© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Ο Ερωτόκριτος του χθες και του σήμερα

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Είναι παρήγορο, στ’ αλήθεια, ότι στις μέρες των περιφερόμενων μπουλουκιών και στην εποχή της εξαγοράς της επιταγής για την υποχώρηση στην τηλεοπτική μετριότητα, κάποιοι επιμένουν και αντιστέκονται. Στον αναπροσανατολισμό της επιβαλλόμενης κουλτούρας και της ισοπέδωσης των πάντων αυτοί αντιπαραθέτουν την δική τους – και δική μας – ταυτότητα  και επιμένουν στην ξεχωριστή τους έκφραση και άποψη. Είναι αυτοί που γνωρίζουν και έχουν όραμα και σκοπό και αυτοί που δεν μηρυκάζουν, αλλά, στρεφόμενοι στον εαυτό τους, προσπαθούν να κρατήσουν τις σωτήριες ιδιαιτερότητες του τόπου τους.
    Ανάμεσα σ’ αυτούς τους λίγους, αλλά σταθερούς -εξάλλου «μικρά ζύμη όλο το φύραμα ζυμοί»- οι κάτοικοι του χωριού Σκουλικάδο, οι οποίοι σέβονται την παράδοσή τους, προσπαθούν να την γνωρίσουν, να την φέρουν στο σήμερα και να την συνεχίσουν.
   Παρακαταθήκη αιώνων και στο χωριό τους ο πολυαγάπητος σ’ όλο το νησί Ερωτόκριτος, που μεταλαμπαδεύτηκε στη Ζάκυνθο από την Κρήτη, μετά την πτώση του Χάνδακα και αγαπήθηκε όσο κανένα άλλο κείμενο στο νησί, σαν ποίημα πρώτα, που έγινε διήγηση στα χείλη της νόνας και μετά σαν «Ομιλία», η οποία παίχτηκε κατά καιρούς και ήταν μια από τις πιο αγαπημένες των κατοίκων του νησιού, αλλά κυρίως του παραπάνω χωριού, που την έπαιξε συχνά και μάλιστα την προσάρμοσε στα δικά μας δεδομένα.
   Ο δραστήριος και ομώνυμος σύλλογος, λοιπόν, που δραστηριοποιείται στην περιοχή και όχι μόνο, σεβόμενος την ιστορία του και αναζητώντας την ιδιαιτερότητά του, πέραν από την πρόσφατη και επιτυχημένη παράσταση του κλασσικού έργου, που επανήλθε στη ζωή των κατοίκων του, για να συνεχιστεί η μακραίωνη παράδοση, θέλησε να ερευνήσει και επιστημονικά την υπόθεση και γι’ αυτό το λόγο οργάνωσε στις 13 και 14 Ιουλίου ένα διήμερο εκδηλώσεων λόγου και τέχνης, το οποίο ήταν αφιερωμένο στην μεγάλη αυτή παρακαταθήκη του τζαντιώτικου πολιτισμού.
   Άτομα, τα οποία ή επιστημονικά έχουν ασχοληθεί με το ποιητικό αυτό κείμενο ή έχουν δώσει μεγάλο μέρος της ζωής τους για την συνέχισή του στο σήμερα και την διατήρησή του, ανακοίνωσαν τον καρπό της έρευνάς τους και της εμπειρίας τους και έκαναν τους παλιότερους να θυμηθούν και τους νεότερους να γνωρίσουν και να μάθουν.
   Αναζητήθηκε η ουσιαστική και πολύπλευρη σχέση της Μεγαλονήσου και του νησιού μας, ψάχτηκαν οι τρόποι της απόδοσης του ερωτικού έργου του Κορνάρου από τους απλούς ανθρώπους του χωριού, ερευνήθηκαν οι παλιότερες και γνωστές σε μας παραστάσεις – «μιλήματα» θα ήταν ο σωστότερος όρος -, αποδόθηκαν – όπως θα έπρεπε – τα εύσημα σε όσους δημιούργησαν την παρακαταθήκη και έτσι, ερευνώντας το χθες, θεμελιώθηκε το σήμερα και το αύριο.
   «Ερωτόκριτος σε βάθος χρόνου» ήταν ο τίτλος των εκδηλώσεων, οι οποίες, σημειωτέον, έγιναν πολύ σωστά στο χωριό, και το «βάθος» αυτό δεν περιορίστηκε στείρα στο παρελθόν, αλλά προχώρησε δημιουργικά και στο μέλλον.
   Παρευρέθηκα και τις δύο βραδιές στις εκδηλώσεις και ομολογώ πως, πέρα απ’ όλα τ’ άλλα, αυτό που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν ο τρόπος που συμμετείχε το κοινό και το πώς οι κάτοικοι του σημαντικού αυτού χωριού της Ρίζας, έχουν κάνει βίωμά τους το αριστουργηματικό αυτό κείμενο της θεατρικής μας λογοτεχνίας και το πόσο το αγαπούν και το συντηρούν. Πολλοί το γνώριζαν απέξω, όπως και παλιότερα και σιγοψιθύριζαν τους στίχους τους. Άλλοι συμφωνούσαν με τους ομιλητές, όταν ακούγονταν γεγονότα και ονόματα, από τις παλιότερες κυρίως παραστάσεις και επιδοκίμαζαν. Άλλοι πάλι γύριζαν στον διπλανό και του έλεγαν λεπτομέρειες. Αυτό είναι αναμφίβολα δείγμα ζωντάνιας, αλλά και ουσιαστικού πολιτισμού. Γι’ αυτό και μόνο, πιστεύω, είχαν επιτυχία οι διήμερες εκδηλώσεις.
   Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η στιγμή που τ’ άλογα με τ’ αντιπροσωπευτικά «αφεντόπουλα» θύμισαν τον λόγο του ποιητή και τον έκαναν να ξανακουστεί στα στενά δρομάκια του Σκουλικάδου. Οι οπλές τους δεν ξύπνησαν μόνο μνήμες, αλλά έδωσαν και υποσχέσεις.
   Εκείνα τα καλοκαιριάτικα –με όλες τις σημασίες της λέξης– βράδια το νησί μας, μέσω του πάντα δραστήριου χωριού Σκουλικάδου, απέδειξε πως μπορούμε να έχουμε δικό μας και μάλιστα πολύ σημαντικό πολιτισμό, δίχως μετακλήσεις. Πως η αυτογνωσία είναι σημαντικότερη από το νεοπλουτισμό και πως η με σκοπό και ουσία αναζήτηση είναι πιο εποικοδομητική από τις δίχως συνοχή και αιτία μιμητικές και παντού επαναλαμβανόμενες εκδηλώσεις.
   Σε εποχές λαϊκισμού και φτηνής κουλτούρας, που το λίκνισμα στις πίστες θεωρείται πρόοδος και ο κάθε πικραμένος εκμεταλλεύεται τα μεγάλα ονόματα και τα ποδοπατεί, ο λόγος ενός μεγάλου ποιητή, μπολιασμένος συχνά από την λαϊκή σοφία, επανήλθε στην επιφάνεια και μας έδωσε παρηγορία.
   Αυτό αρκεί. Τα άλλα είναι επιπόλαιες υποθέσεις.
   Ας βρούμε το κουράγιο και την παιδεία να συνεχίσουμε. Στο νησί μας αξίζει μια καλύτερη τύχη.



π. Βασιλείου Θερμού: i) Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ, ii) ΨΥΧΙΚΗ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ, iii) ΕΝΑΕΡΙΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ [νέα ποιήματα]


Πρωτοδημοσιευόμενα ποιήματα από την ανέκδοτη συλλογή «Οι εποχές αποχωρούν πάντα πικραμένες»

Η καταστροφή του κτηματολογίου

Τώρα φυσούν καινούργιοι άνεμοι
παίρνουν μακριά τις σημαίες που είχαμε στήσει
από τα βουναλάκια όσα οικοδομούσαμε νέοι
έτσι δεν ανήκουν σε κανέναν
τίτλοι ιδιοκτησίας δεν υπάρχουν πια
τα υποθηκοφυλακεία των ιδεών τάκαψε όλα η φωτιά
που εξαπλώθηκε από κείνους
τους πυρακτωμένους
που υπέκυψαν στους μέσα κεραυνούς.


Ψυχική κατάρρευση

Άλλα έδωσε πρόθυμα, μα πριν την ώρα τους
άλλα της τα πήραν ξεγελώντας την
κι άλλα της τ’ αρπάξαν με τη βία.

