέα ποικίλοι στοχασμοί. Στοχασμοὶ ποὺ ἀναμφίβολα εἶναι προέκταση τῆς Πανηγύρεως. Γιατὶ ἄνθρωπος εἶναι κι ὁ παπᾶς μὲ ἀδυναμίες καὶ πάθη ποὺ πασχίζει νὰ τὰ φυτέψει στὴν «ἄφατόν Του φιλανθρωπίαν», γιὰ νὰ ἀναστηθοῦν «καινά» (Ἀποκ. 21,5), ἀλλὰ καὶ μὲ εὐαισθησίες, ποὺ μεταμορφώνουν τὶς ταπεινές του βιωματικὲς στιγμές, σὲ κατανυκτικὰ προσόμοια θείας ἐπισκέψεως. Ἔτσι, καθὼς γυροφέρνει τὴ ματιά του στ’ ἀδειανὰ τὰ στασίδια ἀναλογίζεται τὰ πρόσωπα ποὺ φέτος ἔλειψαν. Ἀναλογίζεται ἐκεῖνα ποὺ ταξίδεψαν γιὰ πάντα, ἤ ἄλλα ποὺ εἶναι καθηλωμένα σὲ κάποιο κρεβάτι τοῦ πόνου, ἄλλα πάλι ποὺ μετοίκισαν σὲ μακρυνὲς πολιτεῖες κι σως ν᾿ ἀναθυμοῦνται τὴν παλιά τους ἐνοριακὴ οἰκογένεια τούτη τὴ σημαδιακὴ ἡμέρα... Ποιός ξέρει! Ναί, τὸν πληγώνουν τὸ παπᾶ αὐτὲς οἱ ἀπουσίες, γιατὶ πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ λείπουν ἦταν οἱ πιστοί του σύντροφοι, «οἱ ἀκολουθοῦντες αὐτῷ» (πρβλ. Μτθ. 27, 5), ὄχι μονάχα στὶς ἱ. Ἀκολουθίες, ἀλλὰ καὶ σὲ πολλὲς ἄλλες περιπτώσεις τοῦ βίου του μὲ τὴ φιλική τους ἐντιμότητα ὡς τεκμήριο ἀδιάψευστο. Γιατὶ ὅλοι μας χρειαζόμαστε τὴν ἀνθρώπινη παρουσία ὡς προέκταση τῆς θεϊκῆς, γιὰ νὰ φωτίσει τὸ κάθε σκοτάδι τῆς ἐπίγειας πορείας του.
Ὅμως στὸ περιθώριο τῶν ἱερατικῶν του στοχασμῶν ὁ παπᾶς παρατηρεῖ νὰ στέκει ἀγέρωχος κι ὁ Χρόνος. Ὁ Χρόνος ποὺ ἀλέθει μέσα του γεγονότα καὶ πρόσωπα, καὶ ποὺ φροντίζει νὰ πασπαλίζει μὲ στάχτη τὴ ζωή μας, ὥστε νὰ ντύνεται τὸ γκρίζο τὸ χρῶμα της καὶ νὰ σπουδάζει τὴ βιοτή μας πάνω στὸ μεγαλο Μυστήριο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου. Γιατὶ καὶ τὸ ἕνα, δηλαδή, ἡ φθορὰ σιωπηλὰ ἁπλώνεται, ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια, καὶ τὸ ἄλλο -κι ἀσφαλῶς τὸ πιὸ κορυφαῖο- ὁ θάνατος δηλαδή, ὅλο καὶ παραμονεύει νὰ βρεῖ τὴν ἀναγκαία, γιὰ τὴν εσοδό του μέσα μας, Κερκόπορτα, ὥστε νὰ καταστεῖ ὁ κυρίαρχος κι αὐτῆς τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης.
