© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ


Μαθημένοι εἴμαστε τὶς μέρες τῶν Χριστουγέννων νὰ ξαναδιαβαζουμε τὴν περίφημη νουβέλα τοῦ Κ. Ντίκενς «Christmas carol» [Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα ἤ Χριστουγεννιάτικη ἱστορία], ποὺ εἶναι ὄντως ἕνα τρυφερὸ καὶ διδακτικὸ ἀναγνωσμα. Ἐπίσης, τέρπει κι ὁ Παπαδιαμάντης μὲ ἐκεῖνο τὸ κορυφαῖο καὶ φορτισμένο μὲ νοσταλγία διήγημά του «Στὸ Χριστό, στὸ Κάστρο» καὶ μὲ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα ποὺ ἔχει γράψει...
Ὡστόσο ὑπάρχουν κι ἄλλα ἀκόμη διηγήματα, τὰ ὁποῖα φανερώνουν μὲ τὸν δικό τους τρόπο τὸ μεγαλεῖο τῆς Γιορτῆς καὶ τὴ σημασία του. Κι να ἀπὸ αὐτά, πολὺ ἀγαπημένο διήγημα ἀπὸ τὰ μαθητικὰ ἀκόμα χρόνια, εἶναι κι αὐτὸ ποὺ στὴ συνέχεια παρουσιάζω κι εἶναι παρμένο ἀπὸ τὸ ὑπέροχο ἐκεῖνο Ἀναγνωστικό, τὸ τόσο φιλόκαλα στολισμένο καὶ φροντισμένο, τῆς Δ΄ Τάξεως τοῦ Δημοτικοῦ τοῦ 1959. Ἐδῶ, δηλ. καὶ ἑξήντα περίπου χρόνια.
Ἀλήθεια, τί ἐντυπωσίασε τὴν παιδικὴ ψυχὴ μετὰ τὴν ἀναγνωση τῆς «Φουρτουνιασμένης θάλασσας» ( βλ. σελ. 75-78);
Ἀρχικὰ πρέπει νὰ εἰπωθεῖ ὅτι ὁ Ἄννινος ἐδῶ προσπαθεῖ νὰ διηγηθεῖ κάποια παλιὰ παράδοση ποὺ ἀσφαλῶς ἄκουσε καὶ τὸν ἐντυπωσίασε ἀσφαλῶς. Συνάμα θέλει νὰ καταθέσει καὶ τὴ δικιά του ἑρμηνεία πάνω στὴ Γιορτὴ τῶν Χριστουγέννων, ποὺ εἶναι τὸ μεγαλεῖο τῆς θείας Οἰκονομίας. Χώρια ποὺ μέσα στὴν παρακάτω ἱστορία διακρίνεται ἡ διαρκὴς περιφρόνηση -ἄν ὄχι καὶ διωγμὸς τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ κείνη ἀκόμα τὴ σημαδιακὴ βραδυὰ τῆς Βηθλεέμ, ποὺ «τόπος ἦν οὐδεὶς τῷ καταλύματι» γιὰ Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος «δρακὶ πᾶσαν ἔχων τὴν κτίσιν».
Ὁ Χριστόγιωργας ἄν καὶ φέρει τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἐν τούτοις ἦταν πέρα γιὰ πέρα ἄ-χριστος, δίχως ἴχνος μέσα του, δηλαδή, τρυφερότητας καὶ φιλανθρωπίας, ἀφοῦ κέντρο τοῦ κοσμου ἦταν γι᾿ αὐτὸν μόνο ὁ ἑαυτός του: Δηλ. κάτι παράλληλο μὲ τὸν ἄφρονα πλούσιο τοῦ Εὐαγγελίου (πρβλ. Λκ. 12, 13-21).
Ἡ ἐπίσκεψη τοῦ ξένου τὴ νύχτα τῶν Χριστουγέννων δηλοῖ καὶ κάτι ἀκόμη. Ὅτι δηλαδή, ἐκείνη τὴν περιούσια βραδυὰ κάποιος ἦρθε νὰ καταλύσει τὴ μοναξιὰ τοῦ πλούσιου τσέλιγκα, ἀλλὰ καὶ νὰ τοῦ δώσει τὴν εὐκαιρία νὰ συνεορτάσει μὲ λαμπρότητα τὴ γιορτὴ αὐτή. Γιατὶ πολὺ σωστὰ τὸ λέει ὁ Ἀλ. Μωραϊτίδης: « [Τὰ Χριστούγεννα] εἶναι ἡ μόνη πανήγυρις, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ τοὐλάχιστον δύο χριστιανοὺς εἰς πανηγυρισμόν της, κατὰ τὸ «ὅπου εἰσὶ δύο ἤ τρεῖς...» τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ μόνος εἶναι θλιβερὸν θέαμα ἐν τοιαύτῃ ἡμέρᾳ...».
Φυσικὰ ἀπὸ τὰ παραπάνω ἦταν παντελῶς ξένος ὁ Χριστόγιωργας, γιατὶ δὲν εἶχε βιώσει τὸ Μέγα Μυστήριο τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος τὸν γιό Του τὸν μονογενῆ ἔστειλε στὸν κόσμο γιὰ τὴ σωτηρία του (βλ. Ἰω. 3, 16). Μόνο ποὺ ὁ κόσμος δὲν Τὸν κατάλαβε, ὅπως δὲν κατάλαβε ὁ πλούσιος καὶ σκληρόκαρδος μεγαλοτσέλιγκας Χριστόγιωργας ποιὸς τοῦ χτύπησε τὴν πόρτα. Καὶ νὰ σκεφτεῖ κανένας πὼς κάποιοι ἄλλοι συνάδελφοί του, οἱ φτωχοὶ κι ἁπλοὶ βοσκοὶ τῆς Βηθλεέμ, ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ πρωτογεύτηκαν τὴν ἀνείπωτη χαρὰ «ὅτι ἐτέχθη Σωτὴρ».
Ὁ διαχρονικὸς λόγος τοῦ Χριστοῦ «ἰδοὺ ἔστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω» (Ἀποκ. 3, 20), εἶναι ὁ θεμέλιος λίθος ποὺ στηρίζεται αὐτὸ τὸ διήγημα, τὸ ὁποῖο, ὡστόσο, κάνει λόγο γιὰ μιὰ ἄλλη θύρα, ποὺ τὴ χτύπησε ὁ Χριστὸς καὶ δὲν ἄνοιξε ποτὲ ἀπὸ τὸν νοικοκύρη της. Κι ὁ νοῶν νοείτω...

