© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή 27 Μαΐου 2011

Σταμάτη Σταματόπουλου: ΤΟ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΚΟ ΟΡΑΜΑ ΣΤΗΝ "ΟΚΤΑΝΑ" ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΥ

[Περιοδικό Σύναξη 107 (Ιούνιος-Σεπτέμβριος 2008) 57-71]

Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να γίνει μια πρώτη και βασική προσέγγιση του εσχατολογικού οράματος για τον άνθρωπο και την οικουμένη, όπως αυτό προβάλλει μέσα από τις σελίδες της ποιητικής συλλογής Οκτάνα του Ανδρέα Εμπειρίκου και ιδιαίτερα στο κείμενο "όχι Μπραζίλια, μα Οκτάνα". Θα δοθεί έμφαση στην ονομασία της εσχατολογικής πολιτείας και τη δυναμική του, καθώς και στους συσχετισμούς του οράματος του Εμπειρίκου με την παράμετρο της ορθόδοξης εσχατολογικής προσέγγισης.

1. Η εσχατολογία στην ορθόδοξη πίστη και ο υπερρεαλισμός
Η εσχατολογία ως όρος με ιδιαίτερη δυναμική προβάλλει μέσα από τις σελίδες της χριστιανικής γραμματείας, καθώς και από το βίωμα της Εκκλησίας που προσδοκά την τελείωσή της μέσα από την συνάντηση Θεού και ανθρωπότητας στα έσχατα. Ωστόσο, δεν είναι η μόνη που στο διάβα της ιστορίας κάνει λόγο για τελευταίο στάδιο της ανθρωπότητας, ανακαίνιση και τελειωτική αλλαγή. Η θέση αυτή γοήτευσε πολλούς φιλοσόφους και στοχαστές και ενέπνευσε πολλά κοινωνικά ρεύματα που με διαφόρους τρόπους πάλι και εκείνα επιχείρησαν να υπηρετήσουν τον ερχομό και την εγκαθίδρυση της εσχάτης πραγματικότητας για την οικουμένη.

Σε ό,τι αφορά την εκκλησιαστική πραγματικότητα είναι χαρακτηριστικό, ότι μιλώντας θεολογικά για εσχατολογία δεν μιλούμε για κάτι γενικά αποδεκτό όχι μόνο σε Ανατολή και Δύση, αλλά ούτε ακόμα και στους διανοητές της ορθόδοξης πίστης ή τα απλά μέλη της Εκκλησίας. Μία κύρια και βασική διάκριση που μπορεί να επιχειρηθεί είναι εκείνη που διακρίνει τα κατά καιρούς εκπεφρασμένα εσχατολογικά οράματα σε ενδοϊστορικά και εξωιστορικά, δηλαδή χοντρικά σε απόπειρες να προσαρμοστεί η ερχομένη βασιλεία των ουρανών σε ιστορικά καθορισμένα πολιτικά και κοινωνικά μεγέθη και σε άλλες, που έβλεπαν την βασιλεία του Θεού να έχει εγκαινιασθεί μεν με την Εκκλησία, αλλά ότι θα ολοκληρωθεί στο τέλος του χρόνου. Η διάκριση αυτή είναι βασική, γιατί διατρέχει όχι μόνο τις θεολογικές τοποθετήσεις για τα έσχατα, αλλά όπως θα δούμε και άλλες ριζοσπαστικές θεωρήσεις για τον άνθρωπο και την Ιστορία.

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος συνδέεται με ένα τέτοιο ριζοσπαστικό πνευματικό κίνημα της ευρωπαϊκής τέχνης και διανόησης που έρχεται σε ρήξη με το κατεστημένο της εποχής, άρα και με το εκκλησιαστικό. Ο υπερρεαλισμός μολονότι κατέληξε να χαρακτηρίζει την Τέχνη και δη την ποίηση και τη ζωγραφική, δεν ξεκίνησε ως τέτοιος. Ακόμη περισσότερο, οι ιδρυτές του υπερρεαλισμού τοποθετούνται σαφέστατα υπέρ της μαρξιστικής ιδεολογίας, ο δε Μπρετόν για ένα ικανό χρονικό διάστημα πλαισιώνει δυναμικά το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γαλλίας, στη συνέχεια όμως αποχωρεί (1935), καθώς αισθάνεται ότι εκείνο δεν μπορεί να εκφράσει όλη την επαναστατική δυναμική σουρρεαλισμού.

Τα φαινόμενα θα δικαιολογούσαν την απομάκρυνση του υπερρεαλισμού από τη σφαίρα του παραδοσιακού θεολογικού προβληματισμού. Πλην όμως οι μεταφυσικές θέσεις δεν απουσιάζουν. Σε γενικές γραμμές οι υπερρεαλιστές δεν απαξιώνουν τη μεταφυσική σκέψη, μάλλον δε την υιοθετούν ως προς την ποιότητα του λόγου, αφού φαίνεται πως αρέσκονται στο να μιλάνε «προφητικά» για να διατυπώσουν το όραμά τους, το δε όραμά τους στην καρδιά του περιέχει αξιοπρόσεκτες ομοιότητες με την χριστιανική βασιλεία των ουρανών. Αυτή μπορεί να είναι κιόλας η βαθύτερη αιτία της μη αφομοίωσης του υπερρεαλιστικού οράματος από τις διάφορες κοινωνικο-πολιτικές θεωρήσεις: τα πολλά επίπεδα στα οποία κινήθηκε το εσχατολογικό όραμα του υπερρεαλισμού, το γεγονός ότι το υπερρεαλιστικό ιδεώδες κινείται και σε μια περισσότερο εσωτερική διάσταση, χωρίς να χάνει το έντονο ενδιαφέρον του για το σύνολο της ανθρώπινης κοινωνίας.

Ο Εμπειρίκος μπορεί να μην είναι θεολόγος, παπαδοπαίδι, ψάλτης ή ευνοούμενος εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων, όπως άλλοι λογοτέχνες μας, φαίνεται όμως να γνωρίζει αρκετά καλά τα εκκλησιαστικά κείμενα. Το έργο του βρίθει αναφορών και υπαινιγμών προς αυτά, σε τέτοιο βαθμό που κανείς δεν μπορεί να εκλάβει τις αναφορές αυτές ως απλές συνειρμικές παραστάσεις, προϊόντα της αυτόματης γραφής. Δεν γίνεται νύξη μόνο για την ορθόδοξη υμνολογία (κείμενα του Ιωάννη του Δαμασκηνού και του Ρωμανού του Μελωδού), κάτι που δεν μπορεί να δικαιολογήσει κανείς σε αδαή, όσο τακτικά εκκλησιαζόμενος και να είναι, αλλά και στους ορθόδοξους πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Γρηγόριος ο Παλαμάς, Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ή ο απόστολος Παύλος, κείμενα των οποίων δεν απαντά κανείς εύκολα, παρά μόνο κατόπιν προσωπικής απασχόλησης και έρευνας. Πρέπει να δούμε σε αυτή την πληθώρα αναφορών σίγουρα κάτι πιο βαθύ. Η γνώση του Εμπειρίκου λοιπόν διατρέχει τόσο την Αγία Γραφή, όσο και τους Έλληνες πατέρες της Εκκλησίας, αλλά και την εκκλησιαστική πρακτική των ημερών του μέσα στην ορθόδοξη λατρεία. Είναι δε οι αναφορές του Εμπειρίκου στην ορθόδοξη πίστη αριθμητικά περισσότερες από τις αντίστοιχες σε άλλες μεταφυσικές πεποιθήσεις και δόγματα (Ισλάμ και ανατολικά θρησκεύματα κυρίως που απαντούν στην Οκτάνα). O Ανδρέας Εμπειρίκος υπήρξε φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, οπότε η επαφή του με μέρος της χριστιανικής γραμματείας πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Από την άλλη, είναι γνωστή η ευρυμάθειά του, καθόσον μαρτυρείται και από τον ίδιο τον Ο. Ελύτη, ότι στα χρόνια της γερμανικής κατοχής ο Ανδρέας Εμπειρίκος διέθετε μία πλουσιότατη βιβλιοθήκη, στο σπίτι του λάμβαναν κατεπανάληψη χώρα πνευματικές συγκεντρώσεις και έχαιρε ιδίαιτερης εκτίμησης εξαιτίας του επιπέδου των γνώσεων και του κοσμοπολίτικου χαρακτήρα του.

Σε ποιο βαθμό λοιπόν απηχεί την εκκλησιαστική εσχατολογία ο Εμπειρίκος; Και ακόμα περισσότερο, για ποιο λόγο επιθυμεί να είναι εμφανής ένας τέτοιος συσχετισμός; Ο Εμπειρίκος αποδεικνύεται τελικά εμβριθέστατος γνώστης της ορθόδοξης παράδοσης με ένα βαθύτερο περιεχόμενο και οραματισμό που αξίζει να εξεταστεί.

2. Η Οκτάνα: ένα κωδικοποιημένο μήνυμα, ένας εσχατολογικός τόπος

Θα ασχοληθούμε στο σημείο αυτό ειδικότερα με το ποιήμα "όχι Μπραζίλια μα Οκτάνα" και το εσχατολογικό όραμα όπως με μεγάλη ενάργεια εκτυλίσσεται εκεί. Θα επιδιώξουμε να εστιάσουμε στο συγκεκριμένο κείμενο και κυρίως στις παραμέτρους που συνθέτουν την έννοια του εσχατολογικού οράματος και εν μέρει έλκουν την καταγωγή τους από την ορθόδοξη γραμματεία.

Σε ό,τι αφορά γενικά το ποίημα ας τονιστεί ότι, όπως τα περισσότερα της συλλογής, το "όχι Μπραζίλια μα Οκτάνα" έχει πεζολογική διάρθρωση και καταλαμβάνει πλέον της μίας σελίδας. Εκείνο που το κάνει να ξεχωρίζει είναι αφενός ότι είναι το τελευταίο χρονολογικά βάσει των ημερομηνιών που παραθέτει στο τέλος ο συγγραφέας και κυρίως, ότι σε αυτό επιχειρείται κατά κόρον να οριστεί το περιεχόμενο του νέου όρου που εισάγει ο Εμπειρίκος και με αυτόν τιτλοφορεί όλη του τη συλλογή.

α. "όχι Μπραζίλια μα Οκτάνα"

Ο τίτλος από μόνος του εγείρει ερωτηματικά. Οκτάνα είναι η ονομασία για την ονειρική του πολιτεία, ένα προσωπικό όραμα και ταυτόχρονα μια λέξη γρίφος. Τι το εξαιρετικό όμως έχει η Μπραζίλια και την αντιπαραθέτει με εκείνην; Πουθενά αλλού στο έργο δε γίνεται λόγος για τη Βραζιλία. Πάμπολλες είναι οι αναφορές για τη Γαλλία και την Ισπανία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Μεξικό. Παρελαύνουν μπροστά μας οι Δελφοί, ο Σαρωνικός, τα Παρίσια και τα Σάλωνα, η Γιάλτα, οι Άνδεις ακόμη, η Βενετία, η Πρέβεζα, η Πάτρα, ο ποταμός Γουαλδακιβίρ, οι καταρράκτες του Νιαγάρα, το κοσμοπολίτικο Λονδίνο, η Μόσχα και το Λένιγκραντ, η Σιών και ο Αρμαγεδδών, η Κένυα, το Σαν Σαλβαδόρ, η Κόρδοβα, το Γκραν Κάνυον, οι λίμνες οι Φινλανδικές, όμως πουθενά δε γίνεται λόγος για τη Βραζιλία. Πουθενά δεν απαντάμε ούτε ένα πιράνχα, ούτε έναν κουβά νερό από τον Αμαζόνιο, ούτε λίγους κόκκους καφέ, το ξέφρενο καρναβάλι ή τον Ιησού του Ρίο, ο,τιδήποτε σχετικό με αυτή τη χώρα! Οι υπερρεαλιστές αγαπούν το εξωτικό στοιχείο, την ξεγνοιασιά, την αίσθηση ελευθερίας ή μαγείας που εμπνέουν πολιτείες μακρινές, απρόσιτες και ονειρικές, όμως σε αυτό το κείμενο, όπως και σε όλη τη συλλογή δε γίνεται καμία αναφορά στη Βραζιλία, παρά μόνο όταν πρόκειται να οριστεί η Οκτάνα και μάλιστα, η αναφορά αυτή έχει χαρακτήρα αποτρεπτικό και μόνο• μία φορά στον τίτλο (‘όχι Μπραζίλια μα Οκτάνα’) και άλλη μία όταν η Οκτάνα αντιπαρατίθεται προς τη Μπραζίλια, τη Σιών, τη Μόσχα και τη Νέα Υόρκη. Αντίστοιχα ο όρος ‘Οκτάνα’ απαντά και αυτός αποκλειστικά και μόνο σε αυτό το ποίημα.

Η Οκτάνα παρουσιάζεται να είναι ένας απόλυτος νεολογισμός, μια λεξιπλασία του Εμπειρίκου. Παρακάτω θα επιχειρήσουμε να αποδείξουμε ότι ίσως να μη συμβαίνει ακριβώς αυτό. Σε όλη τη συλλογή ο συγγραφέας μας δεν ασχολείται με το να μας ετυμολογήσει αυτό το παράδοξο, παρά μονάχα σε αυτό το ποίημα ("όχι Μπραζίλια μα Οκτάνα") επιχειρείται να μας δοθεί ορισμός του τι είναι Οκτάνα, άρα και η υπόσχεση ότι εμείς, από την κατανόησή μας αυτή ενδεχομένως να οδηγηθούμε και στην αποκάλυψη του ονόματος αυτού. Είναι μια πρακτική όχι σπάνια στον υπερρεαλισμό που μάλλον εμπνέεται από το μυστικισμό, κοινή συνισταμένη των περισσοτέρων θρησκειών. Στη βιβλική παράδοση θα μπορούσαμε να παραλληλίσουμε το φαινόμενο με το θείο γνόφο που καλύπτει το όρος Σινά κατά την παράδοση του Νόμου στο Μωυσή ή την απαγόρευση της προφοράς του τετραγράμματου ονόματος του Θεού από τους Εβραίους. Γενικά, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι το Οκτάνα έχει να κάνει με τον αριθμό οκτώ (8), που σε κλίση 90ο μεταμορφώνεται σε σύμβολο του απείρου (∞), ως εκ τούτου και της τελειότητας. Σε άλλη υπόθεση προσομοιάζει με την ένωση του συμβόλου του αρσενικού (♂) και του θηλυκού (♀) -που αποτελεί ζητούμενο της σκέψης του Εμπειρίκου-, ή πάλι απηχεί τη βιβλική έννοια της Ογδόης Ημέρας, της τελικής κατάστασης της ανθρωπότητας στα Έσχατα.