Με τόσες καισαρικές και πρόωρα
πώς ν’ αντέξει η μήτρα
της προσωπικής της ιστορίας;


       Εναέρια κυκλοφορία

Της αγάπης αίματα εντέλει τον πορφύρωσαν
και συνήθισε η φλεγόμενη άμαξά του
να βαίνει καθημερινά προς απόσυρση
για χατίρι μας
για να νοικιαστούν όνειρα
της νύχτας ολοκαίνουργια
αστραφτερά,
με ευρύχωρο σαλόνι,
με κινητήρα πειραγμένο,
με αξεσουάρ πλήθος,
υβριδικά ουρανού και γης,
βραχύβια

προορισμένα ν’ αχρηστευθούν στην πρώτη μετωπική
σύγκρουση με τη μέρα.

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013

Μαρίας Κοτοπούλη: ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ (νέο διήγημα)

[Κολάζ Ελύτη]
Οι  πρώτοι ψαλμοί του όρθρου, με τα τζιτζίκια να κρατούν το ίσο, ήταν ένα γλυκό ξύπνημα για τον Άνεμο, τον Αέρα - Αήρ, αναγραμματισμός της Ήρας,  όπως λένε, της θεϊκής συζύγου του Διός- τον Λιλ των Σουμερίων, των Ελλήνων το Νοτιά, το νεαρό αμούστακο αγόρι, που αδειάζει ένα δοχείο με νερό ψηλά από τον Πύργο των Ανέμων.
Άκουγε το γέλιο της, προκλητικό, ερωτικό, μα εκείνη δεν ήταν πουθενά. Έτρεχε ανάμεσα στις θολωτές καμάρες να δει που κρύβεται. Της σφύριζε, της ψιθύριζε λόγια τρυφερά, κρυβόταν, μα τίποτα. Μικρό ζιζάνιο ο Νοτιάς, έκανε τις τρέλες του, να την παραπλανήσει και μόλις φανεί, να την αρπάξει ξαφνικά στην ερωτική αγκαλιά του, έτσι, σαν μια μπουκιά, καθώς θα την ονειρευόταν με μονοκοντυλιά στον καμβά του ο Σαλβατόρ Νταλί. Το τρελό γέλιο της συνέχιζε να τον προκαλεί, ρίχνοντας  όλα τα αρώματα και τις ευωδιές μπροστά του κι ακόμα μες στα χέρια του, απίθωνε τα μεταξένια φύλλα της, μα εκείνη, έμενε αόρατη. Έπλαθε με τη φαντασία του τη μελαγχολική, αριστοκρατική μορφή της. Αχ, πόσο ζηλεύει τον αδερφό του που αγκαλιάζει τη Νύμφη! Έτσι θέλει κι εκείνος να την έχει αγκαλιά. Γιατί, γιατί ο Σάντρο επέλεξε να ζωγραφίσει τον Εύρο πλάι στη Θεά; Αν έκλεβε τους κέλητες του Αχιλλέα, τους γιους του αδερφού του Ζέφυρου, θα την απήγαγε και θα καλπάζανε μαζί στον αστερόεντα ουρανό!
Ο ήχος από τη μυσταγωγία των ψαλμών δυνάμωνε και τον συνέπαιρνε. Η σκέψη του τρελάθηκε και τον έσπρωξε σε άλλα μονοπάτια. Αχ, αν την παρέσερνε στο Ναό για να  της δείξει την Παναγιά με το ρόδι στο χέρι, δε θα τη συγκινούσε που είχε γίνει σύμβολο θεϊκό, σύμβολο της Ανάστασης; Θα την έσφιγγε τότε στην αγκαλιά του στο κέντρο του Ναού. Ένιωσε  δέος.  Όχι, όχι, ο χώρος ήταν ιερός κι εκείνος δεν γνώριζε, αν ο δικός του «ιερός έρωτας» ήταν αγνός ή βέβηλος. Αν, μόνο, το ήξερε, θα έπαιρνε την ευλογία του Θεού και θα την κρατούσε αιώνια στην αγκαλιά του. Ίσως, αν της έδειχνε τις αναγεννησιακές Μαντόνες με τα ρόδια στα Μουσεία του κόσμου, να λύγιζε τις αντιστάσεις της; Αν πάλι έκλεβε το μήλο από το χέρι του Πάρη και έβαζε στη θέση του  το ρόδι, μπορεί να προκαλούσε μια αναταραχή, μια ζήλια από τη Μηλιά, που, πάνω στο θυμό της θα ξετρύπωνε τη μικρή Ροδιά από την κρυψώνα της για να την επιπλήξει και τότε εκείνος θα εύρισκε την ευκαιρία να κάμει μια άλλη «Αρπαγή Ωραίας» και να τη φέρει στον λαμπερό ανεμώδη κοιτώνα του, τον στρωμένο με το τέλειο σχήμα των φύλλων της και των καρπών της, αυτό, το μικρό-μικρό σύμπαν της ζωής, όπου ο Δημιουργός έκρυψε το μεγαλείο του.
Εκεί, τις μέρες του Μαγιού, ονειρευόταν ότι μπορούσε να της δώσει το χάδι, το φιλί του. Το ήξερε, ότι επίτηδες χανόταν για να την επιθυμήσει ακόμα πιο πολύ. Αλίμονο, αόρατη, πεισματικά κρυμμένη, τον μεθούσα με το άρωμα  που επίμονα σκορπούσε ολόγυρα του και μαρτυρούσε την αιθέρια παρουσία της. Κι ύστερα τα κελαϊδίσματα των πουλιών, να  τρέμουν πάνω στα φυλλώματα και να τραγουδούν τ’ όνομά της, περνώντας μέσα από τις συννεφιές του ουρανού, για να φτάσουν στους δαιδαλώδεις διαδρόμους της ημέρας, να τη δουν να στολίζεται με επτά λογιών φτερά, με όλα τα χρώματα της Ίριδας, της φτερωτής θεότητας, που σαν τους Αρχαγγέλους ακολουθεί κι εκείνη τους Θεούς κρατώντας το κηρύκειο, προνόμιο δικό της και του Ερμή, προκαλώντας του ήλιου τα αμέτρητα κρυστάλλινα πρίσματα να αντιφεγγίζουν τους πλανήτες.
Και ξαφνικά βλέπει μια οπτασία μυστηριακή, ολόγυμνη, με όλες τις χάρες της Αφροδίτης, αιώνιο σύμβολο ομορφιάς, να τρέχει μαζί  με τα διάφανα, γυμνά κορίτσια, που τραγουδούσαν τα όνειρά τους, στους κίτρινους κάμπους, να τα συντρέχει με τα αστραφτερά κλαδιά της στο μάζεμα των τριφυλλιών, για να γεμίσουν τα χλωρά πανέρια τους με ανθούς και τα ξανθά τους χέρια με την ομορφιά του φωτός των τριφυλλιών. Αμαζόνα αγέρωχη κάλπαζε με το χρυσό της Άτι, ανεμίζοντας προκλητικά τη χαίτη της στον Ουρανό, επίκληση στην ελπίδα της ανατολής του Ήλιου και δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ποια χαίτη ήταν ομορφότερη, η δική της ή του περήφανου  Αλόγου της;
Καθώς χαιρετούσε από μακριά τη θάλασσα, κουνώντας το μαντήλι της γεμάτο από φωνές πουλιών, του φάνηκε, όχι, όχι, το μάτι του Ανέμου δεν ξεγελιέται, την αναγνώρισε. Από το τραγουδιστό της γέλιο, από τους ευωδιαστούς  καρπούς στο στόμα της, που άφηναν το ρίγος τους στις φυλλωσιές του όρθρου των πουλιών και σε όλο το κορμί του. Ήταν η τρελή Ροδιά, γεμάτη από τη φλόγα του ανοιχτού καρπού της, να πλέκει με τα φύλλα της μαντίλια από φωτιές όχι εκείνα της καταστροφής μα τα άλλα της προμηθεϊκής ευεργεσίας, στους Ανθρώπους και στη Μάνα Γη. Να αντιπαλεύει στα κύματα σαν τη μικρή Παπαρούνα ανάμεσα στις πέτρες τις σκληρές που ορθώνει το επαναστατικό, κόκκινο, σαν αίμα κεφαλάκι της, να ξορκίσει το κακό για να μπορέσει το απροστάτευτο Γεράνι τις θύελλες να νικήσει και να ανθίσει. Ήταν η τρελή Ροδιά κι εκείνος έτρεχε πίσω της να δει τη θάλασσα. Ποια θάλασσα; Του πολυμήχανου Οδυσσέα,  του Μικρού Ναυτίλου,  ή εκείνη του Ποιητή των Ποιητών;
Πώς θα την ξεγεννήσει, αναρωτιόταν, πώς, με τόσους τριγμούς, θα καταφέρουν τα παιδιά της να πετάξουν με τα ξύλινα πόδια τους, πάνω από τις θαλάσσιες ανεμώνες, πάνω από τις ρυτίδες των κυμάτων σ’ ακρογιαλιές απάτητες,  αμύριστες, ερωτικές, με τις πλανεύτρες Σειρήνες, τις Γοργόνες και τις Νύμφες, να τα προσκαλούν, σε «λιμένας πρωτοϊδωμένους»; Πώς, άραγε, θα φτάσουν στους αιθέρες,  άρμενα για πουλιά, για σύννεφα και για κορίτσια αερικά; Θαμπωμένος από τη θηλυκότητα και τον ερωτισμό της, διέκρινε τη μεγαλόπρεπη Μητρική της Φύση. Ένιωσε δέος, ίδιο με εκείνο στο κέντρο του Ναού. Πόσο έχει λοξοδρομήσει, σκεφτόταν. Θα χαθεί μες το σκοτάδι και φοβάται. Αναζήτησε το μονοπάτι του Θεού και άπλωσε το χέρι του να αρπάξει το Δικό του. Όμως το φως γύρω από το Πρόσωπό του, άλω, το λέει ο Ποιητής, τον θάμπωσε, αλλά το θαλασσί του Ουρανού και της «Θαλάσσης τα κύματα», τον συνέφεραν. Γονάτισε μετανοιωμένος.
Όχι, όχι, θα τρέξει στις άσπρες αυλές και θα την περιμένει εκεί καρτερικά, ως την ώρα της απόγειας αύρας, ποτέ δε θα την πάρει με τη βία. Κι όταν θα φτάσει, θα την κρατήσει τρυφερά στην αγκαλιά του, θ’  απλώσει τα δάχτυλά του στης κόμμωσής της τα κλαδιά, μ’ ένα χάδι κόμπο στο λαιμό, χάδι χαράς, πόνου και λύτρωσης. Ίσως ο Ερμής με το κηρύκειο να έρθει από πάνω τους, να τους σκεπάσει με το μανδύα του και να απομακρύνει τα σύννεφα όπως έκανε για της Αφροδίτης τη χάρη κι ίσως ο μικρός Έρωτας με τα βέλη του να διώξει τους μνηστήρες. 
Οι ώρες σταματούν κι ο χρόνος τρέχει στης Άνοιξης τα μέρη και στις γειτονιές του Καλοκαιριού και του Αυγούστου. Η Ροδιά, στην ιερότητα του βίου της, αφήνεται στην αιώνια, θεϊκή αγκαλιά και στην πνοή του Ανέμου την ώρα του μεσημεριού, την ώρα που ο Ήλιος ξελογιάζει τη Γη κι ο Ουρανός τη Θάλασσα αγκαλιάζει, εκεί, που οι Ναοί των Σουμερίων χάνονται μέσα στο ιερό θόλο, εκεί ψηλά,  από τον Πύργο των Ανέμων ο «μικρός» Νοτιάς, θα αδειάσει το πολύτιμο δοχείο που κρατά  για την ευεργεσία της Γης και της Ροδιάς.

