© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΟΣΙΑΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ. ΜΕ ΟΔΗΓΟ ΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΜΩΡΑΪΤΙΔΗ

Στοὺς φίλους Ἀντώνη Παπαβασιλείου καὶ Κων. Σπ. Τσιώλη, ἑόρτιο κέρασμα

Κορυφαῖος λογογράφος καὶ συνάμα φωτεινὸς πνευματικὸς ὁδηγός παραμένει ἀναμφίβολα γιὰ τὶς φιλόθεες ψυχὲς ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, ὁ ἄλλος Ἀλέξανδρος τῆς Σκιάθου, ὁ κατὰ τὸν Βλάσιο Γαβριηλίδη «Αθόρυβος, μετριόφρων, σιωπηλός, ἀνέυρετος, ἀόρατος, ἀκοινώνητος, ἰδιότροπος, ἰσόβιος συγγραφεύς [ἀλλὰ καὶ] ἕν πνεῦμα καταπληκτικῆς γονιμότητος καὶ πραξιτελέιου κάλλους τοῦ γραμματικοῦ ἡμῶν κόσμου». Πράγματι, κορυφαῖος, γιατὶ ὅλ᾿ αὐτὰ ποὺ μᾶς πρόσφερε- μὲ πρῶτα κι ἀνεπανάληπτα τὰ Ταξιωτικά του, τά περίφημα «Μὲ τοῦ Βορηᾶ τὰ κύματα», ἀλλὰ καὶ τὰ χαριτωμένα διηγήματά του, ἀποπνέουν ἕνα καλλος, μιὰ γνησιότητα μοναδικὴ κι ἕνα ἦθος, τὰ ὁποῖα διδάσκουν, τέρπουν, ψυχαγωγοῦν.

Στ᾿ ἀλήθεια, δὲ γνωρίζω πόσοι ἔχουν ψηλαφίσει τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν φιλοθεΐα ποὺ κρύβουν οἱ σελίδες του, γιατὶ φοβᾶμαι πὼς οἱ γραμματολόγοι μας κοιτώντας μόνο τὸ ὕφος, τὴν τεχνικὴ τῆς ἔκφρασης,ἤ καὶ τὴ δομὴ τῆς ὅλης πλοκῆς τοῦ λόγου, ξεπερνοῦν ἤ, νομίζω, οὔτε κἄν προσέχουν ἕνα πρᾶγμα: τὸ μήνυμα ποὺ ἀκτινοβολοῦν τὰ διηγήματα καὶ γενικότερα τὰ περισσότερα τῶν γραπτῶν τοῦ ἐναρέτου αὐτοῦ λογίου. Γιατὶ ἕνα εἶναι τὸ ζητούμενο γιὰ τὸν Μωραϊτίδη: ἡ ψυχωφέλεια ἀλλά, καὶ πιὸ πολύ, ἡ ἐπίσκεψη τοῦ κάθε ἐνδιαφερομένου σ᾿ ἕνα κόσμο ἁγιότητος καὶ εἰρήνης, ἔτσι ὥστε νὰ συντονιστεῖ ἡ ψυχή του μὲ τὴν πανευλόγητο ἀτμόσφαιρα ποὺ χαρακτηρίζει τὸν λόγο του, γιὰ νὰ τὴ βιώσει καὶ στὴ συνέχεια νὰ τὴν καρπωθεῖ. Κι ἐδῶ εἶναι ἀναγκαῖο νὰ προστεθεῖ καὶ τὸ ἑξῆς: Ὁ Μωραϊτίδης ὅ, τι γράφει τὸ ἔχει πρῶτα ζήσει ὁ ἴδιος καὶ στὴ συνέχεια τὸ φιλτράρει μὲ ὑπεύθυνη λογοτεχνικὴ μαστοριά, γιὰ νὰ τὸ προβάλλει καὶ προσφέρει.

