© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

«Η αρρώστια του Κλείτου» ή ο θάνατος της δικής μας παράδοσης

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Ένα ποίημα του μεγάλου μας δημιουργού Κωνσταντίνου Καβάφη ήρθε αυτές τις προεόρτιες και προπαρασκευαστικές μέρες στη σκέψη μου. Είναι το γνωστό «Η αρρώστια του Κλείτου», που όχι μόνο χαρακτηρίζει τον Αλεξανδρινό, αλλά και αποτελεί ένα αποστάλαγμα της σοφίας του και ένα μικρό δείγμα του μεγάλου του ταλέντου. Σας το θυμίζω.

Φωτό: Γιώργος Παπαχαραλάμπους
Ο Κλείτος, «ένα συμπαθητικό / παιδί, περίπου είκοσι τριώ ετών - / με αρίστην αγωγή, με σπάνια ελληνομάθεια» είναι πολύ βαριά άρρωστος και κινδυνεύει να πεθάνει, μες στον ανθό της νιότης του, γιατί, όπως ο ίδιος ο ποιητής επισημαίνει και τονίζει λυπημένος, «τον ηύρε ο πυρετός / που φέτος θέρισε την Αλεξάνδρεια».

«Είναι άρρωστος βαριά και τρέμουν οι γονείς του», καθώς επισημαίνεται κυριαρχικά στο ποίημα, σ’ έναν κεντρικό του στίχο, όπου από μόνος του αποτελεί, λόγω του βάρους και της σημασίας του, αυτοτελή στροφή. Ο εμπνευστής του συμπάσχει και συμπονάει. Νοιώθει την αδικία της περίπτωσης και την αποθανατίζει σε συμπύκνωση λόγου. Γνωρίζοντας καλά πως μόνο έτσι μπορεί να μείνει ανέπαφη η ομορφιά του νέου και τα γηρατειά να μην μπορέσουν να την μαράνουν, επιχειρεί, «θανάτω, θάνατον πατήσας», μια μάχη με την φθορά και το τέλος και επιφανειακά πιστεύει πως θα νικήσει.

Πάνω στην απελπισία του, λοιπόν, ίσως και θέλοντας να βρει λύση, φέρνει στο προσκήνιο, σαν από μηχανής θεό, μια γριά υπηρέτρια, που εργάζεται από χρόνια στο σπίτι και στο πρόσωπό της αναζητά την λύτρωση ή πιο σωστά θρέφει ελπίδες, μάταιες μεν, δημιουργικές δε.

Η ηλικιωμένη αυτή γυναίκα, όπως ο ίδιος μας εμπιστεύεται, επειδή η ίδια τον μεγάλωσε, «τρέμει κι αυτή για την ζωή του Κλείτου». Ήταν παλιά εθνική, που μπαίνοντας «σε σπίτι χριστιανών επιφανών», μυήθηκε αναγκαστικά στην θρησκεία τους και την ακολούθησε. Φαίνεται, όμως, να μην λησμόνησε τελείως και την παλιά της πίστη. Έτσι «μες στην δεινήν ανησυχία της» - πάντα ο πεπερασμένος άνθρωπος βρίσκει τρόπους διάσωσης στην απελπισία του και σε τέτοιες περιπτώσεις δεν διστάζει να προδώσει και ν’ απαρνηθεί - «στο νου της έρχεται ένα είδωλο / που λάτρεψε μικρή, πριν μπει αυτού», πριν, «χριστιανέψει» κατά την εφευρετική ρηματική εκφραστική λιτότητα του δημιουργού ποιητή.

Ανασύρει από την λήθη και την λησμονιά ένα ξόανο, επαναφέρει την λατρεία του, του ξαναδίνει ζωή και προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την κάποτε ιαματική του επέμβαση. Στον πόνο και την συμφορά, βλέπετε, δεν υπάρχουν διακρίσεις.

Για το λόγο αυτό «παίρνει κρυφά κάτι πλακούντια, και κρασί, και μέλι», όπως θυμάται από τα άγουρά της χρόνια και όπως έχουν σωθεί οι συνήθειες αυτές στην ξεθωριασμένη και θαμπή, λόγω και των γηρατειών, μνήμη της, «τα πάει στο είδωλο μπροστά» και ψάλλει με την τρεμουλιαστή από τα χρόνια και την διπλή συγκίνηση φωνή της όσα θυμάται μέλη, «μέσες άκρες», για να τιμήσει την αρχέγονη θεότητα και να την πείσει να διασώσει τον ασθενή, ευειδή νέο, που μόνο ο ποιητής φαίνεται να ξέρει πως εκτός από την επιδημία και μια ερωτικά απογοήτευση τον βαραίνει και κάνει πιο έντονο το πρόβλημά του.

Φαίνεται, όμως, πως όλα αυτά είναι μάταια. Ο ίδιος ο Καβάφης, τελειώνοντας το ποίημα μας δίνει την εξήγηση και συγχρόνως την λύση, η οποία ούτε εμάς τους αναγνώστες, ούτε τον ίδιο τον δημιουργό φαίνεται να ικανοποιεί, αλλά πρέπει όλοι να την δεχτούμε.

«Η κουτή», μας λέει, με την απολυτότητα που τον διακρίνει, λόγω της πείρας και της σοφίας του, «δεν νοιώθει που τον μαύρον δαίμονα λίγο τον μέλει / αν γιάνει ή δεν γιάνει ένας Χριστιανός». Έτσι το ποίημα λυτρώνεται μ’ έναν πρώιμο θάνατο και μια αιώνια εφηβεία.