[Σημείωση: Πολλά στοιχεία είναι παρμένα από το βιβλίο της Dr Ανθούλας Δανιήλ, Προσεγγίσεις Ποιημάτων, Εκδόσεις Τομές].   

Ιούνιος 2013

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Οι μεταθέσεις των τζαντιώτικων πανηγυριών και οι «φωτίες τση Αγίας»

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Μια από τις πολλές ιδιαιτερότητες του λαογραφικού κύκλου του νησιού μας είναι και η μεταφορά της γιορτής της κάθε εκκλησίας σε μέρα διαφορετική από αυτήν της γιορτής του ιερού προσώπου ή γεγονότος, στο οποίο είναι αφιερωμένη και η τέλεση του πανηγυριού της σε κάποιαν άλλη ημερομηνία, η οποία καμία σχέση δεν έχει με τα παραπάνω. Συνήθως η μετάθεση γίνεται σε καλοκαιριάτικη Κυριακή, έτσι ώστε και η αργία να εκμεταλλευτεί και ο αίθριος καιρός να βοηθήσει τους πανηγυριστές. Έχουμε, όμως, περιπτώσεις, όπως αυτήν του Αγίου Λύπιου ή του Αγίου Στυλιανού, παλιότερα, όπου οι μεταφορές γίνονται και σε πασχαλινή περίοδο, έτσι ώστε και το αναστάσιμο κλίμα να προβληθεί και η άνοιξη να γιορτασθεί. Μα και θερινή να είναι η γιορτή των περισσότερων ναών, κυρίως της υπαίθρου, μεταφέρεται την επόμενη Κυριακή, για να δοθεί στο πανηγύρι περισσότερο επίσημος χαρακτήρας.
   Η πιο γνωστή και αξιομνημόνευτη από αυτές της μεταφορές είναι εκείνη της Αγίας Μαύρας, στο ριζοχώρι Μαχαιράδο, η οποία τελείται, συνήθως, την δεύτερη Κυριακή του Ιουλίου.
   Θυμάμαι μικρός που τέτοιες μέρες, στην αρχή της καλοκαιριάτικης ανάπαυλας, τοιχοκολλιόντουσαν στους στύλους της πόλης τα πολύχρωμα προγράμματα της φημισμένης αυτής γιορτής, τα οποία χαρακτηριστικά άρχιζαν με την εξής φράση: «Την ερχομένην Κυριακήν [τάδε] του μηνός Ιουλίου άγεται η εορτή των Αγίων Τιμοθέου και Μαύρας εις το χωρίον Μαχαιράδο». Και για το «άγεται» αυτό δεν χρειάζονταν και πολλές εξηγήσεις, μια και η περίπτωση δεν ήταν η μόνη και όλος σχεδόν ο Ιούλιος ήταν γεμάτος με μεταθέσεις πανηγυριών και ένας ξένος από την νοοτροπία μας επισκέπτης δεν θα μπορούσε να καταλάβει πώς στο νησί του «Χάση» γιορτάζουν κατακαλόκαιρα τον καθαρά χειμερινό Άγιο Νικόλαο, όπως, για παράδειγμα την περασμένη Κυριακή έγινε στην Εξωχώρα!
   Χαρακτηριστική η περίπτωση ενός ξένου Δεσπότη, ο οποίος, όχι μόνο προσπάθησε να καταργήσει αυτήν την συνήθεια, αλλά και στην περίπτωση του πανηγυριού του Μαχαιράδου, στο οποίο για πολλούς λόγους δεν μπορούσε να επέμβει, προσπάθησε να βρει δικαιολογία και έτσι στο εγκόλπιο ημερολόγιο της Μητρόπολης, που κάθε χρόνο τύπωνε, αλλά και σε μια δική του βιογραφία των Μαρτύρων Τιμοθέου και Μαύρας, την οποία εξέδωσε, έγραφε πως η δεύτερη αυτή γιορτή τους γίνεται πιθανόν σε ανάμνηση της εύρεσης της θαυματουργού εικόνας! Στην ουσία, όμως, προσπαθούσε να ερμηνεύσει το ζακυνθινό ανερμήνευτο και να εξηγήσει κάτι το εντελώς ξεχωριστό με την δική του λογική και νοοτροπία. Μα για να καταλάβεις τη Ζάκυνθο, σε όλες της τις μορφές και εκφράσεις, πρέπει να είσαι Ζακυνθινός ή έστω Επτανήσιος. Διαφορετικά έχεις αποτύχει.
    Κανέναν, λοιπόν, εντόπιο δεν τον απασχολεί το γιατί το «πανηγύρι τση Αγίας» γίνεται τον Ιούλιο, ενώ η γιορτή της είναι στις 3 Μαΐου, αλλά όλοι το απολαμβάνουν, βιώνοντας τα πολλά χαρακτηριστικά του στοιχεία, τα οποία το κάνουν να ξεχωρίζει απ’ όλα τα άλλα.
    Ποια είναι αυτά; Μα, πιστεύω, πως όλοι τα γνωρίζουμε.
    Τα εφτάζυμα πρώτα, τα οποία είναι το ενδεικτικό έδεσμά του, μαζί με το φημισμένο μαχαιραδιώτικο (και τζαντιώτικο) στουφάδο, που το κάνει να διαφέρει από το πανελλήνια γνωστό όχι μόνο η μετατροπή του «ι» σε «ου» («στουφάδο» και όχι «στιφάδο»), αλλά και η έλλειψη κρεμμυδιών. Μετά η ολονύχτια διασκέδαση. Ύστερα οι «φωτίες» και η εωθινή λιτανεία και τέλος τα σουλάτσα και οι απογευματινοί χοροί, οι οποίοι απαθανατίσθηκαν σε μια ζωντανή φωτογραφία από τον γνωστό Αρχιδούκα της Αυστρίας, τον πολυσυζητημένο Λουδοβίκο Σαλβατόρ, στο γνωστό του «Zante».
   Από τα παραπάνω, λόγω έλλειψης χώρου, θα σταθώ μόνο στις περίφημες «φωτίες» και σ’ αυτές θα δώσω το περισσότερο βάρος. Έτσι ονομάζουμε, από ιταλική επίδραση, εμείς στη Ζάκυνθο τα πυροτεχνήματα, τα οποία είναι απαραίτητα σε κάθε πανηγύρι. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, η ποσότητα και η ποιότητά τους χαρακτήριζε και την επιτυχία του και ήταν αιτία συναγωνισμού, όπως κυρίως συνέβαινε με την περίπτωση των πανηγυριών του Αγίου Λαζάρου και της Αγίας Τριάδος («Τριαδός», κατά την τοπική εκδοχή) της πόλης, τις ημέρες του Πάσχα.
   Στο τέλος του όρθρου, λοιπόν, εκεί κατά τα χαράματα της γιορταστικής Κυριακής, με την δοξολογία, «έβγαινε» και «βγαίνει η εικόνα» για το καθιερωμένο πρετσεσίο. Η  έξοδός της από το ναό δεν αναγγέλλεται, όπως στις άλλες περιπτώσεις με μάσκουλα και κωδωνοκρουσίες, αλλά η καθέδρα της τοποθετείται στο κεφαλόσκαλο της κεντρικής εισόδου της εκκλησίας και τότε ξεκινά η τελετή. Καίγεται μία «φωτία», βαρεί ένα πανηγυρικό σένιο το καμπαναρίο, με τις μοναδικά γλυκόλαλες καμπάνες και η μπάντα παίζει ένα κομμάτι. Όλα αυτά επαναλαμβάνονται τόσες φορές, όσα είναι και τα πυροτεχνήματα. Σαν τελειώσουν η εικόνα λιτανεύεται στο χωριό και με την επιστροφή της ο κόσμος αποχωρεί, φέρνοντας στο σπίτι του παστέλια και φ(ρ)ιτούρες, για να ξανάρθει το απόγευμα να χορέψει και να διασκεδάσει.
   Για τα εφτάζυμα και το στουφάδο θα γράψουμε περισσότερα μιαν άλλη φορά, ίσως του χρόνου. Προς το παρόν, κλείνοντας το σημερινό μας κείμενο, θα σταθούμε σε μιαν άλλη, ανερμήνευτη για τους μη μυημένους, πτυχή του πανηγυριού, η οποία είναι και δείγμα της ζακυνθινής νοοτροπίας. Όταν έρθει η φιλαρμονική για την περιφορά, προς το τέλος του όρθρου, η ακολουθία διακόπτεται, η μπάντα μπαίνει στην εκκλησία και παίζοντας ένα μαρς, κάνει τρεις κύκλους γύρω από το μπαλντακίνο με την καθέδρα της Αγίας.
   Για όσους έχουν αντιρρήσεις, αντίδοτο και ερμηνεία από τον ποιητή Γιάννη Τσακασιάνο, που, μιλώντας για τα αντέτια μας στους «Σπουργίτες» του γράφει: «Όχι, με σας που βρέθηκα, Σπουργίτης θα ψοφήσω». Και οι ποιητές δεν χωρούν αμφισβήτηση.

