© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

Η διδασκαλία της ιστορίας

Γράφει ο Παναγιώτης Αγησιλάου Ζιωτόπουλος
Βασικόν χαρακτηριστικόν όλων των νομοσχεδίων και υπουργικών αποφάσεων που αφορούσαν την παιδεία-εκπαίδευση στην χώρα μας ήταν το «ή του ύψους ή του βάθους». Με άλλα λόγια κάθε νέα κυβέρνηση νομοθετούσε όχι με γνώμονα το «εθνικόν συμφέρον» αλλά μόνον το λεγόμενον κομματικόν συμφέρον( εκείνο που θα εξασφάλιζε περισσοτέρους ψηφοφόρους στην κυβερνώσα παράταξη), επί πλέον δε το εντελώς αντίθετον από ό.τι είχεν νομοθετήσει η προηγουμένη παράταξις. Στην μεταπολιτευτική Ελλάδα το κομματικόν συμφέρον, ως είναι ευνόητον, συνδέθηκε με την εφαρμογή της λεγομένης «αποχουντοποίησης», που στην πράξη εξομοιώθηκε με την νομοθέτηση της ήσσονος προσπαθείας. Δικαιολογία ήταν ο δήθεν εκμοντερνισμός της εκπαίδευσης, βάσει νέων διεθνών προτύπων, η απαλλαγή των μαθητών από το βάρος περιττών και απηρχαιωμένων υποτίθεται γνώσεων και η παροχή χρόνου προς απόκτησιν γνώσεων απαραιτήτων για την προσαρμογή στον νέο τρόπο ζωής που επιβάλλουν οι καινούργιες τεχνολογίες(πληροφορική κ..λ.π.). Θύμα της ανωτέρω νοοτροπίας κατά το τελευταίον τρίτον του περασμένου αιώνος υπήρξεν εν πρώτοις η ελληνική γλώσσα. Τοιουτοτρόπως, περιορίσθηκε η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών, καθιερώθηκε το λεγόμενον μονοτονικόν σύστημα, περιθωριοποιήθηκε η διδασκαλία κειμένων της νεοελληνικής λογοτεχνίας, που η μελέτη τους δημιουργούσε βαθμιαίως υγιά και όχι περιθωριακήν νεοελληνικήν αυτοσυνειδησίαν, καταργήθηκε το μάθημα των εκθέσεων ως εν δυνάμει κειμένων αποκάλυψης και καλλιεργείας λογοτεχνικού ταλάντου και προωθήθηκε η μελέτη των λεγομένων κειμένων κοινωνικού προβληματισμού. Αποτέλεσμα όλων των ανωτέρω είναι οι σημερινοί νέοι να μη είναι σε θέση να γράψουν σωστά ούτε μιάν αίτηση, αλλά και να πλήττονται από μεγάλη λεξιπενία, όσο κι αν ο Κύριος Μπαμπινιώτης και οι φωστήρες των τηλεοπτικών διαύλων προσπαθούν μέσω ατέχνων τακτικών που χαρακτηρίζονται reportage, να μας πείσουν περί του αντιθέτου. Αραγε μπορεί να φαντασθεί κανείς τι θα γίνει εάν ζητήσουμε από έναν έφηβο να αναπτύξει «εν συνεχεί λόγω» σε 10 έως 15 λεπτά ένα απλό και συνηθισμένο θέμα, π.χ. περί του Ερυθρού Σταυρού, περί των Ολυμπιακών Αγώνων, περί των Χριστουγέννων κ.λ.π., χωρίς να σταματά και να κομπιάζει, χωρίς να επαναλαμβάνει συνεχώς τις ίδιες λέξεις; Θα είναι μία πραγματική τραγωδία. Έφθασαν να «βάλουν χέρι» και στην νεοελληνική γραμματική, την γνωστή σε όλους μας «μετεξέλιξη της θυγατέρας του αειμνήστου Μανώλη Τριανταφυλλίδη». Μέσα από μια απολύτως άρτια από πλευράς εμφανίσεως παρουσίαση(το βιβλίο της σχολικής γραμματικής για την 5η και 6η τάξη του δημοτικού σχολείου αποτελεί αριστούργημα από αισθητικής πλευράς) προσπαθούν να προοωθήσουν την ιδέα της φωνητικής ορθογραφίας. Εξ άλλου, τα παιδαγωγικά στοιχεία του βιβλίου αυτού(εικόνες, διάλογοι κ.λ.π.) δίνουν την εντύπωση ότι το βιβλίο αυτό προορίζεται για ανεγκεφάλους ή τουλάχιστον ευήθεις.
Άλλα θύματα υπήρξαν η γεωγραφία (Αναφέρεται ότι όταν κάποιος μαθητής ερωτήθηκε «που βρίσκεται η τάδε πόλη;» απάντησε «Πού να ξέρω; Μήπως έχει παίξει ποτέ εκεί ο Ολυμπιακός;»), τα θρησκευτικά (έχουμε γράψει επανειλημμένως για την προσπάθεια αποδυνάμωσης της διδασκαλίας του μαθήματος, και της δήθεν μετατροπής του σε θρησκειολογία. Υπ’ όψιν ότι η θρησκειολογία είναι μάθημα δυσκολώτατο που μόλις και μετά βίας διδάσκεται στους φοιτητές των θεολογικών σχολών) και βεβαίως η ιστορία μας. Η γεωγραφία, η γλώσσα και η ιστορία μιάς χώρας αποτελούν την ταυτότητά της στο πέρασμα των αιώνων. Ειδικώς για μας τους Νεοέλληνες η θρησκεία μας έχει την ιδιαιτερότητα να αποσαφηνίζει πλήρως το γιατί οι πιστοί είναι Έλληνες και δεν μπορεί παρά να είναι Έλληνες τουλάχιστον στην συντριπτική τους πλειοψηφία. Η γεωγραφία μας είναι οι αιώνιες συντεταγμένες στις οποίες άνθισε ο πολιτισμός μας. Η γλώσσα μας με όλες της τις εκφάνσεις της και τα δημιουργήματά της είναι ο ίδιος ο πολιτισμός μας. Η ιστορία μας είναι η ιστορία της δημιουργίας, της ανάπτυξης, του μεγαλουργήματος, και της εξέλιξης του πολιτισμού μας. Τέλος, η θρησκεία μας εκτός από τρόπος βίωσης της σύνδεσης του ρητού με το άρρητο και το απόλυτο, είναι συγχρόνως και το όλον θαύμα της υφ’ ημών πρόσληψης των ανωτέρω ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως, δηλαδή είναι η πραγμάτωση του «…ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο υιός του ανθρώπου (Ιωαν. 12, 20-23)». Όποιος συνεπώς παραποιεί την θρησκεία, την γεωγραφία, την γλώσσαν και την ιστορίαν μας, είναι εχθρός του Ελληνισμού.