«ΦΟΥΡΤΟΥΝΙΑΣΜΕΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ»
ση γαλνη κα ν κν, ση καλοκαιρα κα ν
πάρχ, πντα στς δδεκα τ μεσνυκτα κθε παραμονς
Χριστουγννων θ δτε δ τ θλασσα ν φουσκν, ν
φρζ χωρς βο κα ντρα κα ν γεμζ σπρα κματα,
λτε κα εναι κοπδια πρβατα, πο βσκουν σ λιβδι. Κα
πλι σιγ - σιγ τ κματα σβνουν κα χνονται στ βθη
το πελγου...
τσι μς λεγεν μπρμπα λας Σερεμτης, στρβοντας
μ τ ροζιρικα, χονδροπετσιασμνα χρια του σιγρο. Κα
ξακολοθησε:
Κα μ θαρρετε πς εναι τ πεκα τότε, που βουζουν
δ... Εναι βοσκς, πο σαλαγει τ πρβατα πνω κτω
στ περιγιλι... μες τ ξερουμε πππου πρς πππου κα
τ εδαμε μ τ μτια μας...
πθωσε τ σιγρο στ πλασιο το παραγωνιο, που
σπιθοβολοσαν τ λικλαρα, κα σταυροκοπθηκε μ’
ελβεια. Τ πρσωπ του, πο τ εχαν ψσει λμη, τ
λιοπρι κα τ ξηροβρια, νυψθηκε μ μιν νατνισι
κποιας πτασας. Κα τ μτια του, πο τ σκαζαν
πυκν, κατστατα φρδια, πραν μιν μερτητα κα μιν
γαλλασι, σν ν βλεπαν στ Θεοφνεια λνοικτο τν
ορανό...
τσι εναι, επε, ξαναπαρνοντας τ σιγάρο κα
τραβντας βαθεις ρουφηξις... Μο τ λεγεν κυρολα
μου... καθμουνα δπλα της κα ρχιζε τν στορία:
Τ βλπεις κενο κε τ χλασμα στν πρα ρχι, πνω
π τς Μπγλαινας τ λιοστσι; κε ταν ττε στνη
το Χριστγιωργα μ τ νομα, το πρτου ρχιτσέλιγκα το
τπου... Γιατ ττε δν ταν τποτε δ· μηδ λιοστσια, μηδ
χωρι... ρχοντα, βλπεις, ο «φοστες» μ λγερνους κα
σκτωναν τ παλληκρια κα τα παιρναν π τ σπτια ,τι
ερισκαν... Γι’ ατ κα τ χωρι το ψηλ στν παλιοχρα
κα εχε βγλες, πο φλαγαν κα διναν εδησι.
Κα ταν φανονταν ο φοστες στ γιαλ, ο ξωμερτες
που φύγ, φύγ... κουες θρνο τ παιδι κα χρχαλο τ
πργματα. Κα τρεχαν ν κρυφθον στ φρούριο... ς εναι...
Πο λς, σ’ κενο τ χλασμα πνω στν πρα ρχι
το στνη το Χριστγιωργα. «Εχε χιλιδες πρβατα κα
μυριδες γδια», πο λγει τ τραγοδι... Μ ταν νθρωπος
σκληρς κα πνετος κα δν καμνε καλ σ’ νθρωπο.
Μι βραδι, πο λς, μι παραμον το Χριστο, κποιος
πγε κα κτπησε τν θρα του. Ο σκύλοι, πο σκιζαν
νθρωπο, οτε σκουξαν οτε γρεψαν. Μνο πγαν κα
συμμαζεθηκαν στ πδια το Χριστγιωργα.
Ποις εναι ατο; ξεφνησεν κενος γριεμνος. Ποιός
εσαι; Τ γυρεεις ττοια ρα;
ν εσαι χριστιανς, νοιξε, ποκρθηκε μι φων. Μ
πιασε νύκτα κα τ κρύο κα δν ξερω πο ν πω.
χινιζε κι λας, ξχασα ν σο τ επ.
Τρβα τ δρμο σου κα δ δν εναι χνι, ξεφνησε
Χριστγιωργας κα χούγιαξε τ σκυλλι.
Μ κενα δν κουνθηκαν!
Γι τν γπη το Χριστο, πο γεννιται τρα, επε
παρακαλεστ φων, νοιξε, δν βαστ πι...
Μ κενος πο ν’ νοξ!
Σρε στ δρμο σου, ξαναεπε γριεμένα.
78
Γι τν γπη το Χριστο, νοιξε, επε πλιν φων.
Μ πο κενος!...
Κι ξαφνα κουσε τ ποδοβολητ τν ρνιν, σν
ν βγαιναν π τ μανδρ. Κι θρα νοιξε μνη της κι
βγκαν ξω τ σκυλι. Στν κατηφορι, σν φεγγερ
σκιά, κατβαινε ξνος. Κα πσω του κολουθοσαν τ
πρβατα.. Μπροστ ξνος κα πσω ατ κα παραπσω
Χριστγιωργας φωνζοντας.
ταν ξνος φθασε στν θλασσα, ρχισε ν περπατ
στ κματα. πσω του ρχονταν να - να τ πρβατα. Κα
γμισεν θλασσα π πρβατα, πο λονα ξεμκρυναν,
κολουθντας τν φωτερ σκι, σπου χθηκαν στ βάθη
το πελγου.
Κι χθηκε κι Χριστγιωργας. Κι ρμαξε στνη
του. Κα μνον κθε χρονι τν παραμον το Χριστο,
στ μεσνυκτα, πηγαινοέρχεται στν γιαλ κα σαλαγ τ
πρβατα, πο κολουθον τν Χριστ. Γιατ Χριστς ταν
πο εχεν λθει γι ν τν σσ ν τν τιμωρσ.
Κα μπρμπα λας σταυροκοπθηκε πλι.

Περιοδικν «Ναυτικ λλς» Γερσιμος ννινος
Ἀπὸ τὸ ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ τῆς Δ΄ Δημοτικοῦ (1959)

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΘΕΙΟΣ ΕΡΩΣ ΑΝΤΙΤΑΤΤΟΜΕΝΟΣ. Σχηματίζοντας με λέξεις κάποια προσωπικά βιώματα