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2013

«ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» με αφορμή την ΕΡΤ

Γράφει η δοκιμιογράφος ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Το Σάββατο το βράδυ, 15-06-13, η ορχήστρα της καταργημένης  ΕΡΤ μάς κάλεσε σε προσευχή στο προαύλιο της Αγίας Παρασκευής με το έργο του Οδυσσέα Ελύτη και Μίκη Θεοδωράκη Το Άξιον Εστί.  Και Το Άξιον Εστί  είναι ίσως το μόνο έργο που θα μπορούσε να ανταποκριθεί καλύτερα στο κάλεσμα της ανάγκης.
Ο Οδυσσέας Ελύτης είναι ο ποιητής που έκανε το θαύμα ορατό μέσα από την ποίησή του. Μας δίδαξε πώς να περπατάμε στο νερό και στον αέρα, να μεταβαίνουμε δηλαδή σε μια δεύτερη κατάσταση, να ακούμε τα ανάκουστα και να βλέπουμε τα αόρατα, με μια άλλη ακοή και μια άλλη  όραση, που είναι η άλλη όψη της υπερηφάνειας, δηλαδή, η ποίηση που μας δίνει τη δύναμη να αντέχουμε τα δεινά μας. Όμως φαίνεται πως
«Τα δεινά μας καλώς έχουν      και η τάξη δεν πρόκειται ν’ ανατραπεί»,  (Το Φωτόδεντρο), πράγμα που σημαίνει πως ο ποιητής και προφήτης είναι και μάντης και από τότε που το είπε έγιναν πολλά ακόμα. Σήμερα και πάλι «Μήτε ξένου λογισμός * και δικού της μήτε αγάπη μια». Πένθος για το λαό και το «φως ανελέητο» για να δείχνει καλά τα δρώμενα.
Παραμένει πάντα στήριγμα, καταφυγή κι ελπίδα η προσευχή. Η αθάνατη προσευχή  του ποιητή στο Άξιον Εστί :
  
ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ήλιε νοητέ * και μυρσίνη εσύ δοξαστική
Μη παρακαλώ σας μη *  λησμονάτε τη χώρα μου!

Αετόμορφα έχει τα ψηλά βουνά  *  στα ηφαίστεια κλήματα σειρά
και τα σπίτια πιο λευκά * στου γλαυκού το γειτόνεμα!

Της Ασίας αν αγγίζει από τη μια * της Ευρώπης λίγο αν ακουμπά
στον αιθέρα στέκει να  * και στη θάλασσα μόνη της !

Και δεν είναι μήτε ξένου λογισμός * και δικού της μήτε αγάπη μια
μόνο πένθος αχ παντού * και το φως ανελέητο!

Τα πικρά μου χέρια με τον Κεραυνό *  τα γυρίζω πίσω απ’ τον Καιρό
τους παλιούς μου φίλους καλώ * με φοβέρες και μ’ αίματα!

Μα ’χουν όλα τα αίματα ξαντιμεθεί   * κι οι φοβέρες αχ λατομηθεί
και στον έναν ο άλλος μπαί * νουν εναντίον οι άνεμοι!

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ * και μυρσίνη εσύ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη * λησμονάτε τη χώρα μου!

Το πρώτο δίστιχο, που επαναλαμβάνεται και στο τέλος του ποιήματος, συνιστά αυτό που είπαμε ήδη. Προσευχή. Με τις ηθικές δυνάμεις του ουρανού και της γης, τον Ιησού και τη μυρσίνη τη δοξαστική, με δάδα από φως  και αρωματικά,  ιαματικά ικετευτικά κλαδιά μυρτιάς, ο ποιητής παρακαλεί για τη χώρα του.   Η χώρα του με τα αετόμορφα βουνά της, τα ηφαίστεια που αναδίδουν την ψυχή της, τα κλήματα που γεννούν τον αναγεννητικό χυμό του Διόνυσου, τα σπίτια τα λευκά που κοιμούνται σαν παιδιά, ακουμπώντας το ένα στο άλλο και τη θάλασσα τη θαυματουργή. Εκείνη που τίναξε την Ελλάδα μέσα από τα κύματα σαν Αφροδίτη. Εκείνη που σαν τους αγγέλους μετεωρίζεται ανάμεσα Ανατολής και Δύσης, αλλά ανεξάρτητη, πάνω από τη στεριά και τη θάλασσα, κάτω από το γαλανό ουρανό. Θεά.

Της Ασίας αν αγγίζει από τη μια * της Ευρώπης λίγο αν ακουμπά
στον αιθέρα στέκει να * και στη θάλασσα μόνη της !