Εκείνο όμως που θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και να ρίξει πραγματικά φως σε αυτόν τον ακατάληπτο τίτλο που επιλέγει για τη συλλογή του ο Εμπειρίκος, τελικά μπορεί να προέρχεται από την αχανή χώρα της Νοτίου Αμερικής που μας αναφέρει με στόμφο εδώ:

Στις 19 Νοεμβρίου 1889 κατόπιν κοσμογονικών αλλαγών στη χώρα ο R.T.Mendes προτείνει ως σημαία του κράτους της Βραζιλίας την καθιερωμένη στη σύγχρονη εποχή χρυσοπράσινη ("auriverde"), σχέδιο του D. Vilares. Αυτή η σημαία έχει όντως πράσινο φόντο, στο κέντρο του οποίου βρίσκεται ένας κίτρινος ρόμβος και μέσα σε αυτόν μια σκούρα γαλάζια σφαίρα με είκοσι επτά άστρα σε πέντε διαφορετικά μεγέθη. Γύρω από τη σφαίρα, ελαφρώς κυρτά ακουμπά πάνω της μια λωρίδα με την επιγραφή: "Ordem e Progresso", δηλαδή, "τάξη και πρόοδος". Η φράση αποτελεί φόρο τιμής στον ιδρυτή της κοινωνιολογίας Αu. Comte. Εκφράζει παράλληλα τον θετικισμό των θεμελιωτών της σύγχρονης Βραζιλίας. Άραγε αυτό το σύνθημα ελκύει ή απωθεί τον Ανδρέα Εμπειρίκο; Ο συσχετισμός δεν είναι τόσο αφηρημένος. Επειδή κάνουμε λόγο για τον υπερρεαλισμό, σαφέστατα δεν είναι ανάγκη να μιλούμε και εμείς υπερρεαλιστικά. Οπότε, ας μη βιαστούμε να βγάλουμε συμπεράσματα και ας στρέψουμε το βλέμμα μας λίγο πιο προσεκτικά στην υπό εξέταση ποιητική συλλογή.

Από το 1960 και μετά (μας παραδίδονται αρκετές, αλλά όχι όλες οι ημερομηνίες συγγραφής των κειμένων της συλλογής) τα ποιήματα της συλλογής γίνονται μεγαλύτερα σε έκταση, αποκτούν περισσότερο πεζολογικό χαρακτήρα και τέλος παρατηρούμε στα νεότερα ποιήματα την παρουσία ενός στοιχείου που απουσίαζε σε παλαιότερα: γίνεται λόγος για τον έναστρο ουρανό.

Στο "όταν οι ευκάλυπτοι θροΐζουν στις αλλέες" (1964) γίνεται λόγος για «όλους τους έρωτας των άστρων». Στο "ο βασιλιάς ο Κογκ" (1964) διαβάζουμε: «επάνωθέ μου ήσπαιραν στον ουρανό τ’ αστέρια και ήταν η νύκτα μαγική, γιομάτη διάττοντες, γιομάτη άστρα, γιομάτη από του Σύμπαντος την ηδονή». Στο "πολλές φορές τη νύκτα" (1963) αναφέρεται ότι «ο μέγας Σείριος και όλα τ’ αστρα σελαγίζουν» και γίνεται λόγος για τον Ταύρο, που κάνει την εμφάνιση και με το αραβικό του όνομα Αλντεμπαράν (και έτσι παίρνει χαρακτήρα επωδού του ποιήματος). Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν, ότι ο Εμπειρίκος ίσως έκτοτε να αποκτά κάποιες πιο εξειδικευμένες γνώσεις στην αστρονομία και έτσι στρέφει το ενδιαφέρον του προς τον ουρανό. Μας λέει ακόμη: «5-6 διάττοντες λαμπρότητος μεγάλης, διαγράφοντες τεράστια τόξα, εκσφενδονίζονται και πίπτουν» ενώ αλλού καταλήγει: «θαρρείς και πληθαίνουν τ’ άστρα και οι μακρινοί αστερισμοί μοιάζουν με τηλαυγή διαμάντια σε μαυροκύανο βελούδο καρφωμένα», περιγραφή που πλησιάζει τα εικονιζόμενα στη σημαία της Βραζιλίας.

Στο "beat, beat, beatitude and love and glory" (1963) άλλη μια περιγραφή μας φέρνει στο μυαλό το ειλητάριο αυτή τη φορά που ζώνει τον ουράνιο άτλαντα του βραζιλιάνικου εμβλήματος: «Ναι, ναι, ανοίχτε τα παράθυρα, ανοίχτε τις ψυχές –ο Κερουάκ διαβαίνει Μουσηγέτης, στην λέξη ‘hitchhiking’ δίνοντας την πιο ιερή της σημασία, πιστεύοντας εις τον θεόν με τις αισθήσεις, πίσω του σέρνοντας ένα χωρό που την υδρόγειο ζώνει». Αλλά ακόμα και στο¨"όχι Μπραζίλια μα Οκτάνα" (1965) δίνεται μια κατά κάποιον τρόπο τοπική περιγραφή, πάλι η εικόνα του ουράνιου στερεώματος: «Οκτάνα, φίλοι μου, θα πει μεταίχμιον της Γης και του Ουρανού». Οι νύξεις για τα ουράνια σώματα λοιπόν είναι συστηματικές και σταθερές, τουλάχιστον μετά το 1960. Για ποιο λόγο όμως;

Στην πραγματικότητα εκείνο που φαίνεται να έχει συμβεί στο διάστημα που συνδέει τις δύο –χοντρικά- περιόδους παραγωγής των ποιημάτων της Οκτάνα (δηλαδή τη δεκαετία του ’40 και την περίοδο περί το 1960) είναι η με κάποιον τρόπο επαφή του Ανδρέα Εμπειρίκου με τους συμβολισμούς που φέρει η σημαία της Βραζιλίας. Οι εικονιζόμενοι σε αυτήν αστέρες και αστερισμοί είναι: ο Προκύων (Μικρός Κύων), ο Μέγας Κύων (με μεγαλύτερο αστέρι τον Σείριο), ο Κάνωπος, ο Στάχυς, η Ύδρα, ο Νότιος Σταυρός, ο σ(ίγμα) του Οκτάντος, το Νότιον Τρίγωνον και ο Σκορπιός. Προφανώς το ενδιαφέρον μας πέφτει στον –άγνωστο για το ευρύ κοινό- αστερισμό του Οκτάντα. Ο αστερισμός αυτός είναι ένας από τους 88 προνομιούχους αστερισμούς του στερεώματος που φέρουν όνομα και όχι κωδικό βάσει της ταξινόμησης της Διεθνούς Αστρονομικής Ένωσης (ΙAU), είναι δε γνωστός από το 1763 (σημειώθηκε από τον Lacaille) και η λατινική του ονομασία είναι Οctans, λέξη που σημαίνει το «οκταμερές όργανον». Το σίγμα του Οκτάντα -χωρίς το οποίο ηχεί ακόμη περισσότερο ως Οκτάνα ο αστερισμός- ονομάζεται και αλλιώς αστέρας του νοτίου πόλου και στη σημαία της Βραζιλίας είναι το μικρότερο αστέρι και φυσικά, όπως δηλώνει και το όνομά του, κατέχει τη νοτιότερη θέση, ενώ ακόμη πιο θαυμαστός είναι ο συμβολισμός που έχει: Κάθε άστρο ή αστερισμός στη σημαία της Βραζιλίας εκπροσωπεί και έναν τομέα (distrito), μια πολιτεία αυτής της τεράστιας χώρας. Ο νότιος αστέρας εκπροσωπεί τον ομοσπονδιακό τομέα (Distrito Federal), δηλαδή την πολιτεία της πρωτεύουσας της Βραζιλίας, Μπραζίλ (Brazil) με αγγλική προφορά, Mπραζίλια (Brazília) στα πορτογαλικά.

Λύνεται έτσι το αίνιγμα του τίτλου του έργου που εξετάζουμε. Βάσει αυτής της ανακάλυψης βέβαια ανοίγονται νέοι προσεγγιστικοί ορίζοντες, π.χ. για τις οντότητες του ουρανίου στερεώματος και το ρόλο τους στα κείμενα και το όραμα της Οκτάνα. Πόσο επηρεάζουν αυτά τα δεδομένα την προθετικότητα του ποιητή και πόσο το εσχατολογικό όραμα της πολιτείας που μας προβάλλει; Εφόσον αποδεχόμαστε ότι η κατανόηση του ονόματος μπορεί να μας οδηγήσει και στην ουσιαστική γνώση του αντικειμένου, εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα στοιχείο πολύ υψηλής σημασίας. Μετά το 1960 ο Εμπειρίκος αλλάζει στάση απέναντι στους «αστέρες». Συνειδητοποιεί τη δυναμική τους, τη σημειολογία τους, τους εντάσσει στο έργο του και το εσχατολογικό του όραμα –το οποίο καταλήγει τη δεκαετία του '60 ότι εκφράζουν τα συγκεκριμένα ποιήματα 20 και πλέον ετών που εντάσσει στη συλλογή- και βάσει του εσχάτου του ποιήματος και της ονομασίας ενός αστερισμού δίνει έναν ιδιαίτερο τίτλο σε αυτή τη συλλογή. Στις 14 Απριλίου 1960 τροποποιείται η σημαία της Βραζιλίας για άλλη μια φορά. (Ο σ του Οκτάντα βρίσκεται σε κάθε εκδοχή της σημαίας της οποίας ο αριθμός των αστέρων, ωστόσο, μεταβάλλεται.) Αλλά στο διάστημα 1956-1960 συμβαίνει κάτι που έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία: λαμβάνει χώρα η ανοικοδόμηση της πρωτεύουσας Brazília (εγκαίνια 21 Απριλίου 1960). Είναι ένα μεγαλεπίβολο σχέδιο που διαφημίζεται, γίνεται γνωστό παγκοσμίως και αποσκοπεί στο να καταστήσει τη σύγχρονη Βραζιλία ένα μοντέρνο και ισχυρό μέλος της διεθνούς κοινότητας. Στην ενδοχώρα της Βραζιλίας χτίζεται για πρώτη φορά μια υπερσύγχρονη πόλη-στοίχημα για το λαό της Βραζιλίας, γεγονός που βρίσκει το αντίστοιχο κλέος της στην οικοδόμηση της Αγίας του Θεού Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη ή στα ταφικά μνημεία των Φαραώ. Το 1963 ο Εμπειρίκος μαζί με τον Ελύτη και τον Θεοτοκά ταξιδεύει στη Σοβιετική Ένωση εντυπωσιάζεται από την εκεί κοινωνική πρόνοια. Το 1964 γίνεται στρατιωτικό πραξικόπημα στη Βραζιλία. Πόσο μεγάλη σχέση μπορεί να έχουν όλα αυτά μένει να μας το αποδείξει η έρευνα. Το ποίημα γράφεται στην εξοχική τότε Γλυφάδα, όπου έκανε τις διακοπές του Εμπειρίκος, τον Αύγουστο του 1965. Μέχρι εδώ όμως είδαμε ότι η επιλογή του ονόματος αυτού δεν είναι τυχαία, έχει ιστορική αφόρμηση και όχι μόνο αφηρημένο συμβολισμό και σίγουρα η ονομασία της Οκτάνα εμφορείται από μεγάλο μέρος της εσχατολογικής σκέψης του Ανδρέα Εμπειρίκου. Τι είναι αυτό που επικρίνει στην επίγεια Brazília και τι είναι αυτό που προσδοκά από την ουράνια απεικόνισή της; «...η Νέα Πόλις θα ολοκληρωθή, θα γίνη. Όχι βεβαίως από αρχιτέκτονας και πολεοδόμους οιηματίας, που ασφαλώς πιστεύουν, οι καημένοι, ότι μπορούν αυτοί τους βίους των ανθρώπων εκ των προτέρων να ρυθμίζουν και το μέλλον της ανθρωπότητος, με χάρακες, με υποδεκάμετρα, γωνίες και "ταυ", μέσα στα σχέδια της φιλαυτίας των, ναρκισσευόμενοι (μαρξιστικά, φασιστικά, ή αστικά), πνίγοντες και πνιγόμενοι, να κανονίζουν». Η αντίθεση Μπραζίλια – Οκτάνα παράγει την ονειρική πολιτεία και το εσχατολογικό όραμα, την προσέγγιση του οποίου θα συνεχίσουμε.

β. οι μακαρισμοί

Στη συλλογή Οκτάνα ο Ανδρέας Εμπειρίκος «παίζει» με τη λέξη beat, που αναφέρεται σε μια ομάδα Αμερικανών ποιητών των τελών της δεκαετίας του ’50, απολίτικων, αντι-ορθολογιστών και ρομαντικών -εκ των οποίων κατονομάζεται ο Jack Kerouac-, με κάποιον τρόπο όμως θέλει να εντάξει σε αυτούς και πολλά άλλα ονόματα. Στο κείμενο με τον τίτλο "οι μπεάτοι ή της μη συμμορφώσεως οι άγιοι" παρατίθενται πολλά ονόματα μεταξύ των οποίων οι Έγελος, Κίρκεγκορ, Τολστόϊ, S. Freud και άλλοι, μέσα σε αυτούς δε και ο Ιησούς Χριστός. Ο Ν. Παπαδόπουλος εύστοχα σχολιάζει πως διευρύνοντας την έννοια του beat ο Εμπειρίκος μας παραπέμπει στο λατινικό beati (δηλαδή: μακάριοι), τους αγίους της Εκκλησίας. Η επεξήγηση για τη μη-συμμόρφωση αυτών των προσωπικοτήτων του πνεύματος μας οδηγεί στο να προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε το κοινό στοιχείο που διατρέχει τόσες πολλές και ενδεχομένως, αντιφατικές μορφές της ιστορίας.

