© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2012

Μητροπολίτου Χαλκίδος Χρυσοστόμου: Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ


   Πρώτη δημοσίευση  

Ὁμιλία σὲ ἡμερίδα τῆς Εἰδικῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Πολιτιστικῆς Ταυτότητος, ποὺ διοργανώθηκε γιὰ τὴν συμπλήρωση 100 χρόνων ἀπὸ τὸν θάνατό του
[Ἀθήνα, Σάββατον 10 Δεκεμβρίου 2011]

Δὲν διαθέτω τὴν ἀπαιτούμενη γνώση καὶ εἶμαι σχεδόν ἄγευστος πνευματικῶν ἐμπειριῶν, ἀνέλαβα ὅμως προθύμως τὴν σημερινὴ διακονία τοῦ λόγου, ὄχι ὡς καταφρονῶν, ἀλλ’ ὑπακούων, μετ’ εὐγνωμοσύνης, μάλιστα, στὴν τιμητικὴ πρόταση τῆς Εἰδικῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Πολιτιστικῆς Ταυτότητος, ἡ ὁποία, ὑπὸ τὴν ἐμπνευσμένη προεδρία τοῦ ἀδελφοῦ μου, Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Ἰγνατίου, ἀξιέπαινα διοργάνωσε αὐτὴν τὴν ἡμερίδα, ἀφιερωμένη στὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη, μὲ ἀφορμὴ τὴν συμπλήρωση 100 ἐτῶν ἀπὸ τὴν κοίμησή του.
            Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, υἱός πολυτέκνου Ἱερατικῆς οἰκογενείας τῶν ἀειμνήστων Ἱερέως Παπα-Ἀδαμαντίου καὶ τῆς πρεσβυτέρας Γκιουλῶς, γεννήθηκε τὸ 1851 στὴν Σκίαθο, καὶ ἐκεῖ ἐκοιμήθη καὶ ἀναπαύεται ἀπὸ τὸ 1911, ἀναμένων τὸ ἐγερτήριο ἀγγελικὸ σάλπισμα.
            Νὰ ἕνας ἀκόμη λόγος, ποὺ ἵσταμαι ἐνώπιόν σας. Μοῦ δίδεται ἡ εὐκαιρία νὰ εὐχαριστήσω, πάλιν καὶ πολλάκις, τὸ Θεὸ, ποὺ μοῦ ἀνέθεσε τὴν ποιμαντικὴ φροντίδα καὶ αὐτῆς τῆς νήσου καὶ νὰ μνημονεύσω εὐγνωμόνως τὴν Ἱερατικὴ οἰκογένεια τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μου.
            Ἡ Ὀρθόδοξη Πνευματικότητα καὶ ὁ Παπαδιαμάντης, εἶναι τὸ θέμα μου.
            Ἡ διατύπωσή του φανερώνει σχέση. Ἡ ὀρθόδοξη πνευματικότητα ὡς ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή προσφέρεται στὸν κάθε ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος τὴν ἀποδέχεται ἤ τὴν ἀρνεῖται, κάμοντας καλὴ ἤ κακὴ χρήση τοῦ ἀνεκτιμήτου προικώου θεϊκοῦ δώρου τῆς ἐλευθερίας.
            Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, μὲ ἀγάπη καὶ εὐγνωμοσύνη ἀποδέχθηκε τὸ δώρημα ἐκ τοῦ Πατρός τῶν Φώτων καὶ ἐβίωσε τὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα, ὡς αὐθεντικός ἄνθρωπος τοῦ Χριστοῦ καὶ πιστὸ μέλος τὴς Ἐκκλησίας καὶ τὴν προέβαλε, μὲ γνήσιο τρόπο, ὁμολογιακὸ θάρρος καὶ ἀπροσποίητο ὕφος, μέσα ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ τὰ ἔργα του.
            Προτοῦ ὅμως ψηλαφίσω καὶ δι’ ὀλίγων παρουσιάσω αὐτὴ τὴν σχέση ζωῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητος καὶ Παπαδιαμάντη, ἄς μοῦ ἐπιτραπῆ νὰ ἀναφερθῶ μὲ συντομία στὸ νόημα καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητος καὶ στὰ χαρακτηριστικὰ της γνωρίσματα.

Α. ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ

            «Ἡ ὀρθόδοξη πνευματικότητα εἶναι ἡ χριστιανική πνευματικότητα, ὅπως διαμορφώθηκε καὶ ἐκφράστηκε στὴν Ἐκκλησία σὰν ἡ παράδοση καὶ ἡ ζωή της…».[1]
Εἶναι ἡ κοινωνία τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ, ποὺ πραγματώνεται μέσα στὴν Ἁγία μας Ἐκκλησία -τὸ θεανθρώπινο σῶμα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. «Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἕνα Ἵδρυμα, ἀλλά ἡ καινή κτίση ἐν Χριστῷ καὶ διὰ τοῦ Χριστοῦ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ποὺ τὴν κατευθύνει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα».[2]
Εἶναι ἡ ἴδια ἡ Ὀρθοδοξία, ἀφοῦ ἐκφράζει τὸ δόγμα, τὴ λειτουργία, τὴν ἄσκηση, τὸ ἦθος,  ὁλόκληρη τὴ ζωὴ της.
Εἶναι βαθειά καὶ πλούσια ἐμπειρία καὶ μαρτυρία ζωῆς, ἡ ὁποία ἑνώνει ἁρμονικὰ τὰ παρόντα καὶ τὰ μέλλοντα. «Ἔχει ἐσχατολογικὴ τὴν προοπτικὴ της, ἀλλά ταυτόχρονα καὶ πλήρη συνείδηση τῆς παρούσης καταστάσεως τοῦ κόσμου»[3] καὶ ζητεῖ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴ σωτηρία του.
Τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῆς Ὀρθοδόξου Πνευματικότητος, ποὺ ὀρθὰ χαρακτηρίζεται ὡς «ἕνας ποταμός ἐπίπονης καὶ αὐθεντικῆς ζωῆς καὶ δημιουργικότητας μέσα στὴ χάρη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ»[4], εἶναι:

α) Βιβλική καὶ παραδοσιακή.

 Ἡ Ἁγία Γραφή, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἔχει σάν κεντρικὸ θέμα της τὸ Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία Του καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν προσκύνηση καὶ τὴ λατρεία τοῦ σαρκωμένου Λόγου. Οἱ Πατέρες τὸ μόνο ποὺ ἀναζητοῦν στὴν Ἁγία Γραφὴ εἶναι ἡ κοινωνία καὶ ὁ διάλογός τους μὲ τὸ Χριστὸ καὶ ἡ ἀγωνία τους νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε καὶ νὰ μιμηθοῦμε τὸ ἔλεός Του. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἡ Βίβλος κατέχει θεμελιώδη σημασία γιὰ τὴν ὀρθόδοξη εὐσέβεια, τὴ λατρεία καὶ τὴν πνευματικὴ ζωὴ.
Κατὰ τὸν φιλοκαλικὸ Ἰωάννη τὸν Καρπάθιο «εἶναι μακάριος, ὅστις ἀπλήστως φάγεται καὶ πίεται εὐχὰς καὶ ψαλμοὺς ἐνταῦθα νυκτός καὶ ἡμέρας καὶ ἐπιρρώσει ἑαυτὸν τῇ ἐνδόξῳ τῆς Γραφῆς ἀναγνώσει. Ἡ γὰρ τοιαύτη μετάληψις ἀναδώσει τῇ ψυχῇ ἀμείωτον εὐφροσύνην ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι»[5].
Ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὡστόσο, ἀπαιτεῖ ταπεινοφροσύνη, καθαρότητα, ἐργασία τῶν ἐντολῶν καὶ προπαντός προσευχὴ. Ἔτσι δημιουργεῖται ὁ πόθος γιὰ ν’ ἀκολουθήσουμε τὸ δρόμο πρὸς τὴ θέωση, ἐνῶ, δίχως τὴν ἔλλαμψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθουμε στὸν ἀληθῆ νοῦ τῆς Ἁγίας Γραφῆς.
Καὶ φυσικὰ δὲν πρέπει νὰ παραλείψουμε νὰ τονίσουμε τὴν ἁρμονικὴ της σχέση μὲ τὴν παράδοση. Ἡ ἑνότητα Ἁγίας Γραφῆς καὶ παραδόσεως εἶναι ἄρρηκτη, ἀφοῦ ἡ παράδοση εἶναι ἡ ψυχή τῆς Ἁγίας Γραφῆς[6]. Εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἁγία Γραφή, ὅπως ἐξ ἀρχῆς ἑρμηνεύεται στὴν Ἐκκλησία καὶ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία[7]. Εἶναι ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Παράδοση καὶ ἁγία Γραφή ἀποτελοῦν τὸν κορμὸ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν εἶναι Ἐκκλησία τῆς ἀτομικῆς πίστεως, τῆς συνήθειας καὶ τῆς αὐθεντίας καὶ ἡ παράδοση δὲν εἶναι μουσειακός θησαυρός ἤ ἀρχαιολογικός πλοῦτος, ἀλλά ζωή.