Ἔτσι συμβαίνει καὶ στὸ μεγάλο διήγημά του «Ὁ Δεκατιστής», δημοσιευμένο τὸ 1894: Μιὰ ἐποχὴ-προθάλαμο, λίγο , δηλαδή, πρὶν ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ 20ου αἰ. Μὲ τὸ φάσμα τῆς χρεωκοπίας νὰ πλαναᾶται πάνω ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἐνῶ εἶναι τόσο κοντὰ κι ὁ Ἑλληνοτουρκικὸς πόλεμος. Παράλληλα πρέπει νὰ σκεφτοῦμε καὶ κάτι ἀκόμα:ὁ Δεκατιστὴς πρέπει νὰ γραφτηκε μετὰ τὸ πρῶτο ταξιδι τοῦ Μωραϊτίδη στὸ Ἅγιον Ὄρος, ταξιδι ποὺ τὸν ἐπηρέασε πολὺ τὰ ὑπόλοιπα χρόνια, τόσο στὴν ἁγιοπνευματική του κατάρτιση, ὅσο καὶ συγγραφική του προσφορά. Κι ἐδῶ πρέπει νὰ θυμίσουμε ἔνα ὄνομα: τὸν πολύτιμο πνευματικὸ ὁδηγὸ τοῦ Μ., τὸν πολὺν Γ. Δανιὴλ τὸν Κατουνακιώτη, τὸν ὁποῖο ἔχω τὴν ὑποψία ὅτι ἰχνογραφεῖ ὁ Μ. μὲ τὸ ἀσκητὴ οἰκοδεσπότη τοῦ «Δεκατιστῆ». Γιατὶ ὅπως καταλαβαίνει ὁ καλοπροαίρετος ἀναγνώστης. ἡ ἀφήγηση γύρω ἀπὸ τὸν Γέροντα ἀσκητὴ μὲ τὴ συνοδεία του, ἐνέχει ἔντονο ἁγιορείτικο ἄρωμα.

Στὴ συνέχεια παρατίθεται μέρος τοῦ «Δεκατιστῆ», γιὰ νὰ γευτεῖ ὁ ἀναγνώστης ὁσιακὰ Χριστούγεννα, ἀλλὰ καὶ νὰ τιμηθεῖ, μέρες ποὺ ἔρχονται κι ὁ ἄλλος Ἀλέξανδρος, ὁ Μωραϊτίδης, ὁ διὰ τοῦ μοναχικοῦ καὶ ἀγγελικοῦ Σχήματος μετονομασθεὶς Ἀνδρόνικος Μοναχός.

[Γιὰ τὸν κατατοπισμὸ τοῦ ἀναγνώστη σημειώνονται τὰ ἑξῆς: Ὁ κὺρ Δημάκης, ὁ δεκατιστής τοῦ ἐλαίου τῆς Σκιάθου, καθὼς πηγαίνει γιὰ τὴ Σκόπελο, ὅπου θὰ γινόταν δημοπρασία γιὰ νὰ ἀγοράσει τὰ δέκατα, ἐγκαταλείπεται ἀπὸ τὸν συνταξιδιώτη του καὶ ἀναταγωνιστή του, τὸν καπετὰν Παρμάκη, σὲ κάποια ἔρημο νησίδα. Ἐκεῖ στὴν ἐρημιὰ ποὺ βρίσκεται, καὶ συλλογιέται τὸ παθημά του, ἀποκοιμιέται. Ὀνειρεύεται τὴ δημοπαρασία ποὺ θὰ γινόταν, ὅμως...]

«Ἀντί τῶν προυχόντων Σκοπελιτῶν, εἶδε πελώριον κύμα λευκάζον ἐν τῷ σκότει, καί ἀντί τοῦ σφυρίου τοῦ κήρυκος, ἤκουσε τωόντι γλυκύτατον ἦχον μοναστηριακοῦ σημάντρου, ὅπερ πρό τόσης ὥρας ἐκρούετο περιπαθῶς, ἐξεγεῖρον τούς λάρους καί τάς ἀλκυώνας εἰς τήν θείαν ὑμνωδίαν. Ἀνεμνήσθη ὅτι ἐξημέρωνον τά Χριστούγεννα· καί θεωρήσας τότε τήν γυμνότητά του ἔκλαυσεν.

