© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014

Primus sine paribus

πάντησις ες τ περ πρωτείου κείμενον το Πατριαρχείου Μόσχας

λπιδοφόρου Λαμπρυνιάδου
Μητροπολίτου Προύσης, 
Καθηγητο τς Θεολογικς Σχολς το Α. Π. Θ.

Μ πρόσφατον συνοδικν πόφασίν της[1], κκλησία τς Ρωσσίας φαίνεται ν πιλέγ δι μίαν εσέτι φορν[2] τν πομόνωσιν τόσον π τν θεολογικν διάλογον μ τν Ρωμαιοκαθολικν κκλησίαν σον κα π τν κοινωνίαν τν ρθοδόξων κκλησιν. Δύο στοιχεα ξίζουν ν σημειωθον κ προοιμίου, νδεικτικ τς πιθυμίας τς Συνόδου τς κκλησίας τς Ρωσσίας:
Πρτον, ν πονομεύσ τ κείμενον τς Ραβέννας,[3] πικαλουμένη θεολογικοφανες λόγους δι ν δικαιολογήσ τν πουσίαν τς ντιπροσωπείας της π τν συγκεκριμένην λομέλειαν τς διμερος πιτροπς (πουσίαν, ποία πηγορεύθη, ς ο πάντες γνωρίζουν, π λλων λόγων[4]), κα
Δεύτερον, ν μφισβητήσ μ τν πλέον σαφ κα πίσημον τρόπον (δηλαδ μ συνοδικν πόφασιν) τ πρωτεον το Οκουμενικο Πατριαρχείου ντς το ρθοδόξου κόσμου, διαβλέπουσα τι τ κείμενον τς Ραβέννας, ες τ ποον συνεφώνησαν λαι α ρθόδοξοι κκλησίαι (πλν τς κκλησίας τς Ρωσσίας, βεβαίως), καθορίζει τ πρωτεον το πισκόπου ες τ τρία πίπεδα τς κκλησιολογικς δομς τς κκλησίας (τοπικόν, παρχιακόν, παγκόσμιον) κατ τρόπον πο ποστηρίζει κα διασφαλίζει κα τ πρωτεον τς πρωτοθρόνου ρθοδόξου κκλησίας.
Τ κείμενον τς θέσεως το Πατριαρχείου Μόσχας δι τό «πρόβλημα» (πως τ ποκαλε) το Πρωτείου ες τν ν τν οκουμένην κκλησίαν δν ρνεται θεωρητικς κα τυπικς οτε τν ννοιαν οτε τν οσίαν το πρωτείου – κα μέχρις δ πράττει ρθς. Τ πιπλέον, μως, τ ποον προσπαθε ν πιτύχλλον πλαγίως, ς θ καταφαν) εναι εσαγωγ δύο διακρίσεων ναφορικς πρς τν ννοιαν το πρωτείου.

1.  διάκρισις μεταξ κκλησιολογικο κα θεολογικο πρωτείου

πρώτη διαφοροποίησις εσάγει ντιδιαστολν μεταξ το πρωτείου, ς τοτο φαρμόζεται ες τν ζων τς κκλησίας (κκλησιολογία), κα το πρωτείου ς τοτο νοεται ες τν θεολογίαν. Οτω, τ κείμενον το Πατριαρχείου Μόσχας ναγκάζεται ν υοθετήσ τν καινοφαν διάκρισιν μεταξ φ’ νς το «πρωτεύοντος» πρωτείου το Κυρίου κα φ’ τέρου τν «δευτερευόντων» πρωτείων («various forms of primacy… are secondary») τν πισκόπων, καίτοι ργότερον ες τ διον κείμενον θ διατυπωθ ποψις τι πίσκοπος εκονίζει τν διον τν Χριστόν (πρβλ. 2:1), τοθ’ περ φαίνεται ν πονο τι τ πρωτεα εναι μόλογα τουλάχιστον νάλογα κα χι πλς μόφωνα. στω κα σχολαστικ διατύπωσις τοιούτων διακρίσεων μεταξύ  «πρώτων» καί «δευτέρων» πρωτείων καταδεικνύει τν φέρπουσαν ντίφασιν.
