© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

Μητροπολίτου Προικοννήσου Ιωσήφ: Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ Θεία Λειτουργία - Μοναχισμός

[Εισήγηση κατά το Συνέδριο FOCOLARI, την 29η Απριλίου 2010, στην Κωνσταντινούπολη]


Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,

Εἶμαι πολὺ εὐγνώμων στὸν Παναγιώτατο Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη μου κ. Βαρθολομαῖο γιὰ τὴν τιμὴ ποὺ μοῦ ἔκαμε νὰ μὲ προσκαλέσῃ στὸ Συνέδριο αὐτὸ τῶν πάντοτε ἀγαπητῶν Του Φοκολάρι. Μὲ πολλὴ χαρὰ λοιπὸν εὑρίσκομαι ἀνάμεσά σας καὶ καλωσωρίζω τὴν παρουσία σας στὴν Κωνσταντινούπολι, τὸ πάντοτε ὁλόφωτο Φανάρι τῆς Χριστιανικῆς Ἀνατολῆς! Μέσα στὸ κλῖμα τῆς ἀναστάσιμης χαρᾶς ποὺ βιώνει ἡ Ἐκκλησία, ἡ παρουσία ἐπὶ τὸ αὐτὸ τόσων ἀδελφῶν, μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς συγκλήσεως στὴν Βασιλεύουσα τοῦ παρόντος Συνεδρίου, εἶναι πραγματικὴ εὐλογία!

Μοῦ ἐζητήθη νὰ σᾶς πῶ μερικὰ πράγματα ἐπὶ τοῦ θέματος «Ἡ πνευματικὴ ζωὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», μὲ ἀναφορὰ κυρίως στὴν Θεία Λειτουργία καὶ στὸν Μοναχισμό. Ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι τὸ θέμα εἶναι τεράστιο καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ παρουσιασθῇ, στὰ στενὰ ὅρια μιᾶς εἰσηγήσεως, μία πλήρης ἤ ἔστω μία στοιχειωδῶς ἱκανοποιητικὴ εἰκόνα του. Γι’ αὐτὸ μᾶλλον μερικὲς πολὺ βασικὲς θέσεις μόνον θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς σκιαγραφήσω, περισσότερο ὡς ἀφορμὴ γιὰ βαθύτερη προσωπικὴ ἀναζήτησι καὶ μελέτη, κατὰ τὸ «δίδου σοφῷ ἀφορμὴν καὶ σοφώτερος ἔσται». (1)

Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἀγαπητοί μου, ἔχει τὴν αὐτοσυνειδησία ὅτι εἶναι ἕνα ἐργαστήριο θεραπείας, ἀποκαταστάσεως καὶ ἁγιασμοῦ τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, τῆς εἰκόνος δηλ. τοῦ Θεοῦ, καὶ τῆς ἀναγωγῆς του στὴν Θέωσι, ἡ ὁποία εἶναι ὁ ἀπώτερος προορισμὸς καὶ τελικὸς σκοπὸς τῆς πλάσεώς του. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μία κολυμβήθρα λυτρώσεως ἀπὸ τὴν πτῶσι στὴν ἁμαρτία καὶ τὶς συνέπειές της, δηλ. τὸν θάνατο -αὐτὸ θὰ ἦταν κάτι ὑπερβολικὰ λίγο, πτωχό, ἀνεπαρκὲς καὶ ὄχι ἀντάξιο τῆς κενωτικῆς μέχρι Σαρκώσεως καὶ Σταυροῦ καὶ Θανάτου καὶ Ἅδου ἀγαπητικῆς Θείας Οἰκονομίας!. Εἶναι μία μήτρα Θεώσεως, ἑνώσεως δηλαδὴ μὲ τὸν Θεόν, κατὰ χάριν καὶ ὄχι κατὰ φύσιν, διὰ τῶν Ἀκτίστων Θείων Ἐνεργειῶν, καὶ ὄχι βεβαίως μἐ τὴν Θείαν Οὐσίαν, ἡ ὁποία παραμένει πάντοτε ἀπρόσιτος. (2) Εἶναι ἕνα ἀτέλειωτο Πάσχα (Passover) πού, εὐδοκίᾳ τοῦ Πατρός, οἰκονομίᾳ τοῦ Υἱοῦ καὶ χάριτι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διαβιβάζει ἀκατάπαυστα ἀνθρώπους «ἐκ θανάτου πρὸς Ζωὴν καὶ ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν». (3) Ζῶντας ἡ Ἐκκλησία διαρκῶς τὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς, ἡ ὅλη ζωή της, σὲ ὅλες της τὶς ἐκφάνσεις, φέρεται ἀπὸ τὴν πνοὴ τοῦ Παρακλήτου καὶ σφραγίζεται ἀπὸ τὴν ἀδιάκοπη καθαρτική, ἁγιαστική, φωτιστικὴ καὶ θεουργικὴ ἐνέργειά Του. Μὲ θεμέλιο (4) τὸ Θεανδρικὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν εἰς Αὐτὸν ὀρθὴ καὶ ἀκριβῆ προφητική, εὐαγγελική, ἀποστολική, μαρτυρική, πατερικὴ καὶ ἁγιοσυνοδικὴ πίστι, πορεύεται δι’ Αὐτοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἡ Ὁδός, (5) «σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις» (6) πρὸς τὸν Πατέρα, (7) ὑπὸ τὴν σκέπη, τὴν καθοδήγησι καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁδηγεῖ συστηματικὰ τὰ τέκνα της στὴν θεία υἱοθεσία (8) «ἐν ὑπομονῇ πολλῇ, ... ἐν νηστείαις, ἐν ἁγνότητι, ἐν γνώσει, ..., ἐν χρηστότητι, ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, ἐν ἀγάπῃ ἀνυποκρίτῳ, ἐν λόγῳ ἀληθείας, ἐν δυνάμει Θεοῦ». (9) Παρὰ τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καὶ τὶς ἁμαρτητικὲς πτώσεις τῶν μελῶν της, ἡ πορεία τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν ἐσχατολογικὴ δόξα τῆς Βασιλείας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ εἶναι σταθερά, ἀσφαλὴς καὶ ἀταλάντευτη, διότι ἡ Ἐκκλησία ὀντολογικῶς δὲν εἶναι κάτι ἄλλο παρὰ τὸ δοξασμένο καὶ τεθεωμένο Σῶμα τοῦ ἐκ νεκρῶν Ἀναστάντος καὶ αἰωνίως ζῶντος Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο, ἀναληφθὲν ἔμψυχο στοὺς οὐρανούς, παρεδρεύει διὰ παντὸς εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός. (10) Τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μέλη καὶ κύτταρα τούτου ἀκριβῶς τοῦ Ἁγίου Σώματος.