Όμως ας επωφεληθούμε λίγο στο σημείο αυτό, για να θυμηθούμε το απόσπασμα της λατινικής μετάφρασης των μακαρισμών (Matth., V 3-9 ):

«beati pauperes spiritu quoniam ipsorum est regnum caelorum.
beati mites quoniam ipsi possidebunt terram.
beati qui lugent quoniam ipsi consolabuntur.
beati qui esuriunt et sitiunt iustitiam quoniam ipsi saturabuntur.
beati misericordes quia ipsi misericordiam consequentur.
beati mundo corde quoniam ipsi Deum videbunt […]». 
(Η πλαγίαση δική μου)

Δύσκολα δεν μπορεί να μας έρθει στο νου η διάρθρωση του "όχι Μπραζίλια μα Οκτάνα". Οι μακαρισμοί και η επί του όρους ομιλία του Ιησού Χριστού είναι γνωστό ότι λειτουργούν ως κάποιου είδους ‘μανιφέστο’ της διδασκαλίας του Κυρίου προς τους μαθητές Του. Εκεί διατυπώνεται για πρώτη φορά μέσα στο ευαγγέλιο, με σαφήνεια και εκρηκτικότητα ο πυρήνας της χριστιανικής διδασκαλίας. Ο παραλληλισμός και πάλι δεν είναι τυχαίος. Η ομοιότητα δεν άπτεται μονάχα της μορφής (όπου στο ευαγγελικό κείμενο έχουμε τη λέξη "μακάριοι", εδώ απαντούμε "Οκτάνα θα πη" ), αλλά και του περιεχομένου.

γ. επαγγελία και Οκτάνα

Στην επί του όρους ομιλία ο Ιησούς Χριστός μιλάει για τον ερχομό της βασιλείας των ουρανών. Σε μεγάλο βαθμό λοιπόν, πρόκειται για ένα εσχατολογικού περιεχομένου κείμενο. Η εκκλησιαστική εσχατολογία όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό δεν εξαντλείται σε αυτά τα χωρία. Αντιστοίχως και η εσχατολογία της Οκτάνα καθορίζεται και από άλλα στοιχεία της σκέψης του Ανδρέα Εμπειρίκου, πλην όμως εμείς θα επιχειρήσουμε να εντοπίσουμε κάποιους βασικούς και κοινούς άξονες αυτών των δύο εσχατολογικών οραμάτων. Ας συγκρίνουμε τα κείμενα αυτά.

I. ΑΥΘΕΝΤΙΑ:

Ο πυρήνας και των δύο κεμένων εκκινεί με μια προεξαγγελία που προσδίδει κύρος. "Ἰδὼν δὲ τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος· καὶ καθίσαντος αὐτοῦ προσῆλθαν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· καὶ ἀνοίξας τὸ στόμα αὐτοῦ ἐδίδασκεν αὐτοὺς λέγων" (Ματθ. 5:1-2). Είναι σημαντικό δηλαδή ο προφήτης της επαγγελίας να μπορεί να υποβάλλει το κοινό του και να εμπνέει κάποιον τρόπο σιγουριά. «Ναι, ναι (αμήν, αμήν λέγω υμίν), σας λέγω την αλήθειαν», λέει ο Εμπειρίκος.

II. ΦΩΣ:

Η νέα πραγματικότητα καταυγάζει με φως τους μετόχους της και έτσι καθίσταται διαφορετική από ο,τιδήποτε άλλο: «μα θα κτισθή απ’ όλους τους ανθρώπους, όταν οι άνθρωποι, έχοντες εξαντλήσει τας αρνήσεις, και τας καλάς και τας κακάς, βλέποντες το αστράπτον φως της αντισοφιστείας – τουτέστι το φως της άνευ δογμάτων, άνευ ενδυμάτων Αληθείας». Όπως και στην επί του όρους ομιλία: «Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (Ματθ. 5:14). Αλλού, βέβαια στην Καινή Διαθήκη συναντούμε με μεγαλύτερη ακρίβεια το ίδιο όραμα: «καὶ ἡ πόλις οὐ χρείαν ἔχει τοῦ ἡλίου οὐδὲ τῆς σελήνης ἵνα φαίνωσιν αὐτῇ» (Αποκ. 21:23)• «πιστεύετε εἰς τὸ φῶς ἵνα υἱοὶ φωτὸς γένησθε» (Ιω. 12:36).

III. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ:

Η Οκτάνα είναι μία επαγγελία δικαιοσύνης και αποκατάστασης των σχέσεων των ανθρώπων: «Οκτάνα θα πη δικαιοσύνη. Οκτάνα θα πη αγάπη. Οκτάνα θα πη παντού και πάντα καλοσύνη.» Αντίστοιχα, πασίγνωστα είναι τα: «μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.» (Ματθ. 5:10), «ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ»(Ματθ. 6:33) και «ηκούσατε ὅτι ἐρρέθη, αγαπήσεις τὸν πλησίον σου καὶ μισήσεις τὸν ἐχθρόν σου. ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καὶ διωκόντων ὑμᾶς» (Ματθ. 5:43-44).

IV. ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ:

Η Οκτάνα είναι ένα παγκόσμιο όραμα, μια «πιθανώς Ομοσπονδία» με ασαφή τα πολιτικά της γνωρίσματα, επεκτεινόμενη σε όλο τον κόσμο: «Όταν διά της πίστεως και της καλής θελήσεως, αλλά και από επιτακτικήν, αδήριτον ανάγκην δημιουργηθούν αι προϋποθέσεις και εκτελεσθούν όχι οικοδομικά, ή ορθολογιστικά, μα διαφορετικά τελείως έργα, […] τότε μόνον η Νέα Πόλις και θα ονομασθή πρωτεύουσα της ηνωμένης, της αρραγούς και αδιαιρέτου Οικουμένης.» Αντίστοιχα η βασιλεία των ουρανών είναι και αυτή ένα παγκόσμιο όραμα που προβάλλει έτσι στο σύνολο του ευαγγελικού κειμένου: «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν· καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ' ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος.» (Ματθ. 28:19-20)

V. ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ:

Η νέα εποχή, ως εκ τούτου σηματοδοτείται από το στοιχείο αυτό του κηρύγματος και της προφητείας: «Οκτάνα θα πη η ενόρασις και η διαίσθησις εκείνη, που επιτρέπουν σωστά να νοιώθης, να καταλαβαίνης», «Οκτάνα θα πη ό,τι στους ουρανούς και επί της γης ηκούετο, κάθε φοράν που ως μέγας μαντατοφόρος, με έντασιν υπερκοσμίου τηλεβόα, ο Άγγελος Κυρίου εβόα». Στην επί του όρους ομιλία βρίσκουμε: «ὃς δ' ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 5:19).

VI. ΜΑΡΤΥΡΕΣ:

Και στα δύο κείμενα γίνεται φανερό ότι ο ερχομός της τελευταίας αυτής εποχής απαιτεί θυσίες: «μακάριοί ἐστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσιν καὶ εἴπωσιν πᾶν πονηρὸν καθ' ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ· χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς· οὕτω γὰρ ἐδίωξαν τοὺς προφήτας τοὺς πρὸ ὑμῶν»(Ματθ. 5:11-12) και: «Οκτάνα, φίλοι μου, θα πη, απόλυτος μη συμμόρφωσις με ό,τι αντιστρατεύεται, ή μάχεται, ή αναστέλλει την έλευσιν της Οκτάνα. Οκτάνα θα πη μη συμμετοχή και μη αντίταξιν βίας εις βίαν».

VII. ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ:

Πληροφορούμαστε τέλος ότι αυτή η εποχή θα προκύψει «ίσως μετά από μίαν άλωσιν οριστικήν, μετά την μάχην την τρομακτικήν του επερχομένου Αρμαγεδδώνος» . Είναι πολύ περισσότερες οι αναφορές σε άλλα χωρία της Γραφής, πλην όμως και στην επί του όρους ομιλία γίνεται νύξη για την καταστροφή: «ὁ δὲ ἀκούσας καὶ μὴ ποιήσας ὅμοιός ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομήσαντι οἰκίαν ἐπὶ τὴν γῆν χωρὶς θεμελίου· ᾗ προσέρρηξεν ὁ ποταμός, καὶ εὐθὺς ἔπεσε, καὶ ἐγένετο τὸ ῥῆγμα τῆς οἰκίας ἐκείνης μέγα.» (Λουκ. 6:49).

4. «καὶ καθὼς ἐφορέσαμεν τὴν εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ, φορέσομεν καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου»: η αναμόρφωση του ανθρωπίνου προσώπου - ελευθερία και ολοκλήρωση

Ωστόσο, το κήρυγμα της ‘Οκτάνα’ δεν αναλώνεται στην περιγραφή ενός χιλιαστικού οράματος ή μιας κοινωνικής αναμόρφωσης. Η Οκτάνα είναι πρώτα και πάνω από όλα ένα βασίλειο εσωτερικότητας και ελευθερίας, κυρίως η συμφιλίωση του ανθρώπου με τον εαυτό του και κατεπέκταση με τους γύρω του. Είναι η «ολοκλήρωση και επαναβίωση τούτου του κόσμου». Όντας έντονα επηρεασμένος από τους Freud και Lacan, έχοντας δεχθεί την αποκάλυψη της ψυχανάλυσης ο Ανδρέας Εμπειρίκος ευαγγελίζεται τη στιγμή που σύσσωμη η ανθρωπότητα καταρρίπτει τα εμπόδια με τα οποία έχει επιβαρύνει τον εαυτό της και αποκλείουν κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, όσο συνεχίζει και θωρακίζεται από πίσω τους από το να (επι)κοινωνήσει με την με τον εαυτό της και με τον Άλλο. «Οκτάνα θα πη το «εγώ» «εσύ» να γίνεται (και αντιστρόφως το «εσύ» «εγώ») εις μίαν εκτόξευσιν ιμερικήν, εις μίαν έξοδον λυτρωτικήν, εις μίαν ένωσιν θεοτικήν, εις μίαν μέθεξιν υπερτάτην, που ίσως αυτή να αποτελή την θείαν Χάριν, το θαύμα του εντός και εκτός εαυτού, κάθε φοράν που εν εκστάσει συντελείται». Εδώ είναι ξεκάθαρη άλλη μια ομοιότητα προς το εσχατολογικό όραμα της Εκκλησίας σε ό,τι αφορά τη σύναξη της ανθρωπότητας σε ένα ευχαριστηριακό Σώμα –με όλες της προεκτάσεις αυτού του οράματος στο πεδίο της εσωτερικότητας.

Έτσι μόνο μπορούμε να προσεγγίσουμε και την προσδοκία για μια εποχή που δε θα υπάρχει αιμομιξία: «Οκτάνα θα πη επί γης Παράδεισος, επί της γης Εδέμ, χωρίς προπατορικόν αμάρτημα, πέραν πάσης εννοίας κακού, με ελευθέραν εις πάσαν περίπτωσιν παντού και την αιμομιξίαν» ως μία κατάσταση εκπεφρασμένη με πρωτογενές ψυχαναλυτικό λεξιλόγιο, κατά την οποία ο άνθρωπος θα έχει υπερβεί την οντολογική του ασθένεια που –σύμφωνα με τον φροϋδικό μύθο- τον οδήγησε να θέσει κοινωνικούς φραγμούς, νόμους, απαγορεύσεις που επιτείνουν την «πολιτισμένη» δυστυχία του. Αντίστοιχης λογικής είναι και η εμμονή του Εμπειρίκου στη σαφήνεια των γνωρισμάτων του φύλου: «Οκτάνα θα πη οι άνθρωποι άγγελοι να γίνουν, αλλ’ άγγελοι με φύλον φανερόν, συγκεκριμένον.»

«Τι θα πη ρήγας ή βασιλιάς όταν δεν έχεις καν το δικαίωμα να πης: ‘Με λένε Αδάμ’».

Η απελευθέρωση των ανθρωπίνων δυνατοτήτων στην ‘Οκτάνα’, όπως και στο σύνολο της σκέψης του Ανδρέα Εμπειρίκου έγκειται στην επιτυχία του ανθρώπου να προσεγγίσει τις αρχέγονες και σύμφυτες της ανθρώπινης ύπαρξης δυνάμεις με ορμή και τη συναίσθηση ότι αυτές δύνανται να συνθέσουν με σαφήνεια ό,τι από ψυχαναλυτές -ήδη από τα χρόνια του Freud- όπως η Karen Horney, όριστηκε ως αίτημα για την εύρεση του γνήσιου εαυτού. Από αυτή την άποψη η εσχατολογική επαγγελία της ‘Οκτάνα’ όχι μόνο δεν αναφέρεται σε κάτι το οποίο μέλλει να έρθει και προσδοκάται ως ολότελα αλλιώτικο –όσο και λυτρωτικό-, σε κάποια νέα και ουτοπική πραγματικότητα, αλλά σε μια δυναμική που ενυπάρχει στον άνθρωπο και ενεργοποιείται μόνο όταν προκύψει ο ψυχικός επαναπατρισμός του. Η επιστροφή, ανασκόπηση και αποδοχή του ανθρωπίνου προσώπου στη μοναδικότητά του και την πληρότητα των ψυχικών του λειτουργιών αποτελούν για την επιστήμη της ψυχανάλυσης ευκταία κατάληξη επίπονου αγώνα με ευχάριστη και φωτεινή επενέργεια για τον άνθρωπο, για την ορθόδοξη πατρολογία ένδειξη ότι ο ευαγγελικός λόγος πως «η βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί» απηχεί γνήσια εκκλησιαστική και αγιοπνευματική εμπειρία, για τον Εμπειρικό αποκαλυπτικό όραμα μιας νέας πραγματικότητας που αξίζει στην ανθρωπότητα και ο ίδιος αισθάνεται να την προφητεύει. Συνιστά πραγματική ελευθερία.

«Καὶ εἶπεν ὁ καθήμενος ἐπὶ τῷ θρόνῳ· Ἰδοὺ καινὰ ποιῶ πάντα»

Η Οκτάνα καλεί τους ανθρώπους να εγκαθιδρύσουν επί γης Παράδεισο «χωρίς προπατορικόν αμάρτημα, πέραν πάσης εννοίας κακού». Είναι όμως άξιο να ερευνήσουμε εάν και κατά πόσο αυτή η προτροπή μας ωθεί σε μια ουτοπική φυγή από την Ιστορία, σε κάποιου είδους φαντασία που αρνείται την πραγματικότητα και στην οποία κυριαρχεί το αφηρημένο και αεί απόν. Ακόμη θα πρέπει να σκύψουμε καλύτερα και να αφουγκραστούμε την ποιητική φωνή: είναι η Οκτάνα αληθινή, απτή και ξεκάθαρη, μη αλληγορική, όσο οι πολίτες της ανθρώπινοι και χοϊκοί; «Όταν διά της πίστεως και της καλής θελήσεως, αλλά και από επιτακτικήν, αδήριτον ανάγκην δημιουργηθούν αι προϋποθέσεις και εκτελεσθούν όχι οικοδομικά, ή ορθολογιστικά, μα διαφορετικά τελείως έργα, εις την καρδιά του μέλλοντος, εις την καρδιά των υψηλών οροπεδίων και προ παντός μέσ’ στην καρδιά του κάθε ανθρώπου, θα υπάρξη τότε μόνον η Νέα Πόλις και θα ονομασθή πρωτεύουσα της ηνωμένης, της αρραγούς και αδιαιρέτου Οικουμένης.» Ο ποιητής δε μας αφήνει περιθώρια να μην τον πιστέψουμε. Εάν όντως συμβαίνει κάτι τέτοιο, τότε μήπως η οντολογία στην οποία αποφαίνεται αγγίζει την κατάργηση του θανάτου; Και εάν πάλι συμβαίνει αυτό, σε ποιο επίπεδο λαμβάνει χώρα η αθανασία; «Οκτάνα θα πη η εντελέχεια εκείνη, που αυτό που είναι αδύνατον να γίνη αμέσως το κάνει εν τέλει δυνατόν, ακόμη και την χίμαιραν, ακόμη και την ουτοπίαν, ίσως μια μέρα και την αθανασίαν του σώματος και όχι μονάχα της ψυχής».

