© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

π. Κων. Καλλιανός: ΟΙ ΠΡΟΠΟΡΕΥΟΜΕΝΟΙ… (χριστουγεννιάτικο διήγημα)


Ἀπὸ νωρὶς, ἀκόμα ἀπὸ τή μέρα τοῦ πανηγυριοῦ τῆς Παναῒτσας στὸν Πύργο, στὶς 21 τοῦ Ἀντριᾶ, ποὺ ἀντρεύει καί τὸ κρύο, τοῦ Νοέμβρη δηλαδὴ, εἶχαν μηνύσει στὸν παπα-Γιώργη, δεύτερο ἐφημέριο τῆς ἐνορίας Π. νὰ ἑτοιμαστεῖ νὰ τούς κάμει τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἃη-Ρηγῖνο, γιατὶ τὄχανε τάμα καὶ κάποιοι παλιολλαδίτες νἄρθουν νὰ μεταλάβουν καὶ νὰ τιμήσουν τὸν ἅγιο, χρονιάρες μέρες ποὔρχονταν.
Ὁ δεύτερος ἐφημέριος τῆς ἐνορίας Π., ὅταν ἔφτασε ἡ παραμονὴ τοῦ Χριστοῦ, μετὰ τὴν ἀπόλυση τῶν Μ. Ὡρῶν καὶ τοῦ Ἑσπερινοῦ μὲ τὴ Λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου, ἑτοίμασε στό σακκούλι του τά ἱερά, δηλαδὴ τό δισκοπότηρο καί φυσικά ὅ,τι ἀπαιτεῖται γιά νά τελεστεῖ ἡ Θεία Λειτουργία κι ἀφοῦ συννενοήθηκε μέ τόν ψάλτη ξεκίνησε ἀπομεσήμερα γιά τόν Πύργο, τρεῖς  ὧρες δρόμο ἀπό τή Χώρα. Τό ζωντανό του ξέρει τό δρόμο, γιατί δέν εἶναι ἡ πρώτη φορά πού ὁ παπάς πηγαίνει στή περιοχή τοῦ Πύργου. Εὐτυχῶς πού δέ χιονίζει, ἄν καὶ ὁ καιρὸς εἶναι στὸ χιονιὰ, γιατί θά ἦταν πολύ δύσκολη ἡ προσπέλαση. Μόνο σιγοβρέχει. Ἀλλά δέ πειράζει. Τό καλύβι πού θά μείνει, ἔχει καλή παραστιά γιά νά στεγνώσει, νά  ζεσταθεῖ καί ν᾿ ἀναπαυθεῖ.
Ἀνεβαίνοντας ἀπὸ τ’ Ἀλούπη, περνᾶ τὴν κάτω Ἁγία Παρασκευὴ, φτάνει στὸ Διακόπι κι ὕστερα ἀνεβαίνει τὸ δύσκολο Λαλαριὰ γιὰ φτάσει στὴν ἀπάνω Ἁγία Παρασκευὴ, ὅπου θὰ σταθεῖ ν᾿ ἀνάψει τὸ καντήλι, νὰ ξαποστάσει τὸ ζῶο κι ὁ ἴδιος, κι ὕστερα θ᾿ ἀνεβεῖ στὸν Πύργο, θὰ συνεχίσει τὸ δρόμο του, μέχρι νὰ φτάσει στὸ καλύβι, ποὺ εἶναι κοντὰ στὴν Παναῒτσα.
Γύρω στό σούρουπο φτάνει στό καλύβι τοῦ Γέρο Φιλιππή. Τόν δέχονται ὅλοι μέ ἀνακούφιση. Κατεβαίνει ἀπό τό ζῶο καί μπαίνει στό χωνεμένο στ᾿ ἀπόβραδο καλύβι, πού τό ἀχνοφωτίζει ὁ λύχνος πάνω στή "βγοῦ" τῆς παραστιᾶς.
Τό κέρασμα εἶναι σῦκα ξερά καί ρακί. Ἡ φωτιά καίει περήφανα στό τζάκι, ἐνῶ στό καζάνι πού εἶναι πάνω στή τζιροστιά σιγοβράζει τό φαῒ γιά τήν αὐγινή, τήν ἑορταστική τήν τράπεζα.
Ἔξω ἡ βροχή δυναμώνει. Μαζί της καί τό σκοτάδι. Μαζεύονται ὅλοι ἕνα γύρω, σιμά στήν παραστιά καί ἀκοῦνε τόν παπά πού τούς ἐξηγεῖ, πώς θά σηκωθοῦν νωρίς τή  νύχτα γιά τήν ἀκολουθία. Καλό θά ἦταν νά εἰδοποιηθοῦν καί τ᾿ ἄλλα, τά γειτονικά  καλύβια. Ὅμως, ἐκείνη τήν ὥρα ποὺ μιλᾶνε, ἔρχεται μουσκεμένος καὶ λαχνιασμένος ἀπ᾿ τὸ δρόμο, ὁ γιός τῆς γριᾶς τῆς Μονοβασῶς τῆς Πυργιώτισσας, νά τοῦ πεῖ ὅτι ἡ Μάνα του ψυχομαχεῖ καί θἄθελε νά τή μεταλάβει. Τήν αὐγή, τοῦ ἐξηγεῖ ὁ παπᾶς, ἀπολείτουργα, γιατί δέν ἔχει μαζί του  Ἅγιο Ἄρτο.
 Ὁ ὕπνος εἶναι ἣρεμος μέσα στή θαλπωρή τοῦ καλυβιοῦ. Ἡ βροχή συνεχίζεται, ἡ νύχτα εἶναι πηχτή ὡσάν τή λάσπη, ἐνῶ ἡ παρηγοριά τοῦ λαδοκάντηλου μπροστα στίς παλλαϊκές τίς εἰκόνες κλείνει τό δρόμο στήν ἀνησυχία.
Εἶναι ἀκόμα βαθειά νύχτα πού σηκώνονται γιά τήν ἐκκλησιά. Ἀνάβουν τό λύχνο, ντύνονται γερά καί ξεκινοῦν μέ λαδοφάναρα, μέ ἀναμμένα δαδιά στά χέρι. Τό μονοπάτι γεμίζει κόσμο, πού εὔχονται χρόνια πολλά, μιά σειρά ἀπό μικρές φλόγες πού προχωροῦν μέ προσοχή μέσα στ᾿ ἀνεμόβροχο, ἀλλά καί μέ τό φόβο τῶν καλλικατζάρων πού τέτοιες μέρες ἐμφανίζονται οἱ ἀλιτήριοι καί τά κάνουν ὅλα ἀνακατωμένος ὁ ἐρχόμενος.
Ἡ ἐκκλησιά εἶναι φωτισμένη ἀπό τά κεριά καί τά λαδοκάντηλα. Ὁ ψάλτης χωμένος στή βαρειά τήν πατατοῦκα μισοκοιμᾶται ἀκόμα στό στασίδι. Ὃμως, μέ τήν εἴδοδο τοῦ παπά, ὅλα ξαφνικά ἀλλάζουν, ζωντανεύουν, ὅπως κι οἱ φλογίτσες τῶν κεριῶν στὰ μανουάλια.
        Ὁ παπᾶς προσκυνᾶ, μπαίνει στὸ ἀχνοφωτισμένο ἱερὸ βῆμα, ἁπλώνει τ᾿ ἄμφιά του καί τοποθετεῖ προσεχτικὰ τὸ ἱερό Εὐαγγέλιο καὶ τά δισκοπότηρα στήν Ἁγία Τράπεζα καί τήν πρόθεση, ἑτοιμάζει τό φρεσκοψημένο πρόσφορο, τό μυρωδάτο μαῦρο νάμα καί τίς λαμπάδες τίς καμωμένες ἀπό ἁγνό μελισσοκέρι, παίρνει καιρό καί βάζει «Εὐλογητός». Ἡ ἐκκλησούλα γεμίζει κόσμο, πού ἔρχεται ἀπό τά γύρω καλύβια, ἀλλὰ κι ἀπὸ παρακάτω ἀπὸ τὸ Μορτερὸ, τὸν Πάνερμο καὶ τὸ Δίτροπο, κόσμο πού στό μέτωπό του διακρίνεις τόν καημὸ καί τήν ἀγωνία, γιά νά τά φέρουν βόλτα, δουλέυοντας σκληρὰ τή γῆς… Εἶναι ὅλοι τους ντυμένοι ἁπλά, ταπεινά καί δίχως τήν παραμικρή ἐπιτήδευση. Ἄς εἶναι τσαλακωμένη ἡ βράκα ἤ τό κολοβόλι. Ἀρκεῖ πού εἶναι καθαρά, ὅπως κι οἱ ψυχὲς αὐτῶν τῶν ἁγνῶν ἀνθρώπων. Μπορεῖ τὰ μικρὰ παιδιὰ νὰ νυστάζουν καὶ νὰ γέρνουν τὰ κεφαλάκια τους στὸν ροζιασμένο ἀπὸ τὴν πολυκαιρία τοῖχο, ὅπως ὅταν ἀνοίγουν τὰ μεγάλα τους ἐκφραστικὰ μάτια, τὰ ψιχαλισμένα ἀπὸ τὴν ἀγρύπνια ἀλλὰ καὶ τὴν κατάνυξη, νοιώθεις ὅτι εἶναι τὰ ἀγγελούδια ποὺ στέλνει ὁ Χριστὸς στὴ γῆ, τέτοια μέρα...  
Ἡ Ἀκολουθία προχωρεῖ . Δονίζεται ἡ ἐκκλησία ἀπό τό τροπάριο «Ἡ Γεννησίς Σου Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν...» καί ὅλων τά μάτια καρφώνονται στήν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως, πού εἶναι πάνω σ᾿ ἕνα ἁπλό δισκέλι στολισμένη μέ βάγια καί μυρτιά. Τὴν κοιτάζουν κι ἀφήνει ὁ καθένας μαζὶ μὲ τὸ βαθὺ γκαρδιακὸ του στεναγμὸ, ἕνα ἀκόμα λόγο, λόγο παρακλητικὸ.