νοίγω τή θύρα τῆς ψυχῆς μου καί προσπαθῶ νά εἰσοδεύσω σέ κάποιες στιγμές τοῦ ἱερατικοῦ μου βίου ἐμποτισμένες μέ τήν εὐώδη δρόσο τῆς Παρουσίας Του, πού ἦταν πάντα διακριτική, σιωπηλή καί φωτοφόρα.
Οἱ στιγμές αὐτές, ἐλάχιστες πάντα, ἀποκαλύπτουν μέσα μου τό Μυστήριο τοῦ Θεοῦ, τὀ ὁποῖο δέ μπορῶ νά τό προσδιορίσω καὶ νὰ τὸ κλείσω μέσα λέξεις, ἀλλά νὰ τὸ καταθέσω μέ γεγονότα, πού κι αὐτά εἶναι ἐντελῶς ἐλειπῆ, ἀφοῦ, ὁ λόγος ὀ ἀνθρώπινος, εἶναι τόσο ἀτελής μπροστά στό μέγεθος τῆς Ἀγάπης, τῆς Φροντίδας καί τῆς Μακροθυμίας Του. Γι᾿ αὐτὸ καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ συλλαβίσω κάποια ἐμβιωμένα γεγονότα, τὰ ὁποῖα καὶ στὰ ὁποῖα διακρίνεται μονάχα ἡ Φιλανθρωπία καὶ ἡ Μακροθυμία Του. Παρακαλῶ δὲ τὸν ἀναγνώστη μου νὰ τὰ δεῖ μὲ ἐπιείκεια καὶ φιλαδελφία, εὐχόμενος ὑπὲρ αὐτοῦ ποὺ λογίζεται τάχα καὶ συγγραφέας!
Ἔχουν παρέλθει τριανταεφτά χρόνια ἀπό τή στιγμή πού πρωτάκουσα ἐκείνον τόν συγκλονιστικό, στέρεο καί θεμελιωμένο στήν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας λόγο, ἀπό τό στόμα τοῦ Ἐπισκόπου, "Ἡ θεία χάρις...". Στήν ἀρχή δέν καταλάβαινα καί πολλά πράγματα, δέν εἶχα τή δύναμη νά σταθῶ ἀπέναντι στὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσφορὰ Του. Σιγὰ-σιγὰ ὅμως, καὶ μὲ τὰ χρόνια ποὺ περνοῦσαν σιμὰ στὸ Θυσιαστήριο, ἄρχισα νὰ συλλαβίζω τὶς λέξεις ἐκεῖνες ποὺ τὶς σχηματίζουν ὄχι τὰ γράμματα τοῦ ἀλφαβήτου, ἀλλὰ ἡ πληθὺς τῶν ὅσων ζεῖς καὶ τὰ ὁποῖα ταμιέυονται μέσα σου, ὡς θησαυρὸς ξένος στὰ μάτια καὶ στὶς κρίσεις τοῦ κόσμου. Στέκομαι σ᾿ αὐτὰ καὶ ἀναπαύομαι, γιατὶ εἶναι ἡ περιούσια κληρονομιὰ ποὺ κατόρθωσα νὰ λάβω σὲ χρόνια πρωτινὰ, δίσεκτα κάποτε, τὰ ὁποῖα ὡστόσο εἶχαν τὴ δικιὰ τους δυναμικὴ, ἐπειδὴ παρέδιδαν μαθήματα μιᾶς ἄλλης ἠθικῆς καὶ βιοτῆς.
«Ἕν πνέοντες, πρὸς ἕν βλέποντες οἱ Ἀθλοφόροι Μάρτυρες. Μίαν ὁδὸν ζωῆς εὑράμενοι, τὸν ὑπὲρ Χριστοῦ θάντον, ζηλοτυποῦντες ἀλλήλων τὴν τελευτὴν… ὥσπερ θησαυροὺς τὰς βασάνους προαρπάζοντες»( Ἀπόστιχα Αἴνων Δ΄ Ἑβδ. Νηστειῶν)
Ἕνα ἀπὸ τὰ μαθήματα, λοιπὸν, ποὺ ἔμαθα, καὶ μέρα μὲ τὴ μέρα βίωνα συνειδητὰ, ἦταν ἡ μαρτυρικὴ ὁδὸς ποὺ ἔπρεπε ὄχι μόνο ν᾿ ἀκολουθήσω, ἀλλὰ περισσότερο νὰ καταλάβω ὅτι ὄφειλα νὰ μιμηθῶ. Φυσικὰ μὲ τὴν παράλληλη βίωση τῆς μαρτυρίας, ποὺ δίνει ἡ, διὰ τοῦ ἀναιμάκτου μαρτυρίου της, ἱερωσύνη. Ἡ συνειδητὴ ἱερωσύνη ποὺ δὲν ἀποδέχεται τὸν ἐπαγγελματισμὸ ἤ τὴν φαρισαϊκὴ αὐτοπροβολὴ, ἀλλὰ μεριμνᾶ γιὰ τὴν παράκληση τοῦ ποιμνίου καὶ τὴ στέγαση τῶν ψυχῶν «ὑπὸ τὴν σκέπην Του». Μὲ τὸ ὅποιο κόστος καὶ τὴν ἀγωνία, ὄχι μόνο τὴν πατρικὴ ἀλλὰ τὴν φιλάδελφο. Γιὰ τὴν ὅσο γίνεται ἀπαλλαγὴ τῆς συνειδήσεως ἀπὸ ποικίλες ἐνοχὲς καὶ τὴν ἐνστερνισμένη διάθεση γιὰ προσφορὰ· μικρὴ, μεγάλη, αὐτὸ μονἀχα Ἐκεῖνος τὸ ξέρει, τὸ καταννοεῖ, τὸ ἐπιτρέπει.
Δὲν μπόρεσα, ὡστόσο, νὰ καταλάβω πόσες φορὲς βρέθηκα μέσα στὴ φωτοφόρο παρουσία Του, γιατὶ τὸ μέτρον τῆς ἡλικίας μου ἦταν καὶ συνεχίζει νὰ εἶναι μικρὸ, ἐλάχιστο, τιποτένιο. Ὅμως, κάθε φορὰ ποὺ ἔνοιωθα νὰ μὲ περιβάλλει ἡ Ἀγάπη Του, καταλάβαινα τὴν ἀστοχία μου, τὴν ὅποια μου ἄπρεπη συμπεριφορὰ καὶ ἐρχόμουνα «εἰς ἑαυτόν»(Λκ.15, 17) κι ὕστερα Τὸν παρακαλοῦσα νὰ μοῦ προσθέσει, ὅπως ζήτησε ἐκεῖνος ὁ τραγικὸς πατέρας τοῦ δαιμονιζομένου (Μρκ. 9,23-24), Πίστη. Δηλαδὴ κι ἄλλη ἐμπιστοσύνη, γιατὶ σὲ ὦρες πικρὲς καὶ ἀνήλιαγες αὐτὴ ἡ ἐμπιστοσύνη κλονίζεται, βυθίζεται στὸ τέναγος τοὺ ἀπελπισμοῦ καὶ τῆς ἀπουσίας….Κι ἔπρεπε νὰ ἔχω αὐτὴν τυὴν πίστη, γιατί χρειαζόταν νὰ τὴ μεταδώσω καὶ στούς ἄλλους. Ὅπως ὁ γιατρός πρέπει νά εἶναι ἐνημερωμένος, καταρτισμένος, σίγουρος καί ὑγιής πνευματικά γιά νά σώζει. Φυσικά χρειαζόταν καὶ χρειαζεται μεγαλη προσπάθεια νά κρατήσεις τήν πίστη, τήν ἐμπιστοσύνη, τή σχέση σου μέ Τό Χριστό, γιατί πολλές εἶναι οἱ παγίδες. Μέ πρώτη ἐκείνη τῆς αὐτοπροβολῆς, τῆς ἐπίδειξης, τῆς ἐπιθυμίας νά εἶσαι τό κέντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος, παραμερίζοντας ἀκόμα κι Ἐκεῖνον, ὥστε νά φανεῖς. Μέγαλος ὁ πειρασμός αὐτός καί σίγουρα πολύ ἐπικίνδυνος. (Ἀργότερα κατάλαβα πώς αύτή ἡ δοκιμασία εἶναι κι ἕνα στοίχημα μέ τόν ἑαυτό μας: πόσο θ᾿ ἀντέξεις δίχως τίς ἐπευφημίες, τίς κολακίες, τά ὅμορφα λόγια, ἀλλά καί τά κομψά «λιβανωτά»τῶν γύρω, πού πάντα ἀρέσουν καί πολύ περισσότερο δημιουργοῦν τό λεγόμενο «θετικό» κλίμα;).
Κάθε Μ. Πέμπτη ὁ λόγος Του σφυροκοπάει τό νοῦ καί ἀναστατώνει τήν ψυχή, γιατί πέφτει σάν τό λιθάρι στήν γαλήνια στέρνα τοῦ εἶναι σου: «Ἀποσυναγώγους ποιήσουσιν ἡμᾶς...» (Ἰω. 16, 1-2 ), κάτι πού τό διαπιστώνεις καθημερινά τόσες δεκαετίες καί, ὅσο περνάει ὁ καιρός, ὅλο καί πιό πολύ τό ἐμπεδώνεις, γιατί τελικά μέ αὐτό σφαλίζεις τή θύρα τῆς συνείδήσής σου καί εἶσαι περίπου σίγουρος ὅτι δέν τόν ἐμπαίζεις ὅταν Τοῦ λές: «Γενηθήτω τό θελημά Σου».

π. κ. ν. κ.  
   

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2016

Για το βιβλίο της Ελένης Ηλιοπούλου-Ζαχαροπούλου “Βεβαιότητες που λιγοστεύουν” (Οι Εκδόσεις των Φίλων 2016)

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Αρχίζω το βιβλίο της Ελένης Ηλιοπούλου-Ζαχαροπούλου, Βεβαιότητες που λιγοστεύουν, από το μότο του Μπέρτολντ Μπρεχτ: «εσείς όμως σαν έρθει η μέρα που ο άνθρωπος συμπαραστάτης θα ’ναι τ’ ανθρώπου να μας θυμάστε με επιείκεια», το οποίο με τη σειρά του μας πάει πολύ πιο πίσω στον Άμλετ του Σαίξπηρ, όταν, τη στιγμή που μονομαχεί και σε λίγο θα πεθάνει, ζητά συγγνώμη από τον Λαέρτη: «Συγχώρεσέ με, κύριε, σου ’καμα άδικο· όμως/ η ευγένεια της ψυχής σου ας μου το συγχωρέσει». Προκύπτει λοιπόν το ερώτημα: ποια είναι εκείνη η μέρα που ο ένας ζητάει επιείκεια και ο άλλος συγχώρεση; Και εύλογα θα απαντούσαμε πως είναι η στιγμή, η μέρα, ο χρόνος ωρίμασης. Είναι τότε που ο άνθρωπος έχοντας αφομοιώσει κάθε πόνο και κάθε λύπη, οργή, μίσος, αγανάκτηση, έχοντας μέσα του αποσταγμένη σαν κατακάθι την εμπειρία από ό,τι είδε έπραξε, ένοιωσε, μαλακώνει. Γίνεται άνθρωπος που βιώνει την αλήθεια του. Και τότε ζητά την «επιείκεια», κατά Μπρεχτ και την συγγνώμη, κατά Σαίξπηρ. Είναι το τέλος της ζωής που υποχρεώνει τον άνθρωπο να κάνει τη στροφή προς τα μέσα και να αναζητήσει τον εαυτό του που ποτέ δεν βρήκε ούτε θα βρει. Είναι η ώρα των ισολογισμών, όταν το φως λιγοστεύει, οι οπτικές αλλάζουν και τίποτα δεν φαίνεται βέβαιο, όταν οι βεβαιότητες λιγοστεύουν.

Η ποιήτρια μας έχει δώσει δείγματα της ποιητικής της δραστηριότητας, όπου με βαθιά συναίσθηση της ανθρώπινης ύπαρξης και του ρόλου της στη ζωή πραγματεύεται το υλικό της, βάζοντας το χέρι της επί τον τύπον των ήλων, αγγίζοντας δηλαδή τα πράγματα, βιώνοντας τα συναισθήματα, ζώντας και αφομοιώνοντας ό,τι η ζωή και η κάθε μέρα φέρνει.