Γιατί με τις διατυπώσεις «αν αγγίζει» και «αν ακουμπά», ο Ελύτης μοιάζει να αρνείται και το ένα και το άλλο. Στην ουσία μιλάει για θαύμα και επιβάλλει να το δούμε κι εμείς, προτείνοντας το δάχτυλο στον αναγνώστη με εκείνο το «να». Έχουμε, λοιπόν, μπροστά μας μια Ελλάδα ιδέα. Αυτή η ιδέα επανέρχεται στη συλλογή Ο Μικρός Ναυτίλος:

Κατοίκησα  μια   χώρα   που   έβγαινε  από  την  άλλη,  την
πραγματική, όπως τ’ όνειρο από τα γεγονότα της ζωής μου.
Την είπα κι αυτήν Ελλάδα και τη χάραξα πάνω στο χαρτί
να τηνε βλέπω. Τόσο λίγη έμοιαζε. τόσο άπιαστη.

Οι διατυπώσεις «τόσο λίγη» και «τόσο άπιαστη», «χάραξα πάνω στο χαρτί», μας οδηγούν  κατευθείαν στην  ιδανική, άρα άυλη, πολιτεία του Πλάτωνα, μόνο που η Ελλάδα του Ελύτη είναι στοιχειωδώς υλική. Τα υλικά της:

Από   το   βότσαλο   στο   φύλλο   της   συκιάς   κι    από    το
φύλλο της συκιάς στο ρόδι, όπως από τον Κούρο στον Ηνίοχο
κι από τον Ηνίοχο στην Αθηνά.
Ονειρεύομαι μιαν ηθική που η εσχάτη αναγωγή της να οδηγεί
στην ίδια ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα [1].

Η Ελλάδα συντίθεται από το νυν και το αιέν. Αυτό εκφράζεται μέσα από τα φυσικά και ιθαγενή χαρακτηριστικά της: «βότσαλο», «φύλλο συκιάς», «ρόδι». Ο «Κούρος», ο «Ηνίοχος», η «Αθηνά» είναι πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Αυτές οι δύο κατηγορίες,  η φύση και ο πολιτισμός, ταυτίζονται  και ανάγονται σε «ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα» η οποία, παραπέμποντας στην «Αγία Τριάδα», θεοποιεί  την Ελλάδα.   Υπάρχει όμως και μια άλλη Αγία Τριάδα, η ακόλουθη:

Εάν  αποσυνδέσεις  την  Ελλάδα,  στο τέλος  θα δεις να σου
απομένουν  μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαί-
νει με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.

Σ’ αυτό το απόσπασμα,  γίνεται η μυστική μίξη του αρχαίου και του χριστιανικού, του καθημερινού και του θεϊκού.  Η Ελιά της Αθηνάς και το Αμπέλι του Διόνυσου, το λάδι και το κρασί, στην Αγία Τράπεζα και στο τραπέζι μας και, τέλος, το καράβι,  με το οποίο  η Ελλάδα ανοίγεται στο ταξίδι ως γλώσσα και πολιτισμός, Και αυτό είναι το τρισυπόστατο της αγιοσύνης της, το οποίο δυνάμει αναδημιουργεί  την Ελλάδα αενάως.
          Οι τριάδες που προηγήθηκαν  μας διαφωτίζουν πάνω στη θεωρία των αναλογιών, σύμφωνα με την οποία υπάρχει επίδραση του τοπίου στο ανθρώπινο πνεύμα [2]. Κι αυτό είναι άλλο ένα δείγμα του θαύματος που συμβαίνει στην ελληνική γη. Για παράδειγμα ένα βουνό αντιστοιχεί σε μια υψηλή σκέψη του Δημιουργού, ένας κάμπος σε μια ώρα ανάπαυσης. Από Το Άξιον Εστί και πάλι: ο Θεός, ανάλογα με τις διαθέσεις του, δημιουργεί τα χαρακτηριστικά του τόπου:

    α)    με το δάχτυλο έσυρε τις μακρινές γραμμές
            .    .         .         .        .             .           .             .
Ύστερα νωχελικά  ήρθαν
                                           οι λόφοι οι κατωφέρειες
              άλλοτε και το χέρι αργό σε ανάπαυση 
(πλάστηκαν)                             τα λαγκάδια οι κάμποι
              κι άξαφνα πάλι βράχοι άγριοι και γυμνοί,  (όταν ο Θεός είχε)
          δυνατές πολύ παρορμήσεις
                   Μια στιγμή που εστάθηκε να στοχαστεί
                                            κάτι δύσκολο ή κάτι το υψηλό: (ξεπετάχτηκε)
               Ο  Όλυμπος,  ο Ταϋγετος [3].

Στις αναλογίες φύσης και πολιτισμού ανήκει και η αναλογία της γραμμής των αθηναϊκών βουνών με το αέτωμα του Παρθενώνα (αρχαίοι ναοί), οι Ναοί στο σχήμα τ’ ουρανού (χριστιανικοί ναοί), ο μυχός της θάλασσας που μοιάζει με Ωραία Ελένη κλπ. Ο Ελύτης δηλαδή, επισημαίνει χαρακτηριστικά της Ελλάδας, υλικά και πολιτισμικά, τα οποία ανάγει σε ιδεατά. Κι όταν σκύβει  πάνω από τα νερά, αναζητώντας την άλλη πλευρά των πραγμάτων, βλέπει: «τους ίδιους καστανούς λόφους, τους ίδιους ανεμόμυλους και τις ίδιες ερημοκλησιές, τα σπιτάκια που ακουμπάνε το ’να στ’ άλλο, και τ’ αμπέλια που κοιμούνται σα μικρά παιδιά, τους τρούλους και τους περιστεριώνες» [4]. Βλέπει δηλαδή τον κόσμο και την ιδέα του, τον κόσμο και το είδωλό του, ταυτισμένα, εδώ στη γη.
          Γι’ αυτή τη γη έγραψε ο Ελύτης, μελοποίησε ο Θεοδωράκης και  έπαιξε  η ορχήστρα της ΕΡΤ το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ.



[1][1]Βλ. Ο Μικρός Ναυτίλος, σελ. 55.
[2][2] Ελύτη, Συνέντευξη, περ. Το Δέντρο,  σελ. 143.
[3][3] Ελύτη, Άξιον Εστί, σελ. 15.
[4][4]  Ελύτη, «Μυρίσαι το Άριστον», ΧΧVΙΙΙ, Ο Μικρός Ναυτίλος, σελ. 121.

Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

Παύλου Φουρνογεράκη: ΛΙΟΚΑΜΕΝΑ ΑΓΚΑΘΙΑ (ποίημα)


Βραχώδεις σχέσεις
οι σφραγίδες εξωδίκου
βεβαιωμένη και η ημερομηνία παραλαβής

Αμείλικτος αποστολέας
«με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός του»
πυροκροτεί
κατασχέσεις ονείρων - οικιακή θαλπωρή.

Για δες
το παιδικό βλέμμα πώς ξεριζώνει τα ράφια του τοίχου
κι ο σπορέας σαν Τραπεζίτης
εξωσυζυγικός.


[Ζάκυνθος, Ιούλιος 2013]

Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

ALESSANDRO του G. F. HAENDEL [1685-1759] ΣΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ, ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΜΕΡΑΤΑ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ


Μία ακόμα διεθνής διάκριση για τον πλέον προικισμένο Έλληνα Αρχιμουσικό Γιώργο Πέτρου και την Ορχήστρα Καμεράτα, είναι η κατάκτηση του Διεθνούς Βραβείου για την καλύτερη Όπερα Μπαρόκ της χρονιάς, «Αλέξανδρος» του Χέντελ, [International Opera Awards 2013], που παρακολουθήσαμε, στις 28-6-2013 στην Αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη», ύστερα από αναβολή της προγραμματισμένης παράστασης τον περασμένο χειμώνα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Αν και είχε προηγηθεί η φήμη της Όπερας από τη βράβευσή της και τις παραστάσεις στο εξωτερικό, αξίζουν συγχαρητήρια στο Διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών Γιώργο Λούκο, που είχε τη διορατικότητα και την ευαισθησία να εντάξει στο πρόγραμμά του τη σπάνια παιζόμενη Όπερα και βεβαίως να δικαιωθεί από την θαυμάσια παράσταση και από τη μεγάλη προσέλευση και τον ενθουσιασμό του κόσμου. 