β) Ἱστορική καὶ ἐσχατολογική.

Ὁ Τριαδικός Θεός εἶναι πέρα καὶ μετὰ τὴν Ἱστορία, ἀλλά ὄχι ἔξω ἀπὸ τὴν Ἱστορία. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Πνευματικότητα, ἀφοῦ ἡ ἱστορία «εἶναι ἕνα μυστήριο, μέσα στὸ ὁποῖο ἐνεργεῖται ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου, ποὺ συντελέστηκε μὲ τὸ θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως ἐπίσης εἶναι τὸ θέατρο τῶν περιπετειῶν καὶ τῶν παθημάτων, τῶν νικῶν καὶ τῶν θριάμβων τῶν ὀρθοδόξων λαῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπουν σ’ ἕνα ἐσχατολογικὰ σταθερὸ μέλλον, ποὺ θεμελιώνεται πάνω στὴν πίστη στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, σὰν προϋπόθεση καὶ βάση τῆς τελικῆς ἀπολυτρώσεως καὶ ἀναστάσεως»[8].
Με τὴ μετοχὴ μας στὴ μυστηριακὴ λειτουργικὴ πράξη καὶ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, πραγματοποιοῦμε τὴν Ἱστορία σὰν ὅδευση πρὸς τὴν τελικὴ σωτηρία, πρὸς τὰ ἔσχατα τῆς Βασιλείας, ποὺ μὲ βάση τὴν ἐνανθρώπιση γεμίζουν τὰ πάντα.
Ἡ ὀρθοδοξία εἶναι Ἐκκλησία λειτουργική καὶ ἡ πνευματικότητά της λειτουργική.
Ἡ λειτουργική πείρα τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ ζωοποιεῖ τὰ δόγματα, εἶναι ἡ καθημερινή τροφή γιὰ τὴν αὔξηση τῆς πνευματικότητος, ἡ προσωπική αἴσθηση τῆς ἀθανάτου ζωῆς στὸν παρόντα αἰῶνα. Ἔτσι ζοῦμε, κατανοοῦμε καὶ ἑρμηνεύουμε τὴν ἀγάπη στὶς λειτουργικὲς ἀκολουθίες, τὸ σεβασμὸ στὶς ἅγιες εἰκόνες, τὰ Ἱερὰ λείψανα, τὴν τιμὴ στὴν Παναγία μας καὶ τοὺς ἁγίους καὶ τὶς ἄλλες ἐκδηλώσεις τῆς ὀρθοδόξου εὐσεβείας.

γ) Θεωρητική καὶ πρακτική.

Στὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα δὲν ὑπερτονίζεται ἡ θεωρία καὶ ὁ θεωρητικός βίος, ὅπως ἰσχυρίζονται κάποιοι, σὲ βάρος τοῦ πρακτικοῦ βίου καὶ τῆς πράξεως, ἀλλά θεωρία καὶ πράξη συνδέονται ὀργανικὰ. Ὁ ὀρθόδοξος πιστός φθάνει στὴν μυστικὴ θεωρία τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴν ἄσκηση τῶν ἀρετῶν.
Πιθανός χωρισμός θεωρίας καὶ πράξεως ὑποκρύπτει χωρισμὸ καὶ ἀντίθεση ἀνάμεσα στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, τὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη, τὴν ἐλευθερία καὶ τὴ χάρη, τὸ Θεὸ καὶ τὸν κόσμο.

δ) Πατερική καὶ μοναστική.

Ἡ παρουσία τῶν Ἁγίων Πατέρων εἶναι μαρτυρία καὶ ἐγγύηση τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητος, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία ἔζησε καὶ ζεῖ μὲ τοὺς Πατέρες, οἱ ὁποῖοι δημιουργήθηκαν στοὺς κόλπους Της ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἐποίμαναν καὶ ἐδίδαξαν καὶ ἑρμήνευσαν τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ.
Ἡ παράδοση καὶ ἡ πνευματικότητα τῆς Ἀνατολῆς εἶναι πατερικὴ, ποὺ σημαίνει βιβλική, ἀποστολική, χριστιανοκεντρική, καὶ καθολική καὶ διὰ τοῦτο ὀρθόδοξη.
Ἡ Ἀνατολική πνευματικότητα σχετίζεται μὲ τὴν ἀσκητικὴ αὐτογνωσία, τὴν ἐπίγνωση καὶ αἴσθηση τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας καὶ ἁμαρτίας, ποὺ στρέφει καὶ κινεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν μεταβάλλει σὲ τόπο τελειώσεως τῆς δυνάμεως τοῦ Χριστοῦ[9]. Ἡ μοναχική πείρα τῆς ἀσκήσεως θεωρεῖ τὴν αὐτογνωσία σὰν θεμελιώδη προϋπόθεση τῆς πνευματικότητος.

ε) Ἀσκητική καὶ μυστικιστική.

Τὸ πνεῦμα τῆς ἀσκήσεως καταξιώνει τὸν ὀρθόδοξο Μοναχισμὸ, ἀλλά διαποτίζει καὶ ὁλόκληρη τὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα. Ὁ ἐκκλησιαστικός βίος εἶναι ἀγῶνας καὶ ἄσκηση γιὰ τὴν ἐπάνοδο τοῦ ἀνθρώπου στὴν προπτωτικὴ καὶ προσωπικὴ του πληρότητα καὶ ὁλοκλήρωση, ὥστε, μὲ τὴ χάρη τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως, νὰ φθάσῃ ὁ ἄνθρωπος καὶ ὁ κόσμος ἀπὸ «τὸ εἶναι στὸ εὖ εἶναι καὶ στὸ ἀεί εἶναι»[10].
Ἀσκητικός εἶναι ὁλόκληρος ὁ Χριστιανισμός, κατὰ μίμησιν τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων.
Ἐργασία ἐπιπόνου ἀσκήσεως καὶ ἀτελευτήτου μετανοίας μέσα στὸ ἔλεος καὶ στὴ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἄσκηση στὸ βάθος της εἶναι ἐμπειρία μυστικῶν ἐνεργειῶν καὶ μυστικῆς ζωῆς.
Εἶναι ἀτελείωτος ἀγῶνας στὴ χάρη καὶ μὲ τὴ χάρη τῶν μυστηρίων, ποὺ ἀνυψώνει, μεταμορφώνει καὶ τελειώνει τὴν ἀνθρώπινη προσπάθεια καὶ διαφυλάσσει τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν πιθανὴ ἐκκοσμίκευση καὶ τὸν κόσμο ἀπὸ κάθε καταστροφικὴ αὐτονομία καὶ θεολογικὴ ἀπογύμνωση.
Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν χωρίζονται πνευματικότητα καὶ μυστικισμός, ἄσκηση καὶ χάρη, στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Δὲν ὑπάρχει φυσικὰ καμμία σχέση μὲ τὴν ἀνατολικὴ τεχνικὴ, ὅπου βυθίζεται ὁ ἄνθρωπος στὸν ἑαυτὸ του. Ἀντίθετα ἐκφράζει  τὴν προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νὰ βγῆ ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ του, ὥστε ἐλεύθερος ν’ ἀγαπήσῃ τὸ Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο.

στ) Φιλόθεη καὶ φιλάνθρωπη.

Ἡ φιλοθεΐα καὶ ἡ φιλανθρωπία ἀποτελοῦν τὴν ἀνακεφαλαίωση ὅλων τῶν γνωρισμάτων τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητος -τοῦ ὀρθοδόξου ἤθους.
Ἡ ἀγάπη στὸ Θεὸ καὶ ἡ ἀγάπη στὸν πλησίον, συνιστοῦν τὴ μιὰ καὶ μόνη ἐντολὴ, τὴν καινούργια ἐντολὴ τῆς ἀγάπης τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ.
Ὁ πλοῦτος καὶ ἡ ὀμορφιά τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητος χαρίζεται μόνο στὸ φιλόθεο ἄνθρωπο, σ’ ἐκεῖνον ποὺ μοναδικὸ μάρτυρα τῆς φιλοθεΐας του καὶ πραγματικὴ ἔκφρασή της ἔχει τὴ φιλανθρωπία. Αὐτὸς εἶναι ὁ ὁλοκληρωμένος ἄνθρωπος καὶ ἡ ὀρθόδοξη πνευματικότητα, ἐπειδὴ εἶναι θεανθρώπινη, δὲν εἶναι μόνο ἄνοδος, ἀλλά ταυτόχρονα εἶναι καὶ κάθοδος.

