© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

Αλέξη Ζήρα: ΟΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΕΠΟΙΘΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΛΒΟΥ, Ο ΥΠΟΡΡΗΤΟΣ ΚΟΡΑΗΣ ΚΑΙ Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ

Η πρόσφατη σχολιασμένη έκδοση δύο μεταφράσεων εκκλησιαστικών κειμένων που είχε κάνει στο Λονδίνο το 1856 και το 1861 ο Ανδρέας Κάλβος (Οι τελευταίες θρησκευτικές μεταφράσεις, εισαγ.-επιμ. Γ. Ανδρειωμένος· επίμετρο, Γ.Δ. Μεταλληνός, εκδ. Παπαζήση) έρχεται να προστεθεί σε μία αρκετά πλούσια σειρά δημοσιευμάτων για την ιδεολογική και στοχαστική συγκρότησή του, η οποία, πάντως, εξακολουθεί να είναι κατά μεγάλο μέρος στη σκιά. Τόσο το θέμα των θρησκευτικών όσο κι εκείνο των φιλοσοφικών πεποιθήσεων ενός συγγραφέα, ακόμα και αν αυτός ανήκει σε μια παλαιότερη εποχή, όπου οι ανάλογες πεποιθήσεις είχαν μια σπουδαιότερη θέση, δεν είναι από αυτά που ευνοούνται ιδιαίτερα από τη νεότερη ελλαδική έρευνα. Και, ασφαλώς, η αδιαφορία που έδειξαν η κατεστημένη φιλολογία και η κριτική για το εύρος του γνωσιακού πεδίου των λογοτεχνών δεν είναι τυχαία, ούτε και πρόσφατη. Η μονομέρεια της έρευνας είναι απελπιστική, έτσι ώστε πλείστοι όσοι της συγγραφικής μας λογιοσύνης (λ.χ. ο Αγγελος Τερζάκης, ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο Κ. Θ. Δημαράς, ο Τάκης Παπατσώνης κ.ά.) να εμφανίζονται απολύτως μονοδιάστατα, ακόμα και σε αφιερώματα πολύ πρόσφατα, καθώς δεν κρίνονται άξιες σπουδής οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, οι οποίες ωστόσο συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό, τουλάχιστον στα όψιμα χρόνια της ζωής τους, στη διαμόρφωση του ίδιου του έργου τους. Για να επιστρέψουμε στον Κάλβο και στην εποχή του, ας αναφέρουμε ότι, όπως και στην περίπτωση του Σολωμού, η ερευνητική μας σκόπευση για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα ακινητοποιήθηκε στο είδωλο του ποιητή του έθνους, σε προβλήματα έκφρασης και μετρικής, συνδυασμένα όμως με το θέμα της ενιαίας ταυτότητας της γλώσσας, τη σχέση της ή όχι με τη δημοτική. Ή, ακόμη, ακινητοποιήθηκε σε προβλήματα επιδράσεων, μάλλον όμως δευτερεύοντα και πάντως μονομερώς ερευνημένα, καθώς ο ρομαντισμός ή ο κλασικισμός του Κάλβου ώς πρόσφατα ήταν παράγωγα του ύφους, της στιχουργικής και της συντακτικής δομής των Ωδών του και μόνο. Πράγμα ίσως παρακινδυνευμένο για έναν δημιουργό που το πέρασμά του από την ποίηση ήταν σύντομο (μία επταετία από το πολύ πρόσφατα εντοπισμένο Ελπίς Πατρίδος ίσαμε τον δεύτερο κύκλο των παρισινών Ωδών) και που, όπως δείχνουν οι ανακαλύψεις της νέας καλβικής έρευνας, ο βιβλιακός, ο βιβλικός και ο γνωσιακός του ορίζοντας, όπως και οι φιλοσοφικές ή θρησκευτικές ζητήσεις έπαιξαν μεγαλύτερο ρόλο απ' όσο νομίζαμε στη διάπλαση του. Επιπλέον, οι ίδιες αυτές Ωδές που μονοπωλούν το ενδιαφέρον των φιλολόγων, αναμφίβολα είναι ένα σημαντικό μέρος του έργου του, αλλά όχι η μοναδική συμβολή του. Θα έλεγα, κινδυνεύοντας να θεωρηθώ βλάσφημος, ότι μάλλον διασταλτικά μπορούμε να δούμε τον Κάλβο ως μέλος της πλειάδας των επτανησίων ποιητών. Δεν φαίνεται να τον δένει κάποια ιδιαίτερη παράδοση με αυτούς, εκτός εννοείται του Φώσκολου, αλλά ούτε και οι επιγενόμενοι της μετασολωμικής γενιάς ασχολήθηκαν και νοιάστηκαν γι' αυτόν. Περισσότερο ταιριάζουν το έργο και η προοπτική του στον ορισμό του «ποιητή του γένους», κάτι ανάλογο, αλλά σε άλλο πεδίο, με εκείνο του Κοραή και του Νεόφυτου Βάμβα, αφού και οι γλωσσικές τους αντιλήψεις συγκλίνουν και το όραμά τους για την παιδεία είναι συναφές. Οπωσδήποτε, πιο πολύ από τον Σολωμό, πιο πολύ από τους άλλους επτανήσιους λόγιους της εποχής του, τον Πέτρο Βράιλα-Αρμένη, τον Ιωάννη Ζαμπέλιο, τον Ανδρέα Μουστοξύδη, ο Κάλβος ήταν κοντά στον τύπο του υπεροριακού ευρωπαίου διανοουμένου του 18ου και του 19ου αιώνα, ενός διανοουμένου που πιθανότατα θα αποδειχθεί στα επόμενα χρόνια ότι γι' αυτόν η έννοια της πατρίδας υπαγόταν στο όραμα της πνευματικής καλλιέργειας, και η δημιουργία και η αναπαραγωγή γνώσεων τον απασχολούσαν περισσότερο απ' όσο η εθνοκεντρική ιδεοληψία του καιρού του.

