© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΟΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΩΣ ΨΕΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΕΛΥΤΗ

[Αναδημοσίευση από την Βιβλιοθήκη (σ. 5) της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 22.12.2011 και το αφιέρωμα ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ «Συνομιλώντας με το έργο του», με επιμέλεια του Διονύση Μουσμούτη]

«Κύριε Ελύτη,
Συγχαρητήρια που πήρατε το βραβείο Νόμπελ.
Σας εύχομαι πάλι του χρόνου.»
[Ευχές μαθήτριας από χειρόγραφο εκτεθειμένο στο Ίδρυμα Θεοχαράκη]

Κάθε φορά που ανοίγω τα Άπαντα του Οδυσσέα Ελύτη (και  τα ποιητικά και τα πεζά του), ξανοίγομαι μάλιστα -δίχως την προαπαιτούμενη κολυμβητική γνώση- στις καλλίδρομες θάλασσές του, ιδιαίτερα κατ’ αυτές τις παραλυτικές ημέρες μας και μάλιστα «εν γη ερήμω και αβάτω και ανύδρω» (κατά τον Προφητάνακτα Ποιητή), τον διαισθάνομαι να βιώνει την αίσθηση του μικρού παιδιού, που απλώνει ευδιάθετο τα παιχνιδοτουβλάκια του και με υπομονή πολλή συνθέτει τα πολύχρωμα σπιτάκια μιας φιλικής γειτονιάς. Μέσα σε αυτήν μάλιστα καταφεύγει και αποκρύβεται, έως ότου επιτακτικές οι φωνές των μεγάλων το επαναφέρουν στην τάξη, αν κι έχει πάντα κατά νου ότι «Όπου ακούς “τάξη” /  ανθρωπινό κρέας μυρίζει» (Οδυσσέα Ελύτη, Ποίηση, εκδ. Ίκαρος, 2002 / Μαρία Νεφέλη, σ. 432). Συνήθως η... περιώνυμη κυρία Τάξη τού γκρεμίζει βάναυσα το δημιούργημά του, διότι αυτή η παιδιάστικη εμμονή εμποδίζει παράταιρα τα πλατώματα των μεγαλίστικων χώρων και τις βεβαιότητές τους. Το παιδάκι στεναχωρείται, όμως δεν πτοείται, μήτε απομένει ξεσπιτωμένο. Με την πρώτη ευκαιρία ανασυνθέτει τον τόπο του -όσο ουτοπικός κι αν νομίζεται-  κι έτσι βιώνει την παραμυθία της αποκατάστασης των πραγμάτων του, μετά την πρότερη επώδυνη λεηλασία.

Ο Ελύτης, με την αυθεντική και καλοδεχούμενη αθωότητα, που διακρίνει συνήθως το κάθε στιχουργικό επίτευγμά του, ανασυνθέτει τα σπασμένα των -κατ’ ευφημισμόν- Μεγάλων, δημιουργώντας έτσι μιαν οικεία γειτονιά, ένα είδος καταφυγής, εντός της οποίας έχουν δικαίωμα επιβίβασης / επιβίωσης (ωσάν σε άλλη κιβωτό διάσωσης), όχι ο καθένας, αλλά οι ολίγοι και εκλεκτοί, οι οποίοι με την δημόσια ευαισθησία και συμπεριφορά τους διασώζουν το Όλον. Εισοδεύεις εκεί, μόνον «εάν είσαι ο ένας από τα ελάχιστα εκατομμύρια που δικαιώνουν την ανθρωπότητα» (ό.π., Εκ του πλησίον, σ. 593).

Τα ά-σχημα όλα τα κόβει με το δημιουργικό ψαλίδι του πολύ προσεκτικά και στη συνέχεια συγκολλάει τα χρώματά τους, σχηματοποιώντας τα σε αρωματικές συνεικόνες μιας υπέρ νουν ιδεατής πραγματικότητας, η οποία πάντως υπερβαίνει τον θόρυβο τού εδώ και τώρα. Εμβολιάζοντας την σκιώδη φυτοζωή μας με τις ανθεκτικές λέξεις  των εικόνων του ή -αν προτιμάτε- τις παρηγορητικές εικόνες των λέξεών του παραδέχεται ξανά και ξανά: «Ζω για τότε που δεν θα υπάρχω» (ό.π., «Περασμένα μεσάνυχτα», Τα ελεγεία της Οξώπετρας, σ. 560).