Στέκει, λοιπόν, παράμερα ὁ Χρόνος ποὺ συνεχίζει νὰ σωρεύει ἐμπειρίες. Ἐμπειρίες κάθε εἴδους, πολλὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες καὶ πληγώνουν ἀνεπανόρθωτα. Καὶ μιὰ ἀπὸ αὐτὲς εἶναι ἐκείνη ποὺ αὐτὲς τὶς ὧρες φορτίζει τὴν ψυχὴ τοῦ ἱερέα, ἐπειδὴ βλέπει πὼς τὰ χρόνια μαζεύονται. Φορτώνονται στὴ ράχη, ποὺ ὅλο καὶ γέρνει, στὴν καρδιὰ ποὺ φτερουγίζει κι ἐπιθυμεῖ νὰ προσφέρει, ὅμως ἡ ἀδυναμία τοῦ κορμιοῦ δὲν τῆς ἐπιτρέπει παρὰ μονάχα νὰ σχεδιάζει... Τίποτε ἄλλο. Κ' ὕστερα, εἶναι καὶ τὸ μεγαλο τὸ ἐρώτημα ποὺ αἰωρεῖται αὐτὲς τὶς χαρμολυπικὲς στιγμὲς πάνω του. Ἐρώτημα ὁριακὸ καὶ συνάμα βαθύτατα ὑπαρξιακό. «ραγε, μήπως αὐτὴ εἶναι ἡ ἔσχατη πανήγυρις ποὺ παρίσταμαι;» Ἤ τὸ πιὸ σύνηθες ἐρώτημα: «Πόσες πανηγύρεις, στ᾿ ἀλήθεια, μοῦ ἀπομένουν;».
Εὔλογα τὰ ἐρωτήματα καὶ πολὺ ὀρθά. Γιατὶ ὁ καθένας ὀφείλει νά ἐξετάζει τὸ πεπερασμένο τῆς ὑπαρκτικῆς του παρουσίας σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο, σ᾿ αὐτὴ τὴν βιοτή, ποὺ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μονάχα ἡ εἰκόνα τῶν ὅποιων ἐπισκέψεών μας. Πῶς, δηλαδή, πᾶμε ἕνα τάξίδι, μιὰ ἐκδρομή.... Γιατὶ «ἰδοὺ αἱ ἡμέραι, ἐνιαυτοὶ καὶ μῆνες, ὡς ὄναρ, παράγουσι καὶ ὡς σκιὰ δειλινή» (ὅσιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος). Καὶ δὲν εἶναι ὅτι «παράγεται» ὁ καιρός. Αὐτὸ εἶναι φυσικό. Τὸ κυριώτερο, γιὰ ἕνα συνειδητὸ παπᾶ, εἶναι τὸ ἄν μπόρεσε νὰ εὐαρεστήσει Θεὸ καὶ ἀνθρώπους - τὸ κατὰ δύναμιν πάντα. Ἄν, δηλαδή, τὸ τάλαντο (βλ. Μτθ 25, 14-30) ποὺ τοῦ δόθηκε τῆς διακονίας τῶν Μυστηρίων Του, δὲν ἔμεινε ἀνεκμετάλλευτο. «Ἰδού, σοὶ τὸ τάλαντον ὁ Δεσπότης ἐμπιστεύει ψυχή μου· φόβῳ δέξαι τὸ χάρισμα· δάνεισαι τῷ δεδωκότι, διάδος πτωχοῖς καὶ κτῆσαι φίλον τὸν Κύριον...».
Καὶ τὸ τραγικὸ στὴν ἐποχή μας εἶναι πὼς, ἀποκλεισμένοι στὸν ἑαυτό μας, τὸ μόνο ποὺ δὲν μᾶς πολυνοιάζει εἶναι ἄν θὰ κάνουμε «φίλον τὸν Κύριον», ἀφοῦ ζοῦμε σὲ καιροὺς ἀφιλίας καὶ δίχως στοργή. Ὡστόσο οἱ Πανηγύρεις ἀκόμα ἐπιμένουν νὰ καλοῦν σὲ συνάξεις φιλίας καὶ φιλαδελφίας, μὲ σκοπό νὰ ἀλληλοκατανοήσουμε, πὼς μιὰ παρέα εἴμαστε. Μιὰ παρέα ποὺ κοιτάζει νὰ δημιουργήσει δεσμοὺς φιλίας ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλο, κι ὅλοι μαζὺ μὲ Ἐκεῖνον. Γιατὶ, ἀλλιῶς, ἄχαρη θὰ εἶναι ἡ ζωή μας καὶ δίχως νόημα. Ἀλήθεια, τὸ θέλουμε αὐτό;
π. κ. ν. κ.

Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2018

Για το “Λεσβιακό Ημερολόγιο 2018. Γράμματα Τέχνες Πολιτισμός” του Παναγιώτη Σκορδά, Εκδ. Μύθος Εκδοτική ΕΠΕ

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Ψαρεύοντας έρχεται η θάλασσα… λέει ο μεγάλος Οδυσσέας Ελύτης με την καταγωγή από το ωραίο νησί της Λέσβου· κι εμείς φυλλομετρώντας τις σελίδες αυτού του Ημερολογίου ψαρεύουμε πληροφορίες ιστορίας, αρχαιολογίας, μύθου, τέχνης, και από όλο το φάσμα της κοινωνίας, μπρός και πίσω από τα γραμμένα.
     Και το Λεσβιακό Ημερολόγιο, φυλλομετράει τα χρόνια. Έγινε πολυτελής τόμος, θησαυρός γνώσεων και πληροφοριών, έγινε θεσμός. Και αυτό οφείλεται στη σύνοδο πολλών αστέρων, αρχίζοντας από τους πρόθυμους χορηγούς, προχωρώντας στους επιφανείς καλλιτέχνες και επιστήμονες και καταλήγοντας στον ακαταπόνητο Παναγιώτη Σκορδά, που το φροντίζει, το επιμελείται και γράφει και τον Πρόλογο. Εκεί, στον Πρόλογο, ο Σκορδάς θα μιλήσει για τα πάθη του νησιού του. Για τον σεισμό που πήρε τη ζωή ενός ανθρώπου και ξεσπίτωσε πολλούς, την απώλεια συνεργατών και φίλων, τις καταστροφές του Αναγνωστηρίου στην Αγιάσο, τις ασταμάτητες και ανεξέλεγκτες αφίξεις προσφύγων, την ασθένεια που έπληξε τα ζώα. Αλλά από την άλλη το αντίβαρο: διακρίσεις και βραβεύσεις προϊόντων διεθνώς. Το Ημερολόγιο που κρατάμε στα χέρια μας είναι «ανάχωμα», «καταφύγιο ψυχής και πνεύματος», λυτρωτική δίοδος προς το φως των γραμμάτων και τεχνών του Λεσβιακού πολιτισμού», μας λέει.

Κάθε σελίδα και μια έκπληξη. Τα καλλιτεχνήματα –έργα ζωγραφικής και γλυπτικής- της Μαρίας Καλλιπολίτη, δοσμένα με θαυμασμό, περισσή συνέπεια και χάρη από την Δώρα Φ. Μαρκάτου, μας οδηγούν μεγαλοπρεπώς στα ενδότερα. Και μετά από την απόλαυση των αισθήσεων έρχεται ή σειρά για των λόγων τα αντίδωρα, αγωγή του νου και της ψυχής.
     Το «Ψάρεμα» του Δήμου Κλαδίτη και η «Γιασεμούλα» του Βασίλη Ψαριανού είναι αφηγήματα που κεντρίζουν το φιλότιμό μας, απευθύνονται στο συναίσθημα στην ανθρωπιά μας και στην έκπτωσή της. Ακολουθούν ποιήματα εμπνευσμένα από τη συγκυρία της εποχής. Συνθέτες τους ο Ξενοφών Μαυραγάνης, Δημήτρης Καραμβάλης, Νίκος Βερβενιώτης, Αντώνης Σημαντήρης.