Ο ποιητής σε κάθε δεδομένη στιγμή προσδοκά και βιώνει την αναμονή και την έλευση, υποτασσόμενος στο θεϊκό του χάρισμα να διακρίνει το «νυν και αεί» της Όγδοης Ημέρας, του κατάσπαρτου από άστρα ουρανού επί της γης, του κατερχομένου αστερισμού της Οκτάνα στη γη και την ταύτισή του με την ανθρώπινη πολιτεία, του τέλους της ανθρωπότητας . Θα ήταν παρακινδυνευμένο να επιχειρήσουμε να ορίσουμε με μεγαλύτερη σαφήνεια τον ακριβή χώρο και χρόνο, ενδεχομένως και τη διάρκεια της ονειρικής Οκτάνα. Είναι ακόμη ασαφής ο βαθμός της ιστορικότητας –αν μπορούμε να το διατυπώσουμε έτσι- αυτού του οράματος. Για να μη βγει αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο Εμπειρίκος προφητεύει ένα βασίλειο εσωτερικότητας και μόνο, καλό είναι να έχουμε υπόψη τόσο τη θητεία του ως ψυχοθεραπευτή, όσο και τα σοσιαλιστικά του πιστεύω και την παρουσία του στο χώρο της διανόησης και της τέχνης καθόλη τη διάρκεια της ζωής του.

Εκείνο που έχει περισσότερη σημασία ίσως είναι ότι ο Εμπειρίκος βλέπει την αλλαγή να έρχεται και αυτή να επηρεάζει από τώρα τις σχέσεις και την ποιότητα ζωής των ανθρώπων. Οραματίζεται τη διαρκώς παρούσα (στο μέλλον), μα και ερχομένη αιώνια πολιτεία ως «ένα χρόνο όχι πια φθαρτικής διαδοχής, αλλά πληρωματικής ερωτικής σχέσης, που τελειούται αδιάκοπα σε μια δυναμική μεταμορφώσεων ‘από δόξης εις δόξαν’».

4. Συμπεράσματα

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος διακηρύσσει τον ερχομό της ονειρικής του πολιτείας. Δεν είναι εύκολο να καταλάβουμε σε ποιο επίπεδο κινείται η εσχατολογία του. Εστιάζει σε τέτοιο βαθμό τόσο στην εσωτερικότητα, όσο και στη ριζοσπαστική αλλαγή των όρων της ζωής. Χρησιμοποιεί έντονα εκκλησιαστικά χρωματισμένο υπερρεαλιστικό λόγο και συλλαμβάνει ένα παράλληλο με το χριστιανικό εσχατολογικό όραμα, εγκαινιάζοντας μια δική του ποιητική οντολογία. Ταυτόχρονα, αποδείξαμε ότι η επιλογή του ονόματος της Οκτάνα κρύβει ιστορικούς και κοινωνικούς συμβολισμούς που συνδέονται με το αποκαλυπτικό του όραμα για την ολοκλήρωση της ανθρώπινης πολιτείας και του ανθρώπου.


Bιβλιογραφία

-Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη). Μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα, 2003. Αθήνα: Ελληνική Βιβλική Εταιρεία.
-Ασλανίδης, Ε. Γ. 2001. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος και η χαρμολύπη, Αθήνα: Κέδρος.
-Βαρβατσούλιας, Γ. 2004. Η νεύρωση κατά την Karen Horney και οι ανθρωπολογικές θεωρήσεις του Αγ. Μαξίμου του ομολογητού. Συγκριτική Μελέτη, Αθήνα: Ακρίτας.
-Bigsby, C. W. E. 1979. Νταντά – Σουρρεαλισμός, μτφρ. Ελ. Μοσχονά, Αθήνα: Ερμής
-Bouchard, J. 2001. Με τον Ανδρέα Εμπειρίκο παρά δήμου ονείρων. Δέκα κείμενα, Αθήνα: Άγρα.
-Βουτούρης, Π. 1997. Η συνοχή του τοπίου, εισαγωγή στην ποιητική του Ανδρέα Εμπειρίκου, Αθήνα: Καστανιώτης.
-Brauder, F. 2007. Η γραμματική των πολιτισμών, μτφρ. Άρης Αλεξάκης, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης.
-Γιανναράς, Χ. 199611. Αλφαβητάρι της πίστης, Αθήνα: Δόμος.
-Γιατρομανωλάκης, Γ. 1983. Ανδρέας Εμπειρίκος ο ποιητής του έρωτα και του νόστου, Αθήνα: Κέδρος.
-Ελύτης, Ο. 20046. Ανοιχτά Χαρτιά, Αθήνα: Ίκαρος.
-Εμπειρίκος, Α. 1974. Γραπτά ή προσωπική μυθολογία, Αθήνα: Πλειάς.
-Εμπειρίκος, Α. 20026. Οκτάνα, Αθήνα: Ίκαρος.
-Καινή Διαθήκη, μετά συντόμου ερμηνείας υπό Παν. Ν. Τρεμπέλα, 199539 . αδελφότης θεολόγων ‘Ο ΣΩΤΗΡ’.
-Καλαϊτζίδης, Π. 2003. «αντί εισαγωγής: Εσχατολογία, Θεολογία και Εκκλησία», στον τόμο Εκκλησία και Εσχατολογία, Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος, Αθήνα: Καστανιώτης, σσ. 13-25.
-Κουμανούδης, Σ. 2006 Λεξικόν Λατινοελληνικόν, μετά συνωνύμων και αντιθέτων της Λατινικής, Αθήνα: Γρηγόρης.
-Λεβινάς, Εμμ. 20042. Τέσσερις Ταλμουδικές Μελέτες, προλ.-μτφρ.-σημ. Σταύρος Ζουμπουλάκης, Αθήνα: Πόλις.
-Moore, P. 20053. Atlas of the Universe, Firefly books
-Παπαδόπουλος, Ν. Κ. «Βιβλικές απηχήσεις στην Οκτάνα του Ανδρέα Εμπειρίκου» περιοδ. Σύναξη, τριμηνιαία έκδοση σπουδής στην Ορθοδοξία, τ. 83, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2002, Αθήνα, σσ. 81-92.
-Παπαθανασίου, Θ. Ν. 2003. «Ιεραποστολή και Εσχατολογία», στον τόμο Εκκλησία και Εσχατολογία, Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος, Αθήνα: Καστανιώτης, σσ. 171-190.
-Pendle, G. 19732. A History of Latin America, London: Penguin Books.
-Williamson, E. 1992. The Penguin History of Latin America, Cambridge University Press.

Σταύρου Γιαγκάζογλου: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ

[Εφημερίδα ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 6 Απριλίου 2008]

Η ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι κάτι δεδομένο, κάτι που μπορεί να επιβληθεί ως αντικειμενική πραγματικότητα. Είναι ο καρπός του διαρκούς αγώνα της εκκλησιαστικής κοινότητας να συναντήσει, να γνωρίσει και, τελικά, να παραδοθεί στην αλήθεια της Εκκλησίας, που είναι ένα πρόσωπο: ο Ιησούς Χριστός. Χρειάζεται, όμως, να τονισθεί ότι, όταν μιλάμε για ενότητα, δεν πρόκειται για ένα άθροισμα από ατομικές εμπειρίες ψυχολογικού επιπέδου, εκ των οποίων, συνήθως, προκύπτουν διαφοροποιήσεις, αντιθέσεις, υποκειμενικές ερμηνείες, ακόμη και παραχαράξεις. Αλλά δεν είναι ούτε ένας απρόσωπος, άοσμος, άγευστος, απεχθής, τελικά, χυλός. Οι πιστοί εκφράζουν τα προσωπικά, και γι' αυτό μοναδικά χαρίσματά τους και τα θέτουν στη διάθεση της εκκλησιαστικής κοινότητας.

* Ο συντονισμός των χαρισμάτων, που ανατέθηκε με τη χειροτονία του στον επίσκοπο της τοπικής Εκκλησίας, είναι έργο κατά πολύ δυσκολότερο και ουσιαστικότερο από την άσκηση διοικητικής εξουσίας κοσμικού τύπου.

Διά του επισκόπου της, η τοπική Εκκλησία συνδέεται οργανικά με τις άλλες τοπικές Εκκλησίες και συγκροτεί την κοινωνία της μίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας, υπερβαίνοντας, έτσι, κάθε τοπικιστικό και ενδοστρεφή προσανατολισμό.

Ο συνοδικός θεσμός, ιστορικά και θεολογικά, προέκυψε από την ευχαριστιακή θεμελίωση της Εκκλησίας. Η συνοδικότητα, λοιπόν, αποτελεί γεγονός ενότητας αλλά και κοινωνίας των τοπικών Εκκλησιών, γύρω από την Θεία Ευχαριστία, και η σύνοδος των επισκόπων δεν είναι τριτοβάθμιο όργανο εξουσίας ή κάτι σαν παγκόσμια υπεροργάνωση, η οποία αντλεί εξουσία από το αποτέλεσμα των απαραίτητων ψηφοφοριών.

* Η συνοδικότητα είναι μια διαδικασία που συνεχώς ανανεώνεται ως υπαρξιακό γεγονός για ολόκληρο το φάσμα της πίστης και εμπειρίας του εκκλησιαστικού πληρώματος.

Κάθε επίσκοπος ως επικεφαλής μιας τοπικής Εκκλησίας μεταφέρει στη σύνοδο την έκφραση της πίστης και της ζωής των μελών του ευχαριστιακού σώματος και όχι απλώς τις ατομικές του πεποιθήσεις. Αλλά και οι συνοδικές αποφάσεις καθαυτές τίθενται, ακολούθως, σε μια διαδικασία αποδοχής από το πλήρωμα της Εκκλησίας. Δίχως τη δυνατότητα αποδοχής των συνοδικών αποφάσεων, η Εκκλησία γίνεται ένα νοσηρό ιεραρχικό και γραφειοκρατικό όργανο, η οποία θεσμοποιεί την εξουσιαστική της αυθεντία και την επιβάλλει αυταρχικά στο λαό του Θεού ή ακόμη και σε ανθρώπους που δεν αποτελούν μέλη της, αχρηστεύοντας την όλη δομή και διάρθρωση του Σώματος της Εκκλησίας.

* Οταν, όμως, ο λαός δεν συμμετέχει ενεργά στην Θεία Ευχαριστία, όταν το λαϊκό σώμα ιδιωτεύει ή είναι παραγκωνισμένο από τη ζωή, από την έκφραση και από τη διοίκηση της Εκκλησίας, τότε είναι αναμενόμενο να αναφύονται σοβαρά προβλήματα συνοδικότητας και εκκλησιαστικού ήθους. Η συνοδικότητα είναι τρόπος ζωής του σώματος της Εκκλησίας και όχι ολιγαρχική έκφραση των ηγετών της. Ο επίσκοπος, ως προεστώς κατ' εξοχήν της Θείας Ευχαριστίας, εκφράζει την πίστη και τη ζωή ενός ολόκληρου σώματος και δεν είναι μία ασώματος κεφαλή.

* Στις μέρες μας, η εξατομίκευση της εκκλησιαστικής ζωής δεν αφορά απλώς το ήθος των πιστών, έχει διαβρώσει επικίνδυνα και τον θεσμό του επισκόπου. Στη σύγχρονη γραφειοκρατική αντίληψη για την Εκκλησία, ο επίσκοπος είναι κάτι σαν εκκλησιαστικός νομάρχης, ο οποίος διευθύνει έναν αποκεντρωμένο οργανισμό κοινής ωφέλειας. Ετσι αντιλαμβάνονται την Εκκλησία και οι περισσότεροι άνθρωποι, που θέλουν «να εξυπηρετήσουν τις ατομικές θρησκευτικές τους ανάγκες».

* Αποτέλεσμα αυτής της αντίληψης είναι η πυραμιδική και εξουσιαστική αντίληψη της Εκκλησίας, όπου ο επίσκοπος λειτουργεί ως μονάρχης και διοικεί αυταρχικά, αντλώντας δύναμη όχι από τη ζωή της εκκλησιαστικής κοινότητας, αλλά από την πίστη στον εαυτό του, τις γνώσεις και τις ικανότητες, που αναμφίβολα έχει. Η κατάσταση αυτή ακυρώνει στην πράξη τον σταυρικό, θυσιαστικό και εκ-στατικό, δηλαδή, τον χριστολογικό χαρακτήρα του επισκοπικού λειτουργήματος. Χρειάζεται, συνεπώς, ο επίσκοπος να επανεύρει εκείνο που πραγματικά τον συνδέει με την εκκλησιαστική κοινότητα.

* Η ενότητα της Εκκλησίας στην ευχαριστιακή συγκρότησή της υπό τον επίσκοπο αφορά ένα πλέγμα προσωπικών και υπαρξιακών σχέσεων. Ο επίσκοπος εικονίζει τον Χριστό, όταν παύει να ενεργεί ως άτομο, όταν ενεργεί εκ μέρους της κοινότητας, όταν στο πρόσωπό του υπερβαίνονται όλες οι διαιρέσεις, όταν φιλάνθρωπα προσλαμβάνει τα προβλήματα και τις πληγές του ανθρώπου, όταν ενώνει και αλληλοπεριχωρεί, όταν η αυθεντία του γίνεται αντιληπτή ως χαρισματικό γεγονός της κοινωνίας του Αγίου Πνεύματος.

Αλήθεια, ποια «έρευνα» ή ποιο «μηχανάκι» μπορεί να τα μετρήσει αυτά; Ο επίσκοπος και, συνακόλουθα, οι κληρικοί σχετίζονται με ζωντανές υπάρξεις, δεν έχουν θαυμαστές ούτε χειροκροτητές.

