© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Απόστολου Θηβαίου: Ο ΒΑΘΥΣ ΚΗΠΟΣ ΤΟΥ Ε. Χ. ΓΟΝΑΤΑ


«Η αλήθεια, η ωραιότητα, είναι αδύνατο να συλληφθούν ως έννοιες κοινά εισπράξιμες και συμβατικά ελεγχόμενες. Τις διαισθανόμαστε περισσότερο ως καταστάσεις οριακές, περιγράφοντας ή απεικονίζοντας στον ποιητικό λόγο με ανοίγματα εξίσου οριακά το ανείπωτο.» Παραφράζοντας τις αξιωματικές επισημάνσεις του Αλέξη Ζήρα, με αφορμή τα μελετήματα για τον Νίκο Καρούζο, μπορούμε να εννοήσουμε ως υποδεικνυόμενο κόσμο εκείνον που πλάθεται μες στις ακραίες, οραματικές καταστάσεις του Επαμεινώνδα Χ. Γονατά. Οι ακραίες εκτιμήσεις του ποιητή μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε πως η οδύνη, ο φόβος, η απομόνωση, η ταυτότητα ενός εν δυνάμει αυτόχειρα που εμπεριέχεται μες στις πυρηνικές, ανθρώπινες θέσεις είναι δυνατόν να αποκαλύψουν μια υποσυνείδητη αλήθεια, πολύ κοντύτερα στην τραγική μας υπόσταση, πλησιέστερη ίσως όχι σε μια ωραιότητα, αλλά σε μια ανυπόφορη τερατωδία, με την οποία μοιάζει προικισμένη η ίδια η ζωή. Πρόκειται για την ίδια αισθητική απόκλιση, για μια ποιητική εκφορά του πάσχοντος προσώπου, μια ομιλία ικανή να εξεικονίσει με τον πιο ανθρώπινο και σωματικό τρόπο την οδυνηρή περιήγηση του προσώπου στα ψυχικά τοπία. Και λέγοντας ψυχικά, θέλουμε με ευθύτητα να διαφοροποιήσουμε τούτη την προσέγγιση από οποιαδήποτε ψυχολογική ή εργαστηριακή προσέγγιση, εμποτισμένη με την επιστημοσύνη, τον ελιτισμό της τεχνικής αρτιότητας, φτωχής και ρημαγμένης από κάθε τι το ανθρώπινο και το συγκλονιζόμενο.
Ο Ε. Χ. Γονατάς μας δίδαξε μία ποίηση εσωτερική, αυτοαναφορική, διατεθειμένη όμως να λειτουργήσει επαγωγικά, επιτρέποντας να διοχετευτούν ανείπωτες συλλογικότητες. Στο πεζολογικό ποίημα «Όταν ο έρωτας αστοχεί», το οποίο με τόση ένταση καθίσταται βαθμιαία και ανεπιτήδευτα προσωπικό, η εξέλιξη συνιστά μια παθητικότητα. Η ερημιά της γλώσσας, όπως τη διατύπωσε ο Νίκος Καρούζος, η ένδειά της εμπρός στην αιχμή του ανθρώπινου σώματος, συνιστά μια παρατήρηση επιβεβαιωμένη στο έργο του Γονατά. Η παθητικότητα, το τραύμα από τα «ράμφη των πουλιών» ή τα άγρια , φυσικά τοπία που κυριεύουν τα «ανθρώπινα» και αλλοιώνουν την ύπαρξη, με τα πιο λαμπρά χαρακτηριστικά της, απασχολούν  τον ποιητή, έναν αγωνιώδη εραστή του βίου, έναν μάρτυρα, καθώς εκείνοι των συναξαρίων και των εορτολογίων που με αφετηρία την πίστη τους παραμένουν προσηλωμένοι σε στόχους επίγειους, ακλόνητους, πέρα από ιδεολογικές και ηθικές προσεγγίσεις. Ο στοχαστικός Γονατάς εκπληρώνει εκείνο που με τόση γλαφυρότητα περιέγραψε ο Ναυπλιώτης δημιουργός, καθώς μιλούσε για «όλων των εσωτερικών αναζητήσεων το ανυπολόγιστο ζήσιμο.»