Τό σήμαντρον ἀντήχει ἀκόμη γλυκύτατα ἀπό τῆς κορυφῆς τῆς ἐρημονήσου:

Τό τάλαντον, τό τάλαντον, τά τα, τά τα, τό τάλαντον!

Καί ἀνεκινεῖτο ἁρμονικῶς, θαρρεῖς, ἡ ξηρόνησος πρός τά ἠχήματα τοῦ σημάντρου ὡς νά ἐχόρευεν ὑπό τήν ἡσυχίαν τῆς ἀστροφεγγούς νυκτός, μέ ὅλους τους βράχους της, τούς καρκίνους της καί τούς θάμνους. Ὁ μαΐστρος εἶχε κοπάσει.

Θά εἶνε ἐδῶ καμμία ἐκκλησία! Διελογίσθη ὁ κύρ-Δημάκης. Καί πάραυτα ἐσκέφθη.

Ἴσως θά ἦλθε καμμία βάρκα! Καί εἶδες τό πρόσωπόν του, τό πρώην ἄγριον καί κατηφές, ὡς ἡ συννεφιασμένη Ζαγορά, νά πραϋνθῆ ἐν τῷ ἅμα, νά αἰθριάση.

Διά τῆς ἀτραποῦ ἀνήρχετο πρός τήν κορυφήν τῆς νησίδος, ὀπόθεν ἠκούοντο τοῦ σημάντρου οἱ ἦχοι. Σιγά-σιγά, ὑπό τό φῶς τῶν ἀστέρων, ἀναβαίνων καί διασκελίζων ὡς ἀγρία αἴξ τά ξηρόκλαδα καί τούς θάμνους, ἤκουσε τώρα καί τόν ἦχον ἠδυλάλου κώδωνος:

Ντίγκι-ντάγκ! ντίγκι-ντάγκ! ντίγκι-ντάγκ!

Πουλάκια τινά τῷ ἐφάνη ὅτι ἐτσιτσίρισαν φαιδρῶς μέσα εἰς τάς φωλεᾶς των, καί τίς ἀλκυῶνος σκιά, πεταχτή, ἀνεκινήθη ἐπί ὑψηλοῦ σκοπέλου, τινάσσουσα τά πτερά τῆς ἐν χαρά. Καί ἀναβλέψας εἶδε τά ἄστρα ἐν τῷ ἀπλέτω αὐτῶν φωτί, κινούμενα ὡς πρός ὑποδοχήν καί προσκύνησιν τοῦ Βασιλέως τοῦ κόσμου, χορεία παμφαῆς τῶν ποικιλωνύμων ἀστερισμῶν, καί μονήρεις φεγγοβόλοι πλανῆται, ὑπό τήν ἀρχηγίαν τοῦ σελαγίζοντος ἐκπάγλου Διός. Μετ' ὀλίγον διέκρινε τόν θόλον τοῦ ναΐσκου, πολυχρώμως φεγγοβολοῦντα ἐν μέσω τοῦ δασυλλίου τῶν ἀγριελαιῶν. Ἐρημίτις γέρων, μετά δύο νεωτέρων ὑποτακτικῶν, ἔζη ἐν τῇ ἐρημονήσω, ἀνηκούση εἷς τινά μονήν τοῦ ἁγίου Ὅρους, κ' ἐτέλει τήν νύκτα ἐκείνην τήν ἀγρυπνίαν τῶν Χριστουγέννων.

Ὁ κύρ-Δημάκης διῆλθε μικρόν τινά πυλώνα, ὅν εὖρεν ἀνοικτόν, κ' εἰσῆλθεν εἰς αὐλήν πλακόστρωτον, πλαισιουμένην ὑπό τινῶν κελλίων. Κατέναντι ἦτο ὁ ναΐσκος, μικρός συμμαζευμένος, βυζαντινός.