* Ο πολιτισμός της Ορθοδοξίας είναι εμπνευσμένη σάρκωση της αλήθειας της Εκκλησίας στην ιστορία, και όχι μουσειακός νάρθηκας και σαρκοφάγος αυτής της αλήθειας. Ομως το δεδομένο της «επικρατούσας θρησκείας», το ισόβιο του αξιώματός τους και ο απ' άμβωνος μονόλογος, ενθαρρύνει αρκετούς επισκόπους της ελλαδικής Εκκλησίας να προπαγανδίζουν απροκάλυπτα ιδεολογικές θέσεις ή να προβάλλουν την ηθική σε συνδυασμό με τις «ελληνοχριστιανικές αξίες», προσπαθώντας, εμφανώς, να νεκραναστήσουν, και μάλιστα «επικοινωνιακά» και με ένα δήθεν εκσυγχρονιστικό λόγο, τα μαραμένα θέλγητρα μιας εξελληνισμένης προτεσταντικής ηθικής.

* Ομως ο ξύλινος λόγος μιας ανεπίκαιρης ηθικολογίας πόρρω απέχει από την εμπειρία της ευχαριστιακής κοινότητας. Η ταύτιση της πίστης με την ηθική απαξίωσε την κοινωνική λειτουργία της Εκκλησίας, αφού ένας τέτοιος λόγος δεν αφορά πλέον στο κοινωνικό σώμα, αλλά στην ιδιωτική σφαίρα της ζωής του καθενός. Η αλλοτρίωση του εκκλησιαστικού ήθους και φρονήματος και η θρησκειοποίηση του εκκλησιαστικού γεγονότος, η οποία, σημειωτέον, επιτελέσθηκε χωρίς σοβαρές αντιστάσεις, είναι πλέον γεγονός.

Ευχόμαστε να γίνει, επιτέλους, κάτι!

[Εικονογράφηση: Ζωγραφική - κατασκευή, Σωκράτης Φατούρος, 2008]

Τετάρτη 25 Μαΐου 2011

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΕΙΣΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ (νέο διήγημα)

[Από την υπό έκδοσιν συλλογή διηγημάτων: Η μετάλλαξη της γυναίκας μου]

Η θεία μου η Ελπινίκη με αγαπάει πολύ. Πάντοτε με φροντίζει και φυσικά νοιάζεται υπέρ το δέον για την τύχη μου. Έτσι, τελειώνοντας τις σπουδές μου, το πήρε προσωπικά να με διορίσει. Δεν τα κατάφερε να με βάλει στην τράπεζα, όπως ονειρευόταν, αλλά οι γνωριμίες της με βόλεψαν σε μια εταιρία που συνεργάζεται στενά με το τραπεζιτικό ίδρυμα. Η διαφορά ίσως να είναι, όπως με πληροφόρησε, η ασφαλιστική κάλυψη.

Δεν έπεσε και πολύ έξω. Ασφάλεια ΙΚΑ, σύμβαση χρόνου, 750 ευρώ και δυνατότητα ανόδου. Οι φιλοδοξίες δεν φτάνουν στην μονιμότητα, μα είναι μια αρχή. Έτσι με διαβεβαίωσαν και οι γνωστοί μας. Παρουσιάστηκα αμέσως και, μετά από ένα ολιγοήμερο σεμινάριο, τοποθετήθηκα υπό τας διαταγάς του κυρίου Κούλη, ως υπεύθυνος υπάλληλος τής εν λόγω εισπρακτικής εταιρίας.

Η αλήθεια είναι ότι δεν κατάφερα να κάνω καριέρα. Σε λίγους μήνες ο προϊστάμενος με απέτρεψε από τη συνέχεια και με διαβεβαίωσε πως ό,τι κι αν έκανα δεν είχα το νεύρο για τη δουλειά∙ ποτέ δεν θα μπορούσα να γίνω σαν κι αυτόν και φυσικά μια δουλειά με προδιαγεγραμμένο μέλλον είναι παράλογο να της επενδύεις χρόνο.

Ανακουφίστηκα. Μάλλον, έσωθεν, είχα καταλήξει στα ίδια συμπεράσματα. Επιπλέον υπήρχε πρώτα και κύρια η πατρική οικία, που με φιλοξενούσε και επίσης η ενασχόλησή μου με την τέχνη, που με επηρέαζε συναισθηματικά και δεν μου άφηνε περιθώρια για να αποδώσω τα μέγιστα στο καθήκον. Η ανεργία δεν ήταν ακόμη απελπισία και φυσικά υπήρχε μια άνεση στις αποφάσεις. Το λέω αυτό, γιατί άφησα ψυχές στενάζουσες υπό την καθοδήγηση του κυρίου Κούλη.

Πράγματι, ήταν μεγάλο ταλέντο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ πώς έπειθε τους καθυστερημένους οφειλέτες της Τράπεζας να ανταποκριθούν άμεσα στις υποχρεώσεις τους. Ο τρόπος που μίλαγε, θύμιζε εισαγγελέα σε ώρα απόδοσης της κατηγορίας. Άλλες φορές ισοβίτη αρχηγό συμμορίας. Άλλοτε απλά παλιάνθρωπο. Δεν δίσταζε να απειλήσει. Μπορούσε να εξευτελίσει με κάθε τρόπο τον οφειλέτη. Δεν τον ένοιαζε η απάντηση. Πού είναι ο άλλος, ποιος πράγματι είναι, τι είναι, αν ζει ή αν πέθανε. Στην τελευταία περίπτωση χαιρόταν να απειλεί τους πενθούντες.

Ο άνθρωπος είχε ταυτιστεί με το ρόλο του. Τοκογλύφος και παράλληλα τραπεζίτης. Το ζούσε. Υποστήριζε τα συμφέροντά του. Αστέρι στην άβυσσο. Σωστός δαίμονας. Τα μάτια του άστραφταν, όταν εκτελούσε τις εντολές της εταιρίας. Και αυτή τον επαινούσε. Έπαιρνε παχυλό μισθό. Είχε εξουσία. Άνεση και δόξα που φαινόταν ξεκάθαρα, τουλάχιστον σε καμιά εικοσαριά υφιστάμενούς του. Και όχι μόνο. Καινούργιο αμάξι ο κ. Κούλης. 4Χ4 για να μην δυσκολεύεται στις ανηφόρες της Αλίμου. Μεζονέτα 90 τετραγωνικά στο Φάληρο, σε νεόδμητη οικοδομή. Ανάμεσα στα συν της θέσης του υπήρχε και η άμεση ικανοποίηση των χρηματοπιστωτικών του επιλογών. Η κάρτα του ήταν ζηλευτή. Και η ζωή του πολυτελέστατη. Τα γούστα του έδειχναν χλιδή. Ρούχα, στολίδια, εξόδους στα ακριβότερα μαγαζιά. Μόνο η χαλάρωσή του στα δωμάτια αισθητικής γνωστού ξενοδοχείου κόστιζαν τόσο που για τους υπόλοιπους της ομάδας φάνταζαν έξοδα ονειρικά.

Ο διευθυντής μας αδιαφιλονίκητα ήταν το πρότυπο για τα νεότερα στελέχη ολόκληρης της εταιρίας. Είχε ακουστεί ότι ήταν και λαμπρός επενδυτής. Γενικά η κοινωνική του θέση και οι οικονομικές του σπουδές, τού επέτρεπαν να διακινεί στο χρηματιστήριο χρηματικά ποσά, με ευθύνη και ευρηματικότητα. Αρκετοί μικροκαταθέτες τού εμπιστεύτηκαν χρήματα. Όπως απεδείχθη και η θεία μου η Ελπινίκη. Ο κ. Κούλης τελικά ήταν Ο γνωστός μας. Γι’ αυτό και οι πατρικές συμβουλές για την αδυναμία μου. Ήταν πατέρας για όλους μας. Δεν θα ξεχάσω ότι με πατρική φροντίδα χαστούκισε την Ποπίτσα, που με υπομονή και δάκρυα ομολόγησε ότι κάλυπτε οφειλέτη, άνεργο με τρία παιδιά, για δύο μήνες. Η συνάδελφος συνέχισε απλά να κλαίει και το αφεντικό μας με χαμόγελο συγχώρησης την χτύπησε ελαφρά και τόσο στοργικά στην πλάτη. «Πίσω στις δουλειές μας, παιδιά». Ο γλυκύτατος, βλέποντάς μας να φεύγουμε με τα κεφάλια σκυμμένα μας φώναξε: «Φάτε τους!» Εμείς γελώντας τρέξαμε στα τηλέφωνα. Εκείνο το βράδυ το τμήμα μας έγραψε ιστορία. Ο κ. Κούλης πείστηκε ότι η δημοκρατία, όχι μόνο βλάπτει, αλλά και είναι ανασταλτική στην παραγωγικότητα.

Την επόμενη μέρα δεν πήγα για δουλειά. Η θεία ενημερώθηκε από τον ίδιο τον χρηματιστή της. «Δεν πειράζει, παιδί μου, θα ψάξουμε για κάτι καλύτερο», μου είπε.

Ευχαρίστησα δεόντως και αφέθηκα στην πολυτέλεια της ελευθερίας. Κάποιοι μήνες δουλοπάροικος με είχαν σαφώς εξαντλήσει.

Πέρασε καιρός και με την μόνη που επεδίωξα επαφή ήταν η Ποπίτσα. Ζηλευτό κορίτσι. Είχε ικανότητες γάτας. Δούλευε συστηματικά τον κ. Κούλη και έτσι δούλευε ήδη πάνω από ένα χρόνο. Θεωρείτο κατόρθωμα. Αυτή με ενημέρωσε σχετικά. Ο προϊστάμενος επλήγη από την διεθνή οικονομική κρίση. Έχασε τις μετοχές, πούλησε το αμάξι κοψοχρονιά, για να ξεπληρώσει κάποιους οφειλέτες του, προπαντός έχασε την υπόληψή του ως εμπειρογνώμονας, την κάρτα του, ακόμη και τη δουλειά του. Κινδυνεύει άμεσα και το σπίτι του. Χρωστάει 250.000 ευρώ στο ίδρυμα και έχει τρεις μήνες να δώσει δόση.

Λυπήθηκα πολύ και περισσότερο γιατί η Ποπίτσα έχει αναλάβει υπεύθυνα να τού υπενθυμίζει τις υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα. Και είναι η πρώτη φορά που εννοεί με απόλυτη σοβαρότητα την δουλειά της.

* Ζωγραφικό σχόλιο: Δε σε ντρέπομαι πια. Ελαιογραφία Παύλου Σάμιου, 2004.

Τρίτη 24 Μαΐου 2011

Ένα βιωματικό - διασωστικό ζακυνθογράφημα του Νίκου Σ. Πομόνη

γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΕΡΡΑΣ


ΚΑΘΕ έγκυρη και σοβαρή, αναστατική ή διασωστική γραφή για έναν τόπο (ή μια εποχή), και μάλιστα όταν αυτός έχει πάψει οριστικά να υφίσταται ως ζώσα και απτή πραγματικότητα, είναι ευχάριστα και επαινετικά ευπρόσδεκτη και αξιανάγνωστη.

Το ίδιο συμβαίνει και με το πρόσφατο Ζακυνθολογικό πόνημα και δώρημα του γνωστού, εκλεκτού και ευγενή συμπατριώτη μας Ν ί κ ο υ Σ. Π ο μ ό ν η, που με τον τίτλο Η Ζάκυνθος της μνήμης και υπότιτλο Μια περιδιάβαση στον τόπο και τον κόσμο μιας «άλλης» Ζακύνθου έφτασε στα χέρια μας από τις τοπικές παραγωγικές Εκδόσεις Τρίμορφο του δραστήριου Άκη Λαδικού (Θεσσαλονίκη, Αύγουστος 2010, σ. 268). Πρόκειται για μια μ α ρ τ υ ρ ί α αυθεντικότητας, πειστικότητας και περισσής πληρότητας, επιτευγμένη χάρη στην πολύτροπα βιωματική εμπειρία, την ακριβή γνώση και την ανθεκτική μνήμη του συγγραφέα, αλλά και χάρη στον δυναμικά και (ανα)παραστατικά περιγραφικό, γλαφυρό, εύληπτο και ανεπιτήδευτο λόγο του, με τον οποίο έρχεται να προσθέσει πλείστα όσα στοιχεία, γνωστά ή άγνωστα, και ποικίλες αναφορές στα όσα κατά καιρούς έχουν παραδώσει στους νεότερους Ζακυνθινούς το πνεύμα, η ψυχή και η πένα προηγούμενων Ζακυνθ(ιν)ογράφων, όπως ο Γρηγ. Ξενόπουλος, ο Διον. Ρώμας, ο Ντίνος Κονόμος, ο Γιάννης Πομόνης - Τζαγκλαράς (αείμνηστος αδελφός του Νίκου) κ.ά.π.  Κ' εδώ, κοντά σ' αυτούς, ας προσθέσουμε και όποιους άλλους αξιομνημόνευτους καλλιτέχνες ή δημιουργούς έργων, που διέσωσαν «κάτι» μικρό ή μεγαλύτερο, γνήσιο κ΄ εκφραστικό από τον αλλοτινό και ανεπανάληπτο κόσμο της προσεισμικής Ζακύνθου, όπως π.χ. ο ζωγράφος - αγιογράφος Χρήστος Ρουσέας και ο φιλότεχνος μακετίστας Γιάννης Μάνεσης.

ΣΗΜΕΡΑ, ο Νίκος Σ. Πομόνης, ευμνήμονα και φιλοπατριωτικά, προσθέτει τις δικές του αναθηματικές Ζακυνθ(ιν)ολογικές σελίδες (με παράθεση και πολλών εικόνων - φωτογραφιών) στα όσα έως τώρα ψηφιδογραφούν καθαρά το παλιότερο «πρόσωπο» της πόλης μας ή του νησιού μας, μ' ένα πολύσημο και απολαυστικό για τους φιλοζακυνθινούς κείμενό του, που -όπως σημειώνει ο ίδιος (σ. 15)- «αποτελεί μια αφηγηματική προσέγγιση της καθημερινής ζωής ενός τόπου, που ευτύχησε να συγκεντρώσει εξαίρετους φυσικούς όρους, τόσο δυναμικά σαν μετεωρολογικές συνθήκες στις διάφορες εποχές του χρόνου, όσο και στατικά σαν γεωγραφικό περιβάλλον».