Το μάθημα της ιστορίας άρχισε να διδάσκεται για πρώτη φορά στο «Βασίλειον της Ελλάδος», όταν ηγεμόνας ήταν ο βασιλεύς Όθων. Ευνόητον ότι κατά τα προηγούμενα χρόνια, όταν κυβερνήτης ήταν ο Ιωάννης Καποδίστριας, παρά τον ιδιαίτερον ζήλον και τις άοκνες προσπάθειες του τελευταίου για την δημιουργία, την στελέχωση και την λειτουργία σχολείων, δεν ήταν δυνατόν να γίνει λόγος για κατά κυριολεξίαν διδασκαλίαν της ιστορίας. Τοιουτοτρόπως, στον νόμο «Περί Δημοτικών Σχολείων, τμήμα Α’, άρθρον 1»αναγράφεται ότι «Εις έκαστον δημοτικόν ή του λαού σχολείον θέλουν διδάσκεσθαι Κατήχησις, Στοιχεία της Ελληνικής, Ανάγνωσις, Γραφή…στοιχεία της ελληνικής ιστορίας…», ενώ στο «τμήμα Β’, κεφάλαιον Β’, άρθρον 8, ορίζεται ότι «Οι υπεύθυνοι δια την θέσιν του δημοδιδασκάλου πρέπει να έχουν γνώσιν της Ιεράς και της Ελληνικής Ιστορίας». Ο ανωτέρω νόμος (6/18 Φεβρουαρίου 1834) έχει υπογραφεί από τους αντιβασιλείς Αρμανσμπεργκ, Μάουρερ, Ευδεκ και τους γραμματείς της επικρατείας(υπουργούς) Α. Μαυροκορδάτον, Ν. Θεοχάρην, Κ.Δ. Σχινάν, Ι. Κωλέττην, Ι. Σμαλτς. Το 1852 (20 Ιουλίου) ο υπουργός Σ. Βλάχος με εγκύκλιόν του συνέστησεν την προμήθειαν διαφόρων βιβλίων από το βιβλιοπωλείον- τυπογραφείον του Α. Κορομηλά, που τα προσέφερε σε τιμές χαμηλότερες των αναγραφομένων.Το βιβλίον π.χ. της ιστορίας προσεφέρετο αντί 20 λεπτών, ενώ η αναγραφομένη τιμή ήταν 25 λεπτά. Ο ίδιος υπουργός επίσης με εγκύκλιόν του της 3 Οκτωβρίου 1953 συνέστησεν την προμήθειαν του βιβλίου Ελληνικής Ιστορίας των Ιρβιγγος- Αντωνιάδου (ο πρώτος συγγραφεύς, ο δεύτερος μεταφραστής) σε τιμή 20 λεπτών, έναντι της αναγραφομένης τιμής των 50 λεπτών. Στις 4 Ιουλίου ο υπουργός Π. Αργυρόπουλος συνέστησεν την προμήθειαν του βιβλίου «Σύνοψις της Ελληνικής Ιστορίας» του Σ. Κ. Βλαστού(Τιμή 20 λεπτά αντί της αρχικής των 50 λεπτών). Σε βασιλικόν διάταγμα της 8 Ιουνίου 1956(υπογράφουν η βασίλισσα Αμαλία και ο υπουργός Χ. Χριστόπουλος αναφέρεται μεταξύ άλλων, ότι οι υποψήφιοι δημοδιδάσκαλοι εξετάζονται και εις την ιστορίαν.
Στα λεγόμενα «Ελληνικά Σχολεία» οι μαθητές διδάσκονταν και στις τρεις τάξεις την «Παλαιάν ιστορίαν Ελλάδος και Ρώμης και τα γενικώτερα εκ των της μεσαίας και νέας ιστορίας μέχρι τέλους». Οι ώρες διδασκαλίας ήταν 3 εβδομαδιαίως. Επίσης, οι δάσκαλοι των Ελληνικών Σχολείων έπρεπε να ήταν καλοί γνώστες της «Παλαιάς και Νέας ιστορίας»(Διάταγμα της 31 Δεκ./12 Ιαν. 1837. Υπογράφουν οι αντιβασιλείς και οι υπουργοί Ι. Ρίζος, Δ. Μανσόλας, Α.Γ. Κριεζής, Γ. Λασάνης και Ι. Σμαλτς). Στο ίδιο διάταγμα υπάρχουν τα αναφερόμενα στην διδασκαλία της ιστορίας στα Γυμνάσια, τότε 4ετή(Δυο ώρες εβδομαδιαίως). Στα ελληνικά σχολεία η διδασκαλία της ιστορίας έπρεπε να είχεν «πρότυπον σκοπόν να εντυπώνη εις την μνήμην των μαθητών τα κυριώτερα συμβάντα, ονόματα και χρονολογίας, περιοριζομένης της διηγήσεως εις τα αναπόφευκτα και τα τερπνότερα, και να αποβλέπη πάντοτε εις το να μορφώνη την εις ελευθέραν έκθεσιν των ιδεών έξιν των μαθητών». Επίσης, οι δάσκαλοι έπρεπε να έδειχναν πάντοτε στον γεωγραφικό χάρτη τους τόπους στους οποίους αναφέρονταν. Στα Γυμνάσια το μάθημα της ιστορίας ήταν το ίδιο όπως και στα ελληνικά σχολεία, αλλά « η παράδοση γινόταν σε περισσότερη έκταση και αναφέρονταν οι πηγές. Κατά την πρώτη τάξη η παράδοση περιελάμβανε την γενική ιστορία από τις αρχές των ιστορικών χρόνων μέχρι του 5ου αιώνος π.Χ. Κατά την δευτέρα τάξη από του 5ου μέχρι του 16ου αιώνος, ενώ κατά την Τρίτη τάξη από του 16ου αιώνος και εφεξής. Κατά την Τετάρτη τάξη γινόταν η διδασκαλία ολόκληρης της ελληνικής ιστορίας.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το νεοσύστατον Ελληνικόν κράτος εμερίμνησεν εξ αρχής για την διδασκαλία του μαθήματος της ιστορίας, θέτοντας επί σταθερών βάσεων την ήδη υπάρχουσαν ελληνικήν αυτοσυνειδησίαν των νεαρών μαθητών. Ανέκαθεν ο σωστός δάσκαλος, είτε με λίγα είτε με πολλά εποπτικά μέσα, κατώρθωνε το ίδιο πράγμα, αρκεί να ήταν ευσυνείδητος, επαρκώς καταρτισμένος και να είχε ζήλο και μεράκι για το μάθημα και αγάπη για τους μαθητές του. Εννοείται, ότι ειδικά στην Νέα Ελλάδα για να δημιουργούσε ελληνική αυτοσυνειδησία ο δάσκαλος, θα έπρεπε προηγουμένως να είχε κι ο ίδιος ελληνική αυτοσυνειδησία. Εννοείται επίσης, ότι ήδη οι μαθητές είχαν από τις οικογενειακές εστίες τους όλες τις απαραίτητες καταβολές, που θα τους επέτρεπαν να βιώσουν ότι Ρωμιοί και (Νέο)Ελληνες ήταν το ίδιο πράγμα. Οι κάτοικοι της νέας μικρής χώρας γνώριζαν ήδη 1) Ότι ήταν χριστιανοί και ότι οι γονείς και οι πρόγονοί τους είχαν πολεμήσει τον αλλόθρησκο κατακτητή για την ελευθερία τους. 2) Ότι η χριστιανωσύνη τους ήταν διαφορετική από την χριστιανοσύνη των άλλων Ευρωπαίων (εκείνοι ήταν Φράγκοι). 