Δέν τό ξέρω, μά ὑποθέτω πώς, ἄν ἐκείνη τήν ὥρα πάσχιζε κάποιος ν᾿ ἀποκρυπτογραφήσει τά αἰτήματα τῶν καρδιῶν ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων, θ᾿ ἄκουγε στεναγμούς ἀλαλήτους, γιά τό παιδί τοῦ Γέρο Γιάννη πού λείπει, γιατὶ  εἶναι μέ τό καράβι τοῦ καπετάν Ζαχαρία, γιά τά κορίτσια τοῦ μπάρμπα Μητροῦ πού εἶναι τῆς παντρειᾶς καί εἶναι ἀνάγκη νά γίνει ἡ πεντάρα λίρα, ὥστε νά ἑτοιμαστοῦν,  τό σπίτι πού φτιάχνεται στή Χώρα, τά προικιά, ἀλλά καί νά μαζωχτεῖ τό μέτρημα. Ὁ ἄλλος σκέφτεται τά παιδιά πού ἔθαψε ἀπό τίς ἀρρώστιες καὶ τό γειτονόπουλο πού ἀπόψε χαροπαλεύει στό καλύβι τῆς Διολετῶς τῆς Ἀνυφαντίνας ἀπό τόν πυρετό. Ἄλλος ἀκούει τή βροχή καί σκέφτεται τή σοδειά. Θά πάει καλά; Γιατί χρωστᾶνε στόν τάδε τοκογλύφο τόσα λεπτά πού τά δανείστηκαν πέρσι γιά νά περάσουν τή χρονιά. Ἀλλά κι ὁ ἴδιος ὁ παπάς μέσα στό ἱερό τό Βῆμα, πού ξέρει τούς καϋμούς καί τά βάσανα αὐτῶν τῶν συγχωριανῶν του καί εὔχεται, βάζει μαζί μέ τά δικά τους καί τά δικά του τά παθήματα καί τίς στεναχώριες. Κι αὐτός ἔχει κορίτσια γι᾿ ἀποκατάσταση. Τρία, ζωή νά ἔχουν καί καλό τυχερό. Κι οἱ γαμπροί λίγοι, ἀλλά καί φτωχοί. Τό σπίτι τῆς Μαρίας σχεδό τελειώνει, ἐνῶ δίπλα της θά πρέπει νά θεμελιωθοῦν κι ἄλλα δύο. Στίς κεντίστρες εἶναι δοσμένα τά λεπτά νά ἑτοιμάσουν τή στόφα τή νυφιάτικη, γιατί ὅπου νἄναι δένεται ἡ παντρειά μέ τόν Παντελὴ τόν καλαφάτη.
Ἔξω ἀκούγεται μιά βουή ἀπό τόν ἀγέρα πού κατεβαίνει ἀπό ψηλά ἀπὸ τή Δέλφη καί μπαίνει μέσα στίς πευκοσειρές καί τίς ἀναδεύει. Κάπου-κάπου τ᾿ ἀνεμόβροχο χτυπᾶ μέ δύναμη πάνω στήν πόρτα, λές καί θέλουν ὅλες οἱ κακές δυνάμεις καί τά πνεύματα τοῦ δάσους νά εἰσβάλουν στήν ἐκκλησιά καί ν᾿ ἀναστατώσουν τά πάντα. Τ᾿ ἀφουγκράζονται σιωπηλοί καί κατανυγμένοι οἱ χωρικοί καί κάνουν τό σταυρό τους «Στό πέλαγο Παναΐτσα μου», λένε καί περιμένουν τὸ χάραμα.
Σέ λίγο βγαίνει παπάς μέ τή θεία Μετάληψη καί οἱ περισσότεροι κοινωνοῦν, ἀφοῦ πάρουν σχώρεση ὁ ἕνας ἀπ᾿ τόν ἄλλο. Ἀκόμα καί ἐκεῖνοι πού εἶναι μαλωμένοι, γιατί ἔτυχε ἡ γίδα τοῦ μιανοῦ νά μπεῖ στό χτῆμα τοῦ ἄλλου καί τοῦ φάει τά θλιάσματα. Ἀπόψε, μέρα πού εἶναι, τ᾿ ἀστοχᾶνε γιά λίγο, γιά νά τά ἐπαναλάβουν μετά ἀπό δυό-τρεῖς μέρες. Καϋμένοι ἄνθρωποι....
Λίγο πρίν ἀπό τήν ἀπόλυση ἔρχεται κι ὁ γιός τῆς γριᾶς τῆς Μονοβασσῶς, ὁ Κωνσταντής μ᾿ ἕνα μεγάλο λαδοφάναρο νά συνοδέψει ἴσαμε τό καλύβι τους τὸν παπᾶ μὲ τη Θ. Μετάληψη, γιά κοινωνήσουν τή Μάνα του. Τοῦ παπά τρέμει ἡ ψυχή· πρῶτα-πρῶτα μήπως καί δέν προφτάσει ζωντανή τήν ἄρρωστη κι ὕστερα μήπως καί παραπατήσει μέ τ᾿ Ἅγια Μυστήρια στά χέρια. Ὅμως τ᾿ ἀποφασίζει, παρακαλώντας τό Θεό νά τοῦ δώσει κουράγιο νά ξεπεράσει ὅλα τά ἐμπόδια πού ὁπωσδήποτε θά παρουσιαστοῦν. Κάι πράγματι τό τί παρουσίασε ὁ μισόκαλος μπροστά του δέ λέγονται. Πρῶτα ἡ σκοτεινιά, τό κακοτράχαλο τοῦ δρόμου, τ᾿ ἀνεμόβροχο πού τοὔκλεινε τά μάτια κι ὕστερα τό μούδιασμα στά χέρια, πού δῶ πάνω στό βουνό μ᾿ αὐτή τήν παγωνιά δέν τά αἰσθανόταν. Κύριε, ψιθύρισε, βόηθα καί Σύ....
Ὅταν φτάσανε στό καλύβι τῆς ἄρρωστης  καί τήν κοινώνησε, κατάλαβε τὸ πῶς τόν περίμενε ἡ κουρασμένη ἡ γριά τό Μονοβασσώ καί πόσο ἀναγάλλιασε ὅταν κοινώνησε! Τήν εὐχή τοῦ Κ᾿ στοῦ νάχεις παπά μ᾿, μουρμούρισε κι ὕστερα ἔπεσε σέ λήθαργο. Τῆς διάβασε μιά εὐχή καί στάθηκε σιμά στή φωτιά νά πάρει μιά πύρα, πρίν ξεκινήσει γιά τήν ἐκκλησιά. Ὅταν ἔφτασε, ὅλοι σχεδόν τόν περίμεναν καθισμένοι στά στασίδια, ἐνῶ ἄλλοι εἶχαν περάσει στό διπλανό τό κελλί, ὅπου ἔμεινε τή νύχτα ὁ γέρο-ψάλτης, ξάναψαν τή φωτιά στό τζάκι καί κουβέντιαζαν πίνοντας φασκόληλο μέ πετιμέζι. Τό χάρηκε αὐτό πολύ καί τό ἐκτίμησε ὁ παπάς.
Τό γκρίζο σεντόνι πού ἁπλώνεται μέ τό χάραμα ἕνα γύρω στήν περιοχή δίνει στούς χωρικούς τή δυνατότητα νά ξεκινήσουν γιά τά καλύβια τους, ἀφοῦ εὐχηθοῦνε ὁ ἕνας στόν ἄλλο χρόνια πολλὰ καὶ καλὴ χρονιὰ.
Τελευταῖος ἀναχωρεῖ ὁ παπάς, ἀφοῦ μαζεύει τά ἱερά του καί κατευθύνεται γιά τό καλύβι. Εἶναι μόνος του μέσα τό μικρό ναΐσκο, πού ἀποπνέει μιά εὐωδία ἀγγελική, οὐράνια. Θά χάρηκε πολύ ὁ Ἅγιος χρονιάρα μέρα πού εἶναι καί Τόν λειτουργήσαμε, σκέφτεται καί τά μάτια του νοτίζονται ἀπό κατάνυξη καί εὐχαριστία, πού μπόρεσε καί φέτος νά συνεορτάσει μέ τούς Πυργιῶτες τά Χριστούγεννα. Πρίν ἀναχωρήσει, ρίχνει μιά ματιά στό ἐσωτερικό τῆς ἐκκλησιᾶς καί παρατηρεῖ στό μισοσκόταδο τίς Μορφές τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καὶ τῶν Ἁγίων πού ἀχνοφωτίζονται ἀπό τό ἱλαρό τό φῶς τοῦ λαδοκάντηλου. Τό ἀγαπᾶ ἰδιαίτερα αὐτό τό φῶς ὁ παπᾶς, γιατί ἡ γαλήνη του, ἡ ταπεινοσύνη του, ἡ ὀμορφιά του σταλάζουν στή φρυγμένη τήν ψυχή εὐλογία...
Στό καλύβι φτάνει σχεδόν μουσκεμένος. Κάθεται δίπλα στήν παραστιά, στό μεντέρι καί πυρώνεται τρώγοντας τίς τηγανίτες μέ τό μπόλικο τό πετιμέζι καί πίνοντας ρακί.