Την όπερα «Αλέξανδρος», σε τρεις πράξεις, συνέθεσε ο Χέντελ  το 1726 σε λιμπρέτο του Paolo Antonio Rolli,  βασισμένο στην «ψευδοϊστορία» γύρω από την προσωπικότητα του Μεγάλου Αλεξάνδρου του Ortensio Mauro. Είναι η πρώτη όπερα, όπου ο Χέντελ χρησιμοποίησε  δύο αντίπαλες  Ιταλίδες ντίβες, σοπράνο, την  Faustina Bordoni από τη Βενετία και την  Francesca Cuzzoni από την Πάρμα, για να  ερμηνεύσουν αντίστοιχα τη Ρωξάνη και την Λιζάουρα. Το  ρόλο δε του Αλέξανδρου ερμήνευσε ο διάσημος καστράτο της εποχής Senesino. Η Όπερα πρωτοπαίχτηκε στο Βασιλικό Θέατρο του Λονδίνου τον Μάιο του 1726, με θριαμβευτική επιτυχία και συμπλήρωσε τον εκπληκτικό, για την εποχή, αριθμό των δεκατριών παραστάσεων! Μετά από 287 χρόνια θριαμβεύει ξανά στην Ελλάδα, μες από την δεξιότητα του ταλαντούχου Αρχιμουσικού Γιώργου Πέτρου και των συνεργατών του. Να θυμίσουμε εδώ την εκπληκτική παράσταση της 18ης όπερας από τις 50 του Χαίντελ, «Ταμερλάνο»,με τον εξαιρετικό Νίκο Στεφάνου στον ομώνυμο ρόλο, που παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών το 2006 υπό την διεύθυνση του Γιώργου Πέτρου με την ορχήστρα των Πατρών και με όργανα εποχής!

«Θέατρο εν θεάτρω» μηχανεύτηκε η διάσημη Αμερικανίδα Χορογράφος και Σκηνοθέτης Λουσίντα Τσάιλτς, που, με την ευρηματική και πνευματώδη σκηνοθεσία της, έδωσε νέο ύφος στην όπερα. Συμμέτοχος σ’ αυτό το επίτευγμα  ο σκηνογράφος και ενδυματολόγος Πάρις Μέξης, όπου με τα θαυμάσια λειτουργικά σκηνικά, τα καλαίσθητα ενδύματα, τις εύστοχες χαριτωμένες νύξεις του, παρέπεμπε τόσο στην εποχή του βωβού κινηματογράφου τού  1920, όσο και στην εποχή δημιουργίας της όπερας, το ύστερο Μπαρόκ.

Όλα διαδραματίζονται ανάμεσα στα παρασκήνια και στο κινηματογραφικό πλατό, όπου γυρίζεται σε ασπρόμαυρη ταινία ο Μέγας Αλέξανδρος. Ο χώρος και ο χρόνος έχουν τη «ρευστότητά» τους, με συνδετικούς κρίκους τους χορευτές, που εισάγουν τον ακροατή στις μαγικές μεταμορφώσεις της όπερας.

Ο Αρχιμουσικός Γιώργος Πέτρου από την αρχή κυριάρχησε στο πόντιουμ. Ανέδειξε τον ευαίσθητο ήχο των οργάνων  εποχής και οδήγησε την Καμεράτα και τους μονωδούς σε υψηλές ερμηνευτικές επιδόσεις. Πρόσεξε ιδιαίτερα τις λεπτές φωνές των κόντρα τενόρων, όπως του Κροάτη αστέρα της βραδιάς, Μαξ Εμάνουελ Τσέντσιτς, στο ρόλο του Αλέξανδρου. Απέσπασε εξαιρετικές ερμηνείες από τη Γαλλίδα Μπλαντίν Στασκίεβιτς - «Ρωξάνη»,  την Τσεχοσλοβάκα Αντριάνα  Κουτσέροβα - «Λιζάουρα»,  καθώς και από τον «Ταξίλη» του Ισπανού Χαβιέ Θάμπατα, τον «Κλείτο» του Ρώσου Πάβελ Κουντίνοβ, τον «Λεοννάτο» του  Σεβιλλιάνου Χουάν Σάντσο και τον θαυμάσιο «Κλέωνα» του Νίκου Σπανού.

Κλείνοντας το σύντομο αυτό σημείωμα θα λέγαμε ότι μόνο ένας δεξιοτέχνης της μπαγκέτας θα επιτύγχανε μέσα από μία Μπαρόκ Όπερα να χαρίσει στο κοινό του στιγμές υψηλής αισθητικής συγκίνησης, στιγμές απόλαυσης!    


Πέμπτη 4 Ιουλίου 2013

Παύλου Φουρνογεράκη: ΓΙΑ ΛΙΓΟ (ποίημα)


Αφήσου
στη χτένα της άμμου
στεγνή
να λειαίνει τις αρθρώσεις
Αφήσου
στις θερινές ακτίνες του Νότου
δακρυσμένες
να λούζουν μελανίνη τον πύρινο κόσμο
Αφήσου
στην πλώρη της δροσιάς
αφρώδης
να ελαφρύνει της βουτιάς την πτώση
Αφήσου
στο κύμα του Μαΐστρου
θεόσταλτο
να πιτσιλά το βαθύ γαλάζιο
Αφήσου
στις εμπειρίες του δρόμου
ανηφορικός
να μαγεύει τη θέα στον εσπερινό των άστρων
Αφήσου
στη συναυλία του Παντός
χαοτική
να θωπεύει  στη σιωπή των ώτων
ΑΦΗΣΟΥ

[Ζάκυνθος, 1-7-2013]

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Βαθμολογίες, βαθμοί και φούσκες