πιδιωκόμενος διαχωρισμς τς κκλησιολογίας π τν θεολογίαν ( τν Χριστολογίαν) θ εχε καταστραφικς συνεπείας τόσον δι τν μίαν, σον κα δι τν λλην. φ’ σον κκλησία εναι ντως τ Σμα το Χριστο κα φανέρωσις τς ν Τριάδι ζως, τότε δν μπορομεν ν μιλμεν δι διαφορς κα πιπλάστους διακρίσεις διασπώσας τν νότητα το μυστηρίου τς κκλησίας, τ ποον συγκεφαλαιώνει τς Θεολογικάς (μ τν στενν σημασίαν το ρου) κα Χριστολογικς διατυπώσεις. ν ντιθέτ περιπτώσει, κκλησιαστικ ζω ποκόπτεται π τν θεολογίαν κα καταλήγει ξηρς διοικητικς θεσμός, ν, ξ τέρου, μία θεολογία δίχως ντίκρυσμα ες τν ζων κα τν δομν τς κκλησίας καταντ μία στερα καδημαϊκ νασχόλησις. Κατ τν Μητροπολίτην Περγάμου ωάννην, « διαχωρισμς τν διοικητικν θεσμν τς κκλησίας π τ δόγμα δν εναι πλς τυχής, εναι κα πικίνδυνος»[5].

2.  διάκρισις τν διαφορετικν κκλησιολογικν πιπέδων

δευτέρα διαφοροποίησις, τν ποίαν, κατ τν γνώμην μας, ποπειρται ν εσαγάγ τ κείμενον το Πατριαρχείου Μόσχας φορ ες τ τρία κκλησιολογικ πίπεδα ες τν δομν τς κκλησίας. δ φαίνεται ν εναι λον τ βάρος το ν λόγ κειμένου. Διαφόρως νοεται κα θεσμοθετεται, μς λέγει τ κείμενον, τ πρωτεον ες τ τοπικν πίπεδον τς πισκοπς, κα διαφόρως ες τ παρχιακν πίπεδον τς «ατοκεφάλου ρχιεπισκοπς» (ατοκεφάλου παρχιακς συνόδου). τι δ διαφόρως ρίζεται ες τ πίπεδον τς ν τν οκουμένην κκλησίας (πρβλ. 3: «Due to the fact that the nature of primacy, which exists at various levels of church order {diocesan, local and universal} vary, the functions of the primus on various levels are not identical and cannot be transferred from one level to another»).
πως σχυρίζεται πόφασις τς Συνόδου, τ τρία τατα πρωτεα εναι χι μόνον διάφορα μεταξύ των, λλ διαφέρουν κα α πηγαί των: τ πρωτεον το τοπικο πισκόπου πηγάζει κ τς ποστολικς διαδοχς (2:1), τ πρωτεον το πρώτου τς ατοκεφάλου κκλησίας πηγάζει π τν κλογήν του π τς συνόδου (2:2), τ δ πρωτεον τς καθ’ λου κκλησίας πηγάζει κ τς θέσεως ατς ες τ δίπτυχα (3:3). ρα, συμπεραίνει τ κείμενον το Πατριαρχείου Μόσχας, δν μπορον τ τρία τατα πίπεδα κα τ ναλογοντα ατος πρωτεα ν συγκριθον μεταξύ των, ς πράττει τοτο τ κείμενον τς Ραβέννας στηριζόμενον ες τν 34ον κανόνα τν γίων ποστόλων.