Στα τριάντα οχτώ ποιήματα των Βεβαιοτήτων που λιγοστεύουν θα αναπτύξει το στοχασμό της, πάνω στο αβέβαιο, ρέον, περαστικό και ασταθές. Τα πάντα ρει είπε ο μέγας Ηράκλειτος, όλα αλλάζουν συνεχώς και τίποτα δεν είναι σταθερό. Τα μακροπρόθεσμα σχέδια ναυαγούν από απρόσμενες εκπλήξεις. Ωραία που φύσηξε ο μπάτης κι σβήστηκε η γραφή τραγούδησε ο Γιώργος Σεφέρης, ακριβώς για να δείξει πως στη ζωή, ακόμα κι αν όλα τα έχεις υπολογίσει, ακόμα κι αν έδωσες καρδιά, πνοή, πόθους και πάθος, όλα μπορεί να ανατραπούν. Ερήμην μας κυλά ο καιρός και δεν μας λογαριάζει. «Άρνηση» λέγεται το ποίημα του Σεφέρη και η άρνηση της ζωής στα έργα μας είναι το σημαινόμενο των στίχων. «Μας διώχνουνε τα πράγματα», έλεγε, πριν από τον Σεφέρη, ο Καρυωτάκης.

Τι συμβαίνει, λοιπόν, και τόσοι παλαιότεροί μας άλλοι εκφράζουν μια τέτοια απαισιοδοξία για τη ζωή; Γιατί ο άνθρωπος δεν ευγνωμονεί το αγαθό που λέει ο Σολωμός πως είναι «μέγα» και «πρώτο»; Ποιο είναι εκείνο το μικρόβιο που εισβάλλει κρυφά στη σκέψη για να δηλητηριάσει με τη βαριά φιλοσοφία την ποίηση; Πολλά θα μπορούσε να πει κανείς, αλλά εκείνο που υπερισχύει είναι η νιότη που φεύγει και είναι ο κόσμος γύρω μας που βρίσκει χιλιάδες τρόπους για να μας υπενθυμίσει ότι πάει ο καιρός της δόξας σαν τα τέσσερα άλογα της Αποκάλυψης, που «περάσανε δίχως σέλα ή αναβάτη θέλοντας να δείξουν πως η δόξα τους παρήλθε» (Ελύτης). Ο άνθρωπος, χωρίς τη ζωική ορμή του, σταματά την έντονη δράση για να πέσει στην περισυλλογή. Είναι η ώρα των λογαριασμών, για ό,τι έγινε καλώς ή κακώς, για ό,τι παράπεσε, για ό,τι αγνοήθηκε. Στην άκρη στο ποτάμι ή στη θάλασσα, κάτω από τα άστρα θα στοχαστεί και ανάλογα με την ικανότητά του ο καθένας θα κολυμπήσει ή θα πνιγεί «στα ρηχά των άστρων».

Η Ελένη Ηλιοπούλου-Ζαχαροπούλου θα βουτήξει στα βαθιά. Είναι η ώρα που και εκείνη, με μια ποιητική συλλογή, αν και σε όλο το έργο της έχει δώσει σαφή δείγματα, θα στοχαστεί βαθιά. Θα δει τον εαυτό της σε παραλλαγές, έτσι όπως προέκυψε από τα πάθη, τα ανθρώπινα, τα κοινωνικά, τα παγκόσμια. Από τους πρώτους μάλιστα στίχους της είναι ολοφάνερο ότι αποδέχεται την αδυναμία να αλλάξει κανείς τη ροή των πραγμάτων «κάποια έπρεπε να γίνουν έτσι». Κάποια άλλα τα ύφανε «με φαντασία και άγνοια» (έτσι είναι η ζωή) και άλλα παρέλειψε. Στον καθρέφτη βλέπει τα πολλά θραύσματα του είναι της. Τα πολλά πρόσωπα που έλεγε ο Σωκράτης ότι είχε όταν γεννήθηκε και το ένα που ήταν ταγμένο στο κώνειο (Π. Βαλερύ, Ευπαλίνος ή ο Αρχιτέκτων). Τώρα πια ξέρει πως το «ζην είναι χρόνος απαρέμφατος», απροσδιόριστος, αφανέρωτος, ωστόσο ουσιαστικός. Έτσι η ποιήτρια μπαίνει στη βαθιά ουσία του είναι και μη είναι σαν να γράφει τον πρόλογο μιας φιλοσοφικής μελέτης, η οποία συνεχίζεται με το «υπάρχειν–συνυπάρχειν / χρόνος τελολογικός αμφίσημος». Η τελεολογία είναι μια ιδέα φιλοσοφική που υποστηρίζει ότι τα πάντα στη ζωή έχουν αιτία και σκοπό-τέλος. Μόνο που ο άνθρωπος το αγνοεί. Τι σημαίνει λοιπόν, «χρόνος τελολογικός» αφού ο χρόνος δεν έχει σκοπό ή ακόμα και δεν υπάρχει καν και είναι απλώς μια επινόηση του ανθρώπου για να βάλει τάξη στη ζωή και στη δράση του; Πιστεύω πως εδώ η ποιήτρια θέλει ακριβώς να στερήσει του χρόνου τη δυναστική ιδιότητα να ορίζει το υπάρχειν- συνυπάρχειν ή απλούστερα να δείξει τη δυσκολία της συνύπαρξης. Και συνεχίζει: «Το ‘‘είμαι’’ σημαίνει ‘‘κατανοείν’’», ορίζοντας τη σκέψη ως μόνη σταθερά που αποδεικνύει την ύπαρξη, ένα αλλιώτικο αλλά ίδιο με το καρτεσιανό cogito ergo sum. Είμαι/υπάρχω, σκέφτομαι/ κατανοώ. Τα ζεύγη συμφωνούν, τα της κοινωνίας όμως συναινούν; Επειδή υπάρχω σημαίνει ότι μπορώ και να συνυπάρχω; Και αν αυτό συμβαίνει από τη μία όχθη, συμβαίνει και από την αντίπερα; Η ύπαρξη εξασφαλίζει και τη συνύπαρξη; Στο παρασκήνιο αυτής της γραμματικής περιδιάβασης, η οποία άρχισε από το πώς γίνονται κάποια πράγματα, βρίσκεται το ρήμα «κοινωνώ» που καταλήγει «στο τίποτα». Αυτό το τίποτα, το Μεγάλο Τίποτα, όπως το όρισε και ο Καβάφης, είναι η απαρχή κάθε φιλοσοφικού στοχασμού και κάθε απελπισίας ή ελευθερίας της σκέψης, ανάλογα με τον σκεπτόμενο. Είναι η ανατριχίλα του μυαλού και όλης της ύπαρξης. Τότε είναι που αναδύεται η υπαρξιακή αγωνία για τη ζωή και το νόημά της. Τότε και εκεί, ενδημεί η μέρα και η στιγμή που μπαίνει το ερώτημα που θέσαμε στην αρχή για την «επιείκεια» και τη συγγνώμη.

Κατακερματισμένη σκέψη και αισθήματα, ασαφείς διαθέσεις, μπερδεμένα νοήματα, θραύσματα του είναι σε πολλά αντίγραφα και παραλλαγές. Στο εδιζησάμην εμωυτόν καταλήγει : «η Κερκόπορτα είμ’ εγώ./ Ω, περάστε!/ Δεν υπάρχουν αντιστάσεις./ Στο ναι και στο όχι / ξοδεύτηκα./ Τ’ αδιάκοπα όρια/ ‘‘οι τύποι των ήλων’’». Αυτή η άνετη ομολογία δεν είναι χαλαρή αντίσταση αλλά στάση. Με το «ξοδεύτηκα» δίνει τον αγώνα, με την «Κερκόπορτα» δίνει τη λύση. Και η λύση είναι ένας τόπος αθώος όπου «ο καθένας ήσυχα ματώνει».