Ὁ ἐρημίτης, γέρων, πολιός, ὀστεώδης, μαραμμένος, ἐξήρχετο ἀπό τινός κελλίου προβαίνων εἰς τόν ναόν. Καί ἰδών ἐκ τῶν ὄπισθεν τόν κύρ-Δημάκην, ἱστάμενον καί θεωροῦντα πρό τῆς θύρας θαμβωμένον, ἐξεπλάγη, διότι οὐδεμία λέμβος εἶχε προσεγγίσει ἀπό τινῶν ἡμερῶν ἕνεκα τοῦ χειμῶνος. Περί τήν ἑσπέραν τελῶν κατά τό ἔθος τήν λειτουργίαν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἤκουσε φωνᾶς, τρίς ἤ τετράκις ἐπαναληφθείσας, καί ὑποπτεύσας ναυάγιον, ἀπέστειλε τόν ἕτερον τῶν μαθητῶν του, ἴνα ἐρευνήση τήν ἔρημον ἀκτήν, ὅστις ὅμως οὐδέν παρατήρησε. Διά τοῦτο ὁ γέρων ἐξεπλάγη νῦν. Μέ τήν μηλωτήν καί τόν γεωργούλην, ὡς ἦτο ὁ κύρ-Δημάκης, ἀνυπόδητος καί μέ γυμνᾶς τάς κνήμας, ἐξέλαβε τοῦτον ὡς σατανικήν φαντασίαν κ' ἐποίησε τρίς τό σημεῖον τοῦ Σταυροῦ. Ἐπειδή ὅμως ἡ σκιά ἐκείνη ἵστατο ἀκίνητος πρό τοῦ ναΐσκου, ὁ γέρων ἐννόησεν ὅτι ἄνθρωπος ἥν, καί πλησιάσας τόν φανόν, ὅν ἐκράτει, εἶδε καί ἐχαιρέτισεν αὐτόν.

Πῶς ἐδῶ, εὐλογημένε;

Μή τά ρωτᾶς, γέροντά μου! Ἀπήντησεν ὁ κύρ-Δημάκης, προσκλίνων καί ἀσπαζόμενος τήν ὀστεώδη του ἀσκητοῦ χείρα, ριγῶν, πυρέσσων.

Εἶνε καμμιά βάρκα ἐδῶ; Ἐρωτᾶ πάραυτα.

Τέτοια ὥρα, ποῦ νά βρεθῆ βάρκα;

Καί προσέθηκεν ὁ ἀσκητής.

Μήπως ἐπέσατε ἔξω τέκνον μου;

Μ' ἀφήσανε ἔξω, γέροντά μου! Ἀπήντησε, θρηνῶν σχεδόν ὁ κύρ-Δημάκης· καί διηγήθη ἐν συντόμω τό συμβάν.

Πειρασμός τέκνον μου, πειρασμός! Παρετήρησεν ὁ ἐρημίτης· καί προσεκάλεσε τόν ξένον εἰς τό κελλίον, ὅπως θερμανθῆ καί φορέση ὑποδήματα, διότι ἔβλεπεν αὐτόν τρέμοντα ἀπό τοῦ ψύχους.

Θ' ἀρθῆ αὔριο καμμιά βάρκα, γέροντα; Ἠρώτησεν ὁ κύρ-Δημάκης εἰσερχόμενος εἰς τί μικρόν κελλίον.

Θ' ἀρθῆ τέκνον μου, θ' ἀρθῆ. Ἔχε ὑπομονήν. Ἡσύχασε τώρα, καί κατόπιν ἔλα εἰς τήν ἐκκλησίαν. Εἶπεν ὁ ἐρημίτης καί ἀπῆλθε.

Λοιπόν θ' ἀρθῆ αὔριο βάρκα!

Ἐπαναλάμβανεν ὁ κύρ-Δημάκης, εὐαρεστῶν εἰς ἐαυτόν, ἐξαπλωθεῖς μεγαλόσωμος ἐπί μικροῦ ξηροῦ σοφά, ἐγγύς ἑστίας ἀναδιδούσης θερμοτάτην φλόγα, ἥτις ἐφώτιζε φαιδρῶς μέγαν Ἐσταυρωμένον ἐκεῖ καί τινά βιβλία.