Β. ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

            Μετὰ ἀπ’ αὐτὴ τὴν σύντομη ἀναφορὰ στὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα καὶ στὰ χαρακτηριστικὰ της γνωρίσματα, ἄς ἐπιχειρήσουμε, καθώς μᾶς εἶναι δυνατὸν, νὰ δείξουμε τὴ σχέση τοῦ τιμωμένου Παπαδιαμάντη με τὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα.

Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης ἀναγεννήθηκε μὲ τὸ βάπτισμά του καὶ παρέμεινε πιστός διὰ βίου στὴν Ἐκκλησία, τὴν ὁποία ὀρθοδόξως κατανοεῖ ὡς σῶμα Χριστοῦ καὶ ὄχι ὡς σωματεῖο χριστιανῶν. Καταθέτοντας τὴν αὐτοσυνειδησία του, ὁμολογεῖ: «Ἐγώ εἶμαι τέκνον γνήσιον τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐκπροσωπουμένης ὑπὸ τῶν Ἐπισκόπων Της. Ἐὰν δὲ τὐχὸν πολλοί τούτων εἶναι ἁμαρτωλοί, ἁρμοδία νὰ κρίνει εἶναι μόνον ἡ Ἐκκλησία, καὶ μόνον τὸ ἄπειρον ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἡμεῖς πρέπει νὰ ἐπικαλώμεθα. Τὸ κῦρος καὶ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἡμεῖς δὲν τὰ συγχέομεν μὲ τὰς ἁμαρτίας τῶν προσώπων, καθώς οἱ παρασυνάγωγοι»[11].
Δὲν παραλείπει, βεβαίως, νὰ γίνεται κάποτε καὶ ἀγαπητικὰ καυστικός, ἀναφερόμενος σὲ κείμενά του στὴν ἀπροθυμία ἐνίων Κληρικῶν καὶ δὴ ἀγάμων νὰ εἶναι γνήσιοι σ’ ὅ,τι ἐπαγγέλονται ὅτι εἶναι καὶ στὴν ἀντιευαγγελικὴ ἐπιλογὴ ἄλλων τινων νὰ βόσκουν ἑαυτοὺς καὶ ὄχι τὰ πρόβατα[12]. Ὠφέλιμο θὰ ἦταν νὰ μελετήσουμε καὶ αὐτὰ τὰ ἔργα του, ὅπως λ.χ. «Ὁ καλόγερος»[13], «Τὰ πτερόεντα δῶρα»[14], «Ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Ἁγίου Δεσπότη»[15], «Ἐκκλησιαστικοί Ρήτορες καὶ Ἱερά Σύνοδος»[16], «Ἱερεῖς τῶν πόλεων καὶ Ἱερεῖς τῶν χωρίων»[17] καὶ ἄλλα.
Ὡς υἱός εὐλαβοῦς Ἱερέως, ὁ Ἀλέξανδρος, ἀνατράφηκε μὲ τὶς Θεῖες Λειτουργίες, τὰ Ἱερὰ βιβλία, τὰ μυροβόλα συναξάρια, τὰ πατερικὰ καὶ νηπτικὰ κείμενα, τὴν φιλοκαλία, τὶς ἀσματικὲς ἀκολουθίες, τὶς ἅγιες εἰκόνες, τὶς ἀπαράβατες ἐκκλησιαστικὲς παραδόσεις, τὰ ὡραῖα ἔθιμα, τὰ ἐξαίρετα ἤθη, τὸ μεθυστικὸ καὶ ἀναγεννητικὸ ἄρωμα τῆς κολλυβάδικης ἁγιορειτικῆς παραδόσεως, τὴν ὁποία σθεναρῶς ὑπερασπίζεται, ὑπογραμμίζοντας γιὰ τοὺς Κολλυβάδες ὅτι «τὸ σκωπτικὸν ἐπίθετον ἀναξίως ἐδόθη αὐτοῖς ὑπὸ φθονερῶν τοῦ μοναστικοῦ βίου ἀπτήνων»[18] καὶ σημειώνοντας ἐπιπροσθέτως ὅτι «ἐκ τῶν Κολλυβάδων ἦσαν ἐκ τῶν παλαιῶν λογίων πατέρων ὁ Κορίνθου Μακάριος, ὁ Νοταρᾶς, ἅγιος τιμώμενος, Ἀθανάσιος ὁ Πάριος καὶ Νικόδημος ὁ πολυγραφώτατος, ὁ Κύριλλος, ὁ Ἠλίας, ὁ Ἀρσένιος καὶ ἄλλοι ἐνάρετοι πατέρες»[19]. «Παρὰ τῶν ἱεροπρεπῶν ἐκείνων Κολλυβάδων ἐδιδάχθη ὁ πατέρας του, ὅπως καὶ οἱ ἀρχαιότεροι τῆς νήσου ἐφημέριοι, τὴν τῶν μυστηρίων τέλεσιν άναδειχθείς φίλος ἀκραιφνής τῆς τάξεως ἐν τῇ προσευχῇ τῇ προκαλούσῃ τὴν κατάνυξιν»[20], καθώς ὁ ἴδιος (ὁ Παπαδιαμάντης) ἀνέφερε στὴ νεκρολογία γιὰ τὸν πατέρα του.
Ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι Ἱεροψάλτης καὶ Ἀναγνώστης. Ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς καὶ τῶν ἀγρυπνιῶν. Ἀξιοπρόσεκτη εἶναι ἡ περιγραφή τέτοιων ἀγρυπνιῶν, ποὺ ἔκαμε ὁ ἀείμνηστος πατήρ Φιλόθεος Ζερβᾶκος[21]. Ὅπως φαίνεται ἀπ’ τὰ ἔργα του, ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος γνωρίζει πολύ καλὰ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαίτερα τὰ ὑμνογραφικὰ. Χαρακτηριστικὰ σημειώνει ὁ κ. Νῖκος Τριανταφυλλόπουλος, ὁ ὁποῖος πρόσφατα ἀνηγορεύθη ἐπίτιμος διδάκτωρ τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ., ὁ ὑπ’ Αὐτῆς δικαίως χαρακτηρισθείς ὡς ὁ πατριάρχης τῶν μελετητῶν τῶν παπαδιαμαντικῶν ἔργων, «τὰ πράγματα αὐτὰ τὰ ἤξερε καλύτερα καὶ ἀπὸ τὴν παλάμη του»[22]. Ζεῖ καὶ διασώζει τὴν ἁπλῆ εὐλαβικὴ λαϊκὴ εὐσέβεια καὶ παράδοση. Περιγράφει τὰ ἔθιμα καὶ τὰ πανηγύρια, ποὺ κέντρο τους ἔχουν τὴν Θεία Λειτουργία. Δὲν ὑπάρχουν ὡραιότερα διηγήματα Χριστουγεννιάτικα, Πασχαλινὰ καὶ ἄλλα ἑορταστικὰ, ποὺ νὰ συνδυάζουν τόσο ἁρμονικὰ τὴ Θεολογία καὶ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων.
Πιστεύει θερμὰ στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἁγίους καὶ στὰ θαύματά τους. «Μικρός ἐζωγράφιζα Ἁγίους…»[23] θὰ σημειώσει στὴν αὐτοβιογραφία του.
Μιὰ φορὰ, διηγεῖται ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, ἔγινε καλὰ ἀπὸ ἰσχυρὸ πονόδοντο καὶ ἔγραψε άκολουθία στὸν Ἅγιο Ἀντίπα, ποὺ προστατεύει ὅσους πονοῦν στὰ δόντια. Καὶ βέβαια καὶ σ’ ἄλλους ἁγίους ἔγραψε ὑμνολογίες, κυρίως ὅμως στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο.
Ἰδιαίτερη πράγματι, εἶναι ἡ εὐλαβική σχέση του μὲ τὴν Παναγία, εὐθέως ἀνάλογος μὲ ἐκείνη τῶν Σκιαθιτῶν. Στὸ διήγημά του «Ρεμβασμός τοῦ Δεκαπενταυγούστου»[24] π.χ. περιγράφει αὐτὴ τὴ σχέση: «τὸ πάλαι ἐδῶ, στὸ Ναὸ τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας, δηλαδὴ, οἱ χριστιανοί, ἤρχοντο τὰς ἡμέρας αὐτὰς νὰ εὕρωσι, διὰ τῆς ἐγκρατείας καὶ τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ Ἱεροῦ ἄσματος, ἀναψυχὴν καὶ παραμυθίαν…». «Στὸν μέγαν Παρακλητικὸν Κανόνα, ὅπου διεκτραγωδοῦνται τὰ παθήματα καὶ τὰ βάσανα μιᾶς ψυχῆς…