Σαν «Σχοινοβάτης» μπήκε στα επικίνδυνα τοπία του μυαλού, έψαξε τις λέξεις τις «ευθύβολες» και «ανυπόκριτες». Σαν «Χαρτοστάτης», σε σχήμα κλειδιού ζητά την πόρτα που έχει χάσει, σαν «το νόημα που σου ’πεσε απ’ τα χέρια», καθώς λέει ο Ελύτης. Το νόημα της ζωής γενικώς. «Λυπούμαι που άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι/ ανάμεσα από τα δάχτυλά μου χωρίς να πιω μια στάλα», λέει ο Σεφέρης, εκφράζοντας το πολύ που ξοδεύτηκε και το καθόλου που δεν γεύτηκε. Έτσι είναι η ζωή, ένας δρόμος μακρύς, που σαν τον οδοιπόρο, συλλογίζεται πώς την σπατάλησε ή τι θα έπρεπε να κάνει και δεν έκανε για να την απολαύσει. Άλλοτε πάλι νοιώθει σαν «πλατανόφυλλο» που σέρνει η βροχή. Το «Φθινόπωρο» ανέκαθεν σηματοδοτούσε την αρχή ενός τέλους, ο «Αύγουστος», την όμορφη νιότη που χάθηκε, τα καλοκαίρια που έγιναν «Ευμενίδες χωρίς αντίκρισμα», και πάλι ο Αύγουστος κι οι άνεμοι, όλα γίνονται σύμβολα μιας φθίνουσας πορείας.

Το ποίημα «Ενδοχώρα» είναι ίσως το κέντρο της πιο ειλικρινούς και καλοεκφρασμένης διάθεσης, της πιο εσωτερικής εκμυστήρευσης: «Το δέντρο φάνταζε / της εύφορης γης /και της καλής βροχής. / Σκαλίζοντας προς τις ρίζες / φωνή ακούστηκε / απ’ τα ερέβη της γης: / «Χαίρε Ραββί! / Και η Γεθσημανή / επάνω του σωριάστηκε / σαν τύψη». Τα ποιήματα «Ροή αμετάκλητη», «Ένας τρόπος ερμηνείας», «Σημειολογία», και όχι μόνο, η ποιήτρια έχει άμεση την επαφή με τα πράγματα και τα φαινόμενα και ως εκ τούτου η ειλικρίνεια και η ομορφιά , που εκφράζουν βρίσκει αμέσως τον αποδέκτη, εκεί δηλαδή που ο λόγος αφήνει πίσω του τα βαθιά νερά της φιλοσοφίας και τις δυσπρόσιτες ή «δυσανάγνωστες» έννοιες, ποιήτρια γίνεται βαθιά ανθρώπινη. Το μήνυμα σωστά το έχει μεταφέρει. Η ζωή γεννιέται για να περάσει και να φύγει. Ο Σεφέρης είπε, το κοινότοπο «ο κόσμος είναι απλός», εμείς δυσκολευόμαστε στην πρόσληψή του. Εν τω μεταξύ, η Ζαχαροπούλου έχει αποδεχτεί το μήνυμα: «όλα επάνω σου περνούν / υπερ-βαίνουν· / μένουν /και σε γερνούν». Σαν να λέει: δεν φταίω που σκέφτομαι αλλιώς· είναι που μεγάλωσα και στοχάζομαι περισσότερο. Είναι που νοιάζομαι «για την φανέρωση της αλήθειας/ και την αποδοχή της ‘‘Ανάγκης’’ … Για τον ‘‘λόγον διδόναι’’ / και τη μαγεία της Ποίησης».

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

Για το βιβλίο του Κώστα Ζουράρι “Έρχομαι από μακριά. Η αγορήνδε Ιλιαδορωμιοσύνη του Οδυσσέα Ελύτη”, εκδ. Αρμός 2014

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ


Έρχομαι από μακριά είναι ο τίτλος του βιβλίου. Η φράση ανήκει στον Οδυσσέα Ελύτη και την επαναλαμβάνει ο Κώστας Ζουράρις, αναδεικνύοντας το διάνυσμα του χρόνου που καλύπτει ο ποιητής, μακράν εκείνων που τον θέλουν θιασώτη ταξιδιωτικών εμπειριών, ερωτικών συναισθηματισμών και, γραφικών νησιωτικών τοπίων. Το «Έρχομαι από μακριά» είναι προσδιορισμός του χωροχρόνου που ορίζεται από τη σύνθετη λέξη «Ιλιαδορωμιοσύνη», δηλαδή Ιλιάδα και Ρωμιοσύνη, αρχαία και νεότερη Ελλάδα, σε όλη της τη χρονική διαδρομή, αρχαία, βυζαντινή, νεότερη, σύγχρονη. Με άλλα λόγια ο μεν Ζουράρις, αρχίζοντας από τα πεζά κείμενα του Ελύτη –Ανοιχτά Χαρτιά και Εν λευκώ- καλύπτει όλο το διάνυσμα του χρόνου από την αρχαία μέχρι τη σύγχρονη Ελλάδα, για να αντλήσει τα στοιχεία που θα τον οδηγήσουν/ μας οδηγήσουν «στην Αγορά» με την πολιτική της έννοια -Αγορήνδε- εκεί όπου όστις ήθελε αγορεύειν ηγόρευε. Στην πολιτική σκέψη δηλαδή του ποιητή, όπως αυτή θα προκύψει από τα πεζά του κείμενα. Ο Ζουράρις θα γίνει ο διερμηνέας αυτής της πολιτικής σκέψης, την οποία πόντο πόντο, λέξη λέξη, θα αντιπαραβάλει με τα αρχαία κείμενα και την θρησκευτική μας παράδοση, για να μας φανερώσει και μια άλλη, όχι τόσο καλά μελετημένη, πλευρά του έργου του. Τα λόγια του Ελύτη αναδύονται ολόφρεσκα από τα αρχαία κείμενα, τα βυζαντινά και νεότερα, έχοντας αφομοιώσει τα «ξόρκια» που άκουγε στο σπίτι από τη «γριά Κρητικά μαγείρισσα», τα αλλόκοτα και τα «παλαβάτα», όπως τα χαρακτήριζε η μάνα του, κι ακόμα εκείνες τις «φωνές φτασμένες από το άγνωστο… μετεωρίτες του μέσα διαστήματος», αλλά και τα άλλα τα καταγεγραμμένα στα βιβλία. Με αυτά τα λόγια περιουσία θα παρουσιάσει το πρόγραμμά του. Ο Ζουράρις θα γίνει ξεναγός και καθοδηγητής μας στα μονοπάτια εκείνα τα δύσκολα, όχι εκεί όπου ο Ήλιος κι ο Άδης αγγίζονται αλλά εκεί όπου ο Ελύτης και οι ρίζες των Ελλήνων αγγίζονται.

Μια μετοχή, που ο συγγραφέας του βιβλίου δανείζεται από τον Όμηρο, «αμμίξας», θα γίνει η χύτρα, μέσα στην οποία θα ενσωματωθούν τα αντίθετα. Και αυτής της μετοχής τη λειτουργία θα μας την παρουσιάσει ο ποιητής και θα διερμηνεύσει ο συγγραφέας, φέρνοντας στα μάτια μας μπροστά τις συλλέκτριες των κρόκων της Θήρας, τις μυροφόρες και τους αγγέλους. Στη συνέχεια θα βρεθεί στο κέντρο αρχιμήδειου πατήματος: δος μοι πα στω και ταν γαν κινάσω. Που σημαίνει με τα λίγο παραπλήσια λόγια του Ελύτη «Αν δε στηρίξεις το ένα σου πόδι έξω απ’ τη Γη ποτέ σου δεν θα μπορέσεις να σταθείς επάνω της». Η ανάλυση, η διερμηνεία αυτής της σελίδας, θα απαιτούσε ένα ακόμα βιβλίο.

Για να καταλάβει κανείς τις πηγές του Ελύτη θα έπρεπε να έχει υπόψη του τη βιβλιοθήκη του, μου είπε κάποιος σοφός μου επιμορφωτής κάποτε, αλλά επειδή κάτι τέτοιο θα ήταν ματαιοπονία, κάτι σαν πίθος των Δαναΐδων, ποτέ δεν θα διαβαστεί ολόκληρη και ποτέ πια δεν θα υπάρξει ο απαιτούμενος χρόνος για να μελετηθεί. Γι’ αυτό κι εμείς, όπως εκείνος, ο Ελύτης, δηλαδή, θα αρκεστούμε στα «Κομμάτια πέτρες τα λόγια των θεών / Κομμάτια πέτρες τ’ αποσπάσματα του Ηράκλειτου». Αυτά τα «λόγια» και αυτά τα «αποσπάσματα» έχει επιλέξει για μας ο έχων πολιτική σκέψη και ποιητική διάθεση, για διπλή επίσκεψη στο πεζό έργο του Ελύτη, Ζουράρις. Ο καθείς και τα όπλα του, λέει ο ποιητής και ο Ζουράρις ως πολιτικός άνδρας έχει τα δικά του· διαθέτει τη γνώση των αρχαίων και των βυζαντινών, την ειδική παιδεία, την ψυχή και το πνεύμα, το ένστικτο σε υπερθετικό βαθμό, τις εξωτερικές αποδείξεις την παρατήρηση των κοινωνικών μας πραγμάτων, αλλά και την αφαίρεση από το συγκεκριμένο και, το σπουδαιότερο, και εκ των ων ουκ άνευ όπλο όλων, την αγάπη και την απαιτούμενη «τρέλα». Δεν αντιμετωπίζεται αλλιώς η γραφή του.