Μα πώς, θα έχετε σίγουρα αναρωτηθεί, αυτές τις μέρες, τις παραμονές των Χριστουγέννων, σου ήρθε στην σκέψη αυτό το ποίημα και ποια επικαιρότητα μπορεί να έχει; Το ότι τα μεγάλα δημιουργήματα έχουν πολλές ερμηνείες και προσαρμόζονται στις περισσότερες, αν όχι όλες, τις περιστάσεις, θα ήταν εκ μέρους μου μια πρόχειρη και αβασάνιστη δικαιολογία. Είναι κάτι πολύ πιο σημαντικό και χειροπιαστό, που επανέφερε στην προσωπική μου επικαιρότητα αυτό το όμορφο ποίημα του κορυφαίου γέροντα και οι λόγοι που το θυμήθηκα είναι πολλοί και πιο απτοί. Σας τους εξομολογούμε και τους μοιράζουμε μαζί σας.

Ο θάνατος του Κλείτου συμβολίζει αυτόν τον καιρό την άρνηση της δικής μας, της τοπικής παράδοσης και την προδοσία της πατροπαράδοτης ιδιοσυγκρασίας μας.

Προπαραμονές των Χριστουγέννων και αναμφίβολα σε όλα τα σπίτια ή τουλάχιστον στα περισσότερα θα ζυμωθεί η κατά τον Γιάννη Τσακασιάνο, τον διεθνώς εντόπιο αγαπημένο ποιητή μας, «χριστοπαραμονιάτικη του τόπου μας κουλούρα». Η ευωδιά της μάλιστα γεμίζει την ατμόσφαιρα με γιορταστικές οσμές και πολλά θυμίζει. Όσοι δεν την φτιάξουν θα την αγοράσουν σίγουρα από τους φούρνους της γειτονιάς και αύριο βράδυ, μαζί με τα επίσης πατροπαράδοτα βραστά μπρόκολα, θα την κόψουν στο εορταστικό τραπέζι, τηρώντας και διατηρώντας το πανάρχαιο αυτό έθιμο, που μας κάνει να ξεχωρίζουμε από τους άλλους, άρα να υπάρχουμε. Αυτό είναι, σύμφωνα με το ποίημα, η «χριστιανική» μας ικεσία.

Αντίθετα, όμως, από την γερόντισσα του Καβαφικού στίχου, αντί, όπως αυτή να ψάχνουμε ξεχασμένους θεούς, υιοθετούμε νέους, «κάτι πλακούντια» - και αυτό είναι μεγαλύτερο ατόπημα - και παράλληλα με τα διδάγματα της πίστης μας και της παράδοσής μας κάνουμε και σ’ αυτούς σπονδές, προδίδοντας το δόγμα μας.

Αν καταλάβατε υπονοώ με όλα τα παραπάνω την βασιλόπιτα, που τελευταία έχουμε αντιγράψει και οκτώ μέρες μετά θα την κόψουμε και αυτήν, όχι από παλιά μας συνήθεια, αλλά από σύγχυση, προερχόμενη από τηλεοπτική επιρροή και αβασάνιστο πιθηκισμό. Είναι και αυτή η ξενόφερτη συνήθεια, όπως και άλλοτε έχουμε ξαναγράψει, κάτι σαν τον οβελία του Πάσχα, ο οποίος «εν εσχάτοις χρόνοις» αντικατέστησε το εύγεστο και οικείο στον ουρανίσκο μας αυγολέμονο και σεισμόπληκτα μας οδήγησε αρκετά πιο ανατολικά.

Τελευταία, μάλιστα, παρακολουθούμε και σχετικές με την πίτα του Ουρανοφάντορος συνταγές, οι οποίες ή δίνονται από τις εκπομπές των τοπικών μέσων μαζικής ενημέρωσης ή καταγράφονται στις εφημερίδες μας. Πολλές δε από τις κατ’ επέκταση «Βέφες», που τις παρέχουν ή πολλοί μιμητές του Μαμαλάκη πιστεύουν πως διασώζουν την παράδοση και την παραδίδουν, τρομάρα τους, στους νεώτερους. Είναι ακριβώς μια πανομοιότυπη περίπτωση με τους αδαείς πολιτικούς μας, οι οποίοι δηλώνουν πως κάνουν πολιτισμό και θέλουν να μας υποδηλώσουν στην Πάτρα, σαν περιφέρεια.

Στην ουσία επαληθεύεται και πάλι ο σοφός αναχωρητής της Αλεξάνδρειας και οι στίχοι του ξαναποκτούν υπόσταση και διάσταση.

Αλήθεια «τον μαύρο δαίμονα λίγο τον μέλει / αν γιάνει ή δεν γιάνει ένας Χριστιανός», όπως ακριβώς την τύχη μας ελάχιστα την ενδιαφέρει αν μας πέσει το φλουρί ή όχι, σε μας τους Ζακυνθινούς, όπου το γούρι μας ήταν για αιώνες και πρέπει να είναι το «ηύρεμα» και αυτό μάθαμε να αναζητάμε στο γιορταστικό μας τραπέζι, μαζί με την πολύ ποιητική ιεροτελεστία της φωτιάς, της σπονδής και της αναπαράστασης, που, πώς να το κάνουμε, δεν έχει η πίτα της Πρωτοχρονιάς. Να γιατί πρέπει να επιμένουμε στην πίστη μας και να τηρούμε ευλαβικά τις διδαχές της.

Καλά Χριστούγεννα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email