© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2010

Ξαναγιορτάζοντας την Σπηλούλα

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Η θέα πρός τον Κάμπο του Τζάντε και τη Γλαρέντζα από το Καμπαναρίο της Σπηλούλας. Φωτό: Ιωάννης-Πορφύριος Καποδίστριας, 12.9.2010.
Αναζητώντας τις ρίζες και την ταυτότητα του δικού μας, του ζακυνθινού πολιτισμού και της ξεχωριστής μας ιόνιας νοοτροπίας, αυτής που χάρισε στο παγκόσμιο στερέωμα ονόματα αναμφισβήτητα και πνοές της τέχνης δίχως στεγανά σύνορα και επίφοβη εθνικοφροσύνη, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τα ονομαστά μας πανηγύρια, αυτά που συμπεριλαμβάνουν την πίστη του λαού μας και τον τρόπο της ψυχαγωγίας του και φωτίζουν το πρόσωπό του, δίνοντάς του μια συνεχώς νεάζουσα μορφή και μια έκφραση άπλετης ανεξιθρησκίας, σαν αυτήν, που αιώνες τώρα απαιτεί την συνύπαρξη του καθολικού επισκόπου του πελάγους μας με τους δικούς μας, τους ορθοδόξους, στην καλοκαιριάτικη λιτανεία του Αγίου μας.

Ένα από τα ζωογόνα και επιβραβευτικά χαρακτηριστικά τους είναι πως δεν περιορίζονται στην σαν σε βράχο κολλημένη, με μορφή στρειδιών, όπως θα έλεγε και ο πολύκροτος Εμμανουήλ Ροΐδης, εξάρτησή τους από γιορτές και ημερολόγια, αλλά, αποδεικνύοντας τον μη περιορισμό του ντόπιου πνεύματος και την απόλυτη ελευθερία του, αυτήν που χάρισε παράλληλα στην οικουμένη έναν ελληνόφωνο Σολωμό, συγκατοικούντα με τον ιταλόφωνο Φώσκολο, ξεπερνούν τους περιορισμούς και τα στεγανά και επαναλαμβάνονται ετήσια σε άσχετες με τις επετείους περιόδους. Έτσι, μεσούντος του θέρους, η Ζάκυνθος γιορτάζει ή πιο σωστά ξαναγιορτάζει τον έφορο των τρικυμισμένων θαλασσών Επίσκοπο των Μύρων, τον «τση στεριάς και του πελάου» χειμερινό έφορο Άγιο Νικόλαο ή σε πολλές περιπτώσεις, παρά τις τόσες ημέρες, που είναι αφιερωμένες στην μορφή της, θυμάται την Μητέρα του Θεού, δίνοντας, με τον τρόπο αυτό, και άλλες ευκαιρίες απόδοσης λατρείας στο πολυαγάπητο πρόσωπό της.

Ένα από τα πιο λαοφιλή αυτά πανηγύρια, τα δίχως περιορισμούς, αλλά με αιτία τελούμενα και μάλιστα με ιδιαίτερη επιτυχία και κοσμοσυρροή, είναι αυτό της Παναγίας της Σπηλούλας στο χωριό Καληπάδος (ή Καλιπάδος, κατά την νεότερη γραφή) το οποίο γίνεται κατά παράδοση το πρώτο δεκαπενθήμερο του Σεπτέμβρη και αποτελεί τον επίλογο των ομολόγων του διασκεδάσεων.

Το πανηγύρι αυτό είναι μια ακόμα ευκαιρία απόδοσης της οφειλόμενης τιμής στην αιώνια μητρότητα, αλλά συγχρόνως και μια ευκαιρία φυγής από την αστική πραγματικότητα και επαφής με την ακόμα αντιστεκόμενη πανέμορφη φύση του νησιού μας, μα και μιας στερνής διασκέδασης, όταν ξεψυχά το θέρος και ο χειμώνας, προ των πυλών μας, μάς φοβερίζει με μια κλεισμένη στους τέσσερις τοίχους υγρή απομόνωση.

Η θέα από τον λόφο της Σπηλούλας είναι μοναδική και τόσο δίπλα σου, όσο και κάτω από τα πόδια σου, απλώνεται το επάξια ονομαζόμενο «Φιόρο του Λεβάντε», είτε με τις αδρές γραμμές του τοπίου του ζωγραφισμένο, είτε με τα αντέτια του εκφραζόμενο, σμίγοντας τις φτιαχτές μυρωδιές του ψητού, της φριτούρας, του παστελιού και του εφτάζυμου, με τις αχειροποίητες ευωδίες της πιπεριάς και της μερτίας, είτε αυτή παραμονεύει, αντιστεκόμενη στην οικοπεδοποίηση και τσιμεντοποίηση, σε κάποια πλαγιά του λόφου, είτε φρεσκοκομμένη και ριγμένη σε δάπεδα και δρόμους, προσμένει για να περάσει από πάνω της το κόνισμα και να του αποδώσει τις αρμόδιες τιμές.

Το πανηγύρι γίνεται στην πάνω εκκλησία, η οποία έχει αντικαταστήσει την κάτω, που λατομημένη μέσα σε σπηλιά (εξ ού και το όνομα), δεσπόζει του τζαντιώτικου κάμπου και δίνει στο λόφο αιτία ύπαρξης και αφορμή ζωής.