Σέ λίγο θά πρέπει ν᾿ ἀναχωρήσει γιὰ τη Χώρα, ὅμως ἐκείνη τή στιγμή παρουσιάζεται ὁ Κωσταντής, ὁ γιός τῆς θειᾶς τῆς Μονοβασῶς καί τοῦ ἀναγγέλλει τό θάνατο τῆς Μάνας του, τώρα τά ξημερώματα. Μίλησαν καί μέ τούς ἄλλους τούς Πυργιῶτες καί συμφώνησαν νὰ τή θάψουν ἀπομεσήμερα, γιά μή φέρνουν πάλι αὔριο τόν παπά, μέρες πού εἶναι.
Παράτησε μισιοπιωμένο τό ρακί. Στή γαβάθα εἶχαν περισσέψει δυό-τρεῖς τηγανίτες. Πῆρε τό πετραχήλι καί, μισομουσκεμένος καθώς ἦταν, πῆγε νά διαβάσει Τρισάγιο στή νεκρή.  Ἀπέναντι, ἀπό τή μεριά τῆς Ἀνάληψης καί τοῦ Ἃη-Γιώργη στήν Καρυά ἀνέβαινε μιά βαρειά συννεφιά, πού ἔφραζε τόν τόπο. Στάθηκε κι ἀγνάντεψε. Τοῦ εἶχε πεῖ ὁ παπα-Γιάννης ἀπό τόν Ἅγιο Σπυρίδωνα ὅτι θά λειτουργοῦσε στό μοναστήρι, στόν Ἃη-Γιώργη στήν Καρυά, γιά τούς Καρυῶτες πού μένανε ἀπέναντι καί κοίταζε μήπως διακρίνει κάποιον. Δέ φαινόταν τίποτε. Ὁ καιρός εἶχε γυρίσει στό χιονιά καί μιά κάπνα ἀπό πηχτό γκριζόμαυρο σύγνεφο κατέβαινε ἀπό ψηλά μαζί μέ τ᾿ ἀνεμοσούρια καί τίς κραυγές τῶν πουλιῶν πού πήγαιναν νά κρυφτοῦν στίς φωλιές τους. Τόν γύρισε, παπά τόν καιρό. «Σά δέ βγάλει κανένα χιόνι ἀπόψε!...», εἶπε σιγά ὁ Κωνσταντής κι ὕστερα σώπασε, γιατί τό μετάνοιωσε, ἐπειδή ἔπρεπε κι ὁ παπάς νά γυρίσει στή Χώρα. Κι εἶχαν καί τήν κηδεία... Ὁ παπάς τόν πρόσεξε, μά δέν εἶπε τίποτε, μονάχα τόν ἀκολουθοῦσε σιωπηλός, ὑπομονετικός κι ἥρεμος.
Τή νεκρή τήν εἶχαν πάνω στό γιατάκι, στολισμένη καί καθαρή·  εἶχαν ἀνάψει μιά λαμπάδα καί τῆς εἶχαν κόψει λίγα λουλούδια ἀφημένα στά χέρια της. Νά τά πάει στόν πατέρα καί στ᾿ ἀδέρφια μου, εἶπε ὁ Κωνσταντής. Ὁ παπάς προσκύνησε, διάβασε τό Τρισάγιο κι ὕστερα κάθισε νά δώσει ὁδηγίες γιά τή νεκρώσιμη ἀκολουθία καί τήν ταφή.
Τοῦ προσφέρανε σῦκα ξερά, λίγο καλό μαῦρο κρασί κι ἕνα κομμάτι ψωμί, γιά στυλωθεῖ. Φαΐ τό σπίτι αὐτό δέν ἔβρασε σήμερα κι ἄς ἦταν χρονιάρα μέρα.
Καθώς ἔτρωγε σιγά καί διακριτικά κοιτάζοντας πρός τά ἔξω, κατά τή μεριά τῆς θάλασσας, πάσχιζε νά ξετυλίγει τό νῆμα τῆς ζωῆς τῆς θειᾶς τῆς Μονοβασσῶς, αὐτῆς τῆς παλιᾶς Πυργιώτισσας, πού ἐδῶ γεννήθηκε, ἐδῶ ἔζησε κι ἐδῶ, ἀφοῦ κοιμήθηκε πληρώνοντας τό κοινό χρέος, θά ταφεῖ, χρονιάρα μέρα καὶ στό καταχείμωνο.
Ἦταν ἀπό τίς ἀρχοντογυναῖκες τοῦ Πύργου ἐτούτη ἡ θειά. Φιλόξενη, φιλότιμη, πιστή στό Θεό καί στίς παραδόσεις καί, φυσικά, πολύ δουλεμένη.
Τήν ἤξερε ὁ παπάς, γιατί αὐτός στεφάνωσε τά παιδιά της καί βάφτισε τά ἐγγόνια της καί πολλές φορές τοῦ εἶχε πεῖ τόν καϋμό της.
Εἶχε γεννηθεῖ στά τέλη τοῦ 1700, εἶχε παντρευτεῖ τόν Νικολό τόν Μπαρμπεράκη, πού εἶχε κι αὐτός καλύβι, ἀμπέλια καί καρούτα στόν Πύργο, κοντά στή Παναΐτσα, πιό πέρα ἀπό τά καλογερικά κι εἶχε ἀποκτήσει ἑφτά παιδιά. Τέσσερα παλληκάρια καί τρία κορίτσια.
Στά χρόνια τῆς Ἐπανάστασης ὁ ἄντρας της πῆγε μαζί μέ τό καράβι τοῦ καπετάν Κωνσταντή τοῦ Μανωλάκη, γιά βοηθήσει στόν Ἀγώνα. Ἐκείνη ἀπόμεινε στόν Πύργο νά στρεμματίζει, νά κλαδεύει, νά σκάβει καί νά κάνει ὅλες τίς δουλειές μέ τά παιδιά της. Μέχρι πού ἦρθε τό μαντάτο ὅτι ὁ ἄντρας της πνίγηκε σέ μιά φουρτούνα, ἀνοιχτά ἀπό τό Ὄρος. Τότε ἐκείνη ἔσφιξε τήν καρδιά, ζώστηκε περισσότερο στή δουλειά καί κοίταξε νά βολεύει τ᾿ ἀμπέλια τους, τά δικά της καί τοῦ σχωρεμένου.
Κι ὑπῆρξαν χρόνια ἀβάσταχτης δυστυχίας, γιατί οἱ λιάπηδες κι οἱ πειρατές πολλές φορές κατάκλεψαν τή σοδειά τους, ἀπό τήν καρούτα ἀκόμα ὁπού ἔβραζε τό κρασί μέ τά στέφλα, ἔσφαξαν τά ζῶα καί ρήμαξαν τό καλύβι.
Ἀλλά καί τό λιγοστό τό λάδι τῆς πῆραν, ὅταν ἔσπασαν τίς πόρτες τοῦ καλυβιοῦ, ἀκόμα καί τά λίγα ροῦχα πού εἶχε, τὰ μάζωξαν κι αὐτὰ. Εὐτυχῶς γιά κείνη καί τά παιδιά της πού εἶχαν πάει στή Χώρα ἐκεῖνες τίς μέρες, γιατί πάντρευε τή μεγάλη τή θυγατέρα της, τὸ Γερακό, μέ τόν Παναγή τόν Μπογιατζή κι ἔτσι γλύτωσαν.  
 Τή ζωή της ὁλάκερη σχεδὸν τήν πέρασε στόν Πύργο, στό καλύβι. Ἐκεῖ εἶχε τά ζωντανά καί ὅλα τά καλά κάι τά καλούδια. Μάζευε, λοιπόν, μέ αἱματηρή οἰκονομία τά χρήματα, γιά νά στήσει τά σπίτια, γιά νά ἑτοιμάσει τίς προῖκες, γιά νά δώσει καί τό μέτρημα. Ἔτσι τά εἶχε βρεῖ ἀπό τούς δικούς της καί τά συνέχισε, χωρίς ἀγκομαχητό καί ἀπελπισία. Τόν Ἅγιο Ρηγίνο τόν εἶχε παρηγοριά καί κάθε βράδυ πήγαινε καί τοῦ ἄναβε τό καντήλι στό ἐκκλησάκι, θυμιάζοντας καί ἀφήνοντας τίς παρακλήσεις της νά σηκωθοῦν ἀπό μέσα της, ὅπως ὁ λιβανωτός ἀπό τό θυμιατήριο.
Τῆς ἄρεσε νά πηγαίνει σέ ὥρα ἑσπερινοῦ, τότε πού οἱ ἴσκιοι ξετρυπώνουν ἀπό τά διάσελα καί τίς πυκνές δεντροσειρές κι ἀνεβαίνουν μέ τό σκοτάδι πρός τά καλύβια. Αὐτή ἡ ὥρα, ἡ ὥρα τῆς σιωπῆς, τῆς κατάπαυσης τῶν ἔργων τῆς ἡμέρας, ἡ ὥρα πού ἀνοίγει τή θύρα στή νύχτα, ἔχει μιά περίεργη γοητεία. Γιατί σκάβει τήν ψυχή καί κατεβαίνει βαθειά μέσα στὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, ἀφήνοντας νά σηκωθοῦν οἱ θύμησες, πού τίς χτίζουν μέ σάρκα τά Πρόσωπα τ᾿ ἀγαπημένα πού μίσεψαν ἀπ᾿ αὐτό τόν κόσμο. Ἰδιαίτερα τίς μέρες τοῦ χειμώνα, μέ κεῖνο τό στερνό τό φῶς τοῦ ἥλιου, πού στραγγίζει τή νοσταλγία του πάνω στόν κόσμο... Ἀλλά καί τίς παχνιασμένες ἀπό τήν ἀπόβροχη τή συγνεφιά δειλινές ὧρες πήγαινε στόν Ἅγιο, προσέχοντας τή λευκόγκριζη τήν καπνιά ἀπό τή συγνεφιά, πού κατέβαινε πάνω ἀπό τή Δέλφη καί κύκλωνε ἕνα γύρω τόν τόπο. Τῆς φαινόταν τότε πώς τά σύνορα τοῦ κόσμου ἔφταναν ἴσαμε κεῖ, ὁπού ἔφραζε ὁ ἄϋλος ὁ τοῖχος ἀπό κείνη τήν καπνιά. Κι ὅλα γύρω της τἄβλεπε νά περιορίζονται σέ λίγα μέτρα, ὅπως περιορίζεται ἡ ζωή, ὅταν περάσουν τά χρόνια καί μαζευτεῖ πιά τό κουβάρι της...
Τἄξερε αὐτά ὁ παπα- Γιώργης, γιατί τοῦ τἄλεγε ἡ σγχωρεμένη ὅταν ἀνέβαινε στόν Πύργο νά λειτουργήσει, ἤ νά πάει κι αὐτός στ’ ἀμπέλι του πού εἶχε παραπέρα, γιά νά τό κλαδέψει ἤ νά τό σκάψει, κάποιες μέρες πού δέν ἦταν γιορτή. Τό Μονοβασσώ τόν ἐκτιμοῦσε ὡς παπά καί ἄνθρωπο, γιατί ἦταν κι ἐνορίτισσά του. Ἔτσι, τόν καλοῦσε στό καλύβι της νά πιεῖ ἕνα ζεστό, νά φάει λίγο φαΐ, νά τόν φιλέψει λίγα σῦκα, λίγο τυρί καί μέλι. Ἐκεῖνος πάλι τή βοηθοῦσε σέ λογαριασμούς, σέ καμμιά δουλειά στή Χώρα, γιατί δέν ἤξερε γράμματα, οὔτε ἡ ἴδια οὔτε καί τά παιδιά της.
Ἡ ὥρα περνοῦσε. Τόν γύρεψαν ἀπό τό καλύβι ὁπού τόν φιλοξενοῦσαν νά πάει νά φᾶνε. Τούς εἶπε ὅτι θά σήκωναν σέ λίγο τό λείψανο κι ἔτσι θά ἔμενε στό καλύβι τῆς Μονοβασσώς.
Ἔξω ἄρχισε ν᾿ ἀσπρίζει παράξενα ὀ οὐρανός. Ἀπό ψηλά, ἀπό τή Δέλφη κατέβαινε μιά λευκή, θολωμένη σκιά. «Θά χιονίσει», εἶπε ὁ γιός τῆς νεκρῆς. Καί πῆγε στ᾿ ἄλλα, τά γειτονικά τά καλύβια νά πεῖ στούς ἄντρες, μιά κι οἱ γυναῖκες συντρόφευαν τή νεκρή, νά βιαστοῦν, γιατί ὁ καιρός παίρνει τά πάνω του.
Ἀπό μακριά ἀκούστηκε ἡ καμπάνα τοῦ Ἁγίου Ρηγίνου νά χτυπάει πένθιμα. Τό καλύβι τῆς Μονοβασσῶς ἄρχισε νά γεμίζει ἀπό Πυριῶτες. Ὁ παπάς ἔβαλε τό πετραχήλι, διάβασε τό Τρισάγιο καί προέτρεψε τούς πιό νέους νά σηκώσουν τό λείψανο.
Ἔφεραν μιά ξύλινη κοντή σκάλα, ἔστρωσαν οἱ γυναῖκες ὡραῖο κεντητό παλιὸ κιλίμι, ἔπιασαν τό λεἰψανο ἀπό τίς ἄκρες τοῦ σεντονιοῦ καί τό τοποθέτησαν στό πρόχειρο αὐτό νεκροκρέβατο. Βόλεψαν τό κεφάλι πάνω σέ καλό, κεντητό μαξιλάρι καί ξεκίνησαν.
Βγάινοντας ἀπό τὀ καλύβι ἀκόυστηκε ἦχος ἑνός «ἀγγειοῦ» πού τό ἔσπασαν, γιά νά «σκάσει ὁ χάρος». Ὁ παπάς τό ἄκουσε καί χαμογέλασε, γιατί σκέφτηκε πώς μέχρι σήμερα, ἀπ᾿ αὐτό τό καλύβι ἔχει κηδέψει ἄλλα τρία πρόσωπα. Τούς γονιούς τῆς θειᾶς Μονοβασσῶς κι ἕνα παιδί της. Καί πάντα τόν ἴδιο τόν ἦχο τοῦ σπασμένου ἀγγειοῦ ἄκουγε. Θυμήθηκε τότε ἐκεῖνο τό λόγο τοῦ Ὁσίου Σισώη τοῦ Μεγάλου, πού πάνω ἀπό τόν τάφο τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου διαλογιζόταν κι ἔλεγε: «Θάνατε, θάνατε, τίς δύναται φυγεῖν σε;»
Τή Νεκρώσιμη ἀκολουθία τήν ἔψαλαν στόν Ἅγιο Ρηγίνο, ταπεινά, ἁπλά καί μέ κατάνυξη. Μέ τό τέλος ἔγινε κι ἡ ταφή ἐκεῖ γύρω ἀπό τήν ἐκκλησία, ὅπου συνήθιζαν νά ἐναποθέτουν τούς κεκοιμημένους.
Δυό πανηγύρια, σκεφτόταν, καθώς ἑτοίμαζε τά ἱερά του μέσα στήν ἐκκλησιά ὁ παπα-Γιώργης, σήμερα. Τό ἕνα γιά τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο καί τό ἄλλο γιά τήν παρουσία τῆς θειᾶς στά χέρια τοῦ Θεοῦ.
Ἔξω ἄρχιζε νά πέφτει πυκνό τό χιόνι. Ἕνας χαρτοπόλεμος ἀπό μικρά λευκά χαρτάκια χύνονταν στὸ δάσος. Τό νιόσκαφτο μνῆμα τῆς Μονοβασσῶς ἄρχισε ν’ ἀσπρίζει. Βιάστηκε νά ξεκινήσει γιά τή Χώρα. Προσκύνησε τόν Ἅγιο Ρηγίνο, πῆγε στό Καλύβι ἀνέβηκε στό ζῶο, ἀφοῦ φόρτωσε τά πράγματά του καί τά φιλέματα τῶν Πυργιωτῶν, τυλίχτηκε καλά καί ξεκίνησε. Τό χιόνι ἔπεφτε μέ σταθερό ρυθμό. Τὰ μονοπάτια καλύπτονταν ὅσο περνοῦσε ἡ ὥρα και σὲ κάποια σημεῖα ἡ διάβαση ἦταν δύσκολη, γι᾿ αὐτὸ ἀναγκάζονταν νὰ κατεβεῖ ἀπὸ τὸ ζῶο.
Γύρω του μιά λευκή ὀθόνη κάλυπτε τά πάντα. Καί ἡ σιωπή, πού ἁπλώνεται αὐτές τίς ὧρες τοῦ χιονιά, ἔδινε τήν ἐντύπωση στόν παπά ὅτι ὅλος ὁ τόπος ἔχει ἀδειάσει. Μόνο κάποια πουλιά σπεύδανε νὰ κρυφτοῦν στὶς ἀπανεμιές, καταλαβαίνοντας τὸ χειμώνα ποὺ ἀνταρεύει.
Στό σπίτι του, στὴ Χώρα, ἔφτασε λευκοντυμένος, παγωμένος καί μέ τήν κόπωση στό μεσόφρυδο· κι ἔφτασε, μόλις ἔμπαινε ἡ νύχτα. Μόνο ἡ ψυχή του ἦταν φωτισμένη, ζεστή, ἐλαφρά κι ἀναπαμένη. Εἶχε, βλέπεις, γιορτάσει τὰ Χριστούγεννα!...