«Έπειτα την άφησα να φύγει, θυμωμένος καθώς ήμουν. Τέτοιες συνήθειες δεν θα μπορούσε κανείς με ευκολία να αποδεχτεί και είναι πάλι εκείνη η ατομικότητα, εκείνη η μοναξιά που μπορεί με τόση ευκολία να ανατραπεί και οι παγιωμένες ελπίδες μας να καταντήσουν σαθρά, χαλάσματα της μνήμης. Μονάχα ύστερα από τρία μερόνυχτα, κατά τα γραφάς, εισήλθα στο δωμάτιο με όλη μου την ορμή, αποφασισμένος να διαπράξω ό,τι πιο αποτρόπαιο και οδυνηρό, πάει να πει να επιτρέψω σε εκείνο το κεφάλι να σταθεί μες στον καθρέφτη, αποκαθιστώντας και το δικό μου, φαγωμένο καιρό σε προσπάθειες να κερδηθεί επιτέλους εκείνη η επαφή με τους πιο μακρινούς σταθμούς μας. Μα όταν με κοίταξε με τα βρεγμένα, υπόγεια μάτια της, αισθάνθηκα πως βρισκόμουν μες στις στοές και εδώ και κάμποσο καιρό, είδα βρώμικους φεγγίτες, είδα τους άδειους χώρους από τα μέρη που εγκαταλείψαμε ένα κάποιο πρωί και ύστερα πάλι εθύμωσα με τον ίδιο μου τον εαυτό για τούτο τον ανεκδιήγητο συναισθηματισμό. Εκείνο το ομοίωμα κεφαλιού που κατάλαβε γρήγορα τις τρομερές καμπές, τους δισταγμούς, τους τόσο ανώφελους, παραμέρισε όλα τα φυσικά, υλικά της λήθης και μου μίλησε με τις ώρες για τους καταραμένους ποιητές, τις καινούριες, τις αμίλητες, ακόμη γλώσσες, με την εκπροσωποθεϊκή φωνή του με συγκλόνισε, σχεδόν με τάραξε, και έσπασα όλους τους καθρέφτες και επιδόθηκα σε οράματα παραληρηματικού ύφους, που επιτυγχάνονται μόνο σε μια οριζόντια και απόλυτη θέση και έπειτα το ίδιο, εκείνο γνώριμο κεφάλι παραμέρισε και βυθίστηκε μες στα νυχτερινά νερά, Αργότερα πολύ ένιωσα τους σπασμούς, σε όλο μου το ερωτικό σώμα και σχημάτισα την εικόνα ενός ολοκαίνουριου επιβατηγού πλοίου που καθελκύεται εν τέλει μετά τιμών και κατακόκκινων, σωστικών φωτοβολίδων. Μου μίλησε, θυμάμαι για την αγάπη.»
Η ψυχρότητα του λόγου, όπως εννοείται σε τούτο το κορυφαίο δείγμα της νεοελληνικής, ποιητικής πραγματικότητας, βεβαίως και συνιστά ένα στοιχείο κληροδοτούμενο από τις καταβολές μας, μια πρόταση ελληνικότητας, οικουμενικής και επαρκούς να συνοψίσει μια θαυμάσια ισορροπία ανάμεσα στην άπιαστη γεωμετρία του χρησμού και την αναγκαιότητα μιας νέας πραγματικότητας. Ο Ε. Χ. Γονατάς στάθηκε για την ελληνική, ποιητική σκηνή, ένας σημαντικός και προσωπικός ποιητής, με την έννοια πως μόνος εκείνος εδοκίμασε όλες τις πτυχώσεις, παρέμεινε άγρυπνος καθώς λάμβαναν χώρα, οι φοβεροί τριγμοί της νύχτας, εξανθρωπίζοντας λόγο και ανθρώπους, όπως σημειώνει ο Ροντώ στο εξαίσιο, αλεξανδρινό του λεύκωμα. Η επίτευξη της ποθητής ετούτης ισορροπίας, μας επιτρέπει να κατατάξουμε τον Γονατά σε μια θέση κορυφαία, στα πλαίσια της οποίας θάρρος και θέληση συνυπάρχουν, προκειμένου μες στους ρυθμούς να συγχωρεθούν τα πάθη, να φανούν επιτέλους οι αθέατοι ήρωες των ανεξιχνίαστων οραμάτων μας. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email