Καταφαίνεται νταθα ναγώνιος προσπάθεια τς προκειμένης συνοδικς ποφάσεως ν καταστήσ τ πρωτεον ς τι τ ξωτερικν καί, πομένως, ξένον πρς τ πρόσωπον το πρώτου. Ατός, κτιμμεν, τι εναι λόγος δι τν ποον τ Πατριαρχεον Μόσχας πιμένει τόσον πολ ες τν καθορισμν τν πηγν το πρωτείου: σκοπς εναι ν πεξαρτηθ πρτος ς πηγ το πρωτείου, πρτος ν εναι ποδέκτης το πρωτείου ντ ν εναι πηγή του. ραγε πεξάρτησις ατη ποδηλο κα τν ατονόμησιν το πρωτείου; Δι τν κκλησίαν θεσμς ποστασιοποιεται πάντοτε ν τ προσώπ. Οδέποτε δ συναντμεν πρόσωπον θεσμν ς θ το τ πρωτεον ννοούμενον νευ το πρώτου. Δέον ν διευκρινήσωμεν νταθα τι τ πρωτεον ες τν πρτον ποστασιάζεται κ το τόπου, τς τοπικς κκλησίας, τς γεωγραφικς περιφερείας τς ποίας οτος ( Πρτος) προΐσταται[6]. Ες τ σημεον τοτο εναι σημαντικν ν παρατηρήσωμεν τς κολούθους λογικς κα θεολογικς ντιφάσεις:
i) Ἐὰν Πρτος εναι ποδέκτης το πρωτείου του, τότε τ πρωτεον πάρχει δίχα κα νεξαρτήτως το Πρώτου, περ τοπον. Τοτο φαίνεται σαφς ες τν προσφερομένην ατιολόγησιν δι τ πρωτεον το παρχιακο κα το οκουμενικο πιπέδου. Δι τ παρχιακν πίπεδον, πηγ το πρώτου θεωρεται παρχιακ σύνοδος - μπορε μως ν πάρξ σύνοδος νευ Πρώτου; διαλεκτικ σχέσις μεταξ Πρώτου κα συνόδου τν ποίαν διατυπώνει 34ος ποστολικς κανών (λλ κα 9ος κα 16ος τς ντιοχείας κατ τος ποίους σύνοδος νευ πρώτου θεωρεται τελής) πεμπολεται χάριν μις μονομερος σχέσεως, κατ τν ποίαν ο πολλο συνιστον τν να, τν Πρτον, ες ντίθεσιν πρς πσαν λογικήν, καθ’ ν Πρτος εναι συστατικς παράγων κα γγυητς τς νότητος τν πολλν.[7] Δεύτερον παράδειγμα τς λογικς ντιφάσεως εναι τ παράδειγμα τν Διπτύχων. Ες τν περίπτωσιν ταύτην τ σύμπτωμα λαμβάνεται ς ατία κα τ σημαινόμενον συγχέεται μ τ σημανον. Τ Δίπτυχα δν εναι πηγ το Πρωτείου ες διεπαρχιακν πίπεδον, λλ κριβς κφρασίς του –κα μάλιστα μία μόνον κ τν κφράσεών του. Τ Δίπτυχα καθ’ αυτ ποτελον πράγματι τν κφρασιν τς τάξεως κα τς εραρχήσεως τν Πατριαρχείων κα τν ατοκεφάλων κκλησιν, λλ μία τοιαύτη εράρχησις προϋποθέτει τν Πρτον (κα ν συνεχεί τν δεύτερον, τν τρίτον κ.ο.κ.). Δν μπορον τ Δίπτυχα ν θεσμοθετον κατ πρωθύστερόν τι σχμα τ Πρωτεον π το ποίου ρείδονται.
