© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

Για το βιβλίο του Δημήτρη Οικονόμου “Οι Εγκλωβισμένοι”, εκδ. Ίκαρος 2015

Γράφει η Δρ ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Οι Εγκλωβισμένοι είναι το τρίτο μυθιστόρημα του επιτυχημένου συγγραφέα Δημήτρη Οικονόμου. Ο τίτλος, λένε, ενός βιβλίου ή δηλώνει ή σημαίνει. Ο συγκεκριμένος τα κάνει και τα δύο. Οι Εγκλωβισμένοι είναι μια κατηγορία ανθρώπων βασανισμένων, πράγμα που δείχνει ότι το βιβλίο άπτεται των κοινωνικών προβλημάτων και αυτό είναι κάτι που επαναλαμβάνει με συνέπεια ο συγγραφέας. Από το Πολυτεχνείο βγήκε πολιτικός μηχανικός, από το ταλέντο του συγγραφέας και μουσικός. Επομένως πατάει γερά στις δυο σολωμικές βάσεις: το λογισμό και το όνειρο. Με τον λογισμό πατάει και με την τέχνη του πετάει. Ωστόσο και τα δυο, πόδια και φτερά, νομίζω πως τα χρωστάει στο DNA που του κληροδότησαν οι γονείς του.

Οι Εγκλωβισμένοι είναι άνθρωποι φτωχοί, με πικρές μνήμες, με κρυμμένα μυστικά, αποκλεισμένοι από δουλειά, από ανθρώπους, από αγάπη και κατανόηση, τριγυρισμένοι από μοναξιά, που στη ζούγκλα της πόλης μας, κάπου στο υπογάστριο της Αθήνας, ζουν χωρίς το δικαίωμα ακόμη και να μιλούν δυνατά: «Μη μιλάς δυνατά, να είσαι πάντα μετρημένος», θυμάται ο ήρωας τη φωνή της μητέρας του. Στην υποβαθμισμένη γειτονιά ο κύριος Βασίλης έχει ένα κατάστημα και βγάζει φωτοτυπίες. Στο κατάστημα ζει και ένας σκύλος, ο Κάλος, του οποίου τα χνώτα ταίριαξαν με του αφεντικού του στην κυριολεξία και όχι στη μεταφορά όπως ισχύει για τους ανθρώπους, «Σ’ έναν κόσμο όπου οι σκύλοι και οι άνθρωποι έχουν κοινή μοίρα». Μόνο που στην περίπτωσή μας, δεν είναι οι σκύλοι που καλοπερνάνε αλλά οι άνθρωποι που σκυλοπερνάνε.

Ένα παιδί, ο Καμάλ, μπαινοβγαίνει στο σπίτι του Βασίλη, ο οποίος έχει αναλάβει να του κάνει μάθημα ιστορίας, κυρίως όμως ανθρωπιάς. Ο Άκης είναι υπάλληλος του Βασίλη και αγωνίζεται να επιβιώσει. Ένα φωτοτυπικό μηχάνημα, σημαντικό «πρόσωπο» του έργου που ο Βασίλης βάφτισε «Θάλεια», γιατί του θυμίζει ακουστικά τη θάλασσα. Η Θάλεια λόγω του ρόλου της «βλέπει» όλα τα κείμενα που φέρνουν οι πελάτες για να τα φωτοτυπήσουν, οπότε ο κύριος Βασίλης ξέρει τα πάθη του καθενός που μπαίνει στο μαγαζί. Άλλο πρόσωπο που προστίθεται στην παρέα, αλλά λογικά δεν μπορεί να ανήκει στους «Εγκωβισμένους», είναι η κυρία Μαίρη που είναι δικηγόρος. Τι σχέση μπορεί να έχει μια αστή κυρία σ’ αυτή τη σύναξη; Έχει. Η κυρία Μαίρη φέρει την «ιδία μοναξιά» της, όπως τα σώματα από μόνα τους φέρουν το «ίδιον βάρος» τους (όρος της μηχανικής, λέει ο συγγραφέας). Σαν να γεννήθηκε, δηλαδή, η Μαίρη με τη μοναξιά μέσα της. Γιατί βιώνει την εγκατάλειψη και την απόρριψη. Πίσω από τη βιτρίνα του σπουδαίου αστικού διαμερίσματος της είναι και αυτή μια αποκλεισμένη, μαραμένη και εγκλωβισμένη εσωτερικά, ψυχικά. Κι επειδή τα προβλήματα, όσο και αν είναι εξωτερικά, επιδρούν στα εσωτερικά, οι καιρικές συνθήκες, π.χ. το κρύο και η βροχή, είναι επιλεγμένες για να τονίσουν και αυτές συμβολικά το ψυχικό τοπίο. Ο στίχος του Verlaine «il pleure dans mon coeur comme il pleut sur la ville», βρίσκει τον ελληνικό ανάλογο «Βρέχει στη φτωχογειτονιά βρέχει και στην καρδιά μου», δίνοντας το μέτρο της αναλογίας.