3) Ότι ήταν Ρωμιοί, δηλαδή ελληνόφωνοι απόγονοι των επίσης ελληνοφώνων κατοίκων της πάλαί ποτέ κραταιάς Ανατολικής Ρωμαικής Αυτοκρατορίας ή Ρωμανίας. 4) Ότι στα εδάφη των είχαν ζήσει κατά την αρχαιότητα άνθρωποι τρανοί και μεγάλοι, των οποίων τα κατορθώματα είχαν γίνει γνωστά σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Ο δάσκαλος ήταν εκείνος που θα επιχειρούσε την τελική σύνθεση προς όφελος των μαθητών. Για να γίνονταν κατορθωτά όλα τα ανωτέρω, χρειάζονταν χρόνος, κατάλληλα πρόσωπα και κατάλληλα βιβλία. Είναι προφανές, ότι στην αρχή άλλα μέρη της Ελλάδας θα είχαν σχολεία και άλλα δεν θα είχαν. Εννοείται επίσης ότι μέχρις ότου γραφούν σχολικά βιβλία ιστορίας από Έλληνες συγγραφείς, θα χρησιμοποιούνταν μεταφράσεις ξενογλώσσων βιβλίων είτε γενικής είτε ελληνικής ιστορίας. Τοιουτοτρόπως δεν άργησαν να κυκλοφορήσουν βιβλία λίαν αξιόλογα για την εποχή τους, όπως π.χ. «Εγχειρίδιον της Γενικής Ιστορίας, τόμοι 3, 1849-1853 του Κ. Παπαρρηγοπούλου», «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους, από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον-1853» του ιδίου, «Ο ελληνικός αγών, προς χρήσιν όλων των τάξεων του λαού, ιδίως δε της εις τα δημοτικά σχολεία φοιτώσης νεολαίας-1860» του Σ. Αντωνιάδου, «Επίτομος ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως-1860» του Γ. Θεοφίλου, κ.λ.π. Μετά το 1860 η συγγραφή παρομοίων βιβλίων ακολούθησεν ραγδαία. Ηταν επόμενο, δεδομένου ότι είχαν ήδη κυκλοφορήσει οι απόψεις του περιφήμου Φαλμεράγιερ, οι οποίες έπρεπε να αμφισβητηθούν- ανατραπούν και από Ελληνες. Μνημειώδη έργα προς την κατεύθυνσιν αυτήν υπήρξαν μεταξύ άλλων τα «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους» του Κ. Παπαρρηγοπούλου(1860), «Η Κωνσταντινούπολις» του Σκαρλάτου Βυζαντίου(1851) και «Ασματα δημοτικά» και «Βυζαντιναί Μελέται» του Σπυρίδωνος Ζαμπελίου(1852).
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθούν δύο σημεία. 1) Η δημιουργία εθνικής αυτοσυνειδησίας στους κατοίκους του μικρού Βασιλείου δεν ήταν έργον των ξένων(Ευρωπαίων) καθώς και μιάς ρωμέικης ελίτ της διασποράς, όπως ενασμενίζονται να δηλώνουν ανερυθριάστως πολλοί εκ των συγχρόνων οπαδών της ανάγκης αλλαγής του τρόπου διδασκαλίας της ιστορίας. Φαίνεται ότι εζήλωσαν την δόξαν των Φαλμεράγιερ, Ρόμιλλυ Τζένκινς και Σύριλ Μάνγκο. Οι Νεοέλληνες δεν είχαν ανάγκην «Χρονικού του Παισίου»,  όπως οι Βούλγαροι. Την εθνικήν τους αυτοσυνειδησία δεν την έχασαν ποτέ, αλλά την είχαν πάντοτε μέσα τους «Σαν την σπίθα κρυμμένη στην στάχτη». Την σπίθα αυτήν ανερρίπιζαν κάθε τόσο φλογεροί εθνεγέρτες (διαφωτιστές κατά την ευρωπαϊκήν ορολογίαν), όπως ο Ρήγας Φερραίος, που από τον 18ον αιώνα ομιλούσε περί Ελλήνων και ελλάδος. 2) Είναι γνωστόν ότι μέχρι και τον 18ον αιώνα σε πολλά μέρη του τότε γνωστού κόσμου ίσχυε η λεγομένη «Αρχή της νομιμότητος». Αυτό εσήμαινε ότι σε εδάφη μιάς μεγάλης συνήθως αυτοκρατορίας ζούσαν πολλές διαφορετικές εθνότητες- λαοί (άρα πολλές διαφορετικές γλώσσες, θρησκείες, παραδόσεις) υπό τον ζυγόν του «αφέντη». Στην οθωμανική Αυτοκρατορία ζούσαν π.χ. Ελληνες- Ρωμιοί, Σέρβοι, Βούλγαροι, Αρβανίτες, Βλάχοι(ο όπος Ρουμάνοι είναι μεταγενέστερος) και φυσικά και Τούρκοι- Οθωμανοί. Στην Αυστρουγγαρία ζούσαν πλην των Αυστριακών, Ούγγροι, Λομβαρδοί, Πεδεμόντιοι, Σικελοί κ.λ.π., κ.ο.κ. Κατά τον 19ον αιώνα έπαυσεν να ισχύει η αρχή της νομιμότητος, όσο κι αν προσπάθησαν οι « Μεγάλοι» της εποχής να την διατηρήσουν και δημιουργήθηκαν πολλά εθνικά κράτη( Αρχή των εθνοτήτων), δηλαδή η Ελλάδα, η Σερβία, η Βουλγαρία, η Ιταλία κ.λ.π. Έχει υποστηριχθεί (είναι γραμμένο και στα κυκλοφορήσαντα βιβλία ιστορίας από τις «προοδευτικές κυβερνήσεις» της χώρας μας) ότι τα εθνικά κράτη δημιουργήθηκαν υπό την επίδρασιν των ιδεών του Διαφωτισμού και της Γαλλικής επαναστάσεως. Ειδικώς εις την Ελλάδα μπορεί να επέδρασαν και τα ανωτέρω, πλην όμως εθνική ελληνική συνείδηση υπήρχεν ήδη από τα τέλη του Μεσαίωνος. Επιλεκτικώς και χάριν συντομίας αναφέρομεν το του Γεωργίου Γεμιστού- Πλήθωνος (14ος-15ος μ.Χ. αιώνες) «Έλληνες εσμέν ως η πάτριος φωνή και η παιδεία ημών μαρτυρεί». Καθ’ όλην την τουρκοκρατίαν οι Ρωμιοί απόγονοι των κατοίκων της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας διετήρησαν την ρωμέικη- ελληνική τους συνείδηση, όταν δε άρχισε ο αγώνας του 1821, πολλοί ρομαντικοί εξ αυτών πίστευαν ότι θα δημιουργούσαν ένα μεγάλο κράτος ελληνικό, αντίστοιχο και διάδοχο της ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Κατά τα σημερινά χρόνια (21ος αιών μ.