     Ο Βαγγέλης Γδοντέλης γράφει για την προσφορά του αρχιμανδρίτη Γρηγορίου Γώγου στο έθνος και στην γενέτειρά του. Ο Νίκος Παπαδέλλης γράφει για τους δυο μεγάλους Λέσβιους μεταφραστές, Θρασύβουλο και Δημήτριο Σταύρου. Ο Αλέκος Κιουρέλλης γράφει για τα χαϊμαλιά και ο Στρατής Μολινός για τις πάνδημες εορτές στην αρχαία Λέσβο. Ο Αριστείδης Κυριαζής και η Κωνσταντίνα Βακκά-Κυριαζή, γράφουν για την ιστορία και το μύθο της αρχαίας πόλης Ίσσα και τον μάντη Πρύλι που προφήτευσε τον Δούρειο ίππο. Παραθέτουν, μάλιστα, και εικόνα του ίππου από τον Γάλλο ζωγράφο Henri Morte, 1874. Η Αθηνά Δημοπούλου-Πηλιούνη γράφει για τη νομισματική πολιτική στην αρχαιότητα και συγκεκριμένα για τη συνθήκη της Μυτιλήνης και της Φώκαιας.
     Από την σύγχρονη ιστορία αντλούν τα θέματά τους ο Στρατής Αναγνώστου, με τον Σύλλογος Κυριών και Δεσποινίδων ‘‘Αγάπη’’». Η Βασιλική Κουρβανίου ασχολείται με την Αγιάσο, το όνομα και η οικονομία της. Ο Στρατής Χαραλάμπους γράφει για κάτι που είναι πάντα επίκαιρο, δηλαδή τον Κεφαλικό φόρο της Λέσβου και ο Στρατής Χατζηστυλιανού για τα 100 χρόνια της Μεραρχίας και της Εθνοφυλακής του Αρχιπελάγους. Ο Αθανάσιος Καλαμάτας ασχολείται με τη θρησκευτική Ιστορία.
     Στις Τέχνες, η Μαρία Μόσχου γράφει για τους φορητούς πίνακες και τους αυτοδίδακτους ζωγράφους· η Αναστασία Αρχοντή επιλέγει τους πίνακες. Η Μαρία Μόσχου συνεχίζει με την σπουδαία προσωπικότητα του μεγάλου Τάκη Ελευθεριάδη, σε μια εκτεταμένη και διεξοδική μελέτη, την οποία συμπληρώνει με πίνακες του καλλιτέχνη.
     Για τον Τεριάντ, έχουμε εμπεριστατωμένη μελέτη – «Ένας Τεριάντ πάντα επίκαιρος»- την οποία μας καταθέτει ο καθηγητής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Γιάννης Κολοκοτρώνης που παρακολουθεί την πορεία του μεγάλου Λέσβιου καλλιτέχνη στη Γαλλία, τη συνεργασία του με τον Κριστιάν Ζερβός, τη μεταμόρφωσή του στην «υπερεθνική κοινότητα των ανθρώπων της τέχνης» που «αποκτούσε μεγαλύτερη συνείδηση οντότητας μέσω της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης». Δίνει ακόμα πληροφορίες για το περιοδικό Minotaure, με το περίφημο κολάζ του Πικασό και το μινώταυρο, έμβλημα της εποχής της Μεγάλης Ύφεσης. Τη γνωριμία του με τον Κριστιάν Ντιόρ και την Κοκό Σανέλ, το περιοδικό Verve (σε γαλλική και αγγλική γλώσσα τα πέντε πρώτα τεύχη) που ήταν «λιγότερο επιθεώρηση κριτικής και περισσότερο θέαμα, καθώς κάθε τεύχος του σχεδιαζόταν σαν χορογραφία μπαλέτου». Το περιοδικό για τον Τεριάντ ήταν προσανατολισμένο σε κάθε είδους καλλιτεχνική έκφραση.