Ἐκεῖ ὅπου κανείς παρεκάλει, διὰ τοῦ ἄσματος, τὴν Παναγίαν, νὰ εἶναι μεσίτρια πρὸς τὸν Θεὸν, «μὴ μοῦ ἐλέγξη τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων…». Ὦ, αὐτὸ εἶχε τὴν δύναμιν καὶ τὸ προνόμιον νὰ κάμνῃ πολλὰ ζεύγη ὀφθαλμῶν νὰ κλαίωσι, τὸν παλαιὸν καιρὸν, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἔκλαιον ἀκόμη ἑκούσια δάκρυα ἐκ συναισθήσεως…».
Τὴν ἴδια θαλπωρὴ καὶ παραμυθία, μᾶς πληροφορεῖ, ἐπιζητοῦν οἱ προσκυνητές στὸ πανηγύρι τῆς Παναγίας τῆς Κεχριᾶς, καθώς προσεγγίζουν τὴν σεβασμίαν καὶ παλαιὰν εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως…», ὅπως καὶ οἱ νοσταλγοί τοῦ Κάστρου καὶ διακονητές τῆς Παναγίας τῆς Μεγαλομάτας.
Στὴν λεπτομερῆ ὅμως διήγησή του γιὰ τὴν εὕρεση τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος τῆς Παναγίας τῆς Κουνίστρας, τὴν ὁποία θεωρεῖ καὶ ὀνομάζει κοινὸν σέβασμα καὶ ἁγίασμα τῶν χριστιανῶν καὶ πολιοῦχον τῆς νήσου καὶ θεόπεμπτον κειμήλιον, εἶναι ἐμφανέστατος αὐτός ὁ ὑποκάρδιος σεβασμός καὶ τὸ φίλτρο πρὸς τὴν Θεομήτορα, ἡ ὁποία, καθώς ἀναφέρει, «πολλοὺς (δὲ) ἁγιασμοὺς καὶ ἰάσεις εἰς τοὺς μετὰ πίστεως ἐπικαλουμένους ἐνεργεῖ…»[25].
Στὸ ἔργο αὐτὸ περιγράφεται καὶ ἡ βαθειά πνευματική σχέση μὲ τὸ Μοναστῆρι τῆς Κουνίστρας, τὸ «μονύδριον» κατὰ τὴν δυτικὴν ἀκτὴν τῆς νήσου Σκιάθου, τὸ προσκύνημα ὅλων τῶν χριστιανῶν τῆς νήσου, μὲ τὸ ὁποῖο καὶ ἡ οἰκογένειά του διατηροῦσε ἀπὸ παλιὰ πνευματικοὺς δεσμοὺς.
Στὸν ἴδιο τόνο ἀποκαλυπτικὰ ἱερῶν συναισθημάτων εἶναι καὶ τὰ ποιήματά του στὴν Παναγίτσα στὸ Πυργί, στὴν Παναγία τὴν Σαλονικιὰ, στὴν Παναγία τὴν Κεχριὰ, στὴν Παναγία τὴν Κουνίστρα, στὴν Παναγία τοῦ Ντομὰν[26].
Ὁ Παπαδιαμάντης σέβεται καὶ τιμᾶ οὐσιαστικὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, προβάλλοντας τὴν ἀλήθεια τῆς κοινωνικῆς ζωῆς. Ἡ ἄρνηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως θεωρεῖ ὅτι μᾶς ἐξομοιώνει μὲ τοὺς Προτεστᾶντες.
Γράφει σὲ ἐπιστολὴ του: «Ἡ οὐσία τοῦ Προτεσταντισμοῦ δὲν ἔγκειται τόσον ἐν τῇ τιμῇ τῶν εἰκόνων καὶ τῶν λειψάνων, ὅσον ἐν τῇ ἀπορρίψει τοῦ κύρους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τῶν Πατέρων καὶ τῆς παραδόσεως, ἐν τῇ ἀπολύτῳ ἐλευθερίᾳ τοῦ ἑρμηνεύειν ἕκαστον τὰς Γραφὰς, ὅπως ἂν αὐτῷ ἀρέσκη».[27]
Εἶναι ἀκτήμων καὶ ἐλεήμων, φτωχός, ἁπλός, λιτός, σεμνός, ταπεινός καὶ ἀσκητικός. Στερεῖται καὶ τὸν ἐπιούσιο καὶ, ἐν τούτοις, ἔχει τὸ κουράγιο νὰ πῆ: «Μοῦ φθάνουν οἱ 100 δραχμές», ἔναντι τῶν 150, ποὺ κάποτε τοῦ προσέφεραν, ὡς ἀνταμοιβὴ τοῦ κόπου του.
Πόσο ἀξιοπρόσεκτη κάνει τὴν ἔντιμον πενίαν στὴν ἐποχὴ μας, τὴν ἐποχὴ τῆς ἀπληστίας!
«Πρέπει νὰ μένη τις ἐν τῇ τάξει ἐν ᾗ εὑρέθη ἀπ’ ἀρχῆς, ὅσον ταπεινή, ὅσον πενιχρά καὶ ἂν φαίνεται αὕτη. Αἱρετωτέρα δὲ ἀείποτε ἡ ἔντιμος εὐτέλεια τῆς ἀδόξου πολυτελείας καὶ τρυφῆς» ἰσχυρίζετο.
Προτιμᾶ τὴν συντροφιὰ τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων καὶ προσπερνᾶ μὲ ἀξιοζήλευτη ἐλευθερία τὶς τιμὲς γιὰ τὸ ἔργο του, σάν νὰ μὴν εἶδε καὶ νὰ μὴν ἄκουσε.
Ὅταν ἡ πριγκήπισσα Μαρία ὀργάνωσε πρὸς τιμὴν του μιὰ μεγάλη φιλολογικὴ γιορτὴ στὸν «Παρνασσὸ», ὅλη ἡ Ἀθήνα πῆγε, ἐκτός ἀπὸ τὸν τιμώμενο συγγραφέα. Εἶχε καταφύγει στὴ φιλοξενία τοῦ Νίκου καὶ τῆς Πολυξένης Μπούκη. Κάθισαν ἔξω, στὴ μικρὴ ταράτσα τοῦ σπιτιοῦ, καὶ τότε εἶπε:
-          Ἀπόψε μὲ περιμένει ἡ πριγκήπισσα Μαρία, μὲ ὅλη τὴν πλούσια κοινωνία τῶν Ἀθηνῶν.
Οἱ Μπούκηδες σαστισμένοι:
-          Μὰ, κύριε Ἀλέξανδρε, τί κάνετε λοιπόν ἐδῶ;
-          Ἔννοια σας, κυρία Πολυξένη. Εἶμαι πολύ καλύτερα μαζί σας. Ὅλ’ αὐτὰ δὲν ἔχουν γιὰ μένα καμιὰ σημασία. Προτιμῶ νὰ περάσω τὴ βραδιὰ στὸ σπίτι σας. Κυρία Πολυξένη, κάνε μου, παρακαλῶ, ἕνα χαμομήλι καὶ δός μου ἕνα σπίρτο.
Ἄναψε τὸ τσιγάρο του καὶ ἄρχισε νὰ ψάλλῃ[28].
Πονάει ἡ ψυχή του, συναντῶντας παντοῦ τὸν ὑλισμὸ. Γράφει εὑρισκόμενος στὴν Ἀθήνα: «Ἐδῶ θεοποιεῖται φανερὰ ὁ Μαμωνᾶς. Χιλιάκις καλύτερον θὰ ἦτο ἐὰν ὑπῆρχεν ἀκόμα ἡ ἀρχαία ποιητικἠ εἰδωλολατρία. Τώρα ὅμως ἡ πράγματι ἐπικρατοῦσα θρησκεία εἶναι ὁ πλέον ἀκάθαρτος καὶ κτηνώδης ὑλισμός. Μόνον κατὰ πρόσχημα εἶναι ἡ χριστιανοσύνη»[29].
Ὡστόσο, ἐκτός ἀπὸ τὴν πρακτικὴ ἀθεΐα, θεωρεῖ παντελῶς ἀπαράδεκτη καὶ τὴν θεωρητικὴ. Πιστεύει ὅτι εἶναι παρόλογο νὰ ἀρνεῖται κάποιος ἀκόμη καὶ αὐτὴν τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ.
Στὸ ἄρθρο του «Ἡ ἔννοια τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ ὑλισμός», μεταξύ ἄλλων, γράφει: «…Πρὸ τῶν σήμερον ὑλιστῶν, δαρβινιστῶν καὶ θετικιστῶν ὑπῆρξαν οἱ ἀπαισιόδοξοι, οἱ ὀρθολογισταί καὶ οἱ κριτικισταί· ἀλλά παρῆλθον· πρὸ αὐτῶν ἦσαν οἱ πανθεϊσταί, ἀλλά ἐξέλιπον. Παρέρχονται, κρύπτονται ἐν τῇ σκιᾷ, ἀφανίζονται, ἀφοῦ ἐπὶ βραχύ τέρψωσι τοὺς φιλοκαίνους καὶ τοὺς φιλαναγνώστας διὰ περιέργου συναυλίας λέξεων καὶ γνωμῶν. Ὁ δὲ Χριστιανισμός ἔμεινε καὶ θὰ μένῃ». «…τῶν θνητῶν ἡ διάνοια θὰ στρέφεται ἀείποτε πρὸς τὸ θεῖον ὡς πρὸς τὴν μόνην αὐτῆς ἀνάπαυσιν ἤ τὸν μόνον ἀγῶνα»[30].