Λέει συγκεκριμένα για τη γλώσσα του Ελύτη: «Ο Ελύτης είναι δύσκολος και ως ποιητής και, ίσως, ακόμη πιο δύσκολος ως, κατά Θουκυδίδην, λογογράφος». Δεν το κρύπτει. Ενδέχεται να το καλλιεπεί, εν ταπεινή αλαζονεία» και καταθέτει και το σχετικό αποδεικτικό:

«ΕΙΜΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟΣ· ένας Θουκυδίδης απ’ την ανάποδη».
«Αυτά που λέω και γράφω / για να μην τα καταλάβει άλλος κανείς… /Θα φανούν αργότερα τα οστά μου φωσφορίζοντας / ένα γαλάζιο/ Που το πάει αγκαλιά ο Αρχάγγελος».

Και, ναι, ο Ελύτης είναι «δύσκολος», ο Ζουράρις είναι πιο δύσκολος και πιο «Θουκυδίδης» από όποια πλευρά, καλή ή ανάποδη, θελήσεις να τον δεις. Είδε όμως το «γαλάζιο» στα φωσφορίζοντα οστά. Δεν προσεγγίζεται το βιβλίο του με τα γνωστά εργαλεία: νοηματική αλληλουχία, συνοχή και συνεκτικότητα που είναι τα προαπαιτούμενα ενός γραπτού με σαφήνεια και άμεσα αποδεκτού κειμένου από τον αναγνώστη, γιατί και ο ίδιος, «εν ταπεινή αλαζονεία» ή χωρίς «ταπεινή», είναι οπαδός της υπερρεαλιστικής ελληνικής γραφής, όπως αυτή είχε προκύψει πριν την εμφάνιση του κινήματος που την επέβαλε. Και να ο Ζουράρις με τον τρόπο του να προσπαθεί να καταλάβει και να δώσει να καταλάβουμε κι εμείς «αυτά» που ο Ελύτης δεν θέλει «να τα καταλάβει άλλος κανείς».

Η φράση που πρώτη πρώτη μπαίνει στο βιβλίο - «Μια συζυγία … μισή στην αμφιβολία και μισή στην αθανασία –ευδιάκριτη» - μοιάζει εύκολη, αφού η μία είναι σαφώς προσδιορισμένη ως «αθανασία», η άλλη ημιπροσδιορισμένη ως «αμφιβολία» και η συζυγία είναι «ευδιάκριτη»· και αυτά είναι τα ελληνικά – Cest du grec, μας λέει ο συγγραφέας και μας ενημερώνει ότι έτσι θα συνεννοηθούμε. Χωρίς την τρέχουσα λογική ή με τα λόγια του Ελύτη, ή δέχεσαι να περπατάς στον αέρα και στο νερό ή κάθεσαι άνετα στα σίγουρα της στεριάς και δεν ασχολείσαι με την Ποίηση. Ο Ελύτης, όμως, και συνακόλουθα και ο Ζουράρις, απαιτούν νερά και αέρα.

Για να δώσω να καταλάβει κανείς τη συζυγία δανείζομαι τα δικά του, φυσικά, παραδείγματα: οι Κένταυροι είναι μισοί σοφοί αθάνατοι και μισοί κτήνη «λαγνουργά». Ο Χριστός μας: «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλειπες;» (ο νους μου πάει στο υιός Θεού αλλά και άνθρωπος), ο Άρης Βελουχιώτης (πού πάει;). Κι ακόμα συνισχύουν το αβέβαιο και αθάνατο συνάμα, το πέραν και το εδώ αδιαχώριστα, ο ιδιώτης και ο Λαός, όλα «ασυγχύτως, αδιαιρέτως και ατρέπτως Εν», ήτοι όλα αυτά είναι μέρος μιας συζυγίας που με το ένα σκέλος συσκοτίζουν με το άλλο διαφωτίζουν, αλλά και συνυπάρχουν. Το «Συναμφότερον»; Το ένα σκέλος εδώ και σαφώς προσδιορισμένο και το άλλο στην «χρυσή μου φαντασία». Με αυτή τη φαντασία στην φαρέτρα μου ψάχνω να βρω το μονοπάτι που θα με οδηγήσει. Είναι το βιβλίο σαν το δάσος του παραμυθιού, όπου κινδυνεύεις να χαθείς, αλλά στην περιπέτειά σου μέσα, θα γνωρίσεις τα τέρατα, θα παλέψεις μαζί τους και θα τα νικήσεις. Έτσι εδώ τα τέρατα- τα τεράστια δηλαδή, τα μεγάλα, θα κατακτηθούν έστω και λίγο.

Φυσικά ο λόγος εμπλουτίζεται με στίχους από όλο το θησαύρισμα του συγγραφέα, όλη τη χαμένη Βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας που έχει πρόχειρη στο νου του και την επικαλείται, κι έτσι, αν το κείμενο είναι ένα δάσος γεμάτο ενδείξεις, τώρα τα δέντρα του δάσους αποκτούν και αληθινά αστέρια πάνω στα κλαδιά τους.

Αποδελτιώνω Ελύτη διά γραφής Ζουράρι: «Αρνούμαι τροφή στους χορτάτους, που ζητούν ολοένα κι άλλη, κι άλλη πείνα», γιατί κατά τον Ζουράρι αυτό ισοδυναμεί με Άδη. Το «Αρνούμαι» σημαίνει έκρηξη, ένα «Αντάρτικο» που σκαρφαλώνει «στην κορυφή του Ομήρου» (θα περίμενε κανείς «του Ολύμπου» αλλά προτιμήθηκε η ποιητική κορυφή ως ανάλογο της φυσικής). Και «Ταις πρεσβείαις του Οδυσσέα Ελύτη επανεπαληθεύει το αντιστασιακό, αργόσυρτο σαν μοιρολόι σφρίγος της καθ’ ημάς Ελευθερίας», την «καθ’ ημάς Οδύσσειαν του εύδαιμον, μόνον το ελεύθερον. Αλλιώς; Κακοδαιμονία καθεστωτική».

Κι εδώ παραθέτει κι ένα δείγμα διαφάνειας ή πώς διαπλέκονται τα πάντα ή πώς το ένα προβάλλει μέσα από το άλλο ή πως αν σκύψεις πίσω από τις λέξεις θα βρεις εκείνες που έχουν κρυφτεί και έτσι θα ανακαλύψεις ότι «Το της επιθυμίας ακόρεστον σε κάνει να είσαι αιωνίως ενδεής», οπότε προκύπτει μια ακόμη συζυγία: Ελύτης – Μέγας Βασίλειος.
Η Ιλιαδορωμιοσύνη συνιστά επίσης το «Συναμφότερον» του αρχαίου και χριστιανικού μας κόσμου, τις δύο υποστάσεις του ελληνισμού σε μία. Όλα τα αναμόχλευσε ο «Μεγάνωρ» Οδυσσέας «ιδρυτικώς, όλα υπάρχουν στο έργο του ξαναγεννημένα πρωτοπλάστως», μας λέει.

Τίποτα δεν είναι βέβαιο οριστικά, ισχύει και το ιδιωτικό και το «κοινό», και ο ποιητής και ο Λαός και ο Όμηρος και ο Θεός, «το νόημα που άγουν οι φράσεις του εκτινάσσεται σε αλλεπάλληλα πέραν του μέχρι τώρα βατού, η ομορφιά του γραπτού –πεζού του Ελύτη εξωραΐζει το νόημα του κόσμου, η ομορφιά τείνει προς την αλήθεια, το Κάλλος επιτρέπει στην επιστήμη να γίνει επιστήμη του αληθινού, διότι ωραίου».