Σύμφωνα με πληροφορίες, που διέσωσε από τις μακροχρόνιες έρευνές του στο κάποτε Αρχειοφυλακείο Ζακύνθου ο ακούραστος Λεωνίδας Χ. Ζώης και πρωτοδημοσίευσε στο βιβλίο του «Εκκλησίες και Μοναστήρια στη Ζάκυνθο» (σ. 148) ο διάδοχος και συνεχιστής του Ντίνος Κονόμος, η πρωταρχική εκκλησούλα της Σπηλούλας, η οποία σήμερα είναι προσβάσιμη και μπορεί εύκολα να την επισκεφθεί ο καθένας μας, πελεκήθηκε με κόπο και μεράκι από τον εκ Χιμάρας προερχόμενο μοναχό Αθανάσιο του ποτέ Γκίνη, κάπου εκεί στα μέσα του 17ου αιώνα. Αυτός, σύμφωνα με τις διασωσμένες ειδήσεις, στις 30 Νοεμβρίου 1671, θέλοντας να αναχωρήσει για το Άγιο Όρος, με πράξη του στον συμβολαιογράφο Ιωάννη Σκουλογένη, παραχωρεί την εκκλησία του στον καλόγερο Μπούλτσο. Σε άλλη του πράξη στον συμβολαιογράφο Ν. Νομικό, που δυστυχώς δεν σώθηκε η ημερομηνία γραφής της, θέλοντας να ταξιδέψει στην Κέρκυρα, για να προσκυνήσει το Λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνα, «προσηλώνει» τον ναό του στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας των Δραγωναίων, «εις το σύνορον Χουρχουλίδι», επειδή, όπως δηλώνει ο ίδιος, «εκεί είχε την μετάνοιάν του όταν ήλθε εις Ζάκυνθον».

Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της σημερινής, νεότερης και στο λόφο υψωμένης εκκλησίας, είναι πως δεν είναι ενορία, όπως οι περισσότερες ιερές στέγες του νησιού μας, αλλά διατηρώντας μια διασωστική και μακρόχρονα δημιουργική παράδοση του τόπου μας, παραμένει αδελφάτο και ανήκει σε κάποιες συγγενικές οικογένειες. Ίσως γι’ αυτό διατηρεί ώς και σήμερα την ελπιδοφόρα παράδοσή της και συνεχίζει το καθαρόαιμο ζακυνθινό πανηγύρι της, διαιωνίζοντας μιαν ιδιορρυθμία και μη θέλοντας να ενωθεί με τις απέναντι ακτές.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά από παιδί, που πάντα πήγαινα σ’ αυτό απαραίτητα με τους δικούς μου, το πανηγύρι της Σπηλούλας μου θύμιζε το άλλο πολύκροτο του Αγίου Λύπιου, παρά τις σημαντικές διαφορές τους. Ίσως αυτό συνέβαινε γιατί και τα δύο ήταν (και ευτυχώς είναι) καταληκτήρια. Το πρώτο κλείνει την πολυήμερη καλοκαιριάτικη ραστώνη και το δεύτερο την εαρινή χαρμολύπη του Πάσχα. Αλλά και στην παιδική μου μνήμη μάλλον γινόταν σύγκριση μ’ αυτά της Χώρας, με το ατελείωτο σουλάτσο, την μπάντα που έπαιζε καθαρόαιμη μουσική και όχι εφήμερες επιτυχίες, όπως σήμερα και τα πυροτεχνήματα (τις «φωτίες») και για μένα ήταν και τα δύο μια καθαρά υπαίθρια έκφραση χαράς και διασκέδασης.

Όπως και να έχει, όμως, και τα δύο είναι ευτύχημα που διατηρούνται και υπάρχουν αναλλοίωτα στην καθημερινότητά μας και, αντιστεκόμενα στην ισοπέδωση, μάς βοηθούν να κρατήσουμε την δική μας ταυτότητα και ιδιαιτερότητα. Είναι οι πρεσβείες μας στην ύπαρξη και οι αντιστάσεις μας στον θάνατο.

Κόσμος πολύς οδήγησε τα βήματά του και φέτος στην ουσιαστικά αντιστεκόμενη πανήγυρη της Κυράς της Σπηλούλας και παρακολούθησε τις ακολουθίες, συμμετείχε στην γραφική λιτανεία της και συνυπάρχοντας διασκέδασε μετά στους προαύλιους χώρους της εκκλησίας, απολαμβάνοντας τα πατροπαράδοτα εδέσματα, την απλόχερη ευγένεια των κτητόρων, αλλά και την μεγαλοσύνη του τοπίου.

Συνεορταστής και ο κατάλληλος καιρός, ο οποίος στην καθαρά φθινοπωρινή επαναφορά του βοήθησε στην διεξαγωγή της γιορτής και έδωσε στις παρακείμενες πλαγιές αφορμή λατρείας στο πρόσωπο τής εφόρου τους.

Το πανηγύρι αυτό ήταν μια υπόσχεση επαναφοράς και μια ελπίδα επιστροφής εις τα ίδια. Ας είναι οι κτήτορες της Σπηλούλας πάντα καλά για να το οργανώνουν και να το διατηρούν. Η ύπαρξή του κρύβει πολλά περισσότερα από αυτά που φαινομενικά διακρίνονται.

Ας είμαστε καλά και του χρόνου να το ξαναγιορτάσουμε. Ειλικρινά το έχουμε ανάγκη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email