Ὁ Παπαδιαμάντης ἔχει σοβαρὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ. Ἔχει μελετήσει τὴ Θεία Γραφὴ, ἡ ὁποία διδάσκει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ ὑπακούει τὸ Θεὸ, νὰ τὸν διακονεῖ θυσιαστικὰ στὸ πρόσωπο τοῦ κάθε πλησίον. Οἱ σχέσεις τοῦ ἀνθρώπου, ὅμως, διαταράσσονται διὰ τῆς ἁμαρτίας. Τὰ ἔργα τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι γεμᾶτα ἀπὸ ἁμαρτωλοὺς. Περιγράφονται ἐκεῖ ἄσωτοι, ἄθεοι, βλάσφημοι, κλέφτες, φιλόδοξοι, λαίμαργοι, μέθυσοι, ἄδικοι, ὑποκριτές φθονεροί, ἱερόσυλοι, φονιάδες & αὐτόχειρες ἀκόμη.   
Γνωρίζει τὸ εὐπερίστατον τῆς ἁμαρτίας καὶ θεωρεῖ τὴν Ἐκκλησία σάν θεραπευτήριο τῶν ἀνθρώπων, διὰ τῆς μετανοίας. Συγκλονιστική εἶναι ἡ περιγραφή τῆς εἰλικρινοῦς ἐξομολογήσεως τῆς ἀδελφῆς Ἀγάπης στὸν Γέροντα Ἀμμοῦν, ποὺ τόσο πολύ διέφερε ποιοτικὰ ἀπὸ τὶς ἀμέτρητες τυπικὲς ἐξομολογήσεις ποὺ ὁ Γέρων Πνευματικός εἶχε δεχθεῖ καὶ ποὺ ἔκαμε καὶ τὸν ἴδιο νὰ διερωτᾶται, ἂν καὶ αὐτός ἐξωμολογήθη ποτὲ εἰλικρινῶς, ἀλλά μετ’ ἀληθοῦς καὶ ἀνυποκρίτου εἰλικρινείας, πρὸς τὸν πνευματικὸν αὐτοῦ πατέρα.
Αὐτή ἡ περιγραφή, ποὺ ἀκολουθεῖ τὴν τόσο ρεαλιστικὴ ρήση ὅτι «τὰ μυστικὰ, ἅτινα κρύπτουσιν οἱ ἁμαρτωλοί κατὰ τὴν ἐξομολόγησιν, τοὺς τρώγουσι ζῶντας, καθώς οἱ σκώληκες θὰ μᾶς φάγωσι νεκροὺς»[31] καὶ θὰ ἦταν ὠφέλιμο νὰ περιέχεται στὰ ἐγχειρίδια τῆς ἐξομολογητικῆς, προϋποθέτει ἀσφαλῶς βαθειὰ γνώση τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, τὴν ὁποία μόνον ὁ τίμια αὐτοκρινόμενος, ὁ ἀληθινὰ πνευματικός ἄνθρωπος ἠμπορεῖ νὰ κατέχει.
Τὴν Ἐκκλησία τὴ διακηρύσσει ὡς φιλόστοργη μητέρα καὶ πηγή πάσης παραμυθίας. Σ’ αὐτὴν καταθέτει, κατὰ τὸν Ν. Γαβριήλ Πεντζίκη, τὸν πεπτωκότα ὀργανισμὸ.
Σὲ ὅλα τὰ ἔργα του φαίνεται διάχυτη αὐτή ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Τὴν Χριστίνα, π.χ, τὴν δασκάλα, ποὺ ζοῦσε χωρίς στεφάνι, τὴν βλέπει μὲ συμπάθεια, γι’ αὐτὸ, στὸ τέλος τοῦ διηγήματός του, γράφει γι’ αὐτὴν: «Ἀλλ’ Ἐκεῖνος, ὅστις ἀνέστη “ἕνεκα τῆς ταλαιπωρίας τῶν πτωχῶν καὶ τοῦ στεναγμοῦ τῶν πενήτων“, ὅστις ἐδέχθη τῆς ἁμαρτωλῆς τὰ μύρα καὶ τὰ δάκρυα καὶ τοῦ ληστοῦ τὸ Μνήσθητί μου, θὰ δεχθῆ καὶ αὐτῆς τῆς πτωχῆς τὴν μετάνοιαν, καὶ θὰ τῆς δώσῃ χῶρον καὶ τόπον χλοερὸν, καὶ ἄνεσιν καὶ ἀναψυχὴν εἰς τὴν βασιλείαν Του τὴν αἰωνίαν»[32].
Τὸ ἄπειρον ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἐπικαλεῖται καὶ γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, γράφοντας ὅτι μνημόσυνα ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῶν κεκοιμημένων μόνον οἱ ὀρθόδοξοι δικαιοῦνται καὶ ὀφείλουσι νὰ τελέσωσι, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς δυτικοὺς, ποὺ διδάσκουν τὰ περὶ καθαρτηρίου πυρός.
Σχολιάζει: «Ἡμεῖς Καθαρτήριον δὲν ἠξεύρομεν, πιστεύομεν ὅμως ὅτι ὁ Θεός, ἐν τῷ ἀπείρῳ Αὐτοῦ ἐλέει, πολλὰς πολλῶν ἁμαρτίας θὰ συγχωρήσῃ, δεχόμενος τὰς μυστικὰς θυσίας καὶ τὰς ἐν αὐταῖς γινομένας εὐλαβῶς μνείας τῶν κεκοιμημένων. Περὶ Καθαρτηρίου δὲ καὶ ἄλλων τοιούτων δὲν πολυπραγμονοῦμεν. Οἱ Δυτικοί θεολόγοι εἶναι δεινοί εἰς τὸ νὰ περιγράφωσιν ἐπὶ τὸ φανταστικώτερον καὶ τὰς Κολάσεις καὶ τὰ Καθαρτήρια. Ἡμεῖς γνωρίζομεν μόνον ὅτι αἱ ψυχαί τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν, ὅσοι ἡμάρτησαν ὡς ἄνθρωποι, εἶναι εἰς τὸ ἄπειρον ἔλεος τοῦ Θεοῦ»[33]. Στὸ Λαμπριάτικο ψάλτη[34] γίνεται ἰδιαίτερος λόγος γιὰ τὴν δύναμη τῶν μνημοσύνων καὶ τῶν ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων προσφορῶν.
Ὁ Παπαδιαμάντης πονάει ὅταν βλέπει τὴν Ἑλληνικὴ κοινωνία νὰ ρέπει πρὸς τὸν μιμητισμὸ καὶ τὴν ξενομανία, τὸ νὰ χάσκη τις πρὸς τὰ ξένα καὶ νὰ περιφρονῆ τὴν Ἑλληνορθόδοξη παράδοση. Ὅταν τὸν κατηγοροῦν ὅτι τὰ ἔργα του εἶναι κυρίως θρησκευτικὰ, γράφει:
«Μὴ θρησκευτικὰ, πρός Θεοῦ! Τὸ Ἑλληνικὸ ἔθνος δὲν εἶναι Βυζαντινοί, ἐννοήσατε; Οἱ σημερινοί Ἕλληνες εἶναι κατ’  εὐθείαν διάδοχοι τῶν ἀρχαίων. Ἔπειτα, ἐπολιτίσθησαν, ἐπροώδευσαν καὶ αὐτοί. Συμβαδίζουν μὲ τἆλλα Ἔθνη. Ποίαν ποίησιν ἔχει τὸ νὰ γράφῃς ὅτι ὁ Χριστός δέχεται τὴν λατρείαν τοῦ πτωχοῦ λαοῦ» καὶ ὅτι ὁ πτωχός Ἱερεύς «προσέφερε τῷ Θεῷ θυσίαν αἰνέσεως»; Καὶ νὰ περιγράφῃς τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ ναΐσκου… Δὲν τὰ ἐννοοῦμεν ἡμεῖς αὐτὰ. Ἡμεῖς θέλομεν διήγημα, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι ὅλον ποίησις, ὄχι πεζή πραγματικότης… Διὰ νὰ δώσωμεν πέρας εἰς τὸ προοίμιον αὐτὸ, θὰ εἴπωμεν μὲ δύο λέξεις ὅτι: τὸ σημερινὸν ἔθνος δὲν ἐπῆγε, δυστυχῶς, τόσον ἐμπρός, ὅσο λέγουν αὐτοί…  Ἄγγλος, Γερμανός ἤ Γάλλος δύναται νὰ εἶναι κοσμοπολίτης ἤ ἀναρχικός ἤ ἄθεος ἤ ὁ,τιδήποτε. Ἔκαμε τὸ πατριωτικὸν χρέος του, ἔκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐπαγγέλεται, χάριν πολυτελείας, τὴν ἀπιστίαν καὶ τὴν ἀπαισιοδοξίαν. Ἀλλά Γραικύλος τῆς σήμερον, ὅστις θέλει νὰ κάμη δημοσίᾳ τὸν ἄθεον ἤ τὸν κοσμοπολίτην, ὁμοιάζει μὲ νᾶνον ἀνορθούμενον ἐπ’ ἄκρων ὀνύχων καὶ τανυόμενον νὰ φθάσῃ εἰς ὕψος καὶ νὰ φανῆ καὶ αὐτός γίγας . Τό Ἑλληνικὸν ἔθνος… θὰ ἔχει διαπαντός ἀνάγκη τῆς θρησκείας του»[35].