Δι τν κατανόησιν τν καινοφανν πόψεων το Πατριαρχείου Μόσχας, δωμεν τί θ σήμαινον πάντα τατα ἐὰν τ νεφέρομεν κα τ φηρμόζαμεν ες τν νδοτριαδικν πραγματικότητα, τν πραγματικν πηγν παντός πρωτείου («Οτως λγει Θες βασιλες το ᾿Ισραλ ρυσμενος ατν Θες σαβαθ· γ πρτος» σ. 44:6).[8]
Παλαιόθεν κα συστηματικς κκλησία ξέλαβε τ πρόσωπον το Πατρς ς τν Πρτον (« μοναρχία το Πατρός»)[9] τς κοινωνίας τν προσώπων τς γίας Τριάδος. Ἐὰν γένηται ποδεκτ λογικ τς π κρίσιν καινοτομίας τς κκλησίας Μόσχας, φείλομεν ν συμπεράνωμεν τι Θες Πατρ δν εναι διος ναρχος ατία τς θεότητος κα τς πατρότητος («Τοτου χριν κμπτω τ γνατ μου πρς τν πατρα το Κυρου μν ησο Χριστοξ ο πσα πατρι ν ορανος κα π γς νομζεται» φ. 3:15-16), λλ’ τι γίνεται ποδέκτης το «πρωτείου» του. μως, πόθεν; π τ λλα πρόσωπα τς γίας Τριάδος; Πς ν ποθέσωμεν τοτο χωρς ν κυρώσωμεν τν τάξιν τς θεολογίας, ς γράφει γιος Γρηγόριος Θεολόγος, , τι χερον, δίχως ν νατρέψωμεν – μλλον δ νά «ναμίξωμεν» - τς σχέσεις τν προσώπων τς γίας Τριάδος; Δύναται νά «προηγται» Υἱὸς τ γιον Πνεμα το Πατρός;
ii) ταν τ κείμενον τς ερς Συνόδου τς κκλησίας τς Ρωσσίας δν δέχεται ν ναγνωρίσ να «οκουμενικν εράρχην» («universal hierarch») μ τν πρόφασιν τι οκουμενικότης νς τοιούτου εράρχου καταργε τν μυστηριακν σότητα μεταξ τν πισκόπων («eliminating the sacramental equality of bishops» 3:3) διατυπώνει πλς μίαν σοφιστείαν. ς πρς τν ερωσύνην των, βεβαίως, λοι ο πίσκοποι εναι σοι, λλ δν εναι κα οτε δύνανται ν εναι σοι ς πίσκοποι συγκεκριμένων πόλεων. Ο ερο κανόνες (ς 3ος τς Β´ Οκουμενικς Συνόδου, 28ος τς Δ’ κα 36ος τς Πενθέκτης) εραρχον τς πόλεις δίδοντες ες λλας τν Μητροπολιτικν ξίαν κα ες λλας τν Πατριαρχικήν. Μεταξ δ τν τελευταίων εραρχον κα πάλιν, δίδοντες ες λλην τ πρωτεα, ες λλην τ δευτερεα κ.ο.κ.. Δν εναι λαι α κατ τόπους κκλησίαι σαι κατ τν τάξιν κα κατ τν ξίαν. Ες τν βαθμν καθ’ ν πίσκοπός τις δν εναι ποτ πολελυμένως πίσκοπος λλ προεστς τοπικς κκλησίας, δηλαδ πάντοτε πίσκοπος συγκεκριμένης πόλεως (τοθ’ περ ναπόσπαστον χαρακτηριστικν κα ρος τς πισκοπικς χειροτονίας), τότε κα ο πίσκοποι εραρχονται ναλόγως (γουν, εναι διάφορος Μητροπολιτικ ξία τς Πατριαρχικς, κα πάλιν λλη ξία τν πρεσβυγενν Πατριαρχείων, τν κατοχυρωμένων π τν Οκουμενικν Συνόδων, κα λλη τν νεωτέρων Πατριαρχείων). Ες μίαν τοιαύτην εράρχησιν, εναι διανόητος μ παρξις πρώτου.[10] Τοναντίον, προσφάτως παρατηρομεν τν φαρμογήν νς καινοφανος πρωτείου, ατο τν ριθμν, ες τ ποον στηριζόμενοι ο σήμερον γκαλοντες τ κανονικν οκουμενικν πρωτεον τς Μητρς κκλησίας, δογματίζουν τ μάρτυρον δι τ θέσμια τς κκλησίας ξίωμα, μλλον δ τν ξίωσιν ubi russicus ibi ecclesia russicae, γουν που Ῥῶσσος κε κα δικαιοδοσία τς κκλησίας Ρωσσίας.