Α΄ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Κεντρικὸς πυρὴν τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι ἡ Θεία Λειτουργία. Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας σημειώνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία «σημαίνεται», δηλ. φανεροῦται, ὁρίζεται «ἐν τοῖς μυστηρίοις», (11) καὶ ἐννοεῖ τὴν Θεία Εὐχαριστία. Ἡ Εὐχαριστία ἤ Θεία Λειτουργία, δὲν εἶναι μία ἁπλῆ προσευχητικὴ σύναξις τῶν πιστῶν, οὔτε ἕνα (ἀνάμεσα σὲ πολλὰ) μυστήριο. Ἕνα εἶναι τὸ Μυστήριον, τὸ παμμυστήριον, ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία, καὶ συνισταμένη τοῦ παμμυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ Θεία Εὐχαριστία τῶν πιστευόντων καὶ βεβαπτισμένων. Ἡ σύναξι στὴν Εὐχαριστία εἶναι βέβαια κίνησις ἀνθρώπινη, ἔργο τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ (ἐξ οὗ καὶ Λειτουργία), ἀλλὰ κυρίως εἶναι ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος: «Σήμερον ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡμᾶς συνήγαγε», ψάλλομε τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων, ἀλλ’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἰσχύει γιὰ κάθε Θεία Λειτουργία. Ὁ ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συναγμένος λαὸς τοῦ Θεοῦ, ἐπικαλεῖται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τὸν Ἕνα Μεσίτην Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων (12) Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ («οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν ἤ μὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ»), (13) δοξάζει δι’ Αὐτοῦ τὸν Πατέρα, ἀκούει τὴν φωνή Του ἀπὸ τὰ Ἁγιογραφικὰ ἀναγνώσματα (Ἀπόστολο καὶ Εὐαγγέλιο) καὶ τὸ ἱερὸ κήρυγμα, καὶ προσφέρει διὰ τῶν χειρῶν τοῦ Ἐπισκόπου (ἤ Πρεσβυτέρου) του στὸν Θεὸ τὸν ἄρτο τοῦ βίου του καὶ τὸν οἶνο τῆς κατανύξεώς του, τὸν κόπο καὶ τὸν καρπὸ ὅλου τοῦ γεωργικοῦ ἔτους, δηλ. τὰ δικά Του πρὸς ἐμᾶς δῶρα, ὡς ἀντίδωρο εὐχαριστίας γιὰ ὅλες τὶς φανερὲς καὶ ἀφανεῖς εὐεργεσίες Του πρὸς τὸ πλάσμα Του. (14) Μὲ τὴν ἐπίκλησι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (καὶ ὄχι ἁπλῶς μὲ τὴν ἐπανάληψι τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ: -Λάβετε, φάγετε,... Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες ... [15] ), ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος, τὰ προσφερόμενα «ἀντίτυπα» (antitypes / figures) (16) τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, μεταποιοῦνται διὰ τῆς ἁγιαστικῆς καὶ θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Παρακλήτου εἰς ἀληθὲς Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, ζῶν, ἔμψυχον, τέλειον, ἔνδοξον, τεθεωμένον καὶ θεοποιοῦν. Τοῦτο κοινωνοῦντες οἱ πιστοὶ «μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης», (17) κατόπιν καθαρτικῆς, νηστευτικῆς, προσευχητικῆς, ἐξομολογητικῆς τῶν ἡμαρτημένων, ἀλληλοσυγχωρητικῆς καὶ ἀγαπητικῆς προετοιμασίας, ἀφοῦ δηλ. «δοκιμάσουν ἑαυτοὺς» κατὰ τὴν ἀποστολικὴ προτροπή, (18) δὲν «ἀναμιμνήσκονται» (19) ἁπλῶς τοῦ Χριστοῦ, οὔτε «καταγγέλλουν» μόνον τὸν ζωηφόρον Θάνατόν Του, (20) οὔτε ὁμολογοῦν μόνον τὴν Ἀνάστασίν Του, ἀλλὰ καθίστανται «θείας κοινωνοὶ φύσεως». (21) Γίνονται σύσσωμοι, σύναιμοι καὶ σύμψυχοι Χριστοῦ καὶ ἀλλήλων. «Μέλη Χριστοῦ γινόμεθα, μέλη Χριστὸς ἡμῶν δε, / καὶ χεὶρ Χριστὸς καὶ ποῦς Χριστὸς ἐμοῦ τοῦ παναθλίου», ὅπως λέγει σχετικῶς ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος. Καὶ πάλι, ἐκφράζοντας τὴν προσωπική του ἐμπειρία τῆς Θεώσεως καὶ ὑπεραμυνόμενος τῆς ἀληθείας ποὺ ἐζοῦσε μὲ τὴν ἄξια κοινωνία τῶν Τιμίων Δώρων, ὑπογραμμίζει: «Κινῶ τὴν χεῖρα καὶ Χριστὸς ὅλος ἡ χείρ μου ἐστιν. / -Ἀμέριστον γὰρ νόει μοι Θεότητα τὴν θείαν!- / Κινῶ τὸν πόδα καί, ἰδού, ἀστράπτει ὡς Ἐκεῖνος• μὴ εἴπῃς ὅτι βλασφημῶ, ἀλλ’ ἀπόδεξαι ταῦτα / καὶ τῷ Χριστῷ προσκύνησον τοιοῦτον σε ποιοῦντι!» (22)