Καὶ παραδέχεται μετὰ παρρησίας «τὰ πλεῖστα τῶν ὑπ’ ἐμοῦ γραφέντων διηγημάτων… εἶναι μᾶλλον θρησκευτικὰ»[36].
«Δύνασαι, (ἐρωτᾶ τοὺς ἐπικριτὲς του) νὰ δημοσιεύης ἐν ἡμέραις ἑορτῶν διηγήματα ἤ περιγραφὲς, χωρίς νὰ κάμνῃς ποσῶς λόγον περὶ τῶν Χριστουγέννων καὶ τοῦ Πάσχα;».
Καὶ προχωρεῖ εἰς τὴν ἀποκάλυψιν τῆς ἀληθινῆς αἰτίας, ἕνεκα τῆς ὁποίας τὸν κατακρίνουν· «Ἰδού λοιπόν τὸ αἴτιον τῆς δυσφορίας των -καὶ πόσον ἀφελῶς τὸ ὁμολογοῦσι… τὸ ἐξωτερικεύουσι. Νὰ φιλοξενηθῇς ἡγεμονικῶς εἰς τὰ μέγαρα μεγάλου ἄρχοντος, καὶ νὰ μὴ προπίης εἰς τιμὴν τοῦ οἰκοδεσπότου! Νὰ ἀπολαύσης (ξενίας δεσποτικῆς καὶ ἀθανάτου Τραπέζης) καὶ νὰ μὴ ἀποδώσῃς εὐχαριστίαν εἰς τὸν ἑστιάτορα!...»[37].
Πρέπει νὰ θυμηθοῦμε ἐδῶ ἄλλη εὔστοχη ἐπισήμανση τοῦ κ. Νίκου Τριανταφυλλόπουλου, ὅτι σκοντάφτουν, ὅσοι σκοντάφτουν, ὄχι στὴν γλῶσσα, ἀλλά στὰ πράγματα ποὺ ἀποκαλύπτει μὲ τὴ γλῶσσα του καὶ τὸ γρᾶμμα του ὁ Παπαδιαμάντης[38].
Δικαιολογημένα γράφει γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη ὁ Γιάννης Τσαρούχης: «Ἀνήκει καὶ αὐτός, μαζί μὲ μιὰ πλειάδα Ἑλλήνων, στὴν ὁμάδα τῶν διαμαρτυρομένων Ἑλλήνων… Ὁ Παπαδιαμάντης, κάτω ἀπὸ τὸ ἥσυχο πνεῦμα του, κάτω ἀπὸ τὴν γαλήνη τὴν στηριγμένη στὴν χριστιανικὴ, ὀρθόδοξη πίστη, εἶναι πολύ πιὸ τραγικός, εἶναι πολύ πιὸ Εὐρωπαῖος στὶς ἀνησυχίες ἀπὸ πολλοὺς εὐρωπαΐζοντες, οἱ ὁποῖοι σήμερα δὲν θὰ ἔκαναν οὔτε γιὰ τὰ ἐπαρχιακὰ φύλλα μὲ τὶς ἐπαναστατικὲς τους ἰδέες καὶ μὲ τὶς πρωτοτυπίες τους»[39].
Πράγματι «στὰ Παπαδιαμαντικὰ κείμενα ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα μοιάζει σαν ἀνθός ποὺ λυκνίστηκε στὸν πόθο γιὰ τὴν ἀλήθεια, ἐνῶ ἔδεσε τὸν καρπὸ του στὴν θαλπωρὴ τοῦ Ἡλίου τῆς δικαιοσύνης»[40].
Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἴδιος πιστεύει ὅτι ἡ καλύτερη προσφορά στὴν πατρίδα μας εἶναι ἡ ἐν μετανοίᾳ ἄμεση ἐπιστροφή στὴν ἀνόθευτη καὶ γνήσια ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Συγκεκριμένα τονίζει: «Ἄμυνα περὶ πάτρης θὰ ἦτο ἡ εὐσυνείδητος λειτουργία τῶν θεσμῶν, ἡ ἐθνική ἀγωγή, ἡ χρηστή διοίκησις, ἡ καταπολέμησις τοῦ ξένου ὑλισμοῦ καὶ τοῦ πιθηκισμοῦ τοῦ διαφθείραντος τὸ φρόνημα καὶ ἐκφυλίσαντος σήμερον τὸ ἔθνος καὶ ἡ πρόληψις τῆς χρεωκοπίας»[41].
Ὁ Παπαδιαμάντης, ὡς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ἀγαπᾶ καὶ τὴν φύση. Δι’ αὐτῆς ἀνάγεται στὸν Δημιουργὸ, τὸν ὁποῖο μεγαλύνει γιὰ τὴν πανσοφία Του. Ὡστόσο, ἐπικρίνει ὅσους τοποθετοῦν τὴν κτίση στὴν λατρευτικὴ σχέση ποὺ ἀνήκει στὸ Θεὸ.
Γράφει: «Μικροί ἀκούσιοι εἰδωλολάτρες διασώζοντες κατόπιν τόσων αἰώνων ἀσυνείδητον τὴν λατρείαν τῆς φύσεως». Λυπᾶται βέβαια γιὰ τὴν καταστροφὴ τοῦ κάλλους τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος καὶ γράφει μὲ πόνο ψυχῆς: «τὸ μιαρὸν πνεῦμα εἰσέβαλεν εἰς τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ». Διακηρύσσει ὅτι τὸ πρέπον ζῆν εἶναι τὸ ζῆν, ὄχι μόνον κατὰ φύσιν, ἀλλά κατὰ τὸν ὀρθὸν λόγον καὶ πρὸ πάντων, κατὰ τὸν θεῖον νόμον, δι’οὗ εὐλογεῖται μὲν ἡ φύσις, κυροῦται δὲ ὁ ὀρθός λόγος. «Καὶ δώσω ὑμῖν καρδίαν καινὴν, καὶ πνεῦμα καινὸν δώσω ὑμῖν. Καὶ ἀφελῶ ὑμῶν τὰς καρδίας τὰς λιθίνας καὶ δώσω ὑμῖν καρδίας σαρκίνας! Καὶ τὸν νόμον Μου ἐγγράψω ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν»[42].
Ἀντιμετωπίζοντας δὲ, μὲ τὸ ἄρθρο του, ποὺ ἔχει τῖτλον: «Ἡ ἀληθής ὑγεία», κάποιους νεωτεριστὲς, νοσοῦντες ἐξ ἐλαφρότητος καὶ ρεκλαμομανίας, ποὺ ἀνακατώνουν ζητήματα (ποὺ ἔχουν νὰ κάμουν μὲ τὴν «ὑγιεινὴ διατροφὴ») λελυμένα ἀπὸ αἰώνων, θυμίζει τὴν ὑποχρεωτικὴ γιὰ ὅλους τοὺς χριστιανοὺς νηστεία τῶν Τετραδοπαράσκευων καὶ τῶν Τεσσαρακοστῶν, τὴν ὁποία θεωρεῖ ἀρκετή γιὰ τὴν ὑγεία, καὶ φαίνεται ὅτι γνωρίζει ἀκόμη καὶ τὸν ΝΑ΄ Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὁ ὁποῖος ἀναθεματίζει ὅσους ἀπέχουν οἴνου καὶ κρεῶν καὶ γυναικός, μὴ δι’ ἐγκράτειαν, ἀλλά διὰ βδελυγμίαν[43].
Ἰδιαίτερης διαχρονικῆς ἀξίας εἶναι, τέλος, ἡ τόσον περιεκτική ὁμολογία του, στὸ «Λαμπριάτικο ψάλτη», συνοψίζουσα τὸ βίο του καὶ τὸ ἔργο του: «Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἐνόσω ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σοφρονῶ, δὲν θὰ παύσω νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστὸν μου, νὰ περιγράφω μετ’ ἔρωτος τὴν φύσιν καὶ νὰ ζωγραφίζω μετὰ στοργῆς τὰ γνήσια ἑλληνικὰ ἤθη. Ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου, κολληθείη ἡ γλῶσσα μου τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν μὴ σου μνησθῶ»[44].