Ο εμμανής εστιασμός στο ποιητικό έργο, και μόνο σ' αυτό, η ακατανόητη προσήλωση στο θέμα τού τι ελληνικά γράφει, μας έχουν στερήσει κατά ένα μεγάλο μέρος την ελευθερία έρευνας και αναγωγής στις πηγές του Κάλβου, στις κινητήριες αιτίες όχι μόνον της ποίησης αλλά και του στοχασμού του. Κάτι που δεν ισχύει μόνο για εκείνον αλλά επίσης για τον Σολωμό και τον Καβάφη, που ο Σεφέρης στις Δοκιμές του κάπως μοιραία τους κατατάσσει, λόγω των γλωσσικών τους αποκλίσεων (από τι;), στους ποιητές της διασποράς. Ώστε, ο λαϊκός Μακρυγιάννης είναι πιο καίριος γλωσσικά αντί του λογίου Κάλβου! Παρά ταύτα, ήδη το 1938, ο κύπριος Αντώνης Ιντιάνος, όταν δημοσίευσε στη Νέα Εστία την ανακάλυψή του για την παρέμβαση του Κάλβου το 1818 σε μια θεολογική διαμάχη στην Αγγλία, μας έδειξε πλαγίως πλην σαφώς ότι τα ελληνικά του ήταν σωστά. Τα αποσπάσματα από τις μεταφράσεις του, που δημοσιεύτηκαν τον επόμενο χρόνο, με αφορμή την απόδοση ενός εδαφίου του επισκόπου Ευσέβιου για τον βίο του Μεγ. Κωνσταντίνου (Vita Constantini), όχι μόνο έδειχναν γνώση της απλής ελληνικής αλλά και σχετίζονταν άμεσα με τις διαλέξεις που την ίδια εποχή έκανε στο Λονδίνο πάνω σε παρεμφερή θέματα: την τότε ρωμαίικη, καθομιλουμένη, τις σχέσεις της με την αρχαία ελληνική όσο και την ανάγκη εξευγενισμού της λαϊκής γλώσσας. Ό,τι δηλαδή επιδίωκε και ο Κοραής. Δεν θέλω να πω μ' αυτό ότι υπήρχε άμεση σύνδεση του Κοραή με τον Κάλβο, πολύ περισσότερο αν υπολογίσουμε ότι μια πιθανή συνάντησή τους έγινε μόνο κατά τη διαμονή του δεύτερου στην Ελβετία και στη Γαλλία, όταν δημοσιεύτηκαν (1824 και 1826) οι δύο κύκλοι των Ωδών, με τον πρώτο κύκλο μεταφρασμένο από τον φίλο τού Κοραή, τον σινολόγο Στανισλάς Ζιλιέν. Όμως, είναι αναμφισβήτητο ότι υπήρχε σύγκλιση της γραμμής του ιδεολογικού τους ορίζοντα για τον διαφωτισμό του ελληνικού έθνους, αλλά και των παιδευτικών μέσων που θα βοηθούσαν σ' αυτόν το σκοπό: η εκλαΐκευση των επιστημών (πράγμα που επιδίωξε όχι μόνον ο Κοραής, μα και ο Κάλβος αργότερα, με τις παραδόσεις του στην Ιόνιο Ακαδημία), όπως και η μετάφραση και διάδοση της Βίβλου, που είναι γνωστό πως ήταν στις άμεσες επιδιώξεις του Κοραή.

Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, η ανεξιθρησκία του, που ταιριάζουν, όπως και οι θέσεις του για τη γλώσσα, σ' αυτές του Κοραή, νομίζω ότι θα πρέπει να διεγείρουν περισσότερο το ερευνητικό μας ενδιαφέρον. Και τούτο αν θέλουμε να εννοήσουμε καλύτερα ορισμένες επιλογές του, προσωπικές όσο και γνωσιακές. Παντρεύτηκε και τάφηκε ως προτεστάντης, πράγμα πιστεύω που δεν είναι καθόλου άσχετο τόσο με την εργασία του κατά τις δύο παραμονές του στην Αγγλία (1816-1820, 1852-1869) όσο και με τη διδασκαλία του στην Ιόνιο Ακαδημία, αλλά και με την ίδια την ποίησή του. Μαζί με τον πινδαρικό κλασικισμό ή τον φωσκολικό ρομαντισμό του, στις Ωδές είναι συνυφασμένος ο βιβλικός λόγος, όπως έχουν ήδη επισημάνει αρκετοί μελετητές: Γ. Ζώρας, Γ. Δάλλας, Γ. Ανδρειωμένος, Γ. Μεταλληνός. Πέρα όμως από τη γλώσσα της ποίησής του, που ασκήθηκε για αρκετό καιρό σε μεταφράσεις θρησκευτικών κειμένων, η σκηνοθετική διάρθρωση των Ψαλμών του Δαβίδ ή της Αγίας Γραφής, με τη μετάφραση της οποίας ασχολήθηκε επίσης, κατά τη γνώμη μου δεν είναι ασύνδετη με τη διάρθρωση των λυρικών του συνθέσεων. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει εμφανώς μια έλλογη ανάπτυξη της εικόνας και του στοχασμού, έτσι ώστε από την παρατήρηση να περνάει κάθε φορά στην αναγωγή -με χαρακτηριστικό το ότι αυτή η αναγωγή υψώνεται προς το απόλυτο, ταυτίζοντας πολλές φορές την αποθέωση του ήρωα με τον θείο νόμο. Ανάλογα παραδείγματα στις Ωδές είναι αναρίθμητα, όπως λ.χ. για τον λόρδο Βύρωνα: «Χθες τον ουράνιον έτρεχε / δρόμον ο ήλιος· χύνων / τας πλέον λαμπράς ακτίνας· / το μέτωπόν σου αντέστραπτεν / ως αθανάτου».