3-11 Δεκ. 2003         

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Χριστουγεννιάτικος Χαιρετισμός του Επισκόπου Μοζαμβίκης Ιωάννου

Προς το Πλήρωμα της Εκκλησίας των Ορθοδόξων της Μοζαμβίκης


Αδέλφια μου Μοζαμβικανοί, 
       Γεννήθηκε ο Χριστός και τα πάντα στην ανθρώπινη ιστορία έχουν πια μεταποιηθεί από γήινα και εφήμερα, σε ουράνια και αιώνια. Ο Θείος Λόγος σαρκώθηκε και έκτοτε όλες οι ανθρώπινες υποθέσεις έχουν αποκτήσει νόημα και διάρκεια. "Ο αχώρητος παντί εχωρήθη εν γαστρί", με σκοπό να χωρέσει τελικά στον εσωτερικό κόσμο όλης της ανθρωπότητας όλων των των εποχών και όλων των τόπων. 

Ένας από αυτούς τους τόπους είναι και ο δικός μας, η ωκεανοφίλητη Μοζαμβίκη. Έχοντας  κληθεί -με την Ανοχή του Ουρανού- η ταπεινότητά μου, όχι ως εκπρόσωπος του Θεού ανάμεσά Σας, αλλά ως δικός Σας εκπρόσωπος ενώπιον Εκείνου, γνωρίζοντας μάλιστα την καθαρότητα και την ευσέβεια των καρδιών Σας, καλώ τον καθένα ξεχωριστά και όλους μαζί να προσεγγίσουμε βιωματικά τον Νεογέννητο Θεό, με πρόθεση να αυτοπροσφερθούμε όλοι, ώστε να Τον σπαργανώσουμε Νήπιο, επιδεικνύοντας την απαιτούμενη θαλπωρή στον Θεό, που καταδέχεται να μάς επισκεφθεί, με σκοπό την "του σύμπαντος κόσμου" σωτηρία. 

Η Μοζαμβίκη -είμαι βέβαιος γι' αυτό- μπορεί να παρέξει ζεστό "κατάλυμα" στο Θείο Βρέφος! Μπορεί να ετοιμάσει πλήθη από φάτνες, ώστε σε κάθε μία να συντελεσθεί το Θαύμα των θαυμάτων! Μπορεί (ενώ θα έχει ο Νεογέννητος καταφύγει στην Αίγυπτο, για ν' αποφύγει τη ζηλοφθονία του Ηρώδη), να Τον κρύψει στα σπλάχνα της η φιλόξενη και φιλόθεη χώρα μας, κατέχοντας την πεποίθηση ότι Εκείνος ύστερα θα χαρίσει την ευεργετική Αγάπη Του προς τον λαό, που Τον δέχθηκε! 

Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, ο υψηλός Θεός φαίνεται επί γης άνθρωπος ταπεινός. Άραγε, θα Τον αναγνωρίσουμε; Είναι αυτός που περνά στο απέναντι πεζοδρόμιο, φτωχός και κατατρεγμένος... Είναι αυτός, που βρίσκεται έρημος και ξεχασμένος στο περιθώριο της ζωής και των μύριων βασάνων και ασθενειών... Είναι αυτός, που δεν αξίζει το βλέμμα μας... 