Ἀνάλογος πρὸς τὴν ζωὴ του ὑπῆρξε καὶ τὸ τέλος τοῦ βίου του. «Ὁ Ἱερέας Γεώργιος Ρήγας, στὴν ἐπιστολὴ του πρὸς τὸν ἐκδότη Ἠλ. Δικαῖο, ἔγραψε γιὰ τὰ χριστιανικὰ τέλη του κυρ-Ἀλέξανδρου. Ζήτησε νὰ προσέλθει ὁ ἱερεύς τῆς Σκιάθου παπα-Ἀνδρέας Μπούρας καὶ οἱ ἀδελφές του ζήτησαν νὰ πάει μαζί στὸ σπίτι καὶ ὁ γιατρός. Διηγεῖται, λοιπὸν, ὁ π. Γεώργιος Ρήγας:
«Ὁ Παπαδιαμάντης πρὸ πάντων ἦτο Χριστιανός καὶ χριστιανός εὐσεβής. Μόλις λοιπόν εἶδε τὸν ἰατρόν εἶπεν εἰς αὐτὸν: "Τί θέλεις σύ ἐδῶ;" "Ἦρθα νὰ σὲ δῶ" τοῦ λέγει ὁ ἰατρός. "Νὰ ἡσυχάσης" τοῦ λέγει ὁ ἀσθενής, "ἐγώ θὰ κάμω πρῶτα τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ ὕστερα νὰ 'ρθῆς ἐσύ"... Μόνος του, ὀλίγας ὥρας πρὶν ἀποθάνη, ἔστειλε νὰ κληθῆ ὁ ἱερεύς διὰ νὰ κοινωνήση. "Ξεύρεις! Μήπως ἀργότερα δὲν καταπίνω!" ἔλεγεν. Ἦτο ἡ παραμονή τοῦ θανάτου του καὶ τότε τοῦ ἀπονεμήθηκε τὸ παράσημο τοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος. Τὴν ἑσπέραν τῆς 2ας Ἰανουαρίου 1911, παραμονὴν τοῦ θανάτου του, "ἀνάψτε ἕνα κηρί", εἶπε "φέρτε μου κι’ ἕνα ἐκκλησιαστικὸν βιβλίον". Τὸ κηρίο ἠνάφθη, ἐπρόκειτο δὲ νὰ ἔλθη καὶ τὸ βιβλίον, ἀλλά πάλιν ἀποκαμῶν ὁ Παπαδιαμάντης εἶπεν: "Ἀφῆστε τὸ βιβλίο. Ἀπόψε θὰ εἰπῶ ὅσα ἐνθυμοῦμαι ἀπ' ἔξω". Καὶ ἤρχισε ψάλλων τρεμουλιαστὰ "τὴν χεῖρα σου τὴν ἀψαμένην..." (σ.σ. πρόκειται γιὰ τροπάριο ἀπὸ τὶς Ὧρες τῆς ἑορτῆς τῶν Φώτων ποὺ ἐπέκειτο).
Αὐτὸ ἦταν καὶ τὸ τελευταῖο ψάλσιμο τοῦ Παπαδιαμάντη, ὁ ὁποῖος τὴν ἰδίαν νύκτα, κατὰ τὴν 2αν μεταμεσονύκτιον, ὅταν ἐξημέρωνεν ἡ 3η Ἰανουαρίου, παρέδωκεν τὴν ψυχὴν του εἰς χεῖρας τοῦ Πλάστου. Ἡ Σκιάθος ὅλη ἔκλαυσε καὶ κλαίει διὰ τὴν ἀπώλειαν τοῦ Παπαδιαμάντη...»[45].
Ἡ κληρονομιά τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη εἶναι τεράστια καὶ διαχρονική, γιατί μέσα ἀπὸ τὰ μυθιστορήματα καὶ τὰ διηγήματά του φανερώνει, μαρτυρεῖ αὐτὸ τὸ μεγαλειῶδες περιεχόμενο τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητος, τὸ ὁποῖο καὶ ὁ ἴδιος ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας ἐβίωσε.
Δὲν εἶναι ὑπερβολή νὰ ποῦμε, ἀγαπητοί, ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι ἡ σημαντικότερη καὶ γνησιότερη θεολογική φυσιογνωμία τοῦ Ἑλλαδικοῦ χώρου τοῦ τελευταίου αἰῶνος. Ἀρκεῖ νὰ ἀξιολογηθῆ θεολογικὰ τὸ ἔργο του καὶ νὰ μὴν μετρηθῆ μὲ τὰ ἀφελῆ κριτήρια τῆς ἁπλῆς θρησκευτικῆς ἠθογραφίας. Σωστὰ ἐπισημαίνει ὁ Καθηγητής κ. Ἀνέστης Κεσελόπουλος, ποὺ ἔχει γράψει σπουδαιότατη μελέτη γιὰ τὴν λειτουργικὴ παράδοση στὸν Παπαδιαμάντη: «Κηρύσσει μὲ τὸ ἐκκλησιαστικὸ καὶ λειτουργικὸ του ἦθος “λόγον ἔμπρακτον καὶ πρᾶξιν ἐλλόγιμον”.
Στὰ ἔργα του μπορεῖ κανείς νὰ ἀνακαλύψει πλούσια κοιτάσματα πνευματικοῦ θησαυροῦ, ποὺ μποροῦν νὰ θρέψουν πολλοὺς πένητες. Εἶναι ἀληθινή ἡ διαπίστωση ὅτι πίσω ἀπὸ τὰ κείμενά του κρύβεται ἡ ἴδια ἡ ζωή του, ποὺ ἀνασαίνει καὶ τρέφεται ἀπὸ τὴν πνευματικὴ παράδοση τοῦ γένους του.
Ἑκατό χρόνια συμπληρώθηκαν ἐφέτος ἀπὸ τὸ θάνατό του, ὅμως ἡ μνήμη του εἶναι ἄφθιτος καὶ μετ’ ἐγκωμίων.
Κατὰ τὸν Π. Νιρβάνα «ὁ ποιητής ἀρχίζει νὰ ζῇ, ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ θὰ ἀποθάνῃ»[46].
Δίκαιοι εἰς τὸν αἰῶνα ζῶσι καὶ ἐν Κυρίῳ ὁ μισθός αὐτῶν, καὶ ἡ φροντίς αὐτῶν παρὰ Ὑψίστῳ[47], βεβαιώνει ἡ Ἁγία Γραφή. Καὶ τὸ μνημόσυνον αὐτῶν εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν, ψάλλει ἡ Ἐκκλησία.
Παράδοσις, μάλιστα, τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὴ Μοναστηριακή καὶ ἁγιορείτικη εἶναι νὰ παρατίθενται κόλλυβα στὰ μνημόσυνα καὶ νὰ εἰκονίζεται ἐπ’ αὐτῶν ἡ μορφὴ τοῦ τιμωμένου.
Δέν γνωρίζω ἂν κατάφερα μὲ τὰ ἀδέξια χέρια μου νὰ ἱστορήσω τὴν ἀξιοσέβαστη μορφὴ.
            Ὡς ἀμύητος στὰ ἔργα του, μᾶλλον τὸν ἀδίκησα.  Δὲν φοβοῦμαι ὅμως μήπως δὲν δεχθεῖ τὴν ταπεινὴ μου προσφορὰ, γιατί ξέρει ὅτι τὸν ἀγαπῶ καὶ ξέρω ὅτι ἀναγνωρίζει καὶ ἰδιαιτέρως τιμᾶ τὴν προαίρεση…
Ὡς Κληρικός καὶ Ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας μνημόνευσα καὶ τὸν μνημονεύω… Τοῦ εὔχομαι, μάλιστα, ὅ,τι ἐκεῖνος, γεμᾶτος ἀπὸ ἀναστάσιμη ἐλπίδα, εὐχήθηκε, μὲ τὸν ἐπικήδειό του λόγο, στὸν ἐξάδελφόν του Δημητράκην, ἀλλάζοντας μόνο τὸ ὄνομα· «Καὶ ὁ Φλοῖσβος τοῦ κύματος ὅπου πλήττει τοὺς βράχους, τὰ κράσπεδα τοῦ μαύρου λόφου τῶν μνημείων (περιγράφει τὸ Ἱερὸ Κοιμητήριο τῆς Σκιάθου, ὅπου καὶ ὁ ἴδιος ἐτάφη), ἂς φλοισβίζῃ καὶ ἂς σὲ νανουρίζῃ καὶ ἂς εἶναι μουσικὴ στὸν ὕπνον σου, ἑωσότου ἔλθῃ ἡ ὥρα ἡ προωρισμένη, καὶ ὅταν δοθῇ τὸ κέλευσμα, καὶ ἀκουσθῇ ἡ φωνή τοῦ Ἀρχαγγέλου καὶ ἠχήσῃ ἡ σάλπιγξ ἡ θεία, διότι φωνή Ἀρχαγγέλου θ’ ἀκουσθῇ καὶ σάλπιγξ Θεοῦ θὰ ἠχήση ἀφεύκτως· τότε, πραεῖα, «ὡς φωνή αὔρας λεπτῆς»[48] καὶ ἁπαλή καὶ γλυκεῖα ἡ θεία σάλπιγξ, νὰ σ’ ἐξυπνήσῃ, κυρ Ἀλέξανδρε, μαζί μὲ ὅλους ὅπου θὰ μᾶς ἐξυπνήσῃ τότε. Καὶ τότε καὶ τώρα, ἂς παραβλέψῃ ὁ Κύριος ὅλας τὰς ἁμαρτίας σου, καθώς εἶπεν ὁ Προφήτης, «ἁμαρτίας νεότητός μου καὶ ἀγνοίας μου μὴ μνησθῇς»[49] καὶ ἂς σὲ τάξῃ εἰς τόπον φωτεινόν καὶ χλοερὸν, εἰς τόπον ἀναπαύσεως.
Εἴθε, κυρ Ἀλέξανδρε, εἴθε………..»[50].
          