Ενώ, ακόμη, συμπληρώνει ενημερωτικά ότι: «Η νοερή περιδιάβασή μας κρατάει μόνο δύο δεκαετίες περίπου, τις δεκαετίες 1930 και 1940, χωρίς φυσικά αναφορά στον πόλεμο, όπου επικράτησαν εξαιρετικοί όροι ζωής, που δεν είχαν καμιά σχέση με τον τόπο και τους ανθρώπους του. Αντίθετα, εμπεριέχει κατ? ανάγκην καταβολές από το παρελθόν του τόπου, όσες αποτέλεσαν παράδοση, στα πρόσωπα σαν κοινωνικές συμπεριφορές και ατομικές στάσεις ζωής και στα πράγματα σαν στατικά ιστορήματα». Όλα όσα αναφέρει, αφηγείται ή περιγράφει, διασώζει ή αναβιώνει, εικονογραφεί ή χρωματίζει με λέξεις εύστοχες και με πλούτο στοιχείων και λεπτομερειών ο μεθοδικός, προσεκτικός και παρατηρητικός Νίκος Σ. Πομόνης συγκροτούν στην ολότητά τους ένα ανάγνωσμα αναστηλωτικό ή αναστατικό για την τότε εποχή, τους χώρους, τη ζωή, την κοινωνία, τους ανθρώπινους τύπους και γι' άλλα χαρακτηριστικά «σημεία» ή γνωρίσματα της με ομορφιές και δυσκολίες μεσοπολεμικής Ζακύνθου.

Εκείνη, η για πάντα (το 1953) αφανισμένη πολιτεία, από την Αγία(ν) Τριάδα και μέχρι το Πόρτο, το Ψήλωμα, τον Πλατύφορο, τις «Μερίες» της και τις γραφικές γειτονιές της, τις Πλατείες, τον Άμμο κλπ., ξαναζωντανεύει -με το έμψυχο και άψυχο υλικό της- για όσους τη γνώρισαν και την έζησαν, σε ώρες χαράς και λύπης, αφθονίας και στέρησης, κεφιού και «μάντσιας», και αναδημιουργείται, κατά το δυνατό, ικανοποιητικά, ανθρωπογεωγραφικά, υλικοπνευματικά ή ψυχοσωματικά, χάρη σε πλήθος μνημονευτικών αναφορών για πρόσωπα (λησμονημένα ή όχι), για ομάδες, ήθη, συνήθειες, επαγγέλματα, ασχολίες, γι' άρχοντες, αστούς και ποπολάρους ή αγρότες, για φτωχόσπιτα και αρχοντικά, για ιδιωτικούς ή δημόσιους χώρους και τρόπους ζωής, για ευχάριστα ή δυσάρεστα -καθημερινά ή μοναδικότητας- γεγονότα και περιστατικά, που ιχνογραφούν ή σκιαγραφούν, ηθογραφούν και σηματοδοτούν το «είναι» και το «γίγνεσθαι» της τότε (ηδύπικρης, όπως πάντα) Ζακύνθου. Μιας «Χώρας» άγνωστης ή αθώρητης σ' όσους γεννήθηκαν μετασεισμικά αλλ' ευτυχώς διασωσμένης, ευχάριστα και συγκινητικά, αξιέπαινα και ευγνώμονα, μέσα σε σελίδες πολυφωνικά και έντεχνα συνθεμένες, μ' αγάπη, ρομαντισμό, ευαισθησία και νοσταλγική διάθεση, με σοβαρότητα και με τόνους χιούμορ λεπτού και πνευματώδους, με ήχους και πινελιές ή «αφές» άλλου ύφους, φινέτσας, ποιότητας και οπτικής, όπως είναι κι αυτές του επίσης - πιστού αλλ όχι άκριτου - Ζακυνθ(ιν)ολάτρη Νίκου Σ. Πομόνη, που με την ολοζώντανη Ζάκυνθο της μνήμης του σφυρηλατεί έναν γερό ή άρρηκτο κρίκο ανάμεσα στο Χθες και το Σήμερα ή στο Αύριο της «ωραίας και μόνης» πατρίδας του Ανδρέα Κάλβου. Μιας πατρίδας, που είναι άξια πάντοτε -παρά τα όποια και όσα δυσάρεστα ή αρνητικά και απογοητευτικά την πλήττουν ή την δοκιμάζουν- για βαθύτερη προσέγγιση και γνωριμία, για περισσή φροντίδα και προσφορά, για διάσωση και ανάδειξη κάθε ωραίας και ιδιότυπης πλευράς της, άξιας κάθε αποθησαυριστικής κατάθεσης και δωρεάς, απ' όποιον θέλει και μπορεί, γνωρίζει και θυμάται, υπεύθυνα, γόνιμα, ουσιαστικά. Έτσι, όπως ακριβώς ένιωσε και έπραξε, σαν κατάθεση όχι μόνο Μνήμης αλλά και Ψυχής γνήσια και αξιόπρεπα ζακυνθινής, με το αξιόλογο για την τοπική αυτογνωσία πόνημά του ο Νίκος Σ. Πομόνης. Με το οποίο, όπως και με την ανθρώπινη παρουσία του, τ ι μ ά το περ' από τον Χρόνο ή τα όποια «ερείπια» Ήθος και Πνεύμα τής πολιτιστικά ανεξάντλητης Ζακύνθου, άξιας -διαχρονικά- να βιώνεται, να επαινείται και να προβάλλεται (ως προς ό,τι ξεχωριστό «περιέχει» ή συμβολίζει), ιδιαίτερα σε καιρούς πολύπλευρης κρίσης, Λήθης, Αμάθειας, Ιδιοτέλειας, Αντιπνευματικότητας κ.ά.π., με το όποιο Κακό να εξορκίζεται, λίγο πολύ, και με «φωνές» ή γραφές όπως αυτή -η εύηχη και παραδειγματική- της Ζάκυνθος της μνήμης, του Νίκου Σ. Πομόνη.

Κάρολου Παπούλια: [ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ]

[Ομιλία του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Κάρολου Παπούλια κατά την τελετή αναγόρευσής του σε Επίτιμο Διδάκτορα του Σλαβικού Πανεπιστημίου του Μπακού,
Αζερμπαϊτζάν, 6 Απριλίου 2011]


Αξιότιμε κύριε Πρύτανη,
Κυρίες και κύριοι Καθηγητές,
Αγαπητοί φοιτητές,
Κυρίες και κύριοι,

Αισθάνομαι ιδιαίτερη συγκίνηση και χαρά για την επίσκεψή μου στο ιστορικό Σλαβικό Πανεπιστήμιο του Μπακού. Αποτελεί εξαιρετική τιμή αλλά και ευθύνη για μένα η ανακήρυξή μου σε Επίτιμο Διδάκτορα του Πανεπιστημίου σας. Η τιμή αυτή προς το πρόσωπό μου αντανακλά στο σύνολο του ελληνικού λαού. Ενός λαού με αισθήματα φιλίας και εκτίμησης προς τον λαό του Αζερμπαϊτζάν.

Μπορείτε να είστε υπερήφανοι για την ιστορία του Πανεπιστημίου σας. Γνωρίζω ότι η ίδρυσή του ανάγεται στο 1946 ως Ινστιτούτου Ρωσικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Γνωρίζω επίσης ότι το 2000 μετεξελίχθηκε στη σημερινή του μορφή ως Σλαβικού Πανεπιστημίου του Μπακού. Χάρηκα όταν πληροφορήθηκα ότι στα δέκα τελευταία χρόνια λειτουργίας του έχει επιτελέσει μεγάλες προόδους, μη περιοριζόμενο στη διδασκαλία της ρωσικής γλώσσας, αλλά επεκτεινόμενο σε όλες τις σλαβικές γλώσσες. Σε αυτή την πορεία, ήταν απολύτως φυσικό να ενταχθεί και η ελληνική γλώσσα ως αντικείμενο διδασκαλίας και από το Πανεπιστήμιό σας, καθώς και η λειτουργία του Κέντρου Νέας Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού από το 2004.

Επιτρέψτε μου στο σημείο αυτό να τονίσω ότι δύο Έλληνες αδελφοί από τη Θεσσαλονίκη, ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος, ήταν οι άνθρωποι που διαμόρφωσαν τον 9ο αιώνα το σλαβικό αλφάβητο, το λεγόμενο κυριλλικό αλφάβητο με βάση το ελληνικό αλφάβητο. Ελληνική και σλαβικές γλώσσες όχι μόνον ανήκουν στην ίδια οικογένεια γλωσσών, αλλά λόγω τής ελληνικής προέλευσης του σλαβικού αλφαβήτου, οι σλαβικές γλώσσες όπως και οι γλώσσες που χρησιμοποιούν το λατινικό αλφάβητο (το οποίο προέρχεται, όπως είναι γνωστό, από το αρχαίο ελληνικό αλφάβητο τής Χαλκίδας) ανήκουν από κοινού στον πολιτισμό της ελληνικής γραφής.

Κύριε Πρύτανη,

Εάν ανατρέξει κάποιος στο βάθος της Ιστορίας, θα βρει πολλά στοιχεία που συνδέουν τους δύο λαούς. Από την εποχή της μυθολογίας ακόμα ο Προμηθέας έφερε «το μυστικό της φωτιάς» στους ανθρώπους από τη χώρα σας. Το βουνό πάνω στο οποίο τιμωρήθηκε από τον Δία εντοπίζεται από τους ιστορικούς στο Νακχιτσεβάν. Θα μου επιτρέψετε να το προφέρω στη γλώσσα σας: Ιλάν Νταγκ (Ilan Dag).

Αναφορές για τη χώρα σας υπάρχουν στην τραγωδία του Αισχύλου «Προμηθέας Δεσμώτης», ενώ ο Όμηρος χαρακτηρίζει την Κασπία ως «αμμώδη κοιτίδα».

Οι ιστορικοί Στράβων και Διόδωρος Σικελιώτης μιλούν για τις πολιτιστικές σχέσεις των δύο λαών, ενώ ο πατέρας της Ιστορίας Ηρόδοτος αναφέρεται στη Μηδία, τον τόπο όπου σήμερα ευρίσκεται το Αζερμπαϊτζάν.

Και βέβαια κανείς δεν ξεχνά τον μεγάλο Αζέρο ποιητή Νιζάμι Γκάντζαβι (Nizami Ganjavi) ο οποίος αφιέρωσε το τέταρτο έπος του, Ισκαντάρναμα (Iskandarnama), στον Μέγα Αλέξανδρο. Σημειώνεται, τέλος, ότι κατά την ιστορική διαδρομή του ο Μέγας Αλέξανδρος έστειλε μήνυμα φιλίας στον Ηγεμόνα της Μηδίας Ατροπάτη, ο οποίος του το ανταπέδωσε εξίσου θερμά.

Ας αναφερθούμε τώρα δι’ολίγων στα ελληνικά γράμματα. Εδώ, γλώσσα, φιλοσοφία, ιστορία, τέχνη, όλα επικεντρώνονται στον άνθρωπο. Παρά το γεγονός ότι στην αρχαιότητα υπήρξαν πολλά ρεύματα ιδεών και πολλές φιλοσοφικές σχολές, στη βάση της η ελληνική φιλοσοφία, όπως και η ελληνική τέχνη, η ελληνική σκέψη γενικότερα είναι ανθρωποκεντρική. «Γνώθι σαυτόν» έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες, προβάλλοντας ως προαπαιτούμενο την επίγνωση του εαυτού μας, για να μπορούμε να έχουμε και καλή γνώση του κόσμου, και μάλιστα του κόσμου ως συνόλου, όχι κατακερματισμένου και με τόσα στεγανά όπως είναι σήμερα.

Όπως είναι γνωστό, στην ελληνική γλώσσα είναι γραμμένα ορισμένα από τα αρχαιότερα κείμενα στον κόσμο. Τα αρχαιότερα έπη της Ευρώπης, τα έπη του Ομήρου (η Ιλιάδα και η Οδύσσεια), αλλά και πριν από αυτά, τα κείμενα της μυκηναϊκής γραμμικής γραφής Β΄, του 15ου αιώνα π.Χ. (1.450 – 1.200 π.Χ.), είναι γραμμένα στην Ελληνική, καθιστώντας τη γλώσσα αυτή την αρχαιότερη μαρτυρούμενη γλώσσα της Ευρώπης.

Ο Μέγας Αλέξανδρος την ελληνική γλώσσα διέδωσε στον κόσμο από την Ελλάδα μέχρι τις Ινδίες, την Ελληνική η οποία στην εποχή του ήταν περίπου όπως είναι σήμερα στον κόσμο η Αγγλική.

Τόσο τα κείμενα της κλασσικής αρχαιότητας, όσο και τα κείμενα των βυζαντινών χρόνων, ήταν γραμμένα στην Ελληνική, επιβεβαιώνοντας την αδιάλειπτη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας. Μιας συνέχειας που φθάνει μέχρι σήμερα, εφόσον η σημερινή ελληνική γλώσσα είναι η γλώσσα των αρχαίων χρόνων, λαμβάνοντας, βέβαια, υπόψη την φυσική εξέλιξή της μέσα στον χρόνο.

Εδώ, επιτρέψτε μου, να καταφύγω στην ποίηση και να αναφέρω το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ελληνικής γλώσσας, όπως το προσδιόρισε ο νομπελίστας Έλληνας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης στην ομιλία του κατά την παραλαβή του βραβείου Νόμπελ στη Στοκχόλμη το 1979 :

«Μου εδόθηκε να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρόλ’αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ' ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί και στην υλικο-πνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου. Και το αναφέρω όχι διόλου για να υπερηφανευθώ, αλλά για να δείξω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ποιητής όταν χρησιμοποιεί για τα πιο αγαπημένα πράγματα τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούσαν μια Σαπφώ ή ένας Πίνδαρος […] στο μάκρος εικοσιπέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μην γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Nα τι είναι το βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση».

Σε ενδεχόμενη παρατήρηση ότι οι ελληνικές σπουδές ενδιαφέρουν μόνο τους μελετητές του παρελθόντος θα άξιζε - νομίζω - να θυμηθούμε ότι οι βάσεις του Ευρωπαϊκού μας πολιτισμού ανάγονται, όπως είναι γνωστό, στον ελληνικό στοχασμό και σε ελληνικούς θεσμούς, στη ρωμαϊκή νομοθεσία και στη χριστιανική πίστη. Και, βεβαίως, τα μεγάλα ελληνικά κείμενα που σφράγισαν την ευρωπαϊκή σκέψη (τα κείμενα του Ομήρου, του Πλάτωνος και του Αριστοτέλη, του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη και του Αριστοφάνη, του Ηροδότου και του Θουκυδίδη, του Πλουτάρχου, του Παυσανία, του Ιπποκράτη και του Γαληνού, για να αναφέρω μερικά από τις 4.000 περίπου κείμενα που έχουν μόνο σωθεί), προσέφεραν χιλιάδες βασικών εννοιών εκφρασμένων με χιλιάδες ελληνικών λέξεων που διαμόρφωσαν, καλλιέργησαν και πλούτισαν την ευρωπαϊκή σκέψη ιδίως από τα χρόνια της Αναγέννησης και εξής.