     Ο Μάκης και ο Στρατής Αξιώτης γράφουν για τις Κινστέρνες-Cisternae της Λέσβου. Υπόγειες, ημιυπόγειες, επιφανειακές, δημόσιες και ιδιωτικές στέρνες που μετέφεραν νερό από πηγές και ποτάμια. Το κείμενο συνοδεύεται με πλούσιο εικαστικό υλικό. Ο Σπύρος Πιπεράς γράφει για τα αρχαία θεατρικά, πολιτιστικά και αθλητικά στην Ερεσό. Ο Γιάννης Κουρτζελής μελετά τη σημασία του περιβάλλοντος στη δημιουργία του λεσβιακού πολιτισμού. Μας το έχει βροντοφωνάξει ο μέγας Οδυσσέας Ελύτης· ο τόπος γεννάει τον πολιτισμό του.
     Ο προηγούμενος, και επί πολλά χρόνια Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, Αναστάσιος Στέφος, αρχαιολάτρης, αρχαιογνώστης και όχι μόνον, μας ενημερώνει για τα «Ποιμενικά κατά Δάφνιν και Χλόην» του Λόγγου. Ο Λόγγος ήταν παιδί της Λέσβου. Ο συγγραφέας παραθέτει πολλές πηγές για τον συγγραφέα του 2ου μ. Χ. αιώνα, απεικονίσεις τοπίων που αναπαράγονται στην αφήγησή του, καθώς και το γοητευτικό περιβάλλον στο οποίο αναπτύσσεται και εξελίσσεται το ειδύλλιο των δύο παιδιών. Πέρα όμως από το μυθιστόρημα το έργο είναι ύμνος στην Αρχαιότητα και το ιδανικό κάλλος, λέει ο συγγραφέας· ύμνος στη λιτότητα, την κομψότητα, την αττική χάρη, την ομαλή γλώσσα. Τέλος, επισημαίνει την αρχαία καταγωγή του έργου αλλά και την προέκτασή του σε ένα ποίημα του Γ. Δροσίνη.
     Ο Βάσος Βόμβας μας μιλάει για τον «Αγνοημένο ποιητή Γιάννη Αλύτη», ο οποίος Μεθύων έρωτι βουτάει στα νερά της ποιητικής παράδοσης του νησιού του». Ο Βόμβας ανατρέχει στην πρώτη εμφάνιση του ποιητή πατέρα του, παραθέτει ονόματα που πρωτοστατούσαν στην πνευματική κίνηση του τόπου, στίχους αποδεικτικούς του ταλέντου του ποιητή, ονόματα μελετητών του έργου του και μας βάζει μπροστά σε ένα γοητευτικό δίλημμα· παραθέτει δύο ποιήματα, το ένα του Αλύτη και το άλλο του Εμπειρίκου, τα οποία μιλούν για μια παρόμοια εικόνα και αίσθηση. Στο ρητορικό ερώτημα προς τον αναγνώστη, ποιο είναι τίνος, ο αναγνώστης απλώς θαυμάζει, χωρίς να μπορεί να ξεχωρίσει.
     Με τη Φύση, και συγκεκριμένα με τον Κόλπο της Καλλονής, ασχολείται ο Γιάννης Καρατζάς, με την Εκπαίδευση και το «Παιδικόν συσσίτιον» Σκουτάρου ο Αθανάσιος Φραγκούλης, με την «Προκήρυξη του 1881» η Σταυρούλα Λυκιαρδοπούλου-Κονταρά, με το θέμα «Εκπαίδευση και ΕΑΜική εξουσία» ο Αριστείδης Σγάντζος. «Λες και ήταν χθες. Μια εποχή σαν σήμερα», ο Γιάννης Αγριτέλλης. «Λόγια του Κάμπου» μας ψιθυρίζει ο Βαγγέλης Σάλτας.