Αγαπητοί Φίλοι, 
     Ας δούμε τον κάθε συνάνθρωπο με βλέμμα καλοσύνης και ανοχής! Θα είναι το πρώτο σκαλί, για ν' ανέβουμε την σκάλα προς τον Ουρανό, στην οποία θα συναντήσουμε οπωσδήποτε τον Θεό να κατεβαίνει, καθώς θα καθίσταται Θεάνθρωπος! 

Μεταφέροντας τις ευχές και τις ευλογίες του πολυσέβαστου Πάπα και Πατριάρχου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ. κ. Θεοδώρου Β΄ για ψυχοσωματική υγεία πνευματική πρόοδο, 
Σάς αγκαλιάζω με ολόθερμα αισθήματα γιορτής 

Ο Επίσκοπός Σας 
+ ο Μοζαμβίκης Ιωάννης 


Στη φωτό: Η Γέννηση του Χριστού, δια χειρός Helen Lieros, από τον Ορθόδοξο Καθεδρικό Ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Maputo.

Ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόδωρος Β΄ υπέρ της Μητρότητας (Χριστούγεννα 2011) [ελληνικά και πορτουγέζικα]

Θ Ε Ο Δ Ω Ρ Ο Σ   Β΄
ΕΛΕΩι  ΘΕΟΥ  ΠΑΠΑΣ  ΚΑΙ  ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ 
ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, ΠΑΣΗΣ ΓΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ ΚΑΙ  ΠΑΣΗΣ  ΑΦΡΙΚΗΣ 
ΠΑΝΤΙ  Τῼ  ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ
ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ  ΚΑΙ  ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΥ  ΘΡΟΝΟΥ  ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ
ΧΑΡΙΣ  ΚΑΙ  ΕΛΕΟΣ  ΚΑΙ  ΕΙΡΗΝΗ
 ΠΑΡΑ ΤΟΥ  ΕΝ  ΒΗΘΛΕΕΜ  ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ 
ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ  ΘΕΟΥ  ΚΑΙ  ΣΩΤΗΡΟΣ  ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ  ΧΡΙΣΤΟΥ
        
Αδελφοί μου αγαπητοί και ευλογημένοι,
          
Δύο χιλιάδες χρόνια πριν, μία βραδιά σαν την σημερινή, η Θεοτόκος σπαργάνωνε το νεογέννητο Ιησού για να ζεσταθεί. Λίγες ημέρες αργότερα και πάλι μέσα στο σκοτάδι, ο Ιησούς θα αναζητούσε τη ζεστασιά, αυτή τη φορά στην αγκαλιά της μητέρας Του, καθώς έπαιρναν το δρόμο της προσφυγιάς προς την Αίγυπτο για να αποφύγουν την οργή και την μανία του Ηρώδη.
         
Αλλά και σε όλη Του την ζωή, που τόσο ταπεινά ξεκίνησε στη Βηθλεέμ, η θαλπωρή της μητρικής παρουσίας δεν έλειψε από το πλευρό του Κυρίου μας. Η Θεοτόκος ακολούθησε πιστά και υπομονετικά τον Ιησού σε όλες τις ευαγγελικές Του οδοιπορίες, σε όλες τις δοκιμασίες της επίγειας ζωής Του. Σιωπηλά συμπορεύτηκε μαζί Του, σιωπηλά Του συμπαραστάθηκε, σιωπηλά συμμετείχε στον πόνο του Γιου και Θεού της.
         
Η στάση της Θεοτόκου ανέδειξε την μητρική αγάπη σε αναντικατάστατο πυλώνα της ανθρώπινης ζωής. Η στάση της Θεοτόκου ανέδειξε τις αρχές της πραότητας, της μετριοφροσύνης και της αλληλεγγύης. Και η εικόνα της μητρικής σκέπης και προστασίας, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην μικρή φάτνη των αλόγων, έμελλε να γίνει αιώνιο σημείο αναφοράς για όλες τις γυναίκες του κόσμου. Καταφύγιο ελπίδας, κάθε φορά που χανόταν και η τελευταία αχτίδα φωτός. Καταφυγή θάρρους, κάθε φορά που στέρευαν και τα τελευταία αποθέματα αντοχής.
         
Σήμερα ωστόσο που ο άνθρωπος κατακτά το ένα μετά το άλλο τα κάστρα της γνώσης, σήμερα που ο άνθρωπος τελειοποιεί τα διαθέσιμα τεχνολογικά μέσα, σήμερα που ο άνθρωπος έχει συχνά την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να υποκαταστήσει και τον ίδιο τον Θεό, η γυναίκα, ως ο φυσικός φορέας της αλλαγής και της αναγέννησης του κόσμου, ακόμα δεν χαίρει του σεβασμού που θα της ταίριαζε στην κοινωνία.
         
Μπορεί η θέση της γυναίκας να αναβαθμίστηκε θεσμικά. Όμως την ίδια στιγμή τα δικαιώματα της δεν έπαψαν να αποτελούν αντικείμενο παραβιάσεων. Μπορεί πολλές γυναίκες να περνούν ανέμελα τη σημερινή βραδιά ανάμεσα σε πρόσωπα αγαπημένα και με τα απαραίτητα στο γιορτινό τραπέζι. Όμως την ίδια στιγμή πλήθος άλλων γυναικών αδυνατεί να βιώσει τη γιορτινή ατμόσφαιρα των ημερών.
         
Είναι οι γυναίκες θύματα της παράνομης διακίνησης με σκοπό την εκμετάλλευση και την εμπορία. Είναι οι κακοποιημένες από τον σύζυγο γυναίκες, τα θύματα της ενδοοικογενειακής βίας. Είναι οι γυναίκες φορείς του ιού του ΗΙV/AIDS που εισπράττουν το τίμημα του κοινωνικού στιγματισμού. Είναι οι μακροχρόνια άνεργες γυναίκες και οι αποκλεισμένες από την αγορά εργασίας. Είναι όλες οι γυναίκες που παλεύουν για να άρουν τον όποιο αποκλεισμό τους από την κοινωνία. 
         
Είναι οι γυναίκες που στην εποχή της οικονομικής δυσπραγίας καλούνται να ανταποκριθούν σε ρόλους πολλαπλούς, σε αυτό της συζύγου, της μητέρας, της εργαζόμενης, της οικοδέσποινας. Στην προσπάθεια τους να ανταποκριθούν σε όλες αυτές τις κοινωνικές απαιτήσεις και να κρατήσουν λεπτές ισορροπίες, οι γυναίκες πιέζονται, αγχώνονται, εξαντλούνται, λυγίζουν.
         
Είναι οι γυναίκες της υποσαχάριας Αφρικής που αντικρίζουν με φόβο και αγωνία το θείο δώρο του ερχομού της νέας ζωής. Κι αυτό διότι σε αυτήν την υποβαθμισμένη γωνιά του πλανήτη μας μια γυναίκα έχει μια πιθανότητα στις δεκαέξι να πεθάνει εξαιτίας επιπλοκών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή του τοκετού. Τα ορφανά τους παιδιά είναι δέκα φορές πιο πιθανό να πεθάνουν μέσα σε δύο χρόνια από το θάνατο της μητέρας τους.
            
Αδελφοί μου πολυτίμητοι,
         
Ένας κόσμος χωρίς μητέρες είναι ένας κόσμος χωρίς αγάπη και ένας κόσμος χωρίς σεβασμό στην γυναίκα ως πηγή της ζωής είναι ένας κόσμος χωρίς ανθρωπιά. Ας μην αφήσουμε λοιπόν την κρίση των καιρών μας να παραβιάσει το σεβασμό στα δικαιωμάτων της γυναίκας. Κι αυτό γιατί τα δικαιώματα δεν γνωρίζουν φύλο, δεν γνωρίζουν σύνορα. Ας δείξουμε λοιπόν τον απαιτούμενο σεβασμό στην προσωπικότητα, στην εργασία, στον κόπο, στις ανάγκες και στις επιθυμίες της μητέρας, της συζύγου, της αδελφής, της κόρης.
           
Αυτόν ακριβώς τον σεβασμό, ανάλογο του Δίκαιου Ιωσήφ προς την Θεοτόκο, κάνουν πράξη οι σύγχρονοι ιεραπόστολοι της Αφρικής αναπτύσσοντας δίκτυα ανθρωπιστικής βοήθειας με κέντρο τη γυναίκα που καθημερινά μοχθεί, αγωνίζεται, υπομένει. Είναι αλήθεια ότι τα μέσα υπολείπονται την ώρα που όλοι βιώνουμε τη μέγγενη της οικονομικής στενότητας. Ωστόσο καμία έκπτωση δεν μπορεί να γίνει στην παραδοχή ότι ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς σεβασμό της γυναίκας, του φορέα του θείου δώρου της ζωής. Ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς κάλυψη και προστασία του δικαιώματος της ασφαλούς μητρότητας.  Της μητρότητας που καθαγίασε μια βραδιά σαν την σημερινή η Θεοτόκος σε μια ταπεινή φάτνη!  

†Ὁ Πάπας καί Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής
Θ Ε Ο Δ Ω Ρ Ο Σ  Β΄



Εν τη Μεγάλη Πόλει
της Αλεξανδρείας
Χριστούγεννα 2011



Theodoros II

Pela Graça de Deus, Papa e Patriarca de Alexandria e de toda a África, para a plenitude do Trono Apostólico e Patriarcal de Alexandria, Graça e Misericórdia e Paz do nosso Senhor e Deus e Salvador Jesus Cristo, nascido em Belém e que cumpriu a Economia Divina.
Meus amados e abençoados, irmãos e irmãs,
Dois mil anos atrás, numa noite como esta noite, a Nossa Senhora estava agasalhando o recém-nascido Jesus  para mantê-lo aquecido. Poucos dias depois, novamente na escuridão, Jesus iria procurar calor, novamente nos braços de sua mãe, enquanto tomavam caminho do exílio para o Egipto a fim de escapar a fúria e ira de Herodes.