Και δεν θα ήθελα καθόλου να σταθώ στην ποσοτική προσέγγιση του θέματος της γλωσσικής συμβολής της Ελληνικής στην ευρωπαϊκή σκέψη, σε υπολογισμούς λ.χ. ότι τα 2/3 των λέξεων της Αγγλικής ανάγονται στις κλασικές γλώσσες, στην Ελληνική και στη Λατινική (κατά τον Άγγλο γλωσσολόγο David Crystal) ή ότι – συμπεριλαμβανομένων και των επιστημονικών όρων (Ιατρικής, Ζωολογίας, Φυσικής, Χημείας, Βιολογίας, Μαθηματικών, Ανθρωπιστικών Επιστημών κ.ά.)– τα δάνεια της Αγγλικής ανέρχονται σε πολλές δεκάδες χιλιάδων και κυριαρχούν στη διεθνή επιστημονική ορολογία. Περισσότερο μετράει η ποιοτική διάσταση: ότι έννοιες λεπτού, σύνθετου, απαιτητικού περιεχομένου είναι διεθνώς εκφρασμένες με ελληνικές λέξεις [δημοκρατία, πολιτική, διάλογος, ιδέα και ιδεολογία, ιστορία, θέατρο, δράμα, μουσική, ποίηση, μύθος, ήρως, φαντασία, αρμονία, συμμετρία, σύστημα, στρατηγική, ενέργεια, τεχνολογία, ηλεκτρικός, μέθοδος, κατηγορία, λογική, πρόβλημα, πρόγραμμα, θέμα, τύπος, φυσικός, θεραπεία, βίβλος, Χριστός, καθολικός, σχολείο, αθλητισμός, γυμνάσιο, λύκειο, φιλοσοφία, μαθηματικά, ρητορική ή τα σύγχρονα σάιμπερ (cyber-), μέγκα (mega-), νάνο (nano-), τέκνο (techno-), τέλε (tele-), χάιπερ (hyper-) κ.λπ.], και βεβαίως το ίδιο το όνομα Ευρώπη. Έτσι εξηγείται και το ότι στην Αγγλική, όταν αναζητείται μια νέα λέξη για να χαρακτηρίσει μια νέα έννοια και δεν ανευρίσκεται σ’ αυτή, λέγεται η φράση «Οι Έλληνες θα έχουν μια λέξη γι’ αυτό»!

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι τα μεγαλύτερα και πλέον διακεκριμένα ανά τον κόσμο Πανεπιστήμια και Ακαδημαϊκά Ιδρύματα θεωρούν αυτονόητο να περιλαμβάνουν στα προγράμματά τους, για λόγους κύρους, αυτό που ονομάζουμε «ελληνικές κλασσικές σπουδές», με αναφορά στην ελληνική γλώσσα, φιλοσοφία και ιστορία. Να πώς ερμηνεύει το γεγονός αυτό ένα από τα πιο δυνατά μυαλά της σύγχρονης ευρωπαϊκής διανόησης που χάθηκε πρόσφατα, η Γαλλίδα καθηγήτρια Ζακλίν ντε Ρομιγύ. Γράφει: «Ο Θουκυδίδης εξηγεί τις επεκτατικές φιλοδοξίες της πόλεως των Αθηνών κατά τρόπο που αποτελεί τη βάση για να ερμηνεύσουμε τους πολέμους του 20ού και του 21ου αιώνα στην εποχή μας.» Η ίδια μάλιστα γράφει για την εξελικτική πορεία της ελληνικής γλώσσας: «Μια συνεχής ροή ελληνικών καινοτομιών επέτρεψε σ’ αυτή τη γλώσσα να ανανεώνεται συνεχώς, εκφράζοντας νέες ποιητικές και φιλοσοφικές ανακαλύψεις».

Τέλος, επειδή το πιο αδρό και αδιαμφισβήτητο χαρακτηριστικό του ελληνικού πολιτισμού στο πέρασμα των αιώνων είναι η συνέχεια της ελληνικής γλώσσας, στην οποία αναφερθήκαμε ήδη, εκτιμώ ότι η λειτουργία ενός Κέντρου Νέας Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού στο Πανεπιστήμιό σας αποτελεί τη φυσική προέκταση μιας διαχρονικής επαφής με τον ελληνικό πολιτισμό, γεγονός για το οποίο αισθάνομαι ιδιαίτερη συγκίνηση.

Παράλληλα, με ιδιαίτερη ικανοποίηση παρατηρώ την ανάπτυξη της συνεργασίας των Πανεπιστημίων των δύο χωρών μας. Ειδικότερα, αναφέρομαι στις συμφωνίες συνεργασίας μεταξύ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και του Κρατικού Πανεπιστημίου Μπακού, του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και του Κρατικού Οικονομικού Πανεπιστημίου, του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και του Κρατικού Πανεπιστημίου Μπακού, ενώ υπάρχει προοπτική ευρύτερης δια-πανεπιστημιακής συνεργασίας.

Ιδιαίτερα σημαντικό επίσης, θεωρώ το γεγονός ότι η τωρινή επίσκεψή μου στο Αζερμπαϊτζάν επισφραγίζεται με την υπογραφή του νέου προγράμματος πολιτιστικής συνεργασίας για την τριετία 2011-2013.

Σε ένα κόσμο εξελισσόμενο και μεταβλητό, υπάρχουν αξίες διαχρονικές και αναλλοίωτες. Αυτές οι αξίες ανάγονται στον πολιτισμό και βρίσκουν τη γνησιότερη έκφρασή τους σε έναν σύγχρονο ανθρωπισμό, στην καλλιέργεια των γραμμάτων και της επιστήμης με έναν τρόπο που να οδηγεί από τις γνώσεις στη γνώση, σε ό,τι οι Έλληνες αποκάλεσαν σοφία, τη γνώση συνδυασμένη με την αρετή και την ηθική.

Αξιότιμε κύριε Πρύτανη,

Κυρίες και Κύριοι,

Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω ιδιαίτερα για την σημερινή τιμή και να ευχηθώ κάθε επιτυχία στο έργο σας.-

Κάρολου Παπούλια: ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ ΣΤΙΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

[Ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Κάρολου Παπούλια κατά την τελετή αναγόρευσής του σε Επίτιμο Διδάκτορα του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς, Ίδρυμα Ευγενίδου, 10 Μαρτίου 2011]


Αποτελεί ξεχωριστή τιμή για μένα η αναγόρευσή μου σε επίτιμο διδάκτορα του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς.

Επέλεξα να μιλήσω, σήμερα, για τη σημασία που έχει η σύνδεση της θεωρίας με την πράξη στις Διεθνείς Σχέσεις, ακριβώς γιατί η συγκυρία ευνοεί τέτοιου είδους προβληματισμούς. Οι ηγεσίες της Ευρωζώνης, για παράδειγμα, συμφωνούν, σε θεωρητικό επίπεδο, ότι το κοινό μας νόμισμα ταυτίζεται με την κοινή μοίρα των λαών μας. Στην πράξη, ωστόσο, δεν έχουν ληφθεί οι αποφάσεις εκείνες που θα προστατεύσουν το ευρώ από την κερδοσκοπία.

Αύριο θα πραγματοποιηθεί μία πολύ σημαντική έκτακτη Σύνοδος Κορυφής των ηγετών της Ευρωζώνης. Στις 25 Μαρτίου, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων των «27» θα κληθούν να πάρουν ιστορικής σημασίας αποφάσεις. Για την ώρα, καταγράφονται παλινωδίες και δισταγμοί στην αντιμετώπιση της κρίσης χρέους από την οποία δοκιμάζονται οι χώρες της περιφέρειας.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει καθυστερήσει δραματικά να προωθήσει το ευρωομόλογο, το οποίο θα ανέκοπτε τη δυναμική των κέντρων εκείνων που επιδιώκουν να βυθίσουν εθνικές οικονομίες, για να κερδίσουν από το «τζογάρισμα» στη χρεοκοπία. Δεν είναι η πρώτη φορά που οι ευρωπαϊκές ηγεσίες αργούν να αντιδράσουν, αφήνοντας τις κρίσεις να εξελιχθούν και τα προβλήματα να γιγαντωθούν. Αυτή τη φορά, όμως, διακυβεύονται περισσότερα: Αν οι πολιτικές ηγεσίες δεν καταφέρουν να ανακτήσουν τον έλεγχο από τα οικονομικά κέντρα που έχουν θέσει σε ομηρία την ευρωζώνη, τότε δεν θα διακυβευθεί απλώς η ευημερία των λαών, αλλά η ίδια η προοπτική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Η Ευρώπη πρέπει να διδαχθεί από τη σημερινή κρίση. Να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων από τις αγορές και να καλύψει τα θεσμικά κενά και τις αδυναμίες στο σύστημα οικονομικής διακυβέρνησης της ευρωζώνης.

Η Ευρώπη πρέπει να δώσει μια συνολική, μια ολοκληρωμένη απάντηση στην κρίση. Μόνον έτσι θα καταφέρει να πείσει τους Ευρωπαίους πολίτες -που σηκώνουν το μεγάλο βάρος της κρίσης- ότι οι βασικές αξίες και αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η Ένωση παραμένουν επίκαιρες και έχουν μέλλον.

Χρειάζεται, επομένως, να αναζητηθεί ισορροπία ανάμεσα στη δημοσιονομική πειθαρχία και στις πολιτικές στήριξης της ανάπτυξης και της απασχόλησης. Τα μέτρα που θα ληφθούν πρέπει να αποβλέπουν και στην προστασία της «κοινωνικής Ευρώπης», που υπήρξε διαχρονικά ένα από τα βασικά συστατικά της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Θέλω όμως, στο σημείο αυτό, να τονίσω το εξής: Δεν πρέπει -ούτε είναι στις προθέσεις μου- να μεταθέτουμε σε άλλους, τρίτους, τις αυταπόδεικτες ευθύνες που έχουν οι δικές μας κυβερνήσεις των τελευταίων δεκαετιών- μέλος των οποίων υπήρξα και ο ίδιος- για την οικονομική κατάσταση της χώρας. Ούτε να υποτιμάμε τις χρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, γιατί αυτές ευθύνονται κυρίως για τη διεύρυνση της κρίσης και συνιστούν εμπόδιο για την ανάκαμψη.

Είναι αναγκαίο, εκτός από την Ευρώπη, να αντλήσουμε κι εμείς διδάγματα από την κρίση και να αναλάβουμε πλήρως τις ευθύνες που μας αναλογούν για την αντιμετώπισή της.

Γιατί είναι προφανές ότι η σωτηρία της χώρας, που την οφείλουμε στα παιδιά μας και στις επόμενες γενιές, εξαρτάται πρωτίστως από εμάς τους ίδιους. Και γιατί, επίσης, μόνον έτσι μπορούμε να διεκδικήσουμε, με αξιώσεις και επιχειρήματα, τη συνδρομή των εταίρων.

Κύριε Πρύτανη, Κυρίες και Κύριοι,

Με βάση αυτή τη διαπίστωση, πρέπει στη χώρα μας να γίνουν ουσιώδεις αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, κυρίως στους τομείς της οικονομίας, της υγείας, της παιδείας και της δημόσιας διοίκησης. Στο πλαίσιο της παρούσας ομιλίας, αρκούμαι απλώς στην ακόλουθη διατύπωση που αφορά την οικονομία μας: Είναι κοινή διαπίστωση ότι επείγει η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, απαιτείται, μεταξύ άλλων, και η ενίσχυση της εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας. Οι επιχειρηματίες οφείλουν να αναλάβουν το μερίδιο της ευθύνης που τους αναλογεί για την έλλειψη ανταγωνιστικότητας της χώρας – αφού, σήμερα, οι εξαγωγές χωρίς επιδοτήσεις αποδεικνύονται δύσκολες. Από την άλλη πλευρά, το κράτος επιβάλλεται να αναλάβει τις ευθύνες του απέναντι στους επιχειρηματίες εκείνους που, παρά τις προσπάθειες που καταβάλλουν, βρίσκουν απέναντί τους ένα κράτος δύσκαμπτο, μίζερο και αντιπαραγωγικό, το οποίο, αντί να δίνει ώθηση στις προσπάθειές τους, τις παρακωλύει.

Αξίζει να επισημανθεί ότι η αύξηση της αξίας των εξαγωγών μας, στο πρώτο δεκάμηνο του 2010, κατά 4,3% (ένα ποσοστό που σχετίζεται, βέβαια, και με τη χαμηλή βάση εκκίνησης του προηγούμενου έτους), θεωρείται, από αρμόδιους φορείς, ελπιδοφόρο μήνυμα. Μια δυναμική εξωστρέφεια όλο και περισσότερων επιχειρήσεών μας θα έχει ευεργετική επίδραση στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, εφόσον υπολογίζεται ότι μια αύξηση των εξαγωγών κατά 4% επιφέρει, μεσοπρόθεσμα, μία μόνιμη άνοδο του ΑΕΠ μας κατά 1%.

Κύριε Πρύτανη, Κυρίες και Κύριοι,

Επιτρέψτε μου, τώρα, να διατυπώσω κάποιες πιο γενικές παρατηρήσεις για το ζήτημα της σημασίας της σχέσης της θεωρίας με την πράξη, όσον αφορά την χάραξη και άσκηση μιας αποτελεσματικής εξωτερικής πολιτικής.

Το θέμα απασχολεί τόσο εσάς ως δασκάλους της διεθνούς πολιτικής, όσο και την πολιτική ηγεσία του τόπου, που, στο σύνολό της, φροντίζει ώστε η εξωτερική μας πολιτική να μη χαράσσεται συγκυριακά, αλλά να είναι, όσο γίνεται μακρόπνοη και προορατική. Και λέω «όσο γίνεται», αφού συχνά η Ιστορία μας εκπλήσσει όλους, με τα ξαφνικά «γυρίσματά» της και τις ανατροπές της.