Χ.) φαίνεται ότι στα πλαίσια της λεγομένης παγκοσμιοποίησης(κυρίως πλην όμως όχι αποκλειστικώς με την οικονομικήν έννοιαν) είναι πιθανόν οι «ισχυροί της γης» να έχουν λόγους να δημιουργήσουν ομοιογενή κατά το μάλλον ή ήττον σύνολα, όπου οι εθνικές γλώσσες θα αφεθούν εις παρακμήν ή θα διαλυθούν, οι θρησκείες θα τεθούν εκποδών και δεν θα παίζουν πλέον ιδιαίτερον πλέον ρόλον εις την κοινωνικήν ζωήν, οι δε εθνικές παραδόσεις και «κουλτούρες» θα τεθούν στο περιθώριο. Με άλλα λόγια, πιθανώς να επιδιώκεται αναβλάστηση της «αρχής της νομιμότητας» υπό νέαν-σύγχρονον μορφήν. Δεν αποκλείεται το πρότυπον να είναι η δημιουργία «ατόμων- καταναλωτών», μετεώρων στον χρόνο, χωρίς ιστορική εθνική και πολιτισμική αυτοσυνειδησία. Τα άτομα αυτά δεν θα είναι υπεύθυνες προσωπικότητες με συγκεκριμένες πνευματικές συντεταγμένες αλλά «φτερά στον άνεμο». Κάτι τέτοιο φαίνεται να επιδιώκεται στην σύγχρονη Ελλάδα, τα δε καμώματα των επιθυμούντων και εισηγουμένων αλλαγήν του τρόπου διδασκαλίας ωρισμένων «καιρίων μαθημάτων» στα σύγχρονα σχολεία διευκολύνουν τα σχέδια των εγκεφάλων της «Νέας τάξης πραγμάτων» και της «παγκοσμιοποίησης»(όχι βεβαίως με την έννοιαν της οικουμενικότητας αλλά της ομογενοποίησης). Δεν πρέπει να λησμονούμε δύο πράγματα. Α) Υπάρχουν δύο χώρες με πολύ παλαιά ιστορία, κάθε μια από τις οποίες προσέφερε στην ανθρωπότητα και τον παγκόσμιο πολιτισμό κάτι το μοναδικό. Το Ισραήλ προσέφερε τον ένα και μοναδικό Θεό και την δική του Βίβλο, που αποτελεί το πρώτο καταστάλαγμα συγκροτημένης αυτοσυνειδησίας περί της δημιουργίας του κόσμου. Είναι δυνατόν να πούμε στους Ισραηλινούς «σταματείστε να διδάσκετε στα σχολεία σας την ιστορία και την θρησκεία σας έτσι όπως τα εδιδάσκατε μέχρι τώρα;». Είναι ωσάν να τους προτρέπουμε «Καθήστε να σας πνίξουν οι Άραβες». Είναι δυνατόν να τους πούμε «Σταματήστε να διδάσκετε στα σχολεία σας για το χρυσό μοσχάρι του Ααρών;». Είναι ωσάν να τους προτρέπουμε να απαρνηθούν συμβολικώς εκείνο με το οποίο επεβίωσαν ολόκληρους αιώνες σε χρόνους χαλεπούς και εξακολουθούν να μεγαλουργούν μέχρι σήμερα, δηλαδή το εμπόριο; Η Ελλάδα προσέφερε στην ανθρωπότητα τις βάση για την παγκόσμια διανόηση και επικοινωνία, δηλαδή την ελληνική γλώσσα, τον απαράμιλλο υλικό για τον ορθό τρόπο του σκέπτεσθαι και κρίνειν, καθώς και την τεράστια ελληνική γραμματεία. Τα ανωτέρω υπήρξαν οι βάσεις του λεγομένου «δυτικού πολιτισμού». Υπήρξαν επίσης ο φορέας μέσω του οποίου επέρασε σε όλα τα έθνη το μεγαλύτερο και σημαντικώτερο γεγονός της παγκόσμιας ιστορίας, δηλαδή η έλευση, διδασκαλία και κληρονομία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Εάν με την αλλαγή διδασκαλίας της ελληνικής ιστορίας, της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικής θρησκείας διασαλευθούν τα ανωτέρω, η Ελλάδα του μέλλοντος θα είναι Ελλάδα; Να γιατί δεν πρέπει να διακοπεί η διδασκαλία π.χ. περί του δήθεν αναληθούς κατά μερικούς «ιστορικούς εγκεφάλους» «κρυφού σχολειού». Η διδασκαλία αυτή θα θυμίζει εις τους αιώνες έστω και με συμβολικό τρόπο(πολλοί ειδήμονες αμφισβητούν το εάν το κρυφό σχολειό ήταν μόνον θρύλος) μια μεγάλη αλήθεια. Κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας η εκκλησία ήταν ο μοναδικός φορέας της διάσωσης της ελληνικότητας. Β) κάτι άλλο που δεν πρέπει να λησμονείται είναι το εξής. Υπάρχουν δύο κράτη, Η Σερβία και η Ελλάδα που στις αρχές του περασμένου αιώνα κατώρθωσαν να αυξήσουν κατά πολύ τα εδάφη των. Η Σερβία με τους Βαλκανικούς Πολέμους, κυρίως όμως με τον 1ον Παγκόσμιον Πόλεμον (συνθήκες που ακολούθησαν) έγινε η μεγάλη Γιουγκοσλαβία. Φαίνεται ότι οι «μεγάλοι» ποτέ δεν το «χώνεψαν» αυτό και κατά την λαϊκή έκφραση «της το φύλαγαν». Ετσι, μετά από 80 και πλέον χρόνια την διέσπασαν και σήμερα η μικρή πλέον Σερβία ζει με τις αναμνήσεις του παρελθόντος της. Πιθανώς κάτι ανάλογον να συμβαίνει και με την Ελλάδα. Με τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον 1ον Παγκόσμιον Πόλεμον, μολονότι δεν μπόρεσε να γίνει τελικώς η Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, κατώρθωσε να υπερδιπλασιασθεί. Πολλοί εκ των τότε «μεγάλων» δεν είχαν δει με καλό μάτι την επέκταση του Ελληνισμού. Μήπως άραγε μετά από 100 χρόνια θα ήθελαν να μας επιφυλάξουν μοίρα ανάλογη με εκείνη της Σερβίας; Να γιατί το εθνικό φρόνημα των Νεοελλήνων πρέπει να διατηρείται συνεχώς ακμαιότατο, πράγμα που δεν είναι δυνατόν να γίνει με διδασκαλίες που αποσιωπούν όλες τις λαμπρές σελίδες της ιστορίας μας και αποσκοπούν εις την δήθεν ανάπτυξιν της ιστορικής κριτικής σκέψης. Πως να το κάνουμε; Η ιστορική εκπαίδευση των μαθητών μας είναι κάτι το πολύ σημαντικό για το έθνος, γι αυτό και δεν είναι δυνατόν να το εμπιστευόμεθα μόνον στους υποτίθεται επιστημονικώς αμερολήπτους καθηγητές της ιστορίας.