Ες τν μακρόχρονον στορίαν τς κκλησίας πρτος εναι πίσκοπος Ρώμης. φ’ του διεκόπη εχαριστιακ κοινωνία μετ’ ατο, πρτος τς ρθοδόξου κκλησίας εναι κανονικς Κωνσταντινουπόλεως. Ες τν περίπτωσιν το Κωνσταντινουπόλεως παρατηρομεν τν μοναδικν σύμπτωσιν κα τν τριν διαβαθμίσεων, τοι το τοπικο (ρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως - Νέας ώμης), παρχιακο (Πατριάρχης) κα οκουμενικο παγκοσμίου (Οκουμενικς Πατριάρχης). Τ τρισσν πρωτεον τοτο μεταφράζεται ες συγκεκριμένα προνόμια, ς τ κκλητον κα τ δικαίωμα το παρέχειν αρειν τ ατοκέφαλον (π.χ. ρχιεπισκοπαί-Πατριαρχεα χρίδος, Πεκίου, Τυρνόβου κ.λπ.), προνόμιον τ ποον Οκουμενικς Πατριάρχης σκησεν ες περιπτώσεις εσέτι μ κατοχυρωθέντων δι’ ποφάσεων Οκουμενικν Συνόδων νεωτέρων Πατριαρχείων, ν πρτον ατ τς Μόσχας. Τ πρωτεον το Κωνσταντινουπόλεως οδαμς σχετίζεται πρς τ Δίπτυχα, τ ποα, ς επομεν, κφράζουν πλς κα καταγράφουν τν εράρχησιν ταύτην (τν ποίαν, ντιφάσκουσα κα πάλιν, κκλησία τς Μόσχας ες τ ν λόγ κείμενον δχεται μν μμέσως, ρνεται δ ρητς). Ἐὰν θέλωμεν ν μιλήσωμεν περ πηγς νς πρωτείου ες τν ν τν οκουμένην κκλησίαν, ατη εναι ατ τοτο τ πρόσωπον το κάστοτε ρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, ποος, ς ρχιερες εναι μν πρτος «μεταξ σων», ς Κωνσταντινουπόλεως, μως, κα συνεπς ς Οκουμενικς Πατριάρχης, εναι πρτος δίχως σον (primus sine paribus).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


[1] Διαβάζομεν κα παραπέμπομεν ες τν γγλικν μετάφρασιν το κειμένου (Position of the Moscow Patriarchate on the problem of primacy in the Universal Church), ς τοτο δημοσιεύθη ες τν πίσημον στότοπον το Πατριαρχείου Μόσχας: https://mospat.ru/en/2013/12/26/news96344/
[2] Χαρακτηριστικ παραδείγματα λλων περιπτώσεων ατοαπομονώσεως συνιστον πουσία το Πατριαρχείου Μόσχας κ το Συμβουλίου Ερωπαϊκν κκλησιν (Conference of European Churches), καθς κα παγία πλέον τακτικ τν κπροσώπων τς κκλησίας ταύτης ν τελον τν Θείαν Λειτουργίαν κεχωρισμένως π τος λοιπος κπροσώπους τν ρθοδόξων κκλησιν γκλειστοι ντς τν κασταχο Πρεσβειν τς Ρωσσικς μοσπονδίας σάκις δίδεται εκαιρία πανορθοδόξου λειτουργίας ες διαφόρους περιστάσεις.
[3] Περ ατο το ζητήματος χει δη τοποθετηθ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος ες πρόσφατον ρθρον του δημοσιευθν τν 30ν Δεκεμβρίου 2013 ες τν στότοπον http://www.romfea.gr/diafora-ekklisiastika/21337-2013-12-30-03-52-35.