Βρέχει, λοιπόν, συνεχώς για να βασανίζονται οι δυστυχείς. Όμως, ο Βασίλης, εξοπλισμένος με τη μεγάλη του ομπρέλα, δεν κατέβαλε ιδιαίτερο κόπο να μην βρέχεται. Περπατούσε ανάλαφρα, υπερπηδούσε, σχεδόν υπερίπτατο, λακκούβες με νερό και μικροεμπόδια. Κι εδώ, αναγνώστη, Hypocrite leucteur mon seblable mon frère, που λέει και o Baudelaire, μη μου πεις πως δεν έρχεται στο νου σου ο Gene Kelly που χορεύει, πλατσουρίζοντας στα νερά και τραγουδάει, Im singing in the rain, μόνο που ο Βασίλης δεν είναι ερωτευμένος, όπως ο πρωταγωνιστής της αμερικανικής ταινίας ούτε όμορφος και κομψός, με το σκυφτό του σώμα και κείνο το παντελόνι που του φτάνει μέχρι το στήθος, φαντάζομαι και τα μπατζάκια ανασηκωμένα. Πώς, λοιπόν, ένας καλοσυνάτος φτωχός άνθρωπος, ένας υπάλληλος, ένα παιδί, ένας σκύλος, ένα φωτοτυπικό μηχάνημα, οι άστεγοι γύρω γύρω, η κυρία Μαίρη, καθώς και οι περαστικοί από το μικρό μαγαζάκι του περιθωριακού δρόμου (κατ’ αντιδιαστολή προς το Μαγαζάκι της κεντρικής οδού, με το οποίο, τηρουμένων των αναλογιών, έχει συγγένειες), πώς, επαναλαμβάνω, αυτοί οι άνθρωποι, συνυπάρχουν στο βιβλίο;

Συνυπάρχουν, γιατί τα πάντα στο βιβλίο του Οικονόμου έχουν κι ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης και θέασης του κόσμου. Θα έλεγα μάλιστα πως εκείνος ο τίτλος του Καρυωτάκη, Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων, διευρύνεται εδώ με τον πόνο του ανθρώπου, των ζώων και των πραγμάτων. Πρόκειται για το σεβασμό στη ζωή και σε ό,τι αυτή περιλαμβάνει, όπως μας είχε από τον περασμένο αιώνα διδάξει ο Αλβέρτος Σβάιτσερ. Έτσι, ενώ το μυθιστόρημα φωτίζει μια επιφάνεια απλή που θίγει τα σύγχρονα προβλήματα της Αθήνας, πίσω και κάτω από αυτήν υπάρχει ένα πλέγμα από δομές ποικίλες και πολλές, που ο συγγραφέας ως πολιτικός μηχανικός γνωρίζει: δομές και οικοδομές.

Το μαγαζάκι του κ. Βασίλη επομένως δεν είναι μόνο μαγαζάκι για φωτοτυπίες, αλλά και «καταφύγιο και καφενείο και ψυχαναλυτικό ιατρείο, και πρότυπο σχολής εφαρμοσμένης στωικής φιλοσοφίας του κέντρου ανάλυσης της ζωής». Με όλες αυτές τις ιδιότητες καταλαβαίνουμε ότι οι πηγές πληροφόρησης δεν είναι μόνο οι πέντε αισθήσεις (για να αντιληφθούμε τα ερεθίσματα και να κατανοήσουμε τον κόσμο), αλλά όπως έλεγε και η Ζακελλίν ντε Ρομιγύ, πέραν αυτού που βλέπουμε και ακούμε, πέραν της λογικής είναι και ο μύθος και η διαίσθηση και άλλες ανερμήνευτες από τη λογική δυνάμεις που συμμετέχουν στη γνώση. Και ο Οικονόμου προσθέτει την τηλεπάθεια και τα προφητικά όνειρα. Ας προσθέσουμε και τον υπαινιγμό που στη τέχνη δεν είναι αμελητέος.

Στη ζωή πολλά πράγματα μπορεί να βρίσκονται ή να χάνονται κατά τύχη. Σε ένα καλό έργο όμως όχι. Και το «σκουλαρίκι» που έχασε η κα Μαίρη στο μαγαζάκι του κ. Βασίλη θα έρθει η ώρα του να παίξει το δομικό του ρόλο στην ιστορία, το ρόλο του ερωτικού αγγελιοφόρου (;!). Αυτός είναι ρόλος του «σκουλαρικιού» γενικώς, όπως το δαχτυλίδι έχει το ρόλο της επίσημης δέσμευσης, του αρραβώνα και του γάμου. (Το κορίτσι με το σκουλαρίκι, του Βερμήηρ, επικαλούμαι για την περίσταση). Γιατί ο Οικονόμου δεν ξέρει μόνο από οικοδομές, όπως ήδη είπαμε, αλλά ξέρει και από Ιστορία, Κοινωνιολογία, Ψυχολογία, αλλά και από μαγειρική και γευσιγνωσία ακόμα.