Θα ήταν παράλειψη μας να τελειώναμε την παράθεση των σκέψεων και των προβληματισμών μας για τις επιχειρούμενες αλλαγές στην διδασκαλία του προβλήματος της ιστορίας στα σχολεία, αν δεν αναφερόμαστε έστω και δι’ ολίγων στην ανάγκη δημιουργίας της περίφημης «κριτικής ιστορικής σκέψης» στους μαθητές των σχολείων. Αυτό το τελευταίο είναι η σημαία και το ευαγγέλιο όλων εκείνων των «προοδευτικών εκπαιδευτικών», που ευαγγελίζονται μια εκπαίδευση ασυγκρίτως ανωτέρας ποιότητος από εκείνην που παρείχετο μέχρι προσφάτως. Δεν θα αναφερθώ ως ιστορικός, επειδή δεν είμαι ιστορικός, πλην όμως θα παρουσιάσω ωρισμένες εύλογες απορίες μου, που απορρέουν από τις ανακοινώσεις του αρμοδίου υπουργείου αλλά και των εκπαιδευτικών, για το «όλον πνεύμα» της επιχειρουμένης μεταρρύθμισης. Επίσης, θα αποθέσω στο χαρτί ευλαβικώς μερικές αγαθές μνήμες δικές μου από την διδασκαλία της ιστορίας τόσο στο δημοτικό όσο και στο γυμνάσιο (τότε εξατάξιο).
Eίναι πέρα πάσης αμφισβητήσεως ότι 1) Το μάθημα της ιστορίας δεν πρέπει να καταντά «παπαγαλία» 2) Η καλή «παπαγαλία» ωρισμένων ιστορικών αλληλουχιών και ωρισμένων ημερομηνιών δεν οδηγεί στην σωστή ιστορική γνώση. Ολοι θυμόμαστε από τα σχολικά μας χρόνια, ότι με μοναδικό μας εφόδιο τα ανωτέρω ήταν αδύνατον να απαντήσουμε σωστά στις περισσότερες από τις ερωτήσεις- θέματα των εξετάσεων. Ο καλός εξεταστής ήταν σε θέση με τις κατάλληλες ερωτήσεις να εξουδετερώσει το υποτιθέμενο πλεονέκτημα της παπαγαλίας. 3) Οι περισσότεροι μαθητές, ακόμη και εκείνοι του δημοτικού σχολείου, ήταν πάντα σε θέση να καταλάβουν ότι ό.τι ήταν γραμμένο στα βιβλία και ό.τι έλεγε ο δάσκαλος, ήταν παρμένα από πολλά άλλα βιβλία που είχε συμβουλευθεί ο συγγραφέας. Μεταξύ εκείνων υπήρχαν και μερικά που ονομάζονταν σημαντικές ιστορικές πηγές, που ήταν στην διάθεση κάθε ενδιαφερομένου και ευρίσκονταν στις μεγάλες βιβλιοθήκες. Ολοι μας, τουλάχιστον στα δικά μας χρόνια γνωρίζαμε χάρις στο αμέριστο ενδιαφέρον καθηγητών όπως οι αείμνηστοι Ευάγγελος Μανής, Ανάργυρος Κουτσιλιέρης, Νικόλαος Τζουγανάτος, Αναστάσιος Γιανναράς, Σακελλάριος Γερακιός(Βαρβάκειον) την ύπαρξη των συγγραμμάτων των Αρχαίων Ελλήνων, Λατίνων και λοιπών συγγραφέων, τις κυριώτερες εκδόσεις των(Σαλιβέρου, Belles Lettres, Λειψίας, Ηarvard, Garnier- Frammarion κλπ), τα μεγάλα συγγράμματα στα οποία μπορούσαμε να καταφεύγαμε(περιώνυμα έργα των Παπαρρηγοπούλου, Καρολίδου, Ντρόυζεν, Μπερτολίνι, Κουκουλέ, Κοκκίνου, Πουκεβίλ και πλήθους άλλων που βεβαίως δεν είναι δυνατόν να αναφερθούν), τις βιβλιοθήκες στις οποίες θα ευρίσκαμε τα ανωτέρω(Εθνική με ειδικό σημείωμα των καθηγητών, Βιβλιοθήκη της Βουλής, Βιβλιοθήκη του Δήμου Αθηναίων, Γεννάδιος Βιβλιοθήκη, Βιβλιοθήκη της Ελληνοαμερικανικής Ενωσης κλπ), καθώς και ορισμένα παλαιοπωλεία της οδού Ασκληπιου όπου θα ευρίσκαμε ό.τι θέλαμε σε χαμηλές τιμές. Οσον αφορά το δημοτικό σχολείο, εκτός από το συνιστώμενο βιβλίο ιστορίας ο δάσκαλος μπορούσε να συστήσει στους μαθητές την αγορά οποιουδήποτε άλλου βιβλίου, που εκείνος έκρινε επωφελές. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν να έχουμε κατανοήσει από μικράς ηλικίας, ότι η ιστορία και η διδασκαλία της είχαν δύο συνιστώσες, αφ’ ενός μεν τα γεγονότα καθ’ εαυτά, αφ’ ετέρου δε το ποιος είχε γράψει την ιστορία. Αργότερα συνειδητοποιήσαμε ότι μεγάλη σημασία είχε το να είχε βιώσει ο συγγραφέας εκείνα για τα οποία έγραφε, καθώς και υπό ποίες άλλες προυποθέσεις ο συγκεκριμένος συγγραφέας είχε γράψει ό.τι είχε γράψει(Πολιτικές του πεποιθήσεις, προσωπικές του γνωριμίες με πρόσωπα για τα οποία είχε γράψει κ.ο.κ.). Όλα αυτά τα είχαμε κατανοήσει χωρίς να χρειαζόταν ποτέ κάποιος διδάσκων να μας έκανε ιδιαίτερο μάθημα περί αυτών. Τέλος, υπήρχαν και τα σχετικώς πρόσφατα γεγονότα-πρόσφατη ιστορία, που δεν διδάσκονταν για πολλούς και διαφόρους λόγους. Είτε επειδή ήταν πολύ πρόσφατα και η συναισθηματική φόρτιση από την αναφορά σε αυτά θα ήταν μεγάλη αλλά και ασύμφορη( άραγε τι θα γινόταν, εάν π.χ. κατά την 5ετία 1950-1955 θίγονταν θέματα αφορώντα τον λεγόμενο «Εμφύλιο Πόλεμο» 1946-1949), είτε επειδή η ιστορία γι’ αυτά δεν είχε καλά- καλά γραφεί(Κατά το προαναφερθέν διάστημα το μόνο βιβλίο που υπήρχε ήταν η «Εικονογραφημένη Ιστορία του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου», έργο γραμμένο από δημοσιογράφους και όχι βεβαίως ιστορικούς. Ας μη λησμονείται έπίσης ότι τα «Μυστικά Αρχεία του Foreign Office» δόθηκαν στην δημοσιότητα πολύ αργότερα), είτε τέλος για πολιτικούς λόγους, δηλαδή επειδή αρκετά εν ενεργεία πολιτικά πρόσωπα είχαν εμπλακεί στα γεγονότα αυτά. Τότε θυμάμαι ότι είχαμε σχηματίσει την απλοϊκή αντίληψη ότι η πρόσφατη ιστορία ήταν υπόθεση όχι των ιστορικών αλλά των πολιτικών. Eδώ και πολλά χρόνια (10ετία 1980-1990) ο πολύς κύριος Βασίλειος Κρεμμυδάς είχεν υποστηρίξει σε μια συνέντευξή του στην τηλεόραση, ότι ακόμη και η πρόσφατη ιστορία θα έπρεπε να διδασκόταν. Θυμάμαι ότι στην 5η και στην 6η τάξη του δημοτικού σχολείου(24ον Δημοτικόν Σχολείον στα Πατήσια) οι δάσκαλοι Ιωάννης Αγγελόπουλος και Νικόλαος Αντιπάτης, καθώς και ο δάσκαλος Σακκάς σε κάποιο δημοτικό σχολείο του Παγκρατίου, δίδασκαν ως εκ περισσού στους μαθητές τους το «Επος της Αλβανίας». Επίσης, όσον αφορά το «Κυπριακόν», θυμάμαι ότι κατά την προ των συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου περίοδο, αρκετοί δάσκαλοι από την Κύπρο(μεταξύ εκείνων και ο νεαρός τότε δάσκαλος Αχιλλέως) είχαν ενημερώσει πλήρως τους μαθητές τους για όλες τις πτυχές του θέματος. 