[4] Περ το τί κριβς συνέβη ν Ραβένν τ τος 2007 κα περ τς λγεινς ντυπώσεως ατν, ς τ κατέγραψαν Ρωμαιοκαθολικο παρατηρηταί, βλ. τν νάλυσιν το σιολ. Aidan Nichols, ν τ βιβλί ατο Rome and the Eastern Churches (San Francisco: Ignatius, δευτέρα κδοσις 2010), σσ. 368-9: «In October 2006 [sic], the commission resumed its discussions at Ravenna, though the event was marred by a ‘walkout’ on the part of the Moscow patriarchate’s representative. Bishop Hilarion’s protest was caused not for once by the wrongdoings, real or imagined, of the Catholic Church but by the presence of a delegation from the Estonian orthodox church, whose autocephaly, underwritten by Constantinople, is still denied in Russia. His action demonstrated, of course, the need precisely for a strong universal primacy so as to balance synodality in the Church». Ες λλον σημεον συγγραφες τονίζει: «[t]he decision of the Moscow patriarchate in October 2007 to withdraw its representatives from the Ravenna meeting… was not only an irritating impediment to that dialogue; it was precisely the sort of happening that makes Catholics think the orthodox need the pope as much as the pope needs them» (σ. 369).
[5] « Συνοδικς Θεσμός: στορικά, κκλησιολογικά κα Κανονικά Προβλήματα», Θεολογία 80 (2009), σσ. 5-6.
[6] Οτως, Πατριάρχης ντιοχείας, καίτοι π καιρο δρεύει ν Δαμασκ, παραμένει Πατριάρχης ντιοχείας δι τ εναι τν Δαμασκν ντς το κλίματος τς γεωγραφικς δικαιοδοσίας τς κκλησίας ταύτης.
[7] Μητροπολίτου Περγάμου ωάννου, «Recent Discussions on Primacy in Orthodox Theology» ες τν τόμον The Petrine Ministry: Catholics and Orthodox in Dialogue, πιμέλεια Walter Cardinal Kasper, (Νέα όρκη: The Newman Press, 2006), σσ. 231-248. ρα πίσης το δίου, « Εχαριστιακ κκλησιολογία στν ρθόδοξη Παράδοση» Θεολογία 80 (2009), σ. 23..
[8] Προσωπικς χομεν διατυπώσει σχετικς ες τν κφωνηθεσαν ν τ Θεολογικ Σχολ το Τιμίου Σταυρο Βοστώνης μιλίαν μας τ ξς: «Indeed, in the level of the Holy Trinity the principle of unity is not the divine essence but the Person of the Father (“Monarchy” of the Father), at the ecclesiological level of the local Church the principle of unity is not the presbyterium or the common worship of the Christians but the person of the Bishop, so to in the Pan-Orthodox level the principle of unity cannot be an idea nor an institution but it needs to be, if we are to be consistent with our theology, a person» (http://www.ecclesia.gr/englishnews/default.asp?id=3986).
[9] «μν δ μοναρχία τ τιμώμενον» γράφει γιος Γρηγόριος Θεολόγος ες τν Τρίτον Θεολογικόν του Λόγον (ΒΕΠΕΣ, 59, σ. 239). ννοια τς μοναρχίας συνάδει πρς τν «τάξιν θεολογίας» (Θεολογικς Πέμπτος, σ. 279). Παναγία Τρις δν ποτελε μίαν μοσπονδίαν προσώπων. Θεολόγος τν Πατέρων μιλε περ μοναρχίας κα πρωτείου το Θεο κα Πατρός.
[10] Τ πιχείρημα τοτο χει διατυπωθ μ σαφήνειαν π το John Manoussakis ες τ «Primacy and Ecclesiology: The State of the Question» ες τν συλλογικν τόμον Orthodox Constructions of the West, πιμέλεια Aristotle Papanikolaou κα George Demacopoulos (New York: Fordham University Press, 2013) σ. 233.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email