Τελικά τι είναι ο κ. Βασίλης; Γιατί ο συγγραφέας μας βάζει αυτόν τον ανθρωπάκο κεντρικό ήρωα στο έργο του; Η απάντηση είναι απλή. Γιατί αυτός είναι απλός και καθημερινός, ταλαιπωρημένος, μόνος, εγκλωβισμένος σε μια παλιά οικογενειακή ζωή χαμένη, αλλά δεν έχει χάσει την ελπίδα στον άνθρωπο και την ανθρωπιά, την πίστη του στη ζωή και τη χαρά της προσφοράς. Είναι προικισμένος με πολλές χάρες και γνώσεις και διακριτικότητα, και φιλευσπλαχνία και επινοητικότητα. Γιατί μοιάζει σαν να μας λέει πως αυτό που λείπει πιο πολύ από τη ζωή μας είναι η ανθρωπιά. Η πίστη στον άνθρωπο, στο πνεύμα του καλού. Και ο Βασίλης, που βρίσκεται σε κάπως πιο προνομιούχα θέση από τον Καμάλ ή τον Άκη ή το σκύλο του, δεν αφήνεται να τον φάνε τα γρανάζια του εγκλωβισμού. Δεν μεμψιμοιρεί, δεν καταριέται το αγαθό της ζωής. Και το αποδεικνύει σε καθημερινή βάση και ειδικά όταν όλες τις εισπράξεις της ημέρας τις δίνει στο βοηθό του για να πληρώσει το γιατρό επειδή κινδυνεύει η κόρη του. Κι εδώ έγκειται και το σημείο εκείνο που και ο πιο αδιάφορος θα αναγνώριζε: μια μεταστροφή του ρεαλισμού σε ποίηση, όταν όλα όσα υπάρχουν είναι ψίχουλα αλλά είναι όλα. Και ο Βασίλης που τα δίνει όλα δείχνει ότι δεν είναι εγκλωβισμένος, τουλάχιστον, δεν είναι μέσα του. Είναι ελεύθερο πνεύμα, ελεύθερος άνθρωπος που τοποθετεί σε άλλες βάσεις τις αξίες της ζωής.

Ο Οικονόμου αφηγείται λαχανιασμένα, γράφει γρήγορα, η ομιλία του/ η γραφή του τρέχει όπως τρέχει και η σκέψη του. Οι «ιδέες πηδάνε σαν κατσίκια». Είναι επιτυχημένη η μεταφορά για να δείξει ότι είναι ατίθασες και ελεύθερες, δυναμικές και ορμητικές. Τις ελέγχει όμως. Αυτός κινεί τα αόρατα σπαγκάκια για να έχουν την παρουσία τους όλα στο βιβλίο. Και τα κοινωνικά σχόλια για τους ταλαντούχους νέους που δεν μπορούν να ασκήσουν το επάγγελμα που σπούδασαν. Η «δουλειά δεν είναι υποκατάστατο της ζωής αλλά ένταξη στη ζωή και απόδειξη ότι δεν είσαι παράσιτο, επικίνδυνος, απόκληρος…» Μερικοί όμως, κατά την άποψη του κ. Βασίλη «το μετουσιώνουν σε τέχνη» (στοιχείο αυτοβιογραφικό).

Οι άνθρωποι οι οποίοι αναφέρονται στο βιβλίο, είπαμε ότι είναι άνθρωποι της γειτονιάς. Έγχρωμοι, που η τύχη τους έριξε σ’ αυτή τη γωνιά της γης, την ευλογημένη από τη φύση της και την ταλαιπωρημένη από την ιστορία της και σήμερα ειδικά από την οικονομική της κατάσταση. Οπότε τα σχόλια αλλά και η πιο απλή ματιά του Οικονόμου είναι πολιτική, με την ευρεία έννοια. Και δεν γίνεται αλλιώς. Έτσι ήταν και στο προηγούμενο βιβλίο του έτσι ήταν πάντα. Και το διακείμενό του είναι σοφά επιλεγμένο για να υποβάλει την κεντρική του ιδέα. Παράδειγμα: «ο ήλιος είχε αρχίσει να υψώνεται … Φώτιζε επί δικαίων και αδίκων, επί ζωντανών και νεκρών, επί πλασμάτων αληθινών και της φαντασίας, έστελνε τις ακτίνες του αδιακρίτως σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης…». Βλέπουμε, δηλαδή, ότι ο θεϊκός νόμος ή ο συμπαντικός δεν κάνει διακρίσεις. Εξασφαλίζει τη δημοκρατία επί της γης και των πλασμάτων της, την οποία δεν εξασφαλίζει ο κοινωνικός, αφού μερικοί άνθρωποι «δεν έχουν στον ήλιο μοίρα», και έτσι η μεταφορά δείχνει την σημαίνουσα θρησκευτική της καταγωγή.