Οι πρόσφατες εντοπίσεις από τον «στρατιώτη του Κάλβου», τον Λεύκιο Ζαφειρίου, σειράς δημοσιευμάτων σχετικών με τις θρησκειολογικές ζητήσεις αλλά και τις σχέσεις του ποιητή, ως μεταφραστή και ειδικού, με την Αγγλικανική Εκκλησία (λ.χ. ο β' τόμος της Αρμονικής Γραμματικής του αιδεσιμ. Φρέντερικ Νόλαν, 1822, όπου έχει προστεθεί από τον Κάλβο και ελληνικό γλωσσάρι), με κανέναν τρόπο δεν μπορούν να απομονωθούν εύκολα ως διεκπεραιωτικές και μόνον εργασίες του. Αντιθέτως, ανατρέπουν εκ βάθρων τις εδώ και χρόνια πάγιες απόψεις πολλών μελετητών, ότι τα θρησκειολογικά του ενδιαφέροντα τον απασχόλησαν μόνο στα χρόνια της δεύτερης διαμονής του στη Βρετανία. Βεβαίως, υπάρχει ένα θέμα εξακρίβωσης του κρίσιμου χρονικού σημείου όπου γίνεται η «μεταστροφή» του ποιητή προς τον αγγλικανισμό. Γιατί κάτι συμβαίνει μετά το 1814, όταν δημοσιεύεται, κάτω από την επίδραση της φυσιοκρατίας του Ρουσσώ, η μετάφραση των Βουκολικών του ιταλού Τζιοβάνι Μέλι, και γράφεται το «Σχέδιον Νέων Αρχών των Γραμμάτων». Ισως και να εκδηλώνεται τότε μια κρίση προσωπική, αν η «Απολογία της Αυτοκτονίας» είναι κείμενο εκείνου του χρονικού σημείου. Γεγονός είναι ότι το 1816 είναι προσανατολισμένος αλλού. Σε διασωθείσα επιστολή του λονδρέζου βιβλιοπώλη Μπάλντοκ προς τον μόλις αφιχθέντα, μαζί με τον Ούγο Φώσκολο, Κάλβο, υπάρχει κατάλογος προτεινόμενων έργων που τον ενδιαφέρουν, και ανάμεσα σ' αυτά Βιβλία Προσευχών και η Καινή Διαθήκη, ενδεχομένως στην απλοελληνική μετάφραση του 1638.

Εκεί φαίνεται η πρώτη, κάπως σαφής σύνδεσή του με την Εταιρεία Προώθησης της Χριστιανικής Γνώσης, αν λάβουμε υπόψη μας ότι πριν από το 1821 και την έκδοση της Πολύγλωσσης Λειτουργίας από τον Σάμιουελ Μπάγκστερ, τη χρηματοδοτημένη από την Αγγλικανική Εκκλησία, ο Κάλβος είχε ήδη μεταφράσει (1820) το Βιβλίο Δημοσίων Προσευχών στην τότε ρωμαίικη γλώσσα. Η ουσιαστικότερη και αψευδέστερη όμως απόδειξη της «μεταστροφής» του βρίσκεται ασφαλώς στην αλληλογραφία που διατηρούσε με τη μαθήτριά του Σούζαν Ριντού, στην οποία δίδασκε από το 1817 ιταλικά, όπως η αλληλογραφία αυτή δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Μάριο Βίτι Πηγές για τη βιογραφία του Κάλβου, 1813-1820 (εκδ. περ. Ελληνικά, 1963). Σε μία από τις επιστολές της η Ριντού τον ρωτάει αν είναι προτεστάντης, και τον Δεκέμβριο του 1819 επανέρχεται με τα εξής, που πρέπει να βασίζονται σε ήδη γνωστή της «ομολογία πίστεως» του Κάλβου, σε δική του απαντητική επιστολή: «Οι θρησκευτικές σας πεποιθήσεις είναι παρόμοιες με τις δικές μου, αγαπητέ μου φίλε, και πάντως είναι ό,τι θα μπορούσα να περιμένω από σας [.] Για μένα θα είναι μια πρόσθετη χαρά να λατρεύω τον ίδιο Θεό στην ίδια με τη δική σας εκκλησία».


[Από την Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 4.12.2009, σ. 15 εξ. Αφιέρωμα στον Ανδρέα Κάλβο, με επιμέλεια Διονύση Ν. Μουσμούτη]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email