            Além disso, porém, durante toda a sua vida que começou tão humildemente em Belém, para o nosso Senhor nunca faltou carinho maternal. A Nossa Senhora fielmente e pacientemente seguiu Jesus em todas as suas viagens evangélicas em todos os desafios de sua vida terrena. Silenciosamente ela viajou com ele,  silenciosamente ficou do seu lado, participou do sofrimento de seu Filho e Deus.
             A atitude da Nossa Senhora deu destaque ao amor materno como um portal insubstituível da vida humana. Sua atitude sublinhou os princípios de humildade, suavidade e solidariedade. Além disso, a imagem de abrigo e protecção materna, como isso se reflectiu no pequeno presépio em Belém, foi para se tornar uma referência eterna para todas as mulheres do mundo. Um refúgio de esperança cada vez que o ultimo raio de luz foi perdido. Um refugio de coragem a cada vez que as últimas reservas de força estavam sendo esgotadas.

           Hoje, porém, na medida que o homem conquista os bastiões do conhecimento um após o outro, hoje como o homem aperfeiçoa a tecnologia disponível, hoje como o homem muitas vezes tem a ilusão de que ele pode substituir o próprio Deus, mulher, como o portadora natural de mudança e de regeneração do mundo, ainda não goza do respeito que seria apropriado para ela na sociedade.

           A posição das mulheres pode ter sido institucionalmente actualizado. No entanto, ao mesmo tempo os seus direitos não deixaram de ser sujeitos a violações. Muitas mulheres podem passar uma noite despreocupada entre seus entes queridos, desfrutando o essencial em sua mesa festiva. Mas ao mesmo tempo, muitas outras mulheres se vêem incapazes de experimentar a atmosfera festiva destes dias.
           Estas são as mulheres que são vítimas de tráfico para fins de exploração; as mulheres que sofrem abusos pelos seus maridos ou parceiros; vítimas de violência doméstica; as mulheres infectadas pelo vírus HIV que pagam o preço do estigma social; mulheres desempregadas a longo prazo e mulheres excluídas do mercado de trabalho; todas as mulheres lutando para eliminar a sua qualquer exclusão da sociedade.

           Estas são as mulheres que em tempos de dificuldades financeiras, são obrigadas a responder a várias funções; os papéis de esposa, mãe, trabalhadora e dona de casa. Em seu esforço para responder a todas essas demandas sociais e de manter um equilíbrio delicado, as mulheres são pressionadas, stressadas, exaustas, pois elas estão sobrecarregadas.
          Estas são a mulher de África Austral, que enfrentam com medo e angústia o dom divino da vinda de uma nova vida. Isso ocorre porque nesta parte subdesenvolvida do nosso planeta, a mulher tem uma em dezasseis chance de morrer devido a complicações durante a gravidez ou o parto. As suas crianças órfãs tem dez vezes mais chance de morrer dentro de dois anos após a morte de sua mãe.
Meus irmãos e irmãs mais preciosos,
             Um mundo sem mães é um mundo sem amor e um mundo sem respeito pelas mulheres como fonte de vida, é um mundo sem humanidade. Vamos, portanto, não permitir que a crise do nosso tempo viole o respeito pelos direitos das mulheres. Direitos  não conhecem género nem  fronteiras. Vamos mostrar o respeito necessário para a pessoa, o trabalho, o esforço, as necessidades e os desejos da mãe, esposa, irmã e filha.
          É precisamente este respeito, semelhante ao que o José Justo mostrou à Nossa Senhora, que os missionários modernos em África põem em prática pelo desenvolvimento de redes de assistência humanitária, principalmente com as mulheres que, diariamente, trabalham, lutam, sofrem. É verdade que os meios são insuficientes no momento em que todos nós estamos enfrentando o aperto de escassez financeira. No entanto, nenhuma dedução pode ser feita na convicção de que a esperança para o futuro melhor não pode existir sem o respeito pelas mulheres, as portadoras do dom divino da vida; esperança de futuro melhor não pode existir sem garantir e proteger o direito de maternidade, segura.
          Maternidade que numa noite como esta noite foi santificado pela Nossa Senhora no humilde presépio em Belém.
Theodoros II
Papa e Patriarca de Alexandria e toda África
Na grande cidade de Alexandria
Natividade do Senhor, 2011

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΟΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΩΣ ΨΕΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΕΛΥΤΗ

[Αναδημοσίευση από την Βιβλιοθήκη (σ. 5) της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 22.12.2011 και το αφιέρωμα ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ «Συνομιλώντας με το έργο του», με επιμέλεια του Διονύση Μουσμούτη]

«Κύριε Ελύτη,
Συγχαρητήρια που πήρατε το βραβείο Νόμπελ.
Σας εύχομαι πάλι του χρόνου.»
[Ευχές μαθήτριας από χειρόγραφο εκτεθειμένο στο Ίδρυμα Θεοχαράκη]

Κάθε φορά που ανοίγω τα Άπαντα του Οδυσσέα Ελύτη (και  τα ποιητικά και τα πεζά του), ξανοίγομαι μάλιστα -δίχως την προαπαιτούμενη κολυμβητική γνώση- στις καλλίδρομες θάλασσές του, ιδιαίτερα κατ’ αυτές τις παραλυτικές ημέρες μας και μάλιστα «εν γη ερήμω και αβάτω και ανύδρω» (κατά τον Προφητάνακτα Ποιητή), τον διαισθάνομαι να βιώνει την αίσθηση του μικρού παιδιού, που απλώνει ευδιάθετο τα παιχνιδοτουβλάκια του και με υπομονή πολλή συνθέτει τα πολύχρωμα σπιτάκια μιας φιλικής γειτονιάς. Μέσα σε αυτήν μάλιστα καταφεύγει και αποκρύβεται, έως ότου επιτακτικές οι φωνές των μεγάλων το επαναφέρουν στην τάξη, αν κι έχει πάντα κατά νου ότι «Όπου ακούς “τάξη” /  ανθρωπινό κρέας μυρίζει» (Οδυσσέα Ελύτη, Ποίηση, εκδ. Ίκαρος, 2002 / Μαρία Νεφέλη, σ. 432). Συνήθως η... περιώνυμη κυρία Τάξη τού γκρεμίζει βάναυσα το δημιούργημά του, διότι αυτή η παιδιάστικη εμμονή εμποδίζει παράταιρα τα πλατώματα των μεγαλίστικων χώρων και τις βεβαιότητές τους. Το παιδάκι στεναχωρείται, όμως δεν πτοείται, μήτε απομένει ξεσπιτωμένο. Με την πρώτη ευκαιρία ανασυνθέτει τον τόπο του -όσο ουτοπικός κι αν νομίζεται-  κι έτσι βιώνει την παραμυθία της αποκατάστασης των πραγμάτων του, μετά την πρότερη επώδυνη λεηλασία.

Ο Ελύτης, με την αυθεντική και καλοδεχούμενη αθωότητα, που διακρίνει συνήθως το κάθε στιχουργικό επίτευγμά του, ανασυνθέτει τα σπασμένα των -κατ’ ευφημισμόν- Μεγάλων, δημιουργώντας έτσι μιαν οικεία γειτονιά, ένα είδος καταφυγής, εντός της οποίας έχουν δικαίωμα επιβίβασης / επιβίωσης (ωσάν σε άλλη κιβωτό διάσωσης), όχι ο καθένας, αλλά οι ολίγοι και εκλεκτοί, οι οποίοι με την δημόσια ευαισθησία και συμπεριφορά τους διασώζουν το Όλον. Εισοδεύεις εκεί, μόνον «εάν είσαι ο ένας από τα ελάχιστα εκατομμύρια που δικαιώνουν την ανθρωπότητα» (ό.π., Εκ του πλησίον, σ. 593).

Τα ά-σχημα όλα τα κόβει με το δημιουργικό ψαλίδι του πολύ προσεκτικά και στη συνέχεια συγκολλάει τα χρώματά τους, σχηματοποιώντας τα σε αρωματικές συνεικόνες μιας υπέρ νουν ιδεατής πραγματικότητας, η οποία πάντως υπερβαίνει τον θόρυβο τού εδώ και τώρα. Εμβολιάζοντας την σκιώδη φυτοζωή μας με τις ανθεκτικές λέξεις  των εικόνων του ή -αν προτιμάτε- τις παρηγορητικές εικόνες των λέξεών του παραδέχεται ξανά και ξανά: «Ζω για τότε που δεν θα υπάρχω» (ό.π., «Περασμένα μεσάνυχτα», Τα ελεγεία της Οξώπετρας, σ. 560).

Έτσι λοιπόν συμπεριφέρεται ο Ποιητής μας και μαζί του ο κάθε υποψιασμένος συμμέτοχος της Διαύγειας, που τόσο ευοίωνα εισηγείται! Βιώνει τα μέλλοντα ωσεί διαρκώς παρόντα, τις απερινόητες εμπειρίες των Εσχάτων ή και του Αιώνιου ως τωρινές κι έτσι κατορθώνει να διατηρεί την αναπνοή του ανενόχλητη. Σε αντίθετη περίπτωση, θα εκπίπταμε από την θλίψη στην κατάθλιψη και μετά στην σύνθλιψη, με την τόση και τέτοια πτώχευση, που έχει εσχάτως ενσκήψει στα πέριξ. Ο Ελύτης αποβλέπει στη μετα-Ιστορία των αισθήσεων και των αισθημάτων, οπότε έτσι κατορθώνει να μην μάς απελπίζει, έστω κι αν κλυδωνίζεται τριγύρω μας συθέμελα το Νυν. Ούτως ή άλλως η Ιστορία, όπως -αλίμονο- μάς ξεθεώνει και μάς εξευτελίζει μέρα με την ημέρα, αποδεικνύεται εντελώς αναξιόπιστη έως αισχρή δωσίλογη, γι’ αυτό και ο λόγος του ξανακούγεται οξύτερος ολοένα: «Κοίτα να κόβεις κάθε τόσο τα νύχια της Ιστορίας, επειδή έτσι και μεγαλώσουν θα πνίξουν κι εσένα και την αλήθεια» (ό.π., Εκ του πλησίον, σ. 612).