Μετ' ὀλίγον νεαρός μοναχός ἐκόμισε πρός τόν ξένον ζωμόν νηστήσιμον, τεμάχιον προσφορᾶς, σύκα καί κάρυα καί οἶνον μαῦρον της Σκοπέλου μελιηδέα, ἅτινα ὅλα κατεβρόχθισεν ὁ κύρ-Δημάκης, νῆστις καί βασανισθεῖς μίαν ὅλην ἡμέραν.

Θ' ἀρθῆ λοιπόν βάρκα αὔριο! Ἠρώτησε μετά πεποιθήσεως τόν νέον μοναχόν ὁ κύρ-Δημάκης, φαιδρύνων τό λιτόν καί σαρακοστινόν δεῖπνον του, καί ἑτοιμαζόμενος νά πίη μέγα κρασοβόλιον.

Κατά τόν καιρό!

Ἀπήντησε ξηρά-ξηρά ὁ μοναχός σώφρων, ἀσκητής.

Πῶς; ἐμένα μοῦπε ὁ γέροντας πώς θαρθῆ. Ἠπόρησεν ὁ κύρ-Δημάκης μείνας μέ ἀνοικτόν στόμα, βαστάζων εἰς χείρας τοῦ ποτήριον, ἐν ὤ ἠκτινοβόλει ὡς βύσσινον ὁ μαῦρος οἶνος.

Ὁ μοναχός ἀπῆλθε χωρίς νά προφέρη ἄλλην λέξιν.

Καί εἶδες πάλιν νά σκυθρωπάση ὁ δεκατιστής.

Καί ἐνῶ ἐσκόπει κατ' ἀρχάς ν' ἀναπαυθῆ ὀλίγον, διότι ἠσθάνετο κόπωσιν καί ἐξάντλησιν τῶν δυνάμεων, νῦν, ταραχθεῖς, ἀφῆκε πλῆρες το ποτήριον, ἠγέρθη, καί συνεχῶς ἔβλεπεν ἀπό τινός θυρίδος τό πέλαγος.

Εἶδες τί μου ἔκαμαν τ' ἀκρογιαλᾶ! Διελογίζετο, ταλανίζων ἐαυτόν:

Τί ἤθελες, τί γύρευες κύρ-Δημάκη μου; Δέν ἐκύτταζες τήν δουλειά σου; Εἶνε καί ντροπή! Ὄχι ἄλλο!

Καί ἔφθανεν εἰς τό μικρόν κελλίον ἡ μελωδία τῆς ἀγρυπνίας, ἄρρητος, γλυκυτάτη. Ἐψάλλετο ἡ λιτή:

«Ὁ Οὐρανός καί ἡ γῆ σήμερον πνευματικῶς εὐφραινέσθωσαν».

Πρέπει ναρθοῦν βάρκες! Ἐψιθύριζεν ὁ κύρ-Δημάκης, βλέπων τό πέλαγος ἥσυχον.

«Μάγοι, Περσῶν βασιλεῖς . . . » ἀντήχει ἐναρμονίως τό δοξαστικόν.

Ἀρξαμένου τοῦ ὄρθρου, ὁ ἐρημίτης ἐθεώρησε καλόν νά καλέση τόν ξένον εἰς τήν ἱεράν ἀκολουθίαν.

Θά πῆρε κανένα ὕπνον! Ἐσκέφθη ὁ ἀσκητής.

Κ' ἐλθῶν σιγά-σιγά, ἐθαμβήθη ἰδών τόν ξένον ὄρθιον, σκεπτικόν, θεωροῦντα ἀνήσυχόν το πέλαγος.

 — Νά πᾶμε εἰς τήν ἐκκλησίαν, τέκνον μου! Ἐννοήσας δέ τήν ταραχήν του κύρ-Δημάκη, προσέθηκε πραΰνων αὐτόν.