Στὴν Θεία Μετάληψι πραγματώνεται φανερῶς τὸ ὅτι «οἱ πολλοὶ ἕν σῶμα ἐσμέν ἐν Χριστῷ, ὁ δὲ καθεὶς ἀλλήλων μέλη», (23) δηλαδὴ κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ ἀδελφοί. Μὲ τὴν μετάληψι τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων οἱ πιστοὶ λαμβάνουν ἀπὸ τὸν Χριστὸ «ζωὴν» καὶ «περίσσειαν» ζωῆς, κατὰ τὸν λόγο Του: «ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσόν ἔχωσιν». (24) Αὐτὸ τὸ «περισσὸν» εἶναι ἡ κατὰ χάριν μυστικὴ ἀλλ’ ὀντολογικὴ ἕνωσις μὲ τὸν Θεόν, ἡ Θέωσις. Ὅπως ὡραιότατα τονίζει σχετικῶς ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, «ἡ τῶν ἁγίων καὶ ζωοποιῶν Μυστηρίων μετάληψις, τὴν ἐπὶ πᾶσι καὶ ἐπὶ πάντων τῶν ἀξίων ἐσομένην διὰ τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν υἱοθεσίαν, ἕνωσίν τε καὶ οἰκειότητα, καὶ ὁμοιότητα θείαν καὶ θέωσιν δηλοῖ• δι’ ἧς πάντα ἐν πᾶσιν ἔσται τοῖς σωζωμένοις αὐτὸς ὁ Θεός, ὁμοίως». (25) Υἱοθεσία, ἕνωσις καὶ οἰκειότης μὲ τὸν Θεόν, ὁμοίωσις μὲ Αὐτόν, Θέωσις. Ἰδοὺ σὲ ἁδρὲς γραμμὲς ὁ καρπὸς τῆς μετοχῆς στὸ Ποτήριον τῆς Εὐχαριστίας. Καὶ τοῦτο, εἶναι δῶρο τῆς ἀγαθότητος τοῦ Θεοῦ! Οἱ κοινωνοῦντες πιστοὶ μποροῦν τότε, κατάπληκτοι καὶ ἀποροῦντες, νὰ λένε μαζὶ (καὶ πάλι) μὲ τὸν ἅγιο Συμεὼν τὸν Νέο Θεολόγο: «Τίς ἡ ἄμετρος εὐσπαχνία Σου Σῶτερ; / Πῶς ἠξίωσας μέλος Σόν με γενέσθαι; / Πῶς ἐνέδυσας στολήν με λαμπροτάτην / ἀπαστράπτουσαν αἴγλην ἀθανασίας / καὶ φῶς ποιοῦσαν ἅπαντά μου τὰ μέλη;.../ Τὸ γὰρ ρυπαρὸν καὶ φθαρτὸν τοῦτο σκῆνος / τῷ παναχράντῳ ἑνωθὲν Σώματί Σου / καὶ μιγὲν τὸ αἷμα μου τῷ Αἵματί Σου / ἡνώθην, οἶδα, καὶ τῇ Θεότητί Σου / καὶ γέγονα Σὸν καθαρώτατον Σῶμα, / μέλος ἐκλάμπον, μέλος ἅγιον ὄντως, / μέλος τηλαυγὲς καὶ διαυγὲς καὶ λάμπον». (26)