Έτσι λοιπόν συμπεριφέρεται ο Ποιητής μας και μαζί του ο κάθε υποψιασμένος συμμέτοχος της Διαύγειας, που τόσο ευοίωνα εισηγείται! Βιώνει τα μέλλοντα ωσεί διαρκώς παρόντα, τις απερινόητες εμπειρίες των Εσχάτων ή και του Αιώνιου ως τωρινές κι έτσι κατορθώνει να διατηρεί την αναπνοή του ανενόχλητη. Σε αντίθετη περίπτωση, θα εκπίπταμε από την θλίψη στην κατάθλιψη και μετά στην σύνθλιψη, με την τόση και τέτοια πτώχευση, που έχει εσχάτως ενσκήψει στα πέριξ. Ο Ελύτης αποβλέπει στη μετα-Ιστορία των αισθήσεων και των αισθημάτων, οπότε έτσι κατορθώνει να μην μάς απελπίζει, έστω κι αν κλυδωνίζεται τριγύρω μας συθέμελα το Νυν. Ούτως ή άλλως η Ιστορία, όπως -αλίμονο- μάς ξεθεώνει και μάς εξευτελίζει μέρα με την ημέρα, αποδεικνύεται εντελώς αναξιόπιστη έως αισχρή δωσίλογη, γι’ αυτό και ο λόγος του ξανακούγεται οξύτερος ολοένα: «Κοίτα να κόβεις κάθε τόσο τα νύχια της Ιστορίας, επειδή έτσι και μεγαλώσουν θα πνίξουν κι εσένα και την αλήθεια» (ό.π., Εκ του πλησίον, σ. 612).

Διαβάζει Ελύτη ο σύγχρονος ανέστιος Έλληνας και προσυπογράφει, επαυξάνοντας: «[…] δεν υπάρχει ούτ’ ένας που να μ’ εκπροσωπεί / πόλεμος και ειρήνη μ’ έφαγαν από τις δύο μεριές / ό,τι απομένει αντέχει ακόμη / […] / προσωπικά / νιώθω σαν αποπλανημένο κυπαρίσσι / […] / δύστυχο καταμόναχο ένα μου / τι θ’ απογίνεις / θα σε φάνε από το πλάι πέντε-εξ μηδενικά / και πάει τετέλεσται / […]» (“Ad Libitum”, Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας, ό.π., σ. 458 εξ.). Τα παραθέματα λόγου από το εν γένει ελυτικό έργο, τα οποία εκφράζουν τους υπαρκτικούς εντέλει καημούς μας, θα μπορούσαν να πληθύνουν, ενώ θ’ αναστάτωναν χειρουργικά την έως θανάτου περίλυπη ψυχή μας. Όμως, αυτή η χειρουργική αφή του Ποιητή επί των διαχρονικών προβλημάτων μας μπορεί (και πρέπει) ν’ αποβαίνει εντέλει σε θεραπεία και ίαση. Υπάρχει χρεία Πείσματος έως μανίας σε όλα τα επίπεδα, εν είδει σχεδίας διάσωσης στην αντίπερα όχθη της ζωντάνιας. Το εισηγείται ο ίδιος ο Ελύτης: «Το πείσμα είναι υγεία. Είναι μια πρωινή γυμναστική που πρέπει να την κάνουμε κάθε μέρα εάν θέλουμε να κρατήσουμε την επαφή μας με το ζωντανό μέρος των πραγμάτων» (ό.π., Εκ του πλησίον, σ. 626). Και κάτι επιπλέον είναι χρειαζούμενο: Να τηρούμε τον νου στην θέση του, όπως χαρακτηριστικά εύχονται μεταξύ τους οι Αγιορείτες Μοναχοί δια του περιεκτικού λόγου τους: «τήρει νουν»! Για να καταλήξει ο Ποιητής: «Η σκέψη ξεβάφει, ο νους ποτέ» (ό.π., σ. 618).

Ο Ελύτης λοιπόν μιλάει φαρσί όλες τις αλήθειες, τουτέστιν τις όχι και τόσο θωπευτικές για την συλλογική ραθυμία μας διαλέκτους τής μη Λήθης, αλλά ενδεχομένως και ν’ απαξιώνεται συχνά - πυκνά, καθώς η ασθένεια των πικρών καιρών δείχνει πλέον μη αναστρέψιμη: «Έχω πει τόσες πολλές αλήθειες, που μοιάζει με ψέματα» (ό.π., σ. 619). Μακάριοι, όσοι ενωτίζονται τα ψέματα της Α-λήθειας των Ποιητών τους. Αυτοί μπορούν να ελπίζουν σε Διέξοδο και στη «θαυματουργία του έρωτα» (ό.π., σ. 622)! Γένοιτο!

[Μπανάτο Ζακύνθου, Οκτώβριος 2011]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email