Με την μέθοδο της «ενδοσυγκριτικής συγκόλλησης» παρουσίασε γνώσεις πολιτειακές από τα πεζά του Ελύτη στο Συνέδριο στην Κω, με τις οποίες σκανδάλισε τους «επαναστάτες τρίτης δροσιάς» που ανακάλυπταν, με δυσάρεστη έκπληξη, ότι υπήρχαν δύο Ελύτες: «Ο δικός» τους και «ο Ελύτης του Ελύτη». Κι εδώ ο Ζουράρις είναι απολαυστικότατος, στο πώς εισπράττει αυτή την έκπληξη των άλλων. Και, αφού φαιδρότητι διεξήλθε την των άλλων απορία και τα διαδραματισθέντα στην Κω, κατέληξε στο Κολωνάκι, στον ποιητή να συζητά τα ποιητικά πολιτικά. Το κείμενο αυτό τελειώνει με «Τα σα εκ των σων Σοι προσφέρομεν, Οδυσσέα Ελύτη. Κατά πάντα και διά πάντα. Τόσο εύλογο το ακατανόητο».

Και το «Συναμφότερον» συνεχίζεται στο ένας και «όλοι μαζί», στο «μπουλούκι», στο δημοσιοϋπαλληλίκι, στη νοοτροπία του Έλληνα. Το θέμα είναι ότι ο Ζουράρις καταφέρνει να μας κουρντίσει με το δικό του κλειδί και να δούμε πράγματα που έχουμε διδαχτεί και διαβάσει αλλά δεν έχουμε όλοι προσέξει καλά, γιατί δεν είχαμε τα απαιτούμενα μάτια ή την κατάλληλη προσδεκτικότητα.

Το εύδαιμον το ελεύθερον. Η ευδαιμονία προϋποθέτει ελευθερία, το ξέραμε. «Ο δούλος δεν ευδαιμονεί, το πολύ-πολύ να έχει καταναλωτική επάρκεια» (κάτι που είχαμε ξεχάσει τα χρόνια του «Ολύμπου» της κατανάλωσης, για να ζουραρίσω κι εγώ λίγο). Ευδαιμονία και ελευθερία, το ζεύγμα και η διάζευξις («Η ελευθερία έχει δύο κοφτερές όψεις, όπως τα παλιά ξυραφάκια», εκ του Πλησίον, συμπληρώνω). Το ζεύγμα «Ελευθερία ή θάνατος» σημαίνει: «αν δεν έχω ελευθερία είμαι ήδη νεκρός». Κι εδώ κάνει την ετυμολογική ερμηνεία της λέξης «Ελευθερία» (από τον αρχαίο μέλλοντα του «έρχομαι», «ελεύσομαι», και το επίσης αρχαίο «ελεύθω», γνωστά αυτά), της οποίας επιθυμούμε τον ερχομό, αλλά αυτός απαιτεί αγώνα που ποτέ δεν ολοκληρώνεται, βρίσκεται πάντα εν προόδω… Έρχεται. Όχι χωρίς την ελευθερία προτιμώ να πεθάνω αλλά, χωρίς την ελευθερία, είμαι ήδη νεκρός, επιμένει.

Τα αντίθετα που συνυπάρχουν –τα «συναμφότερα»- πάνω στα οποία πετάει η σκέψη του συγγραφέα είναι πολλά. Είναι όλες οι αντινομίες του ελληνικού «Τρόπου» σε σύνθεση. Παράδειγμα: τα άψυχα έχουν ψυχή και «ένα τοπίο δεν είναι διόλου το άθροισμα μερικών δέντρων και βουνών». Και ο κατάλογος κινείται κάνοντας βουτιά στο παρελθόν, ανάδυση και ανάσα στο παρόν και πάλι βουτιά, δείχνοντας το δισυπόστατον και πολυ-υπόστατο των λέξεων του Ελύτη-Θουκυδίδη, με την διφυή ή πολυφυή ασαφή σαφήνεια, λέει ο Ζουράρις. Θα σταθώ κι εγώ με έμφαση στην ελληνική συνέχεια στην οποία επιμένει ο συγγραφέας και ο Ελύτης θεωρεί «αυτονόητο» αυτό που κάποιοι αμφισβητούν και αυτοί είναι οι «μουρμουρίζοντες» (Ζουράρις) «σπασμένες σκέψεις» (Σεφέρης) ή έρχονται «από την πίσσα της Ευρώπης» (Ελύτης). Αυτής της «πίσσας» δεν της χαρίζεται· κανενός δεν χαρίζεται, ούτε ο Μπαχ δεν γλιτώνει. Η ενότητα του Ελληνισμού είναι αυτονόητη. Έρχομαι από μακριά, το ταξίδι είναι δύσκολο, γεμάτο εμπειρίες και γνώσεις, γοητευτικό απολαυστικό, ασυνήθιστο.

Θα τελειώσω αυτό το κείμενο που έχει ξεπεράσει κατά πολύ το πλαίσιο μιας παρουσίασης (κατά το βιβλίο και η παρουσίασή του) με τα «Ελύτεια Χαριστήρια». Ο Ελύτης λέει ψέματα ότι είναι «Θουκυδίδης από την ανάποδη», αποφαίνεται ο Ζουράρις. Ο Ελύτης είναι το «ανήριθμον γέλασμα φωτός». Είναι «Ηνίοχος-λοιπός οπλίτης της Αλβανίας, ο ηνιοχεύων την των κινουμένων πνοήν». Ο Θουκυδίδης είναι εύκολος και ο Ελύτης είναι εύκολος «όταν έχεις μέσα σου την αλφαβήτα του Ελύτη». Ο καθείς και η αλφαβήτα του, λοιπόν, ο καθείς και τα όπλα του, ο Ζουράρις και ο Ελύτης του και ο Ελύτης μας.

Το βιβλίο διαβάζεται δύσκολα, είναι πυκνό και γεμάτο παραπομπές σε κείμενα αρχαία και πατερικά. Η γραφή του είναι όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω ό,τι ήξερε από νοηματική αλληλουχία και τέτοια. Ίδια χρησμός θα έλεγε ο Ελύτης που μας κοιτάει από το εξώφυλλο, στη γνωστή φωτογραφία στο μέτωπο, με τα βουνά πίσω του, όπου έχει τις ρίζες του και τα θεμέλιά του και μας επαναλαμβάνει: Έρχομαι από μακριά

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

Επιστροφή Εικόνων της Ζακύνθου στο "αρχαίον κάλλος" τους


Παρουσίαση από τους Συντηρητές έργων τέχνης ΜΑΡΙΟ και ΑΝΔΡΕΑ ΘΕΟΔΟΣΗ στην 2η σύναξη του στ΄ κύκλου του Μορφωτικού Κέντρου Λόγου ΑΛΗΘΩΣ 
(Παναγούλα Μπανάτου, 30.10.2016)



Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2016

Κώστας Καρδάμης: ΤΑ ΣΥΝΟΛΑ ΠΝΕΥΣΤΩΝ ΣΤΑ ΕΠΤΑΝΗΣΑ ΠΡΙΝ ΤΟ 1816


Κείμενο για την εορταστική συναυλία της 8ης Οκτωβρίου 2016 στη Ζάκυνθο, με την ευκαιρία συμπλήρωσης 200 ετών από τη δημιουργία της πρώτης μπάντας της Ζακύνθου



Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016

Η χορωδία της ΔΕΗ τραγουδά για το «Κελί» του Παπαδιαμάντη

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

21 Οκτωβρίου τρέχοντος έτους, στις πέντε το απόγευμα, ημέρα Παρασκευή, εκδήλωση για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη στον προαύλιο χώρο του Ιερού Ναού των Αγίων Αναργύρων στου Ψυρρή. Ο ουρανός αγωνιζόταν να συγκρατηθεί και να μην επιτρέψει στην φθινοπωρινή βροχούλα να διαλύσει το εκκλησίασμα, παρόλα αυτά εκείνη έριξε αγίασμα και έκανε αυλαία. Οι εφημέριοι από τους γειτονικούς ναούς, ο πατήρ και διδάκτωρ Θεολογίας Παντελεήμων Τσορμπατζόγλου, των Αγίων Αναργύρων, που μας καλωσόρισε και έκανε μια μικρή εισαγωγή στον Παπαδιαμάντη, ο Διευθυντής του Σταθμού της Εκκλησίας της Ελλάδος κ. Αλέξανδρος Κατσιάρας, ο εκπρόσωπος Επικοινωνίας της ΔΕΗ κ. Ιωάννης Αλεξόπουλος, ο εκπρόσωπος του Πολιτιστικού Συλλόγου Παναθήναια, ο εκπρόσωπος του Δήμου, τέλος, ο κόσμος που ήρθε με αγάπη να συμβάλει στην προσπάθεια ανακαίνισης του Κελιού του Παπαδιαμάντη (εκεί έζησε πολλά χρόνια ο μεγάλος μας λογοτέχνης και εκεί έγραψε ένα μεγάλο μέρος από τη «Φόνισσα») και, τέλος, το προεξάρχον μέρος αυτής της συνάθροισης, η χορωδία της ΔΕΗ- ΔΕΔΔΥΕ, ήταν όλοι εκεί, στην αυλή του Ναού, οποίος έγινε, όπως είναι και ο ρόλος του, το σπίτι του Θεού που συγκεντρώνει τα παιδιά του υπό την σκέπη του.
Τα μέλη της χορωδίας ήταν άψογα και στην εμφάνιση και στην εκτέλεση του προγράμματός της. Και το Πρόγραμμά της συνάδον με τον τόπο. Παλιά Αθήνα, παλιά τραγούδια, αποσπάσματα από οπερέτες. Είδος που, σχεδόν, έχει ξεχαστεί αλλά και εξακολουθεί να μας συγκινεί όταν ακουστεί, που μας θυμίζει τη γιαγιά μας και μας φέρνει θυμηδία το ανάλαφρο περιεχόμενο με σκηνές από μια εποχή που χάθηκε. Υπό τη Διεύθυνση και σοφή καθοδήγηση του Κωστή Κωνσταντάρα η χορωδία ξεδίπλωσε τη δυναμική της και οι κυρίες οι αποσπασμένες από το σώμα της ανέδειξαν τα λυρικά τους προσόντα, τραγουδώντας άριες από γνωστές οπερέτες· άλλη προκαλούσε -«Σφίξε με», άλλη ανακοίνωνε τις προφητικές προγραμματικές δηλώσεις της, «Εγώ είμαι η νέα γυναίκα που θα καπνίζω και θα ψηφίζω», άλλη πήγαινε ακόμα πιο πίσω στον «καιρό εκείνο τον παλιό», άλλη σε άπταιστη καθαρεύουσα και πληθυντικό αριθμό έκανε ερωτική εξομολόγηση «Η καρδιά μου πονεί για σας» και ακόμα τραγούδια ρομαντικά, συναισθηματικά, κωμικά όπως η «Παπαρούνα», «Αχ! Κατερίνα», «Θα ξανάρθεις» και άλλα γνωστά και αγαπημένα που ξύπνησαν τις μνήμες της παλιάς αθηναϊκής γειτονιάς, η οποία και σήμερα σφύζει από ζωντάνια.
Ανάμεσα στα τραγούδια, σαν ιντερμέδια, διαβάζονταν μικροκείμενα. Κάθε μέλος της χορωδίας, πέρα από το τραγούδι του, είχε κι ένα απόφθεγμα να ερμηνεύσει από το έργο του μεγάλου μας διηγηματογράφου και τα αποφθέγματα αυτά, αν και παλαιότερα των εκατό ετών, εξακολουθούν να είναι δυστυχώς επίκαιρα. Ο Παπαδιαμάντης που η ποιητική γραφή του μας έδωσε ρόδινα ακρογιάλια, Μοσχούλες και Ακριβούλες, φώκιες και μοιρολόγια, μας έδωσε και κριτικά και σατιρικά κείμενα, κείμενα κοινωνικού προβληματισμού και ανησυχίας για τον κόσμο και τις εξελίξεις. Πάντα στο πλευρό του βασανισμένου ανθρώπου στηλίτευε πολιτεία και πολιτικές, καταδίκαζε τη φτώχεια και τα παρεπόμενά της. Με μια γλώσσα κράμα αρχαίας ελληνικής, καθαρεύουσας, λόγιας, βυζαντινής, εκκλησιαστικής και δημοτικής, διανθισμένη από λαϊκά και διαλεκτικά στοιχεία, γοητεύει, κοροϊδεύει, στηλιτεύει και ανάλογα με την περίσταση επιλέγει τη φόρμα που του ταιριάζει, όπως για να μιλήσει για το γενεαλογικό δέντρο της πολιτικής κατά το «Αβραάμ εγέννησε τον Ισαάκ, Ισαάκ δε εγέννησε Ιακώβ, Ιακώβ δε εγέννησε…», ήτοι: «Η αργία εγέννησε την πενίαν. Η πενία έτεκεν την πείναν. Η πείνα παρήγαγε την όρεξιν. Η όρεξις εγέννησε την αυθαιρεσίαν. Η αυθαιρεσία εγέννησε την ληστείαν. Η ληστεία εγέννησε την πολιτικήν. Ιδού η αυθεντική καταγωγή του τέρατος τούτου».

Ένα άλλο απόφθεγμα ρίχνει φως πάνω στο έργο της πλουτοκρατίας: «Η πλουτοκρατία ήτο, είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου, ο διαρκής Αντίχριστος. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρη σώματα και ψυχάς». Οι πολιτικοί και το σοφό πουλί της Αθηνάς: «Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος». Και η λαϊκή σοφία, όπως προκύπτει από μίαν αγράμματη «γραία», η οποία, με τη σύγχρονη γλώσσα, φωτογραφίζει διαφόρους δημόσιους άνδρες και διαλαλητές των Μ.Μ.Ε: «Καίτοι αγράμματη, η γραία μ’ εδίδαξεν ότι εις την ελληνικήν γλώσσαν, άλλως νοούμεν, άλλως ομιλούμεν και άλλως γράφομεν».
Ο Οδυσσέας Ελύτης γράφει: «Στην Ελλάδα ένα ευαίσθητο παιδί μεγαλωμένο πλάι στη θάλασσα έχει την αίσθηση της ακοής τρισδιάστατη. Στη μια πιάνει τους αγέρηδες και τον παφλασμό των κυμάτων. στη δεύτερη, την ελληνική λαλιά στην αρχική της φθογγολογική υπόσταση. στην τρίτη τον κόσμο των νοημάτων, από της Ιωνίας τους καιρούς και δώθε. Μια τέτοια ταυτόχρονη εγγραφή προλαβαίνει, πριν από τη συνείδηση, ν’ αποτυπώσει περιοχές ολόκληρες, που αργότερα … βλέπει κανείς να διαγράφονται μπροστά του…». Κοντά σ’ αυτές τις τρεις διαστάσεις ας προσθέσουμε και μια τέταρτη, εκείνη με την οποία πιάνει τα σκιρτήματα της ψυχής του απλού ανθρώπου. Εν ολίγοις, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, είναι γνωστό σε όσους δεν έχουν περιοριστεί στη γνώση την προερχόμενη από τα διηγήματα του σχολικού βιβλίου ότι ήταν άνθρωπος που παρακολουθούσε τα κοινωνικά πράγματα. Στεκόταν με συμπάθεια και κατανόηση στο πλάι των απλών ανθρώπων του λαού συνέπασχε και συνηγορούσε, εντοπίζοντας και την πηγή πάντων των κακών, στην κακή πολιτική, στην πλεονεξία και στους λαοπλάνους. Με όπλο του την αγάπη προς τον συνάνθρωπο πίστευε ότι μπορούσε να αφοπλίσει την αγριότητα.
Έχουν περάσει 115 χρόνια από τότε που «ο έρωτας των γραμμάτων μας απόθεσε το φθαρμένο του σκήνωμα και παρεστάθη, αυτός και η ζωή του και το έργο του, ενώπιον του Κριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου – του μόνου που λογάριαζε την κρίση. Το έργο του όμως είχε προκριθεί και σφραγιστεί με τη σφραγίδα της δωρεάς από την ημέρα της πραγματικής του γέννησης: όταν βαφτιζόταν και το λάδι σχημάτιζε στο νερό της κολυμπήθρας το σημείο του Σταυρού» έγραψε ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος. Κι εμείς, εν έτει 2016, σταθήκαμε, καθήσαμε, τραγουδήσαμε και νοσταλγήσαμε εκεί που εκείνος πάτησε, περπάτησε και με την πένα του άγιασε τα Γράμματά μας. Ευχόμαστε οι μελωδίες της χορωδίας και τα τραγούδια που ακούστηκαν στην αυλή των Αγίων Αναργύρων, πλάι στο γήινο κελί του, να έσπασαν το φράγμα του ήχου και έφτασαν στο ουράνιο κελί του.

Related Posts with Thumbnails