Τα πρόσφατα γεγονότα σε χώρες της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, δείχνουν ότι πρέπει να μελετάμε σε βάθος τις «υπόγειες» πολιτισμικές, οικονομικές και πολιτικές διεργασίες.

Η Ελλάδα ακολουθεί τις εξής τρεις κατευθυντήριες αρχές στη διεθνή της συμπεριφορά: πρώτον, είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμη να προασπίσει την εθνική της ανεξαρτησία και τα εθνικά συμφέροντα, με τον πιο αποφασιστικό τρόπο, δεύτερον, σέβεται τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου και πιστεύει στην ανάγκη τήρησης και εφαρμογής τους απ’ όλα ανεξαιρέτως τα μέλη της διεθνούς κοινότητας, και, τρίτον, δρα μέσα στο προνομιακό περιβάλλον της μεγάλης ευρωπαϊκής οικογένειας, για να επιτύχει ένα καλύτερο μέλλον για την ίδια, αλλά και για να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας πιο ισχυρής και αποτελεσματικής -σε επίπεδο ασκουμένων πολιτικών- Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με βάση αυτές τις τρεις καταστατικές αρχές της εξωτερικής μας πολιτικής, μπορούμε να χαράξουμε στρατηγικές και επιμέρους τακτικές, που να λαμβάνουν υπ’ όψιν όσο το δυνατόν πιο πολλές σταθερές αλλά και μεταβλητές του διεθνούς συστήματος, όπως είναι:

1) οι πολιτικές και οικονομικές διεργασίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο και στο εσωτερικό της γείτονος Τουρκίας. Οι οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση εξάλλου αφορούν όχι μόνον την Ελλάδα, την Ιρλανδία και τις άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου, αλλά το ίδιο το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως ευρωπαϊκής συμπολιτείας,

2) η ανάδυση νέων δυνάμεων στο διεθνές πολιτικό στερέωμα, όπως είναι, κυρίως, η Κίνα, αλλά και η Ινδία, το Ιράν και η Βραζιλία,

3) η οικονομική και στρατιωτική ανόρθωση της Ρωσίας, τα τελευταία χρόνια, και η σημασία αυτού του γεγονότος για την ευρωπαϊκή και την ενεργειακή πολιτική,

4) η τεράστια κλιματική αλλαγή στον πλανήτη μας, που εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους για το φυσικό περιβάλλον και την υγεία όλων μας,

5) η αφύπνιση και εξέγερση των αραβικών λαών, που διεκδικούν ελευθερία και δημοκρατία.

Ξεχωριστή θέση για τη χώρα μας που δέχεται το 80% των μεταναστών της Ένωσης έχει βέβαια η ένταση των μεταναστευτικών ροών και η διαχείριση αυτής της σύνθετης κατάστασης.

Κύριε Πρύτανη, Κυρίες και Κύριοι,

Κλείνοντας την ομιλία μου, επιτρέψτε μου να εκφράσω την αισιοδοξία μου ότι τόσο η χώρα μας, όσο και η Ευρώπη, θα ξαναβρούν γρήγορα το βηματισμό τους. Είμαι αισιόδοξος, γιατί πιστεύω στις αστείρευτες δημιουργικές δυνάμεις του λαού. Δεν λησμονώ, επίσης, ότι το μεταπολεμικό εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης συνάντησε, στην πορεία του, πολλές δυσκολίες. Πάντοτε, όμως, οι Ευρωπαίοι πολίτες έβρισκαν τους τρόπους για να τις ξεπεράσουν. Πιστεύω ακράδαντα ότι το ίδιο θα συμβεί και σήμερα.

Σας ευχαριστώ.-

Γιάννης Κορίδης, "Κλειστός χώρος"

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

«και ενεθυμήθη ότι ήσαν σαρξ:
άνεμος παρερχόμενος, και μη επιστρέφων»
[Ψαλμός οη΄- 39]

Η ποιητική συλλογή «Κλειστός χώρος» του Γιάννη Κορίδη, από τις εκδόσεις Ιωλκός, μας δίνει την ευκαιρία να εκφράσουμε την συγκίνηση και το θαυμασμό μας, εστιάζοντας το φακό μας σε κάποιους από τους στίχους της, αφού εκ των πραγμάτων είναι αδύνατο να αναφερθούμε σε όλους.

Τι είναι αυτό που αντικρίζει στον καθρέφτη ένας άνθρωπος ευγενής, μειλίχιος, στωικός και ανατρέπει το ρυθμό του; Σίγουρα όχι ο εαυτός του.

Με την ικανότητα του Μάντη βλέπει το λεηλατημένο τοπίο που θα συναντήσει κανείς, όταν το ποίημα δεν γράφεται στην ώρα του, γι αυτό και μας παροτρύνει:

Μην αναβάλεις την κατάθεσή του στο χαρτί

Ώστε να «μη χαθείς, στο μεγάλο δάσος, να μη γίνεις χώμα, στάχτη και σύννεφο».

Να μη χαθεί η σημαίνουσα αξία του. Γιατί, τότε θα έρθει η

Ατέλειωτη σιωπή
Στα μη κατονομαζόμενα
Στα επικίνδυνα
Στα άκρως απόρρητα

βιώματα πνευματικά, αγωνίες υπαρξιακές που απαιτούν να βγουν στο φως. Όπως κάποιες νύχτες, όταν

Έρχονται κάποιοι ποιητές και μ’ αναστατώνουν
Αφήνουν τους στίχους τους πάνω στο τραπέζι
Με κοιτάζουν και δε μιλούν

Μάταια τους παρακαλεί. Ψάχνουν τα χαρτιά του, τα συρτάρια του, αυτά που βρίσκονται στο βάθος του μυαλού του. Τα ψάχνει κι ο ίδιος. Ποιος είμαι; Από πού ήρθα, που πάω; αναρωτιέται.

Το άλλο πρωί ξυπόλυτος
Παίρνω τους δρόμους

Τον ακολουθούμε, με την ελπίδα να μας δοθεί η χάρη της μέθεξης στο όνειρο και της γνώσης του λογισμού του.

Στο ποίημα με τον τίτλο «Παράδοξα» αναπλάθει την πόλη υπό την σκέπη του θρηνωδού ουρανού και μ’ ένα ποιητικό «εσύ» βάζει τον αναγνώστη κάτω από τα φώτα, τα απροστάτευτα από το θρήνο του και τον εμπλέκει με το «παράδοξο» της ζωής, του θεάτρου, της ποίησης!

Και με τους στίχους
Με σακατεύεις κάθε βράδυ
Με τσακίζεις με πονάς….
Με ποια δύναμη λοιπόν
Με ποια αιτία ν’ αντισταθώ
Όταν γύρω μου
Βιβλία έπιπλα
Χορεύουν

εκφράζεται ο άφατος πόνος που αναιρεί τη λογική και την τάξη του κόσμου.

Μπροστά μας προβάλλει η οδός Ιπποκράτους, αριθμός 65, όπου λειτουργούσε για επτά ολόκληρα χρόνια κάτω από τη μύτη της χούντας το παράνομο τυπογραφείο. Μερόνυχτα μάτωναν τα χέρια του κι έπαιζε κάθε μέρα, πάνω στο μάρμαρο, κορώνα γράμματα τη ζωή του, αντιστεκόμενος..

Μόνη καταφυγή τα ποιήματά μου

θα τραγουδήσει.

Γνωρίζει ότι η ποίηση έχει κάτι που μας ξεπερνά, κάτι που βρίσκεται στη γρήγορη σύμπτυξη της ουσίας.

Η συνάντηση με τον Οιδίποδα τον αφήνει φαινομενικά αδιάφορο; Τον βλέπει να σέρνεται τυφλός, τον εκλιπαρεί για λίγο νερό, τον ακούει να καταριέται τη Θήβα και τη μάνα του και τον προσπερνά. Τι είναι αυτό που τον τρομάζει;

Πιο κάτω από το θολωτό γεφύρι
Ένιωσα την τελευταία κραυγή του
Είδα τον ουρανό να σκίζεται στα δύο

Από την ώρα εκείνη
Κουβαλώ το δήμιο μέσα μου
Γράφω ποιήματα και παραμιλώ

Αύριο μεθαύριο αλλάζω προσωπείο

Ποιο αίνιγμα μας καλεί να λύσουμε ο Ποιητής; Εμείς, που δεν έχουμε το χάρισμα του Οιδίποδα;

Πολλές φορές τον απασχολεί η έννοια του θανάτου, τον οποίο παρομοιάζει με άγγελο που μας σημαδεύει:

Όπου να ’ναι θα σβήσουν τα φώτα
Οι άλλοι που έρχονται
Θα μας πάρουν το σπίτι

Άλλοτε πάλι κάτι αόρατο τον οδηγεί σ’ ένα εσωτερικό μονόλογο σε μια προσευχή, προς τον Άγγελο προστάτη

Για κείνο το παιδί το επαρχιωτόπουλο
Το τόσο άγουρο στην αμαρτία:
Κάτω από τις φτερούγες σου
Διάφανο νερό
Συνεχίζει να γράφει
Τα ποιήματά του

Ενώ, άφτεροι Άγγελοι χορεύουν στα πόδια του θεού μαζί με την καρδιά του.

Σεπτέμβρης, Σαλαμίνα, Σικελιανός, Καραϊσκάκης. Ό,τι προσωπικό κι αν σηματοδοτούν για τον ποιητή ένας μήνας, ένα νησί, δύο μεγάλες μορφές, η μία της ποίησης, η άλλη της ιστορίας, με το φεγγάρι από πάνω τους, φωτοστέφανο, μας επιτρέπει ν’ αναγνωρίσουμε το Σεπτέμβρη της περισυλλογής και του απολογισμού. Τη Σαλαμίνα, τη θυγατέρα του Ασωπού, την πόλη του Αίαντα, την πατρίδα του Ευριπίδη, το νησί του θριάμβου της δικαιοσύνης στην αδικία. Να αναπλάσουμε την αγγελική μορφή του Σικελιανού, συνέχεια της αρχαίας παράδοσης και του Γεωργίου Καραϊσκάκη, μπροστάρη, του νέου Ελληνικού κράτους!

Κι ύστερα το παιχνίδι της μνήμης, παρόν και παρελθόν ανταμώνουν στον ακαθόριστο χωρόχρονο. Η φιγούρα του Πατέρα, όμοιος με τον Αϊ-Γιώργη, το δρακοκτόνο, σύμβολο της επιβολής του καλού ενάντια στο κακό, του πνεύματος στην ύλη.

Μύθος, θρησκεία, πραγματικότητα σ’ ένα σκηνικό καταλύτη, αναστατώνουν τον άνδρα και καθώς αγγίζει τα ρούχα του πατέρα, μεταμορφώνονται και οι δυο σε αερικά και τρέχουν στο δάσος.

Η ανάμνηση του ήχου από το τρίξιμο της σκάλας που ανεβαίνει, το μαγκανοπήγαδο που γυρίζει τον φέρνει πίσω στην τρυφερή ηλικία και νιώθει εκείνη την ανησυχία της Μάνας που όλο την κρύβει για να μη φέρει αναστάτωση, να κρατήσει την γαλήνη του σπιτιού της. Ίσως κι εκείνη ξέρει, όπως και ο γιος της, πως ο Πατέρας δεν έφυγε ποτέ. Απλούστατα άλλαξε δωμάτιο

Τον είδα ένα βράδυ να κάθεται σταυροπόδι
Να χτενίζεται με την παλιά ξεδοντιασμένη τσατσάρα
Να έχει τα μάτια του κλειστά και να καπνίζει
Ξαφνικά ο πατέρας μου γίνεται σύννεφο
Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει να βρέχει

Η λυτρωτική βροχή, σαν την αγάπη που βγαίνει στο δρόμο και όλους τους θαμπώνει γιατί είναι η

Αγάπη αδελφή της γαλήνης των φτωχών
Κομμένη φέτα ψωμιού πάνω στο τραπέζι
Όπου πατείς φυτρώνουν τριαντάφυλλα
Όπου σταθείς εκεί αναβλύζει νερό
Αγάπη η ζωή σου κλειδώνει στον αστερισμό του δίνω
Λυρικός και νοσταλγός, κοιτάζει πίσω του το παιδί, που
Φυτεύει τριαντάφυλλα και γιασεμιά
Ανέμελο ανυποψίαστο
Για το λύκο που παραμονεύει.

Ρομαντικός νέος, διαπιστώνει ότι τα λόγια είναι φτωχά, ότι τώρα οι μαργαρίτες δε μαδούν, στέλνει στίχους με υπονοούμενα, τον πόθο ν’ απαλύνει.

Άνδρας Ερωτικός, υμνεί τη γυναίκα:
Πάνω στο σώμα σου γεννήθηκε η άνοιξη
Πάνω στο σώμα σου κοιμάται το φως
Ποιήματα μουσικές χορεύουν

Για να κλείσει ο κύκλος με μία παράκληση του ποιητή, παράκληση που ίσως θα έπρεπε να κάνουμε εμείς, αφού μέσα από την ποίηση οδηγούμαστε στην αυτογνωσία.

Κρατήστε αυτούς τους στίχους
Όσο γυμνοί είναι τόσο κρυώνουν
Δεν μπόρεσα ούτε ένα ρούχο να τους αγοράσω
Και τώρα που φεύγω
Δεν έχω πού να τους εμπιστευτώ

Έχε εμπιστοσύνη, Ποιητή, αυτοί που θα ακολουθήσουν, θα κρατήσουν τους στίχους σου για πάντα.

Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

Π. Β. Πάσχου: ΠΙΣΩ ΑΠ’ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ (νέο ποίημα)

στον π. Παναγιώτη Καποδίστρια


Πέρ’ απ’ την ομορφιά προσπάθησε, όσο γίνεται,
να ιδείς την ωραιότητα, έστω κι αν δείχνει
να ξεπερνάει το μυαλό σου. Βάλε δύναμη
μέσ’ από την καρδιά σου : όλο εκείνο
το αίμα σου που γράφει τις απρόσιτες
σελίδες της ποιήσεως. Κι ας κρύβεται
ανάμεσα στους στίχους σου το νόημα∙ οι άξϊοι
μπορούν και το δϊακρίνουν πάντοτε,
περνώντας μέσ’ από τα περιθώρϊα
ή τα δϊάστιχα, και φτάνοντας ώς την ψυχή
του ποιητή, που πίσω απ’ τις λέξεις κρύβεται.
Η ομορφιά μπορεί∙ μα η ωραιότητα
δεν γίνεται να μπει και να χωρέσει
στα πράγματα που περιγράφονται.
---- * ----
Related Posts with Thumbnails