 — Θαρθοῦν αὔριον βάρκες! θαρθοῦν! Καί παραλαβῶν αὐτόν εἰσήγαγεν εἰς τόν ναόν, μικρόν, φωτισμένον, στολισμένον, πανηγυρίζοντα.

Ἠσπάσθη ὁ κύρ-Δημάκης τήν «Γέννησιν» ἀνακειμένην ἐν μέσω κλαδίσκων φασκομηλέας ἐπί χρυσοϋφάντου ποδιᾶς, ἐπί γλυπτοῦ παλαιοῦ εἰκονοστασίου· καί κατέλαβε στασίδιον τί.

Οἱ δύο μαθηταί τοῦ γέροντος ἔψαλλον τά καθίσματα δεξιά καί ἀριστερά:

«Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί πού ἐγεννήθη ὁ Χριστός». Πλήν ὁ κύρ-Δημάκης εἰς μάτην προσεπάθησε νά θελχθῆ, νά κατανυγῆ. Ὁ νοῦς τοῦ ὅλος πεπωρωμένος, ἀναίσθητος, ἦτο εἰς Σκόπελον, εἰς τά δέκατα.

Ἐψάλη ὁ «πολυέλαιος», τά «ἀντίφωνα», καί ἤρχισεν ὁ μελωδικώτατος «Κανών».

Καί ἐνῶ κατόπιν ὁ δεξιός μοναχός ἔψαλλε τήν Καταβασίαν «Μυστήριον ξένον», προχωρεῖ σιγά-σιγά ὁ κύρ-Δημάκης πρός αὐτόν κ' ἐρωτᾶ:

Τό πρωί θά ἔλθη ἡ βάρκα, ἤ τό βράδυ;

Ὁ μοναχός, προσηλωμένος εἰς τό θεῖον μέλος, δέν ἤκουσε. Τότε ὁ κύρ- Δημάκης, μέ τήν χλαίναν του καί τά βαρέα καλογηρικά ὑποδήματα, μεταβαίνει πρός τόν ἀριστερόν ψάλτην, κ' ἐπαναλαμβάνει τήν αὐτήν κλαυθμηρᾶν ἐρώτησιν. Ἀλλά καί οὗτος, παραλαβῶν ἤδη τήν Καταβασίαν τοῦ Ἰαμβικοῦ κανόνος «Στέργειν μέν ἠμᾶς» οὐδ' ἤκουσε κἄν τήν ἱερόσυλον διακοπήν.

Οὕτως ἀπελπισθείς ὁ κύρ-Δημάκης ἐξῆλθεν εἰς τήν αὐλήν. Εἰς τάς Σποράδας κύκλω ἔλαμπον αἱ πυραί τῶν ἀγραυλούντων ποιμένων. Τό πέλαγος ἦτο ἥσυχον. Μόνον περί τό Πήλιον ὁ ὁρίζων ἦτο κατάμαυρος, πίσσα. Καί ἀφοῦ ἐπί ὥραν ἐθεώρει, ἀλλόφρων, ἄλλοτε τόν οὐρανόν, καί ἄλλοτε τήν θάλασσαν, εἰσῆλθε πάλιν εἰς τόν ναΐσκον, ἔνθα εἶχεν ἀρχίσει ἡ ἱερά λειτουργία.

Κατ' εὐθείαν προχωρεῖ πρός τό ἅγιον βῆμα καί προκύπτει πρός τά ἔνδον, ἴνα ἐρωτήση τόν Γέροντα περί τῆς λέμβου. Ἀλλ' ἰδών αὐτόν ἐν μέσω νεφέλης θυμιάματος, πολιόν, ὁλόχρυσον, αἰγλήεντα ὡς φεγγοβολοῦσαν λαμπάδα, κύπτοντα ἐνώπιόν της Ἁγίας Τραπέζης, κατεπλάγη τόσον ὑπό ξένου, μυστικοῦ φόβου, ὥστε δέν τόλμησε νά ὁμιλήση, κ' εἰσέδυσεν ὁ ἀσεβής εἰς τό στασίδιόν του, μαῦρος Σατανᾶς, ἀρχοντικόν δαιμόνιον, παραπλανηθεῖς εἰς τήν ἐπέραστον καί κρυφήν ἐκείνην γωνίαν τοῦ Παραδείσου, κ' ἐστέναζε κατά διαλείμματα, διακόπτων τήν θείαν μυσταγωγίαν:

Ἄχ! τί μου ἔκαμες, καπετάν-Παρμάκη!