Ἀπὸ τὴν Θεία Λειτουργία, ὡς ἄλλο νοητὸ ἥλιο, ἐξακτινώνονται ὅλα τὰ ἐπὶ μέρους ἁγιαστικὰ καὶ θεουργικὰ Μυστήρια, πολλὰ τῶν ὁποίων στὴν ἀρχαιότητα ἐτελοῦντο συναπτῶς μὲ τὴν Θεία Λειτουργία, ὅπως λ.χ. τὸ Βάπτισμα, ὁ Γάμος, ὁ Ἐξοδιασμὸς καὶ τὸ Μνημόσυνο τῶν κεκοιμημένων, ἐνῷ σήμερα μόνον ἡ Ἱερωσύνη (χειροτονίες Ἐπισκόπων, Πρεσβυτέρων καὶ Διακόνων) καὶ τὰ Μνημόσυνα, σπανίως δὲ καὶ Βάπτισμα ἤ Γάμος. Ὅμως, ὅλες οἱ πτυχὲς τῆς ζωῆς τοῦ πιστοῦ, ὅλες οἱ ἀνάγκες, ὅλα τὰ προβλήματα, ὅλες οἱ χαρές, ὅλες οἱ σχέσεις, ὅλα τὰ «ἀνθρώπινα» τοῦ βίου καὶ ὅλα τὰ ἀναμενόμενα τοῦ «ἐπέκεινα», ἀναφέρονται καὶ καταπιστεύονται ἐπ’ ἐλπίδι στὸν Θεὸ μέσα ἀπὸ τὴν Θεία Λειτουργία καὶ διὰ τῆς Θείας Λειτουργίας, ὅπως μαρτυροῦν οἱ εὐχὲς τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς, συνοπτικώτερα μὲν στὴν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου Θεία Λειτουργία, ἐκτενέστερα δὲ καὶ λεπτομερέστερα στὴν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.

Ἡ Θεία Λειτουργία ἐκράτησε ἀδιαλώβητη τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης κατὰ τὴν μακρὰ νύκτα τοῦ φοβεροῦ χειμῶνος τῆς μαχητικῆς ἀθεΐας! Ἡ Θεία Λειτουργία κρατᾶ ἀναμμένο τὸ Φανάρι τῆς Πόλεως ποὺ μᾶς φιλοξενεῖ, παρὰ τοὺς τυφωνικοὺς ἀνέμους τῶν συστροφῶν τῆς Ἱστορίας! Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι ἡ κιβωτὸς τῆς Πίστεως, τῆς Ἐλπίδος καὶ τῆς Ἀγάπης γιὰ ὅλους τοὺς πιστούς! Εἶναι τέτοια ἡ σημασία τῆς Θείας Λειτουργίας γιὰ τὸν Ὀρθόδοξο πιστό, ὥστε ἡ σοβαρότερη ἐπιτίμησις ποὺ μπορεῖ νὰ καταγνωσθῇ σὲ κάποιο ἀθεράπευτα παρεκτρεπόμενο περὶ τὸ δόγμα ἤ τὸ ἦθος μέλος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ «ἀφορισμός», δηλαδὴ ὁ ἀποκλεισμὸς (προσωρινὸς ἤ μόνιμος) ἀπὸ τὴν μετοχὴ στὴ Λειτουργία καὶ στὴν κοινωνία τῶν Θείων Μυστηρίων! Τὴν σημασία τῆς Λειτουργίας ὑπογραμμίζει ἐξ ἀντιθέτου ὁ ἀπαξιωτικὸς ὅρος «ἀλειτούργητος», ποὺ ἀκούγεται στὴν γλῶσσα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ σημαίνει τὸν ἄθεο, τὸν ἀθεόφοβο, τὸν ἀκοινώνητο, κάποτε καὶ τὸν ἀντικοινωνικὸ ἤ τὸν μισάνθρωπο!