4) Οσον αφορά το περίφημον θέμα της χρησιμοποίησης και αξιολόγησης των πηγών, ήδη από τα χρόνια του δημοτικού σχολείου, οι δάσκαλοί μας μας έλεγαν «Αυτό το λέει η παράδοση και όχι η επίσημη ιστορία» ή «Γι αυτό το θέμα θα κοιτάξουμε τι λένε ο Παπαρρηγόπουλος, ο Καρολίδης, ο Σάθας ή ο Ελευθερουδάκης ή ο Πυρσός»(24ον Δημοτικόν σχολείον). Όλα αυτά τα βιβλία υπήρχαν στην βιβλιοθήκη του σχολείου μας χάρη στις προσπάθειες του δασκάλου μας αειμνήστου Νικολάου Δημητροκάλλη, πατρυιού του Μανώλη Γλέζου). Στο γυμνάσιο πάλι, όταν οι «πηγές» δεν συμφωνούσαν, ο αείμνηστος Ευάγγελος Μανής μας έλεγε «Τι γράφει ο Ηρόδοτος;…τι γράφει ο Θουκυδίδης;…τι αναφέρει ο Πλούταρχος στο Βίοι Παράλληλοι;…πότε έζησαν οι δύο πρώτοι;…πότε έζησεν ο Πλούταρχος;…ποιος ήταν πιο κοντά στα γεγονότα;…ποιος κατά τεκμήριον μας τα λέει καλύτερα;», ενώ σε άλλα σημεία μας έλεγε ότι θα έπρεπε να ερευνούσαμε, ποιες ήταν οι πιθανές σχέσεις- δεσμοί του ιστορούντος με τα ιστορούμενα πρόσωπα. 5) Eχει διατυπωθεί από τους σημερινούς αναθεωρητές του τρόπου διδασκαλίας της ιστορίας η άποψη ότι το μάθημα, έτσι όπως γίνεται σήμερα, είναι «δασκαλοκεντρικό και μονολιθικό». Οι δικές μου αναμνήσεις από τα μαθητικά μου χρόνια είναι εντελώς διαφορετικές. Όταν οι μετεκπαιδευόμενοι καθηγητές στο υπό την εποπτείαν του αειμνήστου Κωνσταντίνου Γεωωργούλη «Διδασκαλείον Μέσης Εκπαιδεύσεως»(έδρα του το Βαρβάκειον) διαμαρτύρονταν επειδή οι καθηγητές μας επέτρεπαν στους μαθητές τους παρατηρήσεις- αμφισβητήσεις του τύπου «Ο Προκόπιος δεν είναι πάντοτε αντικειμενικός όταν αναφέρεται στην θεοδώρα» ή «Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος είναι αμφιλεγόμενη προσωπικότητα» ή «Οι ιστορικές περιγραφές του Σπύρου Μελά δεν πρέπει να λαμβάνονται πάντοτε τοις μετρητοίς, μολονότι ήταν πολεμικός ανταποκριτής», εκείνοι (Ανάργυρος Κουτσιλιέρης, Νικόλαος Τζουγανάτος, Αναστάσιος Γιανναράς) έδιναν απαντήσεις του τύπου «Δεν επιθυμούμε να δίνουμε στους μαθητές μας την εντύπωση ότι η γνώση είναι έτοιμη τροφή(ο Τζουγανάτος χρησιμοποιούσε τον όρο μασημένη τροφή) που παρέχεται δίκην ιατρικής συνταγής. Είναι προτιμώτερο οι μαθητές να έχουν την αίσθηση ότι κατά κάποιο τρόπο συμμετέχουν στην δημιουργία της γνώσης, συμπληρώνοντας με την αυτενέργειά τους την διδασκαλία των μαθημάτων». 6) Αναφερόμενος ειδικώς στο θέμα της περίφημης «ιστορικής κριτικής σκέψης», ομολογώ ότι αναπολώ με νοσταλγία την διδασκαλία της απαράμιλλης δασκάλας της «Σχολής Χατζιδάκη- Γουναράκη» Αγγελικής Ζαχαροπούλου-Πάτση, συζύγου του γνωστού εκδότη και συγγραφέα Χάρη Πάτση. Είχε αφιερώσει ολόκληρο μάθημα για να μας κάνει να κατανοήσουμε το πως ο βασιλέας της Μακεδονίας Φίλιππος Β’ εφάρμοζε την τακτικήν του «Διαίρει και βασίλευε» για να διασπάσει τους υπολοίπους Ελληνες πριν από την μάχη της Χαιρωνείας. Θυμάμαι συγκεκριμένως ότι ρωτούσε στην τύχη ωρισμένους μαθητές «Εσύ τι θα έκανες εάν ο Φίλιππος σου έταζε εκείνο ή το άλλο προκειμένου να τα χάλαγες με τους Φωκείς ή με τους Θηβαίους;» ή «Εσύ τι θα έκανες προκειμένου να συμμαχούσαν οι Φωκείς, οι Θηβαίοι και οι Θεσσαλοί, ούτως ώστε ο Φίλιππος να μη εύρισκε αφορμή για να κατέβαινε προς τα κάτω» κ.ο.κ. Η ίδια δασκάλα μας έλεγε από τότε, «Μεγάλη σημασία για την έκβαση ενός πολέμου, είχε η σωστή εκτίμηση τόσον των δυνάμεων όσον και των δυνατοτήτων των εμπολέμων. Ο Φίλιππος ήταν πολύ δύσκολο να έχανε τον πόλεμο, επειδή συν τοις άλλοις είχε στην διάθεσή του απεριόριστες οικονομικές δυνατότητες(μεταλλεία του Παγγαίουκ.λ.π.), άφθονες πρώτες ύλες και ήταν δεξιοτέχνης στο να δωροδοκεί τους αντιπάλους του. Ο στρατηγός Φωκίων, άνθρωπος μυαλωμένος, είχε καταλάβει ότι ήταν αδύνατον ο Φίλιππος να μη αναδεικνυόταν νικητής». Στο τέλος για να τελειώσει το μάθημα μας είπε «Να γιατί ο Λίνκολν ήταν σίγουρος ότι στον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο οι Νότιοι θα έχαναν τον πόλεμο, κι ας ήταν πιο παλληκαράδες από τους Βορείους. Να γιατί κατά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο ο Τσώρτσιλ ήταν βέβαιος ότι οι Γερμανοί θα έχαναν τον πόλεμο, μολονότι είχαν τον καλύτερο στρατό του κόσμου». Αλησμόνητη είναι επίσης η διευθύντρια- επόπτρια του δημοτικού σχολείου της ίδιας σχολής Χαχή (δεν θυμάμαι πλέον το μικρό της όνομα) που μας έκανε ιδιαίτερο μάθημα για την στρατιωτική τακτική του Μιλτιάδη στην μάχη του Μαραθώνα, καθώς και για τις εφαρμογές της κατά τους μετέπειτα χρόνους (Αννίβας, Γερμανοί κ.λ.π.). Ειδικώς τα ανωτέρω θέματα έχουν χαρακτηρισθεί από τους σημερινούς «αναθεωρητές» των πάντων ασήμαντες λεπτομέρειες, που θα ταίριαζαν μάλλον σε μαθητές της Σχολής Ευελπίδων. Προφανώς κάτι τέτοια θέματα δεν θεωρούνται πλέον σημαντικά, ίσως επειδή η μελέτη και εκμάθησή των δεν συμβάλλει στη δημιουργία πολιτών με δημοκρατικόν φρόνημα.