     Για τα γεγονότα που σημάδεψαν τη χρονιά που πέρασε γράφουν ο Στρατής Νικέλλης, «Η Βρίσα μετά τον σεισμό», και ο Στάθης Βαρβαγιάννης «Ένα ούζο πέντε γενεών». Τέλος, για τον ψηφιακό δίσκο, που συνοδεύει τον τόμο με την ωραία παραδοσιακή μουσική του νησιού, υπεύθυνος είναι ο Κλεάνθης Κορομηλάς.
     Αυτό λοιπόν το Λεσβιακό Ημερολόγιο του 2018, αυτός ο τόμος ο λαμπρός, που το Ημερολόγιο είναι μόνο 12 σελίδες, όσοι και οι μήνες, και ο τόμος συνολικά ξεπερνάει τις 500 είναι το αποτέλεσμα σπουδαίων συνεργασιών, για τις οποίες την ευθύνη έχει ο λαμπρός διδάκτορας και επιμελητής του, ο ακούραστος Παναγιώτης Σκορδάς που συνεχίζει τη ωραία παράδοση της αιώνιας Λεσβιακής Άνοιξης.
     Η δραστηριότητα του Παναγιώτη Σκορδά δεν σταματά στο Λεσβιακό Ημερολόγιο· επεκτείνεται και στο Ημερολόγιο της Μήθυμνας ή Εφταλούς, της πατρίδας του Αργύρη Εφταλιώτη δηλαδή, στον οποίο είναι αφιερωμένο και επί του οποίου καθ’ ύλην αρμοδιότερος παντός άλλου είναι ο διδάκτωρ του πανεπιστημίου Αθηνών Σκορδάς. Την έκδοση απεφάσισε η Δημόσια Ιστορική Βιβλιοθήκη Μηθύμνης, που φέρει και το όνομα του λογοτέχνη, «Αργύρης Εφταλιώτης», με διευθύντρια την Μαρία Γρηγορά και Πρόεδρο του εφορευτικού Συμβουλίου την Παναγιώτα Θηβαίου–Παπαθεράπων. Ο Εφταλιώτης τιμά τη γενέτειρά του και τα ελληνικά γράμματα γενικότερα, και η πατρίδα του τιμά με την επωνυμία της Βιβλιοθήκης της και αυτό το κομψό Ημερολόγιο τον λογοτέχνη που ενδιαφέρθηκε για τη γλώσσα και τον πολιτισμό, διασώζοντας σελίδες με την παλιά ζωή της Λέσβου και όχι μόνο. Την επιμέλεια των κειμένων που ανθολογούνται, το φωτογραφικό και αρχειακό υλικό, καθώς και την επιμέλεια του εντύπου γενικώς είχε ο Σκορδάς. Τον σχεδιασμό και τη σελιδοποίηση ο Τάκης Βαλάκος, την έκδοση έκανε η ΔΟΥΚΑ Ο.Β.Ε.Ε.
     Για την Μήθυμνα «Χθες…» και τα προνόμια που εκχώρησε στην πόλη ο Αβδούλ Μετζίτ Α΄, καθώς και για τη Μήθυμνα «Σήμερα…», γράφει η Παναγιώτα Θηβαίου–Παπαθεράπων. Ακολουθεί σύντομη, βιογραφία, εργογραφία και βιβλιογραφία του λογοτέχνη, αποσπάσματα από τα έργα του, φωτογραφίες του λογοτέχνη και φωτογραφίες εξωφύλλων, φωτοτυπία της Εστίας με κείμενά του, από όπου απομονώνω τη σκέψη: ο έρως είναι των νέων βασιλεύς και των γερόντων τύραννος! Πάντως ο «γέρων», στα εξήντα πέντε του, υπέγραφε στην παρατιθέμενη χειρόγραφη επιστολή του προς την «Αγαπητή Ευρυδίκη»: «Γέρασα. Σε φιλώ με βία καθώς και όλους. Αργύρης». 
     Ακολουθεί ένα χρήσιμο και πρακτικό στη σύνθεσή του ημερολόγιο.  


Related Posts with Thumbnails