Διαβάζει Ελύτη ο σύγχρονος ανέστιος Έλληνας και προσυπογράφει, επαυξάνοντας: «[…] δεν υπάρχει ούτ’ ένας που να μ’ εκπροσωπεί / πόλεμος και ειρήνη μ’ έφαγαν από τις δύο μεριές / ό,τι απομένει αντέχει ακόμη / […] / προσωπικά / νιώθω σαν αποπλανημένο κυπαρίσσι / […] / δύστυχο καταμόναχο ένα μου / τι θ’ απογίνεις / θα σε φάνε από το πλάι πέντε-εξ μηδενικά / και πάει τετέλεσται / […]» (“Ad Libitum”, Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας, ό.π., σ. 458 εξ.). Τα παραθέματα λόγου από το εν γένει ελυτικό έργο, τα οποία εκφράζουν τους υπαρκτικούς εντέλει καημούς μας, θα μπορούσαν να πληθύνουν, ενώ θ’ αναστάτωναν χειρουργικά την έως θανάτου περίλυπη ψυχή μας. Όμως, αυτή η χειρουργική αφή του Ποιητή επί των διαχρονικών προβλημάτων μας μπορεί (και πρέπει) ν’ αποβαίνει εντέλει σε θεραπεία και ίαση. Υπάρχει χρεία Πείσματος έως μανίας σε όλα τα επίπεδα, εν είδει σχεδίας διάσωσης στην αντίπερα όχθη της ζωντάνιας. Το εισηγείται ο ίδιος ο Ελύτης: «Το πείσμα είναι υγεία. Είναι μια πρωινή γυμναστική που πρέπει να την κάνουμε κάθε μέρα εάν θέλουμε να κρατήσουμε την επαφή μας με το ζωντανό μέρος των πραγμάτων» (ό.π., Εκ του πλησίον, σ. 626). Και κάτι επιπλέον είναι χρειαζούμενο: Να τηρούμε τον νου στην θέση του, όπως χαρακτηριστικά εύχονται μεταξύ τους οι Αγιορείτες Μοναχοί δια του περιεκτικού λόγου τους: «τήρει νουν»! Για να καταλήξει ο Ποιητής: «Η σκέψη ξεβάφει, ο νους ποτέ» (ό.π., σ. 618).

Ο Ελύτης λοιπόν μιλάει φαρσί όλες τις αλήθειες, τουτέστιν τις όχι και τόσο θωπευτικές για την συλλογική ραθυμία μας διαλέκτους τής μη Λήθης, αλλά ενδεχομένως και ν’ απαξιώνεται συχνά - πυκνά, καθώς η ασθένεια των πικρών καιρών δείχνει πλέον μη αναστρέψιμη: «Έχω πει τόσες πολλές αλήθειες, που μοιάζει με ψέματα» (ό.π., σ. 619). Μακάριοι, όσοι ενωτίζονται τα ψέματα της Α-λήθειας των Ποιητών τους. Αυτοί μπορούν να ελπίζουν σε Διέξοδο και στη «θαυματουργία του έρωτα» (ό.π., σ. 622)! Γένοιτο!

[Μπανάτο Ζακύνθου, Οκτώβριος 2011]

Χριστουγεννιάτικο Μήνυμα 2011 από τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Δημήτριο




Τί σοι προσενέγκωμεν Χριστέ, ὅτι ὤφθης ἐπί γῆς ὡς ἄνθρωπος δι’ ἡμᾶς;
(Ἑσπερινός Χριστουγέννων)


Πρός τούς Σεβασμιωτάτους καί Θεοφιλεστάτους Ἀρχιερεῖς, τούς Εὐλαβεστάτους Ἱερεῖς καί Διακόνους, τούς Μοναχούς καί Μοναχές, τούς Προέδρους καί Μέλη τῶν Κοινοτικῶν Συμβουλίων, τά Ἡμερήσια καί Ἀπογευματινά Σχολεῖα, τίς Φιλοπτώχους Ἀδελφότητες, τήν Νεολαία, τίς Ἑλληνορθόδοξες Ὀργανώσεις καί ὁλόκληρο τό Χριστεπώνυμον πλήρωμα τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀμερικῆς.


Προσφιλεῖς Ἀδελφοί καί Ἀδελφές ἐν Χριστῷ,

Ὅταν ἀκοῦμε καί σκεπτόμεθα τήν ὑπέροχη ἱστορία τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου μας, οἱ καρδιές μας γεμίζουν μέ τεράστια χαρά. Στό θαυμάσιο γεγονός τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του ὁ Θεός ἀπεκάλυψε τήν μεγάλη ἀγάπη Του γιά μᾶς καί τό θεϊκό σχέδιό Του γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς κοινωνίας μαζί Του. Μέσῳ τῆς Σαρκώσεώς Του, ὁ Χριστός προσέφερε Ἑαυτόν γιά τήν πλήρη ἀνακαίνισή μας καί ὁλοκλήρωσε τήν δωρεά αὐτή τῆς χάριτος ἐν τῷ Σταυρῷ καί ἐν τῇ Ἀναστάσει Του. Διά τῆς γεννήσεώς Του, ὁ Κύριός μας εἰσῆλθε στήν ἀνθρώπινη κατάστασή μας προσφέροντάς μας βαθύτερη κατανόηση τῆς σχέσεως μέ τό Δημιουργό μας καί μεγαλύτερη ἐμπειρία ζωῆς καί ὑπάρξεως. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ὁ Ὁποῖος ἔγινε ἄνθρωπος χάριν ἡμῶν, Ἐκεῖνος ὁ Ὁποῖος εὑρίσκεται ἀνάμεσά μας καί γνωρίζει τούς πόνους καί τούς ἀγῶνες μας, χαρίζει σέ ὅλους μας ζωή καί εἰρήνη.

Ἡ Ἑορτή τῶν Χριστουγέννων εἶναι ἑορτή πού συμπεριλαμβάνει ὅλα ὅσα προσέφερε καί συνεχίζει νά μᾶς προσφέρει ὁ Χριστός. Εἶναι ἐπίσης ἑορτή ἡ ὁποία θέτει ἐνώπιόν μας τήν ἐρώτηση: Τί πρέπει νά Τοῦ προσφέρουμε ἐμεῖς; Στό Ἱερό Εὐαγγέλιο, ἡ ἐρώτηση αὐτή ἀπαντήθηκε ἀπ’ αὐτούς πού συμμετεῖχαν μέ τήν παρουσία τους στήν ἔνδοξη Γέννηση. Ἡ Παρθένος Μαρία διέθεσε τόν ἑαυτόν της ὑπακούοντας στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, κυοφορώντας καί γεννώντας τόν Σωτήρα Ἰησοῦν (Λουκᾶ 1:26-38). Ὁ Ἰωσήφ ἀκολούθησε τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου καί φρόντισε τήν Θεοτόκο καί τόν νεογέννητο Χριστό (Ματθ. 1:24-25). Οἱ βοσκοί, σέ ἀπάντηση στήν ἀναγγελία τῶν ἀγγέλων περί τῆς Γεννήσεως τοῦ Σωτῆρος, ἀντικρύζοντας τό βρέφος, προσέφεραν μαρτυρία τῶν ὑπερόχων γεγονότων τά ὁποῖα εἶχαν δεῖ καί ἀκούσει (Λουκᾶ 2:8-20). Τέλος, οἱ σοφοί Μάγοι ἀκολουθώντας τό Ἄστρο στήν Ἀνατολή, ἦλθαν στό Χριστό προσφέροντάς Του τήν προσκύνησή τους καί τά δῶρα τους (Ματθ. 2:1-12).

Οἱ προσφορές αὐτές στό Χριστό μᾶς δείχνουν πῶς πρέπει νά ἑορτάζουμε αὐτή τή μεγάλη Ἑορτή καί πῶς νά προσφέρουμε σ’ Ἐκεῖνον. Σέ ἀνταπόδοση τῆς ἀγάπης Του, καλούμεθα νά προσφέρουμε ἀπόλυτα τόν ἑαυτό μας στό Χριστό, προσφέροντας τήν καρδιά, τό σῶμα, τό πνεῦμα καί τήν ψυχή μας. Μέ τούς λόγους τῆς Θεοτόκου, ἐκφράζουμε τήν ὑπακοή μας καί τήν πλήρη πίστη μας σ’ Ἐκεῖνον λέγοντας, Γένοιτό μοι κατά τό ῥῆμα Σου (Λουκᾶ 1:38). Ἀντιλαμβανόμενοι τό μέγεθος τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ στήν ἀνθρωπότητα, ἐρχόμεθα στό Χριστό μέ σπουδή ἀκριβῶς ὅπως οἱ βοσκοί καί ἐπιστρέφουμε στόν κόσμο δοξάζοντας καί ὑμνολογώντας τόν Θεό γιά ὅλα ὅσα βλέπουμε καί ἀκοῦμε. Ὅπως ἦλθαν οἱ σοφοί Μάγοι καί προσέφεραν μέ μεγάλη χαρά, ἔτσι καί ἐμεῖς δέν παύουμε νά Τόν προσκυνοῦμε καί νά προσφέρουμε τά δῶρα μας γιά τήν δόξα Του καί πάντοτε στήν ὑπηρεσία τῆς αἰωνίας βασιλείας Του.

Ἐφέτος, στήν Ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου μας ἄς ἀναλογισθοῦμε σοβαρά τήν ἐρώτηση: Τί θά προσφέρουμε στόν Θεό; Μέ τήν λατρεία καί τήν ἱερή σύναξή μας κατά τήν Ἑορτή αὐτή, προσευχόμενοι ἄς ἐξετάσουμε τήν ζωή μας καί ἄς ζητήσουμε τήν καθοδήγηση τοῦ Κυρίου μας προκειμένου νά δώσουμε ἀπάντηση σ’ αὐτή τήν ἐρώτηση. Εἴθε ἐσεῖς καί οἱ οἰκογένειές σας νά ἔχετε εὐλογημένα καί χαρούμενα Χριστούγεννα, γεμάτα μέ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀληθινή ζωή τήν ὁποία Ἐκεῖνος μᾶς χαρίζει. Καί εἴθε νά χαρίζει σέ ὅλους ὁ Σαρκωθείς Θεός τό ἀνατέλλον Νέον Ἔτος 2012 πλῆρες ὑγείας καί εὐλογίας.