Ολοι εμείς οι παλαιότεροι αισθανόμαστε ρίγη και ίλιγγο κάθε φορά που διαβάζουμε στις εφημερίδες ή ακούμε από τα τηλεοπτικά κανάλια ότι τόσα χρόνια οι Ελληνόπαιδες διδάσκονταν ιστορία, αλλά δεν την μάθαιναν, επειδή απλώς την παπαγάλιζαν. Αραγε είναι δυνατόν να παπαγαλίσει κάποιος την ιστορία χωρίς να την έχει κατανοήσει; Μήπως οι σημερινοί επικριτές εννοούν ότι οι διάφοροι καθηγητές- φροντιστές έχουν έτοιμες απαντήσεις έναντι σωρείας τυποποιημένων ερωτήσεων-θεμάτων; Ενδεχομένως αυτές οι απαντήσεις να είναι δυνατόν να απομνημονευθούν προσωρινώς δια της παπαγαλικής μεθόδου. Εάν πράγματι συμβαίνουν τα ανωτέρω, τότε βεβαίως δεν φταίει η διδασκαλία αλλά ο τρόπος των εξετάσεων. Μήπως τελικώς σκοπός των νέων μεθόδων διδασκαλίας δεν θα είναι ο έλεγχος των γνώσεων των μαθητών στην ιστορία, αλλά η εξακρίβωση του τρόπου με τον οποίον οι μαθητές προσεγγίζουν τα διάφορα ιστορικά γεγονότα; Άραγε αυτή είναι η κριτική ιστορική σκέψη; Το να προσεγγίζει και εξετάζει η νεολαία μας τα πάντα ατομοκεντρικά, ντετερμινιστικά, ωφελιμιστικά και πάντοτε χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι συνθήκες που επικρατούσαν κατά την εποχή που διαδραματίστηκαν τα αντικείμενα της ιστορικής γνώσης; Μήπως επίσης ένας από τους σκοπούς της διδασκαλίας του μαθήματα κατά τα καινούργια πρότυπα είναι αφ’ ενός μεν η αποηρωοποίηση της ιστορίας, δηλαδή των μεγάλων ιστορικών προσωπικοτήτων, αφ’ ετέρου δε ο εμβολιασμός τωμ μαθητών με απόψεις του τύπου «Δεν υπάρχουν ήρωες…κανένας δεν ήταν ήρωας…όλοι είναι ή ήταν απλά ανθρωπάκια που σε δεδομένες στιγμές έλαβαν αποφάσεις που εκ των υστέρων επιδοκιμάσθηκαν;». Μήπως σκοπός της διδασκαλίας του μαθήματος είναι η διδασκαλία μιάς «ανεπίσημης και αντίπαλης» προς την μέχρι σήμερον διδασκομένην ιστορίας; Αυτό το τελευταίο ήταν επίσημη πρόταση ημιανωνύμου εκπαιδευτικού προς τους συναδέλφους του καθηγητές. Εννοείται ότι αυτό το τελευταίο δεν έχει καμιά σχέση με την συνεχή έρευνα που ενδεχομένως οδηγεί στην ανασκευή παγιωμένων απόψεων. Οπωσδήποτε υπάρχουν θέματα που θα μπορούσαν να γίνονταν αποδεκτά ως αντικείμενα προς συζήτησιν ή ακόμη και προς έρευναν, πλην όμως όχι στο σχολείο, αλλά μόνον σε ειδικές ημερίδες, επιστημονικές συζητήσεις- επιστημονικές εργασίες κ.λ.π. Όσον αφορά τα 1) Εάν υπάρχουν πράγματα που γράφονται ή γράφτηκαν αλλά δεν λέγονται 2) Εάν υπάρχουν πράγματα που έγιναν αλλά δεν λέγονται 3) Εάν γράφονται ή λέγονται πράγματα που ουδέποτε έγιναν, οπωσδήποτε είναι θέμα που δεν αφορά τους μαθητές. Εάν πρέπει να ασχολούνται με αυτά οι μαθητές, ώστε να προσπαθούν π.χ. να «ανακαλύψουν» εάν υπήρξε ποτέ το « Κρυφό σχολειό», τότε γιατί να μη ασχοληθούν λεπτομερώς και με το τι έγινε ακριβώς κατά τα τέλη του Αυγούστου του 1922 στην προκυμαία της Σμύρνης, ώστε να διαλευκάνουν τι ακριβώς ήταν ο περίφημος και κατά κόρον διατυμπανισθείς «συνωστισμός;». Γιατί επίσης να μη διδαχθούν και ερευνήσουν τι ακριβώς έγινε τον Ιούλιο του 1974 μετά την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο; Πλέον των ανωτέρω, γιατί να μη διδάσκονται πλέον οι μαθητές μας όλες εκείνες τις λαμπρές σελίδες της ιστορίας μας, για τις οποίες είμαστε υπερήφανοι όλοι οι Έλληνες; (Ως γνωστόν οι «μεταρρυθμιστές» ενοχλούνται από το ότι μέχρι τώρα γίνονταν ιδιαίτερα μαθήματα για όλες τις μεγάλες μάχες- νίκες των ελληνικών όπλων). Μήπως μετά από όλα τα ανωτέρω εκείνο που σαφώς προκύπτει είναι ότι η καλλιέργεια της ιστορικής κριτικής συνείδησης της νεολαίας μας, που τόσο πολύ διατυμπανίζεται τα τελευταία χρόνια, θα πρέπει να γίνεται από εμάς τους ιδίους; Δεν θα πρέπει να διδάξουμε τα παιδιά μας πως να καταλαβαίνουν αμέσως, ποιος, καθηγητής ή μη, προσπαθεί να διαταράξει την ιστορική εθνική τους συνείδηση, ώστε να τον αντιμετωπίζουν αναλόγως; Επί πλέον από τα μαθητικά μας χρόνια, άλλος λιγώτερο και άλλος περισσότερο, δεν διστάζαμε να προσφεύγουμε σε πλήθος εγκυκλοπαιδειών και άλλων συγγραμμάτων, προκειμένου να είχαμε μια καλή αντίληψη περί του « πως είχαν γίνει τα πράγματα». Οι ίδιοι οι δάσκαλοι και οι καθηγητές μας μας προέτρεπαν σε αυτό. Σήμερα με τον πλούτο των βιβλίων που κυκλοφορούν και με τις τεράστιες δυνατότητες του διαδικτύου τα πάντα είναι ευκολώτερα.