Ο Βασίλης κάνει μια ανιαρή δουλειά θα λέγαμε. Φωτοτυπεί, αναπαράγει τα χαρτιά των άλλων. Κοιτάζει μέσα στις σκέψεις τους και συνομιλεί με το μηχάνημα που το έχει βαφτίσει «Θάλεια», όχι γιατί του θυμίζει τη μούσα της βουκολικής ποίησης (ο συγγραφέας τη θυμήθηκε πάντως), αλλά γιατί αρχίζει με τη συλλαβή «θαλ» όπως η θάλασσα. Όμως και αυτή η αρνητική αναφορά, και μόνο με τη μνεία της απουσίας της ή της άρνησής της, είναι υποδήλωση νοσταλγίας ενός παραδείσιου τόπου, θαλασσινού ή στεριανού δεν έχει σημασία, που καμιά σχέση δεν έχει με την άχαρη και βρώμικη και υποβαθμισμένη πόλη, όπου ζουν οι άνθρωποι στριμωγμένοι και εγκλωβισμένοι. Όσο για τη συζήτηση με τη Θάλεια «ένας αντικειμενικός παρατηρητής του ορθού λόγου και του ρασιοναλισμού, πολέμιος της μεταφυσικής και του διαφορετικού θα τον κατέτασσε στα εν πολλοίς αχαρτογράφητα πεδία της ψυχιατρικής ή του φανταστικού κόσμου…». Ωστόσο, στην τέχνη αυτά συμβαίνουν. Ο Ρίτσος π.χ. δεν άνοιξε διάλογο με ένα λουλούδι. Ο δημοτικός τραγουδιστής δεν μιλάει με τα βουνά και ο ιππότης με το άλογό του; Ας πάει να λέει ο ρασιοναλιστής. Ο καλλιτέχνης έχει άλλες κεραίες για να συλλαμβάνει τα μηνύματα του κόσμου. Γιατί το μυστηριώδες υπερβαίνει τη λογική και το ανεξήγητο υπερβαίνει τη γνώση. Δεν έχουμε τα εργαλεία για να μάθουμε, πού χάνεται ο σκύλος και ποιος είναι αυτός που του κάνει παρέα τις νύχτες; Τι βλέπουν τα μάτια της «Θάλειας» στα κείμενα που φωτοτυπεί; Γιατί πάει ο Βασίλης σ’ εκείνη την πολυκατοικία; Άσκοπες ερωτήσεις γιατί ούτε ο Βασίλης μπορεί να μιλήσει ανοιχτά, πολύ περισσότερο δεν μπορούν να μιλήσουν ο σκύλος ή «Θάλεια». Ωστόσο, πίσω από τα υπονοούμενα, η ζωή τρέχει και αυτά που υπονοούνται είναι εξίσου σοβαρά με αυτά που λέγονται.

Είναι συγκλονιστικός ο δραματικός μονόλογος της Μαίρης που αδιαφορεί για τον πόνο οποιουδήποτε, γιατί η Μαίρη είναι σαν πεθαμένη και οι πεθαμένοι δεν πονούν και δεν πάσχουν.

Ο συγγραφέας, όμως, με φιλεύσπλαχνο, άδηλο, χριστιανικό τρόπο καταφέρνει να τακτοποιήσει όλους τους πάσχοντες ήρωές του, γιατί πιστεύει ότι ζητών ευρίσκει και τω κρούοντι ανοιγήσεται και επειδή η ανθρώπινη αλληλεγγύη δεν έχει χαθεί.

Γι’ αυτό και επιστρατεύει όλες του τις δυνάμεις και με μια έξυπνη στραβοτιμονιά από την πλευρά της ζωής και όχι του θανάτου, φέρνει φως και μεταφορική λιακάδα στον κόσμο και στον απελπισμένο άνθρωπο. Σκέφτηκε κανείς να αυτοκτονήσει στην Κατοχή; (ρωτάει). Όχι! Επομένως, υπάρχει λύση για όλα. Το τσάι που προσφέρει ο Βασίλης σε όποιον μπαίνει στο μαγαζί του, όπως και το φλαμούρι που ήπιε ο Μαρσέλ Προυστ, είναι ίαμα και Θεία κοινωνία.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email