Β΄ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ

Ἀπὸ τοὺς πρώτους Χριστιανικοὺς αἰῶνες, καὶ κυρίως μετὰ τὴν κατάπαυσι τῶν κατὰ τῆς Ἐκκλησίας διωγμῶν μὲ τὸ «Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων» τοῦ Ἁγίου Βασιλέως Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου καὶ Ἰσαποστόλου, ἱδρυτοῦ τῆς Νέας Ρώμης ποὺ φιλοξενεῖ τὸ παρὸν Συνέδριο, ἡ ὁποία ἐν συνεχείᾳ ὀνομάσθηκε Κωνσταντινούπολις πρὸς τιμήν του, ἐμφανίσθηκε στὶς τάξεις τῶν Χριστιανῶν μία μερίδα πιστῶν ποὺ διεκρίνοντο ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία ἀπολύτου συνεπείας πρὸς τὶς ἀρχὲς τοῦ Εὐαγγελίου μέχρι κεραίας, καὶ τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀφιέρωσι στὸν Χριστὸ ἐν παρθενίᾳ. Τοῦτο μὲ τὴν ἔξοδο τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὶς Κατακόμβες καὶ τὴν κρατικὴ θεσμοποίησί της τοὺς ἐφαίνετο πολὺ δύσκολο νὰ ἐπιτευχθῇ μέσα στὶς ἐγκόσμιες κοινότητες τῶν πόλεων μὲ τὴν πολυμέριμνη καθημερινότητα. Ἔχοντας ἐνώπιόν των ὡς πρότυπο τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τὸ εὐωδέστερο ἄνθος τῆς παρθενίας καὶ τῆς ἀπολύτου ἀφοσιώσεως στὸν Θεὸ καὶ ὑποταγῆς στὸ θέλημά Του, ἀλλὰ καὶ τὰ παραδείγματα ἁγίων ἀνδρῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὅπως ὁ μέγας Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς καὶ Πρόδρομος, ὁ ζηλωτὴς Προφήτης Ἠλίας κ. ἄ., ἀνεζήτησαν τὴν τελειότητα μέσα ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τοῦ ἀσκητικοῦ, παρθενικοῦ καὶ προσευχητικοῦ βίου, κυρίως κατ’ ἀρχὴν στὶς ἐρήμους. Σ’ αὐτοὺς ἐφαρμόσθηκε ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς»! (27) Καὶ τοῦτο ὄχι ἀπὸ μισανθρωπία, οὔτε ἀπὸ βδελυγμία τῶν ἀνθρωπίνων, οὔτε ἐξ ἀποστροφῆς πρὸς τὸ ἄλλο φύλο, οὔτε ἀπὸ φυγομαχία πρὸς τὰ δύσκολα, ἀλλ’ ἀπὸ ἔνθεο ζῆλο καὶ θεῖο ἔρωτα! Ἐγνώριζαν ὅτι «ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται, καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν» (28) καὶ θέλησαν νὰ ἀνήκουν σ’ αὐτούς! Στὰ ὦτα τους εἶχαν ἔναυλο τὸν λόγο τοῦ Ἱερομάρτυρος Ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου: «ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται καὶ οὐκ ἔστιν ἐν ἐμοὶ πῦρ φιλόϋλον» (29) καὶ ἐφιλοτιμήθησαν νὰ ἄρουν καὶ αὐτοὶ τὸν σταυρό τους καὶ νὰ ἀκολουθήσουν τὸν Ἐσταυρωμένο Ἔρωτα τῆς Ἐκκλησίας, ὑπακούοντες στὴν προτροπή Του: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι», (30) στὴν πιὸ ἀπόλυτη (μὲ ἐξαίρεσι τὸ μαρτύριο τοῦ αἵματος) ἐκδοχή της. Ἔθεσαν, λοιπόν, ὡς βάσι τῆς νέας ζωῆς των, τὴν γιὰ χάρι τοῦ Χριστοῦ ἀποταγὴ κάθε κοσμικῆς ματαιότητος, ἀκόμα καὶ τῶν ἴδιων τῶν οἰκείων καὶ συγγενῶν τους, τὴν ἀπάρνησι καὶ τῶν νομίμων καὶ ἀκατηγορήτων χαρῶν καὶ ἀναπαύσεων τῆς ζωῆς, τὴν ἀκριβῆ τήρησι τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν καλλιέργεια ὅλων τῶν ἁγίων εὐαγγελικῶν ἀρετῶν, μὲ ξεχωριστὴ ἔμφασι σὲ ἐκεῖνες τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἐπιθυμιῶν, τῆς παρθενίας, τῆς μέχρι τελείας ἀκτημοσύνης πτωχείας, τῆς ταπεινώσεως, τῆς ὑπομονῆς, τῆς συγχωρητικότητος, τῆς ἀγάπης, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐκκοπῆς τοῦ ἰδίου θελήματος διὰ τῆς ὑπακοῆς στὸν πνευματικό τους πατέρα καὶ διδάσκαλο (Γέροντα), ποὺ συνήθως ἦταν ἕνας ἀσκητὴς ποὺ εἶχε φθάσει σὲ ὑψηλὰ μέτρα ἀρετῆς καὶ ἁγιότητος. Ἔτσι ἀγωνίσθηκαν ὑπεράνθρωπα, μακρυὰ ἀπὸ τὴν τύρβη καὶ τοὺς θορύβους τοῦ κόσμου, «νήφοντες» (31) μέσα σὲ ἱερὰ ἡσυχία, γιὰ νὰ καθαρίσουν ἐπιμελῶς τὴν καρδιὰ καὶ τὴν συνείδησί τους ἀπὸ τὰ ἐμφωλεύοντα πάθη, μὲ δάκρυα μετανοίας, μὲ πένθος ἔνθεο καὶ μνήμην θανάτου, νὰ «τηρήσουν» μὲ πολλὴ προσοχὴ τὸν νοῦν τους ἀλώβητο ἀπὸ τὰ «πεπυρωμένα βέλη τοῦ πονηροῦ», δηλ. ἀπὸ τοὺς ἐμπαθεῖς, ἀκαθάρτους, αἰσχροὺς ἤ βλασφήμους λογισμούς, καὶ προσευχόμενοι, κατὰ τὴν ὑπόδειξι τοῦ Κυρίου: «γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν». (32) Ἐνθυμούμενοι ὅτι ὁ μέγας Παῦλος ἐσημείωνε: «ὑποπιάζω μου τὸ σῶμα καὶ δουλαγωγῶ, μήπως ἄλλοις κηρύξας αὐτὸς ἀδόκιμος γένωμαι» (33) ἐφιλοτιμοῦντο νὰ ἀγωνίζωνται καὶ αὐτοὶ μὲ αὐστηρὲς νηστεῖες, μὲ ὁλονύκτιες ἀγρυπνίες, μὲ ὀρθοστασίες, μὲ «μετάνοιες», μὲ «χαμευνίες», μὲ κόπους, μὲ κακουχίες καὶ σωματικὲς κακοπάθειες, προκειμένου νὰ δαμάσουν τὴν σάρκα καὶ τὸ φρόνημά της καὶ νὰ τὴν ὑποτάξουν στὸ πνεῦμα, ἤ μᾶλλον νὰ τὴν παρουσιάσουν στὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ ὡς «θυσίαν εὐάρεστον», κατὰ τὴν Παύλεια ὑπόδειξι: «παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, ἀδελφοί, διὰ τῶν οἰκτιρμῶν τοῦ Θεοῦ, παραστῆσαι τὰ σώματα ὑμῶν θυσίαν ζῶσαν, ἁγίαν, εὐάρεστον τῷ Θεῷ». (34)