Θα ήταν παράλειψη εάν η ευρεία αναφορά μας περί του τρόπου διδασκαλίας της ιστορία στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση σταματούσε εδώ, χωρίς να παραδεχόμαστε ότι όντως τα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει ο συστηματικός μελετητής της ιστορίας είναι πολλά. Πως συλλέγεται το ιστορικό υλικό (που σε αρκετές περιπτώσεις είναι αρχαιολογικό υλικό), πως αξιολογείται και πως ερμηνεύεται, με τι συμφωνούν και με τι ευρίσκονται σε αντίθεση τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την μελέτη του υλικού μας (δεδομένου ότι με το ίδιο θέμα ενδεχομένως να έχουν ασχοληθεί και άλλοι ερευνητές), πως γράφονται τα συμπεράσματά μας, πως γράφεται η ιστορία (δεδομένου ότι η μετατροπή των γραπτών μας με τα ευρήματά μας σε ιστορία είναι κάτι που δεν είναι πάντοτε εύκολο), η ενδεχομένη συμμετοχή προσωπικών- συναισθηματικών στοιχείων στο γράψιμο της ιστορίας, ο παράγων της «προκατανόησης»(vorverständnis), καθώς και πολλά άλλα προβλήματα. Πιστεύουμε ότι δεν είναι σκόπιμον ούτε και δυνατόν όλα τα ανωτέρω να επιχειρήσουμε να τα ενσωματώσουμε στην διδακτέα ύλη ιστορίας, που προορίζεται για τους μαθητές, έστω κι αν στην σχολική τάξη θα υπάρχουν πάντοτε δύο ή τρία «σαΐνια» που ενδεχομένως θα ανταποκριθούν σε αυτό το «κάλεσμα».
Είναι γεγονός ότι κατά το δεύτερον ήμισυ του περασμένου αιώνα ένας Γάλλος διανοούμενος, ο Michel de Certeau, διατύπωσε πολύ επαναστατικές για την εποχή του απόψεις, που αφορούσαν κυρίως το πως γράφεται και πως ερμηνεύεται η ιστορία (L’ écriture de lhistoire), κατ’ ουδένα τρόπον όμως το πως πρέπει να διδάσκεται η ιστορία στους μαθητές. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να φορτώνουμε στους μαθητές μας τους προβληματισμούς του Certeau, καθώς επίσης και τους δικούς μας. Ας αφήσουμε για τους ειδικούς το «ξεμπάζωμα»(όρος του αειμνήστου Νεοκλή Σαρρή) της ιστορίας. Είναι εντελώς απαράδεκτο το να προσπαθούμε να ενσωματώσουμε τα ανωτέρω στην διδακτέα ύλη, αφαιρώντας συγχρόνως όλα εκείνα τα στοιχεία της ιστορίας που κάνουν τους μαθητές υπερηφάνους για την πατρίδα τους, δηλαδή τα στοιχεία που ο αείμνηστος δάσκαλος της ιστορίας Erneste Lavisse αποκαλούσε «Le roman national=το εθνικόν μυθιστόρημα». Βεβαίως ο Ernest Lavisse δεν υπάρχει πλέον και τα πράγματα στον τομέα της εκπαίδευσης έχουν αλλάξει. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να φθάσουμε στο εντελώς αντίθετο άκρο, να αφαιρούμε εντελώς από τα σχολικά βιβλία το «roman national» και στην θέση του να βάζουμε παραδοξολογίες του τύπου «Ο νεαρός Αλέξανδρος υπόταξε τις Ινδίες… μπα μοναχός του τις υπόταξε;» (Από ένα ποίημα του Μπρέχτ), που συνιστά ένας από τους «αναθεωρητές» της διδασκαλίας της ιστορίας. Oπως και να το κάνουμε, προκειμένου περί της εθνικής ιστορίας κάθε λαού, το κάθε roman national είναι γεμάτο από ρομαντικά στοιχεία τα οποία είναι σταθερά προσκολλημένα στο συλλογικό ασυνείδητο και τα οποία πάντοτε βρίσκουν τρόπο να εξωτερικεύονται. Η στενή σχέση της ιστορίας με την ίδια την ύπαρξη ενός έθνους καθιστά αυτονόητο και το γιατί η ιστορία ως μάθημα ανήκει κατά παγίαν αντίληψιν εις τα λεγόμενα φιλολογικά μαθήματα. Μερικοί εκ των πολεμίων του τρόπου διδασκαλίας της ιστορίας μας διαμαρτύρονται, επειδή «η υπαγωγή της ιστορίας στην λογική του μαθήματος της γλώσσας, υποβιβάζει το μάθημα σε δορυφόρο του μαθήματος της γλώσσας». Οι ίδιοι ενοχλούνται σφοδρώς από «το μεγάλο ειδικό βάρος που έχει η γλώσσα στον εθνικό μας αυτοπροσδιορισμό(χρησιμοποιούν τον όρο γλωσσικό φετιχισμό) και στην εμπέδωση του ιδεολογήματος της συνέχειας μας ως έθνους». Υποστηρίζουν ότι δήθεν σημασίαν έχει μόνον το πνεύμα που διείπε όλες τις πράξεις και ενέργειες των προγόνων μας και όχι το γράμμα. Λησμονούν φαίνεται την μεγάλη και ιδιαίτερη συμβολική φόρτιση που έχει ο συνδυασμός του ιστορικού γεγονότος με τον τρόπο γλωσσικής εκφοράς του. Αραγε είναι δυνατόν να συγκριθεί από πλευράς βαρύτητος μια απάντηση ωσάν το «μολών λαβέ;» Ο.τι και να απαντούσαμε σήμερα, π.χ. «αν θέλεις έλα» ή «αν σου βαστάει έλα» ή «αν είσαι άντρας έλα» ή «έλα και θα δεις τι έχεις να πάθεις» κ.λ.π. δεν συγκρίνεται με την λακωνική απάντηση του Σπαρτιάτη βασιλέα. Κάθε φορά που αναφωνούμεν «μολών λαβέ» ουσιαστικώς ομιλεί ο Λεωνίδας και μαζί του όλη η Ελλάς. Κάθε φορά που συμβουλεύουμε «Ωφελέειν και μη βλάπτειν» ομιλεί ο ίδιος ο Ιπποκράτης, κάθε φορά που ομολογούμε «Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω» ομιλεί το συλλογικό ασυνείδητο του λαού μας με τα υποτιθέμενα λόγια του Αθανασίου Διάκου κ.ο.κ. Υπάρχει άραγε ιστορικός που θα μπορέσει να περιγράψει λιτότερα και συγκλονιστικώτερα τα της μάχης του Μαραθώνος από τον Σιμωνίδη «Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν»;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email