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

Ανάμεσα στους βαθμούς πορεύεται η ζωή μας. Η πρόγνωση των βαθμών Κελσίου είναι καθημερινή μέριμνα των επιστημόνων    όπως και η ενημέρωση των πολιτών για τον προγραμματισμό της ενδυμασίας, της θέρμανσης και  των  εργασιών, τη συντήρηση της ύλης, των προϊόντων… Οι θρησκευόμενοι  προβληματίζονται για το βαθμό της πίστης τους προς το Θεό. Οι εργοδότες και οι επιχειρηματίες μελετούν  το βαθμό απόδοσης της επιχείρησης και των εργαζομένων, οι κυβερνώντες το βαθμό ανάπτυξης, τα ποσοστά κατανάλωσης, ανεργίας, δημοτικότητάς τους. Αθλητές και αθλητικές ομάδες κυνηγούν τους βαθμούς στους τάπητες των αγώνων για το μετάλλιο της νίκης.
Παιδαγωγοί, ψυχολόγοι και δάσκαλοι όλων των βαθμίδων βαθμολογούν την επιμέλεια και την απόδοση των μαθητών τους, το δείκτη ευφυΐας, το βαθμό νοημοσύνης, την αυτογνωσία.
Όλοι μας εκθέτουμε τον εαυτό μας στην κοινωνία και βαθμολογούμαστε γι’ αυτό που παρουσιάζουμε, ιδιαίτερα μάλιστα για το βαθμό της συναισθηματικής μας νοημοσύνης, για την ικανότητά μας δηλαδή να επικοινωνούμε σωστά με τον εαυτό μας και με τους άλλους καθοδηγούμενοι από ευγενή αισθήματα, δίχως τα παράσιτα του εγωισμού, της προσβολής, της επιθετικότητας, της βίας. Αυτός ο βαθμός είναι ίσως ο πιο σημαντικός στο σύνολο της ύπαρξής μας, η απόκτησή του στα υψηλότερα επίπεδα  καθρεφτίζει το βαθμό ισορροπίας  στο τεντωμένο σκοινί του βίου .
Το εκπαιδευτικό σύστημά μας πολύ λίγο ενδιαφέρεται γι’ αυτό το σημαντικό κομμάτι της παιδαγωγίας και της καλλιέργειας των παιδιών. Μαθητές και γονείς επιδίδονται στη βαθμοθηρία, σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον με βλαβερές συνέπειες στην ψυχολογία και τη συναισθηματική νοημοσύνη. Εκεί που θα περίμενε κανείς σε μια πολιτισμένη κοινωνία οι πάντες να ασκούνται για την καλύτερη κοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, το υπάρχον  σύστημα εξασκεί «τους υπηκόους του» στη συσσώρευση  στείρων γνώσεων και γoήτρου με επαγγελματικές - οικογενειακές διακρίσεις και υλικά αγαθά, χωρίς υγιή ψυχολογική και συναισθηματική προοπτική. Ψυχροί τεχνοκράτες του καπιταλιστικού συστήματος με το χαμηλότερο δείκτη συναισθηματικής νοημοσύνης σχεδιάζουν μεθοδικά την απανθρωποποίησή μας, δίχως να το αντιλαμβάνονται, θύματα και οι ίδιοι της στρεβλής αγωγής τους. Η μόνη ελπίδα σωτηρίας παραμένει στους ευαίσθητους και μορφωμένους εκείνους δασκάλους που προσφέρουν αφειδώς το δροσερό ηδύποτο της αγάπης και της γνώσης στους ζωηρούς των θρανίων. Αυτοί φέρουν το φορτίο της αντίστασης, την ελπίδα για το μέλλον και ενδεχομένως να είναι εκείνοι που προσεχώς θα αξιολογηθούν αρνητικά!
Οι πρόσφατες βαθμολογίες των πανελλαδικών εξετάσεων, αναρτημένες στα Λύκεια, χαροποιούν αλλά και συνθλίβουν ή  δημιουργούν αδιάφορες (φαινομενικά) ή και επιθετικές νεανικές προσωπικότητες. Καθένας κουβαλάει το φορτίο του, που βαραίνει ή αλαφρώνει από τον τρόπο που οι άλλοι τον παρακολουθούν να ανεβαίνει την ανηφοριά. Θα συμπορευθούν στη χαρά και στη θλίψη ή θα προσπαθήσουν να μειώσουν την  αξία της όποιας προσπάθειας;
Ανεξίτηλη θα μείνει για μένα, εκείνη η μεγάλη μέρα όταν, όπως συνηθιζόταν άλλοτε, ανακοινώθηκε  από ραδιοφώνου και επώνυμα η εισαγωγή μου στο Πανεπιστήμιο. Συγχωριανοί μου, συγγενείς, φίλοι μαζεύτηκαν στο σπίτι να με συγχαρούν για την επιτυχία μου, ανάμεσά τους όμως και ο φαρμακερός:
«Συγχαρητήρια Παύλο, αλλά έμαθα ότι εκεί που πέτυχες ήταν εύκολα!». Ο δικός του γιος είχε αποτύχει και δεν μπόρεσε να ελέγξει τη ζήλεια του…
Παρόμοια περιστατικά συμβαίνουν και σήμερα με διάφορους τρόπους. Εκπαιδευτικοί και γονείς επιπλήττουν τα παιδιά τους γιατί έφεραν χαμηλότερη βαθμολογία από την προσδοκώμενη  κι έτσι κρίνονται αρνητικά οι ίδιοι μες την κλειστή μας κοινωνία…
- «Τα είπαμε τόσες φορές στο σχολείο και στο φροντιστήριο, γιατί δεν τα έγραψες;» επιπλήττει ο καθηγητής κι έτσι, ενώ νομίζει ότι διαφυλάττει το επιστημονικό και διδακτικό κύρος του, μειώνει ταυτόχρονα το βαθμό αυτοεκτίμησης του μαθητή του!
- «Τόσα λεφτά για τα φροντιστήρια πήγαν χαμένα..!» διαμαρτύρεται ο γονιός.
- «Συγχαρητήρια, αλλά έχασες  την πρωτιά!» είπαν σε κάποιον που ήλθε δεύτερος…
- «Είσαστε φούσκες!» φώναξε μια μάνα στην κόρη της και στη φίλη της κόρης της που προετοιμάστηκαν αρκετά αλλά δεν τα κατάφεραν από υπερβολικό άγχος (άγχος που ενδεχομένως οι ίδιοι οι γονείς το προκάλεσαν) να πετύχουν υψηλό στόχο.             
Καταντήσαμε όλοι φούσκες, φουσκωμένοι από την εγωπάθεια,  τον πρόσκαιρο δανεισμένο υλοζωισμό και τον ευδαιμονισμό και τραυματίζουμε τα παιδιά μας  χωρίς να καταλαβαίνουμε το βάθος και την έκταση της πληγής, το βαθμό των ψυχολογικών εγκαυμάτων που δημιουργούμε. Ίσως δεν έχουμε ακόμα αντιληφθεί ότι άλλαξαν τα πράγματα, ότι η γνώση παραμένει μεν ένας ανεκτίμητος και άφθαρτος θησαυρός, αλλά δεν εξασφαλίζει επαγγελματικά αποκατάσταση. Είναι  ώρα να προβληματιστούμε σοβαρά για το είδος της γνώσης που θα πρέπει να φροντίζουμε για τα παιδιά μας  και να αγωνιζόμαστε γι αυτό σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο.
Την επόμενη σχολική χρονιά θα φουσκώσει ο αριθμός των μαθητών κατά τμήμα. Ποια ποιότητα διδασκαλίας μπορεί να περιμένει κανείς, πώς θα μπορέσει ο δάσκαλος να πλησιάσει το μαθητή, να εντοπίσει τις ιδιαίτερες κλίσεις, τα ενδιαφέροντά του, τα προβλήματά του; Πώς θα υπάρξει συνεργασία με τους γονείς μέσα στο κλίμα αντιπαλότητας που έχει δημιουργηθεί από το εκπαιδευτικό σύστημα, που απαιτεί εξωσχολική βοήθεια και οι γονείς βλασφημούν τους ίδιους τους δασκάλους των παιδιών τους, γιατί δεν παίρνουν υψηλή βαθμολογία και αναγκάζονται ή δεν έχουν να πληρώνουν τα φροντιστήριά τους;
Οι δάσκαλοι έχουμε χρέος να βοηθήσουμε τους αδύνατους, φτωχούς μαθητές μας με  πρόσθετη διδασκαλία πέραν του υποχρεωτικού ωραρίου μας. Σ’ αυτό μπορούν να βοηθήσουν και οι άνεργοι εκπαιδευτικοί, θα ωφεληθούν πολλαπλώς από την προσφορά. Τα κοινωνικά φροντιστήρια, που έγιναν φέτος με πρωτοβουλία της ΕΛΜΕΖ ήταν μια καλή αρχή, χρειάζεται όμως συνέχεια στο πλαίσιο ενός δικτύου αλληλεγγύης, όπου ο καθένας θα προσφέρει ό,τι μπορεί για να θωρακιστεί η κοινωνία από τη νέα λαίλαπα του καπιταλισμού. Γονείς και δάσκαλοι είναι υπεύθυνοι για την προσπάθεια κοινωνικής συμφιλίωσης που απαιτείται, για την αυτογνωσία, και τη γενικότερη επιτυχία της εκπαίδευσης. Με προβληματισμό, γνώση και αγώνα (ατομικό και συλλογικό) είναι δυνατό  να βελτιώσουμε το βαθμό συναισθηματικής μας νοημοσύνης μας,  να ξεφουσκώσουμε το Εγώ μας, ώστε να απολαμβάνουμε τις όποιες βαθμολογίες μας επιφυλάσσει η ζωή.

Ζάκυνθος, 29-6-2013

Απόστολου Θηβαίου: Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΡΩΞΑΝΗ


Η γυναίκα Ρωξάνη καθώς συγκινείται με τα φώτα μιας μακρινής ακτής. Η γυναίκα Ρωξάνη με τα οράματα του μέλλοντος. Η γυναίκα Ρωξάνη, γερασμένη, με το μαύρο, νυχτικό της φόρεμα πάνω στα βαρέλια του έρημου σταθμού, κάπου στην ενδοχώρα. Η γυναίκα Ρωξάνη που μιλά την ολότελα χαμένη διάλεκτο των Αζτέκων και γνωρίζει να ερμηνεύει τα φρέσκα των επαρχιακών ναών και πάλι τα οράματα του μέλλοντος. Η γυναίκα Ρωξάνη που ζει βαθιά μες στα νερά, η γυναίκα Ρωξάνη που αγαπήθηκε πολύ και ευθύνεται για τα άνεργα καράβια, τα ερωτικά μνημεία, τις νεκρές ιέρειες, τις χαμηλά φωτισμένες γωνιές της πόλης, η γυναίκα Ρωξάνη με τα λαδωμένα της φορέματα, νεκρή στην Πομπηία μες στις στάχτες και η τρεμάμενη μορφή της μες στα οράματα του μέλλοντος.

Η γυναίκα Ρωξάνη, οι θρυλικοί σεισμοί, τα προπατορικά αμαρτήματα, τα steam ships που διατρέχουν τον ισημερινό, αργά, σαν κυνηγοί, η γυναίκα Ρωξάνη με το δαυλό στα χέρια της, δαντελένιο κολάρο, σφιχτά στο λαιμό, η κόρη του Θεού, το χαλάζι στα κτήματα, το κρύο που φτάνει μέρα με τη μέρα και η μακρινή μοναξιά εκείνου που αγάπησε πολύ τη γυναίκα Ρωξάνη. Το δωρικό του μίσος μεθυσμένο στο μέσα τραπέζι του καφενείου της οδού Νέστορος. Η γυναίκα Ρωξάνη, καθώς μια απέραστη νύχτα της πόλης. Η γυναίκα Ρωξάνη, σώμα σκληρό και ιστορίες με φονικά στα ποταμίσια σπίτια. Η γυναίκα Ρωξάνη και οι αδικημένες μας σοδειές, πάλι τα απόφωνα του μέλλοντός μας.