Ὁ πνευματικὸς ἀγών τῶν Μοναχῶν ἑστιάζετο σὲ δύο κυρίως ἄξονες: Στὴν προσοχὴ καὶ στὴν προσευχή. Ἡ πρώτη ἀφορᾷ στὶς εἰσόδους τῆς ψυχῆς, τὶς αἰσθήσεις, «ἐξ ὧν τὸ πταίειν καὶ περὶ ἅς ὁ πόλεμος, εἰσδεχομένας τὸ κέντρον τῆς ἁμαρτίας», κατὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο. (35) Ἡ δεύτερη εἶναι ἡ ἀναπνοὴ τῆς ψυχῆς, χωρὶς τὴν ὁποία ἡ ψυχὴ ἀποθνήσκει, καὶ γι’ αὐτὸ ὁ ἴδιος Ἅγιος ἐσημείωνε: «Μνημονευτέον γὰρ Θεοῦ μᾶλλον ἤ ἀναπνευστέον• καί, οἷον τε τοῦτο εἰπεῖν, μηδὲ ἄλλο ἤ τοῦτο πρακτέον», (36) σὲ πλήρη συστοιχία μὲ τὴν ἀποστολικὴ ἐπιταγὴ «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε». (37) Μὲ ὅλα αὐτά, παραδεδομένοι ὁλότελα, χωρὶς κρατούμενα, στὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐκζητοῦντες τὴν βοήθεια τῶν πρεσβειῶν τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν προσευχῶν τῶν Ἁγίων, ἀγωνίσθηκαν νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὸ «παρὰ φύσιν» τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ βιώσουν τὸ «κατὰ φύσιν» τῆς ἀρετῆς, καὶ στὸ τέλος ἀξιώθηκαν νὰ ἀναχθοῦν στὸ «ὑπὲρ φύσιν» τῆς ἑνώσεως μὲ τὸν Θεό (Θεώσεως). Δέχθηκαν στὴ ζωή τους ποικιλία ἁγιοπνευματικῶν χαρισμάτων μὲ ἰδιαιτέρως διακρινόμενα ἐκεῖνο τῆς ἐμπειρικῆς Θεολογίας (ἱερὰ Θεωρία) τὸ τῆς διοράσεως, τῆς διακρίσεως τῶν πνευμάτων, τῆς προφητείας καὶ τῶν θεραπειῶν (ἰαμάτων).