Μετά πατρικῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης,
† ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς Δημήτριος

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος για τα Χριστούγεννα

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕΩι ΘΕΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ ΤΩ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

Χριστός και πάλιν γεννάται και οι Άγγελοι και πάλιν ψάλλουν:
“Δόξα εν Υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία”.
(Λουκ. β, 14-15).

Αδελφοί και τέκνα εν Κυρίω αγαπητά,

Άγγελοι ψάλλουν τας τρεις μεγαλειώδεις ταύτας διακηρύξεις και η μεγίστη πλειονότης των ανθρώπων, αν και εορτάζει Χριστούγεννα, δεν δύναται να αντιληφθή το νόημα του αγγελικού αυτού ύμνου και διερωτάται εάν όντως σήμερον δοξάζεται υπό των ανθρώπων ο Θεός και διατί πρέπει να δοξάζεται, που δύναταί τις να εύρη επί γης την εξαγγελθείσαν ειρήνην και δια ποίον λόγον η σημερινή ανθρωπότης πρέπει να ζη εν ευδοκία.

Διότι, όντως, η πλειονότης των ανθρώπων δεν δοξάζει τον Θεόν, ούτε δια των έργων της, ούτε δια των χειλέων της, αρκετοί δε εξ αυτών αμφισβητούν και αυτήν ταύτην την ύπαρξιν του Θεού και την παρουσίαν Του εις την ζωήν των. Είναι μάλιστα πολλοί εκείνοι, οι οποίοι αποδίδουν εις τον Θεόν ευθύνας, δι’ όσα δυσάρεστα συμβαίνουν εις την ζωήν των. Αλλ’ όμως οι τοιουτοτρόπως αγανακτούντες εναντίον του Θεού σφάλλουν βαρέως, καθ' όσον το κακόν δεν προέρχεται από Αυτόν. Αντιθέτως, η εξ αγάπης προς τον άνθρωπον σάρκωσις του Υιού και Λόγου του Θεού και τα επακολουθήσαντα αυτήν γεγονότα της Σταυρώσεως και Αναστάσεώς Του, αναμορφώνουν τον πιστόν εις το αρχαίον κάλλος και χαρίζουν εις αυτόν την αιώνιον ζωήν και την πάντα νουν υπερέχουσαν ειρήνην και καθιστούν αυτόν συγκληρονόμον της αιωνίου βασιλείας του Θεού. Η πράξις αύτη της του Θεού Συγκαταβάσεως, αν και περικλείει την εσχάτην ταπείνωσιν, είναι αφ’ εαυτής ικανή να υπερδοξάση Αυτόν. Ούτως, αν και πολλών ανθρώπων αι καρδίαι δεν δοξάζουν τον Θεόν, αποδίδοται δόξα εις Αυτόν, τον εν υψίστοις οικούντα, υπό πάσης τε της κτίσεως και υπό των αντιλαμβανομένων τα γενόμενα ανθρώπων. Διο και ημείς ευγνωμόνως αναφωνούμεν μετά των Αγγέλων το “Δόξα εν υψίστοις Θεώ” δια την μεγαλωσύνην των έργων Του και το ασύλληπτον της αγάπης Του προς ημάς.

Η απορία όμως αφορά και εις την δευτέραν εξαγγελίαν των αγγέλων “και επί γης ειρήνη”. Κατά ποίον τρόπον ευρίσκεται επί γης ειρήνη, όταν το ήμισυ σχεδόν του πλανήτου είναι είτε εν δράσει είτε εν προετοιμασία πολεμική; Η γλυκύφθογγος εξαγγελία των Αγγέλων “επί γης ειρήνη” είναι βεβαίως πρωτίστως μία υπόσχεσις του Θεού, ότι εάν οι άνθρωποι ακολουθήσουν τον δρόμον τον οποίον το τεχθέν Παιδίον υποδεικνύει εις αυτούς, θα φθάσουν εις την εσωτερικήν ειρήνην και την ειρηνικήν συμβίωσιν. Αλλά, φευ, μέγα μέρος των ανθρώπων συγκινείται και έλκεται από τα τύμπανα του πολέμου και βαρυθυμεί εις το άκουσμα της υποσχέσεως της ειρηνικής ζωής. Δεν ομιλούμεν βεβαίως μόνον περί των ζηλωτών των δι’ όπλων πολεμικών συρράξεων, αλλά κυρίως περί όλων εκείνων, οι οποίοι μετατρέπουν την ευγενή άμιλλαν εις σύγκρουσιν και έφοδον κατά των συνανθρώπων και επιδιώκουν την εξόντωσιν του αντιπάλου. Υπ’ αυτήν την έννοιαν, ο πόλεμος βιώνεται ως πραγματικότης μεταξύ των μελών αντιτιθεμένων κοινωνικών ομάδων και παρατάξεων, παντός είδους, εθνικών, κομματικών, συνδικαλιστικών, οικονομικών, ιδεολογικών, θρησκευτικών, αθλητικών και ει τινος άλλης, και ο ψυχισμός των μελών των διαμορφώνεται εις φιλοπόλεμον, αντί του, ως θα έπρεπε, φιλειρηνικού. Αυτό όμως δεν αναιρεί την αλήθειαν της εξαγγελίας των Αγγέλων, ότι δια της Γεννήσεως του Χριστού και της αποδοχής των διδαγμάτων Αυτού, θα επικρατήση όντως επί γης η ειρήνη. Ο Χριστός ήλθε κομίζων την ειρήνην και εάν αυτή δεν κυριαρχή εις τον κόσμον, ευθύνονται οι μη αποδεχόμενοι και μη βιούντες αυτήν άνθρωποι, και όχι ο προσφέρων αυτήν Θεός.

Δεδομένης της τοιαύτης στάσεως του συγχρόνου ανθρώπου έναντι του Θεού και της προσφερομένης υπ’ Αυτού ειρήνης, δεν είναι παράδοξον το γεγονός ότι σπανίζει μεταξύ των ανθρώπων η ευδοκία. Η καλή διάθεσις του Θεού προς τους ανθρώπους είναι δεδομένη, και τα ευμενή επακόλουθα αυτής ενεργά μεν δι’ όλους κατ’ αρχήν τους ανθρώπους, ιδιαιτέρως δε αισθητά δια τους εμπράκτως αποδεχομένους τας ανωτέρω αγγελικάς εξαγγελίας. Αντιθέτως, δια τους αρνουμένους αυτάς και επιδιδομένους εις την αλληλοεκμετάλλευσιν και τον αλληλοσπαραγμόν, αι συνέπειαι βιούνται ως κρίσις αγωνίας και άγχους, ως κρίσις οικονομική και ως κρίσις σκοπού της υπάρξεώς μας και αβεβαιότης υπαρξιακή.

Αδελφοί και τέκνα εν Κυρίω αγαπητά,

Πάντα λοιπόν τα υπό των Αγγέλων εξαγγελθέντα κατά την Γέννησιν του Κυρίου αγαθά υπάρχουν και σήμερον και βιούνται εν πληρότητι υπό των πιστευόντων εις τον Ιησούν Χριστόν ως Θεάνθρωπον και Σωτήρα του κόσμου. Ας αρχίσωμεν από εφέτος να βιώνωμεν τα Χριστούγεννα ως αρέσει εις τον αγαθοδότην Θεόν, δια να βιώσωμεν την επί γης και εντός των καρδιών μας ανυπέρβλητον Ειρήνην και την πλήρη αγάπης ευδοκίαν του Θεού προς ημάς. Ας καταστήσωμεν εαυτούς πρόσωπα κοινωνούντα αγαπητικώς μετά του Θεού και του συνανθρώπου, μετατρεπόμενοι από άτομα εις πρόσωπα. Ας αποβάλωμεν τα προσωπεία του διεσπασμένου και αποκεκομμένου από τον Θεόν και την εικόνα Αυτού, τον συνάνθρωπον, τον πλησίον, εγωϊστικού ατόμου, και ας εκπληρώσωμεν τον προορισμόν μας, ο οποίος είναι η ομοίωσις προς τον Θεόν δια της εμπράκτου προς Αυτόν πίστεώς μας. Ας γίνωμεν και ημείς αναμεταδόται των αγγελικών εξαγγελιών προς την ανθρωπότητα, η οποία δεινώς πάσχει και δεν δύναται να εύρη, δια των μέσων τα οποία συνήθως χρησιμοποιεί, την Ειρήνην και την Ευδοκίαν. Η μόνη οδός απαλλαγής εκ των πολεμικών και των οικονομικών και των πάσης φύσεως κρίσεων είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο Οποίος μας διεβεβαίωσεν ότι Αυτός είναι η Οδός και η Αλήθεια και η Ζωή. Δοξάζομεν, λοιπόν, ολοκαρδίως τον εν Υψίστοις και μεταξύ ημών αναστρεφόμενον Συγκαταβάντα Ιησούν Χριστόν και συνδιακηρύσσομεν μετά των Αγγέλων ότι είναι εφικτή και υπάρχει όντως επί της γης και εντός των καρδιών μας η Ειρήνη, διότι κατηλλάγημεν τω Θεώ, ως Αυτός ηυδόκησε σαρκωθείς δια της Γεννήσεως Αυτού εν Φάτνη.

Ας ζήσωμεν, λοιπόν, αδελφοί και τέκνα εν Κυρίω αγαπητά, την χαράν της Γεννήσεως του Ιησού Χριστού, και την πρόγευσιν των όσων αγαθών δια τον άνθρωπον διακηρύσσει η τριπλή αγγελική εξαγγελία.

Γένοιτο.

Φανάριον, Χριστούγεννα ,βια’
+ Ο Κωνσταντινουπόλεως
Διάπυρος προς Θεόν ευχέτης πάντων υμών


Related Posts with Thumbnails