Τέλος, τήν αὐγήν, ἔληξεν ἡ θεία λειτουργία καί παρετέθη ἐν τῷ κελλίω τοῦ Γέροντος, ἐνώπιόν του Ἐσταυρωμένου, ἡ πανηγυρική Τράπεζα, εὐωδιάζουσα μύρα ἀσκήσεως καί ἀπράγμονος βίου.

Ὁ κύρ-Δημάκης χωρίς ὄρεξιν ἔλαβε μικρᾶν τροφήν, ἐνδομύχως θρηνῶν, διότι ἠδυνάτει νά πληρώση τήν λαίμαργον ἄλλην ἐπιθυμίαν του, καί μόλις ἐξημέρωσε καλά, κατῆλθεν εἰς τήν ἀκτήν πικρῶς βασανιζόμενος.

Ὁ μαΐστρος εἶχεν ἐπαναρχίσει. Βροχή χιονώδης ἐσχηματίσθη περί τήν Ζαγορᾶν, ἥτις προβαίνουσα ὡς πυκνός μελανόφαιος καπνός κατεκάλυψε τήν Σκίαθον ἐν τῷ χιονοστροβίλω. Αἵ νιφάδες ἔφθανον ψυχραί, παγωμέναι, εἰς τό στυγνόν πρόσωπον τοῦ δεκατιστοῦ, τόν ὁποῖον εἰς μάτην ἐκάλει ὁ ἐρημίτης νά μή ἀνησυχῆ.

Ἡ χιονώδης λαίλαψ, ἐκ δυσμῶν προβαίνουσα πρός ἀνατολᾶς, κατεκάλυψε νῦν τό πέλαγος καί τήν ξηρόνησον αὐτήν, ὡς μέ ἄχνην ἀναβράζοντος ἀτμοῦ. Ἤδη ἐξηφανίζετο καί ἡ Σκόπελος, μόλις διακρινομένη ὡς ὄπισθεν ἀραχνοϋφούς πέπλου.

Ὁ καιρός ἦτο «εἰς τόν μάστορη» κατά τήν κοινήν ἔκφρασιν.

Μέχρι τῆς μεσημβρίας ἡ χιῶν εἶχε λευκάνει τήν νησίδα, ἥτις ὠμοίαζε πρός χιονισμένην ὄρνιθα, κατακαθήσασαν ἐν μέσω τοῦ πελάγους.

Ὁ κύρ-Δημάκης οὐδέν δυνάμενος νά διακρίνη πλέον εἰς τό πέλαγος, ἐπανῆλθεν εἰς τό ἀσκητήριον, φέρων ἐπάνω του λεπτόν ἐπίστρωμα χιόνος ὡς ἀλευρωμένος γάτος.

Ἐκ τῆς ἀπελπισίας του οὐδέ ὠμίλει.

Σοῦ εἶπα, κατά τόν καιρό!

Ἐδικαιολογεῖτο ὁ μοναχός».

Μακαριοι, ὅσοι δέχτηκαν τὸ προνόμιο-εὐλογία, ὥστε νὰ ἑόρτάσουν, ἔστω καὶ γιὰ μιὰ φορά, τὰ Χριστούγεννα σὲ καθαγιασμένα ἱερὰ σκηνώματα. Ὅπως αὐτὸ ποὺ μὲ μοναδικὴ τέχνη, θεῖο φωτισμὸ καὶ ἱεροπρέπεια μᾶς χάρισε ὁ Μωραϊτίδης. Εἶναι, λοιπόν, νὰ μὴν τὸν εὐγνωμονοῦμε;

π. κ. ν. κ. 25-12-2015-Νοε. 2016



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email