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Οι απόηχοι μιας φωτεινής γιορτής

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Η Γκιόστρα της Ζακύνθου από πέρσι εγκατέλειψε την περίοδο του Καρναβαλιού, αυτονομήθηκε, απέκτησε το δικό της τετραήμερο εκδηλώσεων και με την ενέργειά της αυτή επανήλθε σταθερά στην καθημερινότητα των κατοίκων του νησιού, όχι σαν αντιγραφή του παρελθόντος και νεκρανάσταση, αλλά, προσαρμοσμένη στο σήμερα. 

Η αργία του Αγίου Πνεύματος, η οποία είναι και η πρώτη ανάπαυλα του Καλοκαιριού και η περίοδος κατά την οποία πολλοί αναζητούν μια σύντομη διέξοδο και φυγή από την ρουτίνα, ήταν η καλύτερη επιλογή της, μια και τότε πολλοί επισκέπτονται το νησί μας και με την διεξαγωγή της κάτι έχουν να δουν. Αλλά και η μοναδικότητά της στον ελληνικό χώρο μπορεί να γίνει πόλος έλξης περισσότερων και πιο απαιτητικών επισκεπτών. 

Ήδη μεγάλης κυκλοφορίας αθηναϊκή εφημερίδα, το Πρώτο Θέμα, σε ολοσέλιδο αφιέρωμα κυριακάτικου φύλλου της την χαρακτήρισε σαν το γεγονός του Καλοκαιριού για τον τόπο μας και πολλοί ήρθαν στο νησί ειδικά για να την παρακολουθήσουν.

Ο ευρωπαϊκός και πανεπτανησιακός χαρακτήρας της επαναφέρει το Φιόρο του Λεβάντε στην αρχική και γνήσια ταυτότητά του και ενώνει έναν χώρο, με κοινό πολιτισμό, τον Ιόνιο, τον οποίο κάποιοι ανεγκέφαλοι και ανιστόρητοι προσπαθούν να διασπάσουν.

Η Ζάκυνθος για τέσσερις μέρες, την προηγούμενη βδομάδα, έζησε τον δικό της μύθο και την ξεχωριστή της ιστορία και πρόσθεσε χρώμα σε μια γκρίζα εποχή, που τελευταία όλοι μας βιώνουμε.

Σημαντικές οι ώρες που χώρες διαφορετικές συνυπήρξαν και έσμιξαν τους πολιτισμούς τους, αλλά και συγκινητική η στιγμή, εκεί στον χώρο της ιστορικής εκκλησίας της Κυρίας των Αγγέλων, όπου ξεκίνησαν οι εκδηλώσεις με την προκήρυξη της Γκιόστρας Ζακύνθου 2013, όταν όλα μαζί τα Ιόνια Νησιά πιάστηκαν χέρι-χέρι και χόρεψαν ενωμένα κυκλωτικά στους δικούς τους ρυθμούς και ήχους.

Μα εκείνο που μετρά περισσότερο είναι, πέραν της τουριστικής προβολής, που κανείς δεν αμφιβάλει πως στις μέρες μας είναι απαραίτητη, η ίδια η διασκέδαση και ευχαρίστηση των αυτοχθόνων και η δικής τους ποιοτική ανάσα μέσα στις τόσες κακοτυχίες.

Οι τετραήμερες εκδηλώσεις της Γκιόστρας ήταν πράγματι, θέλω να πιστεύω, μια ζωντανή επαλήθευση αυτού που εντόπισε σοφά ο μεγάλος συμπατριώτης μας, ο Δημήτριος Γουζέλης και αποθανάτισε επιγραμματικά στον πρόλογο του μοναδικού του «Χάση» σαν «ξεφάντωσι των φίλων».

Επαλήθευση γι’ αυτό οι δύο χαρακτηριστικές ευχές όλων των μεγάλων γιορτών του νησιού, το «χρόνια πολλά» και το «και του χρόνου», που συχνά ακούστηκε από τα χείλη των παρευρισκομένων στις μφετινές εκδηλώσεις. Αυτό θα πει πως οι πανάρχαιοι ιππικοί αγώνες της ιδιαίτερης πατρίδας μας δεν είναι φολκλορική γιορτή και τουριστικό φεστιβάλ, αλλά και πάλι ξαναγύρισαν στη ζωή μας.

Κλείνοντας το σημερινό μου κείμενο και με την ιδιότητα του προέδρου της Αστικής μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας “Giostra di Zante”, η οποία σε μια αρμονική και ουσιαστική συνεργασία με το Δήμο μας ετοιμάζει έναν ολόκληρο χρόνο, με προγραμματισμό και σκοπό, την Γκιόστρα της Ζακύνθου, θέλω να σταθώ σ’ ένα σημαντικό σημείο της όλης προσπάθειας. Αυτό είναι η αδελφοποίηση, που ήδη έχει πραγματοποιηθεί με την Ιταλική πόλη Sulmona, η οποία διοργανώνει την μοναδική Ευρωπαϊκή Γκιόστρα στον κόσμο και το κρατίδιο του San Marino, που επίσημος εκπρόσωπός του ήρθε στο νησί μας για τον ίδιο σκοπό.

Και οι δύο αυτές αδελφοποιήσεις δεν είναι μια αρχή, αλλά το επισφράγισμα μιας σχέσης χρόνων. Με τις δύο αυτές χώρες τα μέλη του Σωματείου της Γκιόστρας έχουν από καιρό φιλικές και ζεστές σχέσεις και οι επίσημες τελετές δεν είναι κάτι άλλο εκτός από την επισφράγισή τους και την νομιμοποίησή τους. Με λίγα λόγια είναι ο απαραίτητος τυπικός γάμος, ο οποίος επικυρώνει μια σημαντική ερωτική σχέση. Οι κάτοικοι και των δύο αυτών πόλεων άνοιξαν τα σπίτια τους και, εκτός από τις επίσημες και δημοσιοσχετίστικες τελετές των κυβερνούντων, μας υποδέχτηκαν με αγάπη και φροντίδα και μας έδειξαν με την ευγένειά τους πως ο πολιτισμός μπορεί να ενώσει και πως η αληθινή φιλία είναι πράξη και όχι λόγια και πως μπορεί να ξεπεράσει κάθε γλωσσική Βαβέλ. Το ίδιο έγινε και από εμάς το περασμένο τετραήμερο.

Η ουσία αυτών των εκδηλώσεων είναι πως η Ζάκυνθος άρχισε ν’ αποκτά και πάλι την δική της ιδιαιτερότητα και να γίνεται δέκτης και ξενοδόχος ιδεών και πολιτισμών.

Τελειώνω με την χαρά του Δεσπότη μας, του πολυαγάπητου Διονύσιου του Δ΄, που στάθηκε με τον τρόπο του υλικά και ηθικά κοντά μας, όταν οι συμμετέχουσες αντιπροσωπείες επισκέφθηκαν τον Άγιό μας και προσκύνησαν το Σκήνωμά του, εκείνο το διπλά γιορταστικό πρωινό της Πεντηκοστής. Του μετέφερα την ερώτηση των Ιταλών και των κατοίκων του San Marino για το αν μπορούν να ασπασθούν τα πόδια του Προστάτη μας, κάνοντας κατά το δόγμα τους τον σταυρό τους. «Είναι συγκινητικό», μου απάντησε. Και αυτό αρκεί.

Οι δικές μας γιαγιάδες, ακόμα και σήμερα, γυρίζοντας από τα καθημερινά τους ψώνια, στέκονται μπρός στην καθολική εκκλησία του Αγίου Μάρκου και κάνουν ορθόδοξα τον σταυρό τους. Οι καθολικοί επισκέπτες της Γκιόστρας προσκύνησαν με όλη τους την ευλάβεια τον Άγιό μας. Αυτό είναι η Ζάκυνθος. Οι επεξηγήσεις περιττεύουν.

Οι ετοιμασίες για την Γκιόστρα Ζακύνθου 2014 έχουν ήδη αρχίσει.
Related Posts with Thumbnails