[1] Καρδαμάκη Μιχαήλ Πρωτ., «Ὀρθόδοξη Πνευματικότητα», ἐκδ. «Ἀκρίτας», σελ. 13.
[2] S. Bulgakov, The orthodox church, Pariw 1953, σελ. 9.
[3] P. Eudokimov, πάλη μὲ τὸν Θεὸν, Θεσσ. 1970, σελ. 66.
[4] Καρδαμάκη Μιχαήλ Πρωτ., ὅπ. π. , σελ. 15.
[5] Ἰωάννης ὁ Καρπάθιος, Φιλοκαλία, τ. Α΄, σελ. 293.
[6] P. Eudokimov, Τὸ μυστήριον τοῦ Λόγου, Βλ. Ὁ Ζωντανός Λόγος, Πνευματικὸν Συμπόσιον περὶ Ἁγίας Γραφῆς, Ἀθῆναι 1970, σελ.59. G. Florovsky, Προβλήματα ὀρθοδόξου Θεολογίας (ἐκδ. «ΑΡΤΟΣ ΖΩΗΣ»Ἀθῆναι 1973, σελ.30).
[7] D. Staniloae, Ἡ Ἁγία Γραφή ἐν σχέσει πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὴν παράδοσιν, βλ. Ὁ Ζωντανός Λόγος, σελ. 76.
[8] Ἀγουρίδου Σ., Τὸ Εὐαγγέλιον καὶ ὁ σύγχρονος κόσμος, Θεσσ. 1970,σελ. 24.
[9] Β΄ Κορ. ιβ΄, 9.
[10] Συμεών Ν. Θεολόγου, Τὰ εὑρισκόμενα (Μετ. Δ. Ζαγοραίου) σελ. 184, Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Φιλοκαλία, τ. Β΄,σελ. 158.
[11] Ἀ. Παπαδιαμάντη, Ἅπαντα, Κριτική Ἔκδοση Ν. Τριανταφυλλόπουλου, Ἐκδ. «Δόμος», 5 Τόμοι, Ἀθήνα 1981-1988 τόμος Ε΄, σελ. 165.
[12] Ἰεζεκιήλ, λδ΄, 2.
[13] Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Β΄ 315 κ.ἑξ.
[14] Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Δ΄ 191 κ.ἑξ.
[15] Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Δ΄ 131 κ.ἑξ.
[16] Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Ε΄ 147 κ.ἑξ.
[17] Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Ε΄ 193 κ.ἑξ.
[18] Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Ε΄, σελ. 330.
[19] Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Ε΄, σελ. 330.
[20] Ἀ. Παπαδιαμάντη, Νεκρολογία γιὰ τὸν πατέρα μου, ἀπόσπασμα Παπαδιαμάντη, ὅπ. π. τόμος Ε΄, σελ. 332 -333.
[21] Περ. «Κιβωτός», Φεβρ.1953, σελ. 45-46 καὶ Ἐκδόσεις «Διάμετρος», Ἡμερολόγιο 1998, Συγγραφεῖς στὸ χρόνο - Ἀλέξ. Παπαδιαμάντης, σελ. 251-253.
[22] Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Α΄, σελ. 14.
[23] Ἐκδόσεις «Διάμετρος», Ἡμερολόγιο 1998, Συγγραφεῖς στὸ χρόνο - Ἀ. Παπαδιαμάντης, σελ. 6.
[24] Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Δ΄, σελ. 85 κ. ἑξ.
[25] Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Ε΄, σελ. 199-203 καὶ 208-211.
[26] Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Ε΄, σελ. 30-38.
[27] Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Ε΄, σελ. 163.
[28] Ὀκτ. Μερλιέ, Ἀ. Παπαδιαμάντη Γράμματα, σελ. λ΄-λα΄ - Ἐκδ. «Διάμετρος», ὅπ. π., σελ. 70.
[29] Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Δ΄, σελ. 608.
[30] Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., σελ. 300-301.
[31] Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., «Οἱ ἔμποροι τῶν ἐθνῶν», Κεφ. «Οἱ ἐξορκισμοί», τόμος Α΄, σελ. 227-232.
[32] Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., «Χωρίς στεφάνι», τόμος Γ΄, σελ. 131 κ. ἑξ.
[33] Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Ε΄, σελ. 167-169.
[34] Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., «Λαμπριάτικος ψάλτης», τόμος Β΄, σελ. 519-520.
[35] Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., «Λαμπριάτικος ψάλτης», τόμος Β΄, σελ. 516.
[36] Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Β΄, σελ. 515.
[37] Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., «Ὁ Λαμπριάτικος ψάλτης», τόμος Β΄, σελ. 514.
[38] Κεσελόπουλος Ἀν. Γ., «Ἡ λειτουργική παράδοση στὸν Παπαδιαμάντη», Ἐκδ. «Πουρναρᾶ», Θεσσαλονίκη, σελ. 23.
[39] Γιαννούλης Χαλεπᾶς σελ. 12, Ἐκδ. «Διάμετρος», ὅπ. π. σελ. 267.
[40] Κεσελόπουλος Ἀν. Γ., ὅπ. π., σελ. 20.
[41] Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Ε΄, σελ. 254.
[42] Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Ε΄, σελ. 285-287.
[43] Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Ε΄, σελ. 286-287.
[44] Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Β΄, σελ. 517.
[45] Ρήγα Γ., ἀπόσπασμα ἐπιστολῆς στὸν ἐκδότη Δικαῖο. Ἀ. Παπαδιαμάντη ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ, ἐκδ. «Δόμος», σελ. 218-219.
[46] Ἐκδ. «Διάμετρος», ὅπ. π., σελ. 256.
[47] Σοφ. Σολομ. ε΄, 15.
[48] Γ΄ Βασ. ιθ΄, 12.
[49] Ψαλμ. κδ΄, 7.
[50] Ἀ. Παπαδιαμάντη, ὅπ. π., τόμος Ε΄, σελ. 339-340.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email