Ἡ ἔρημος τοῦ Ἰορδάνου στὴν Παλαιστίνη, ἡ ἔρημος τῆς Νιτρίας καὶ τῆς Θηβαΐδος στὴν Αἴγυπτο, ἡ χερσόνησος τοῦ Σινᾶ, ἡ Συρία καὶ ἡ Μεσοποταμία, ἦσαν οἱ πρῶτες περιοχὲς ὅπου ἄνθισε ὁ ἀνατολικὸς Μοναχισμός. Ἀκολούθησε ὁ Ὄλυμπος τῆς Βιθυνίας, ὁ Πόντος, ἡ Καππαδοκία, τὰ γύρω ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι μέρη, ἡ Γεωργία, τὸ Ἅγιον Ὄρος τοῦ Ἄθωνος στὴν Ἑλλάδα, τὰ Μετέωρα, ἡ Πάτμος, ὁ Ὄλυμπος, ἡ Πελοπόννησος καὶ ἡ Κρήτη, ἡ Κύπρος, ἡ Ἰταλία. Ἀργότερα τὸ Κίεβο, ἡ Μόσχα, ἡ Μολδαβία, τὸ Κοσυφοπέδιο, ὁ Αἶμος, ἡ Βαλτική. Παντοῦ ἁπλώθηκε ὁ νέος καρπὸς ποὺ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐχάρισε στὴν Ἐκκλησία. Ἐρημητήρια στὴν ἀρχή, Σκῆτες καὶ Λαῦρες ἀργότερα, Κοινόβια Μοναστήρια στὴ συνέχεια, κατὰ τὴ νομοθεσία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ τοῦ Ἁγίου Βενεδίκτου, ἁπλώθηκαν παντοῦ. Ὀνόματα ὅπως Ἀντωνίου καὶ Εὐθυμίου τῶν Μεγάλων, Παύλου τοῦ Θηβαίου, Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου, Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου, τοῦ πράγματι εὐλογημένου Βενεδίκτου, Ἐφραὶμ καὶ Ἰσαὰκ τῶν Σύρων, Ἰωάννου καὶ Ἀναστασίου τῶν Σιναϊτῶν, Συμεὼν τοῦ Στυλίτου, Γερασίμου τοῦ ἐν Ἰορδάνῃ, τῆς Ἀμμᾶς Συγκλητικῆς, Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, Μωυσέως τοῦ Αἰθίοπος, Ὀνουφρίου, Ἀθανασίου καὶ Πέτρου τῶν Ἀθωνιτῶν, Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, Θεοφάνους τοῦ Γραπτοῦ, Βενεδίκτου, Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου καὶ πλεῖστα ἄλλα, ἔγιναν ἐνωρίτατα πολὺ σεβαστὰ στὴ συνείδησι τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ. Οἱ Μοναχοὶ ἦσαν πλέον ἡ συνέχεια τῶν Μαρτύρων. Ἦσαν ἡ «ἀγρυπνοῦσα καρδία» (38) τῆς Ἐκκλησίας, ἡ προφητικὴ συνείδησίς της, ἡ θεολογικὴ γλῶσσα της, ἡ παρηγορία καὶ ὁ στηριγμός της. Ὑπερασπίσθηκαν μὲ ζῆλο τὴν Ὀρθοδοξία στὴ μάχη κατὰ τῶν αἱρέσεων καὶ στὴν κρίσι τῆς Εἰκονομαχίας. Στάθηκαν φιλάνθρωπα δίπλα στὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ σὲ ὧρες δύσκολες. Μοιράσθηκαν μαζί του τοὺς σταυρούς του. Τὸν ἐσιτοδότησαν δίχως φειδώ, καὶ πνευματικῶς καὶ ὑλικῶς. Τὰ Μοναχικὰ καθιδρύματα ἦσαν πάντοτε τὸ πρόχειρο καταφύγιο ὅλων τῶν ἐν περιστάσει καὶ ἀνάγκαις. Ἀναρίθμητοι Μοναχοὶ καὶ Μοναχὲς ἀναδείχθηκαν Ἅγιοι καὶ μάλιστα θαυματουργοί. Οἱ ἐν τῷ κόσμῳ Χριστιανοὶ ἐθεωροῦσαν πάντοτε τοὺς Μοναχοὺς ὡς ὑπόδειγμα γνησίων φίλων τοῦ Χριστοῦ, τοὺς ἀγαποῦσαν, προσπαθοῦσαν νὰ τοὺς μιμηθοῦν, ζητοῦσαν τὶς προσευχὲς καὶ τὶς συμβουλές των. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Θεολόγος Γρηγόριος, ὁ Χρυσόστομος Ἰωάννης, ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ ἄλλοι μεγάλοι Πατέρες καὶ Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας ἔζησαν ὡς Μοναχοί, διδάχθηκαν ἀπὸ τὸν Μοναχισμό, μετάγγισαν τὴν μοναχικὴ ἐμπειρία στὴν ἐν τῷ κόσμῳ Ἐκκλησία. Τὸ λατρευτικὸ Τυπικὸ τῶν Μοναχῶν σιγὰ-σιγὰ πέρασε στὴ λειτουργικὴ πρᾶξι τῶν Ἐνοριῶν. Ἡ ἐνδυμασία τῶν Μοναχῶν πέρασε στοὺς Ἱερωμένους. Πολλοὶ Μοναχοὶ ἀναδείχθηκαν Ποιμένες ἐκκλησιαστικοὶ καὶ διδάσκαλοι. Στὸ τέλος ἡ Ἐκκλησία ἀπεφάσισε συνοδικῶς νὰ λαμβάνῃ τοὺς Ἐπισκόπους της ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὶς τάξεις τῶν Μοναχῶν. Μία ὤσμωσις συνετελέσθη μεταξὺ τῆς «Ἐκκλησίας τῆς ἀναχωρήσεως» καὶ τῆς «Ἐκκλησίας τοῦ κόσμου», μὲ πολλὴ ὠφέλεια γιὰ τὴν δεύτερη. (Σᾶς παρακαλῶ, ὅπου ἐχρησιμοποίησα παρελθοντικοὺς χρόνους -παρατατικὸ ἤ ἀόριστο- ἐσεῖς νὰ θεωρῆτε ὅτι ἐξ ἴσου ἰσχύει καὶ ὁ ἐνεστώς. Πάντοτε, καὶ στὶς ἡμέρες μας, αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τοῦ Μοναχισμοῦ καὶ τῶν Μοναχῶν στὴν Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία). Τὸ ἀπόσταγμα τῆς μυστικῆς ἐμπειρίας τοῦ Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ θησαυρίζεται στὶς σελίδες τῆς «Φιλοκαλίας τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν», ἡ ὁποία εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν σᾶς εἶναι ἄγνωστη, καθ’ ὅσον ἔχει γνωρίσει πολλὲς μεταφράσεις τελευταίως σὲ εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες. Ἐνθυμοῦμαι μὲ πολλὴ συγκίνησι ἕναν φίλο Αὐστραλὸ πολιτικὸ (Πρωθυπουργὸ τῆς Νοτίου Αὐστραλίας), Προτεστάντη, νὰ μοῦ ἐμπιστεύεται ὅτι εἶχε ἀρχίσει νὰ μελετᾶ συστηματικὰ τὴν Φιλοκαλία, καὶ εἶχε ἀνοίξει μπροστὰ στὰ μάτια τῆς ψυχῆς του ἕνα πελώριο παράθυρο γεμᾶτο μὲ πρωτόγνωρο φῶς!

Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ σᾶς καταπονήσω περισσότερο. Θὰ ἤθελα νὰ κλείσω μὲ μιὰ μικρὴ γεῦσι ἀπὸ τὴν μοναχικὴ γραμματεία, ποὺ ἐκφράζει, φρονῶ, ὑπέροχα καὶ ἐπιγραμματικὰ τὸ φρόνημα καὶ τὴν πνευματικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, ἕνας μεγάλος νηπτικὸς Πατὴρ τοῦ Ϛ΄ αἰῶνος καὶ Ἡγούμενος τῶν Μοναχῶν τοῦ Σινᾶ, κατατάσσει τοὺς πιστοὺς σὲ τέσσερεις κατηγορίες: Στοὺς Χριστιανούς, τοὺς Θεοφιλεῖς, τοὺς Ἐγκρατεῖς καὶ τοὺς Μοναχούς, στὴν κορυφὴ τῆς πυραμίδος. «Χριστιανός ἐστι», λέγει, «μίμημα Χριστοῦ κατὰ τὸ δυνατὸν ἀνθρώπῳ, λόγοις καὶ ἔργοις καὶ ἐννοίᾳ εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα ὀρθῶς καὶ ἀμέμπτως πιστεύων. Θεοφιλής ἐστιν, ὁ πάντων τῶν φυσικῶν καὶ ἀναμαρτήτων ἐν μετουσίᾳ ὑπάρχων, καὶ τῶν κατὰ δύναμιν ἀγαθῶν μὴ ἀμελῶν. Ἐγκρατής ἐστιν, ὁ ἐν μέσῳ πειρασμῶν καὶ παγίδων καὶ θορύβων ἀναστρεφόμενος, καὶ τοὺς τῶν θορύβων ἀπηλλαγμένων τρόπους πάσῃ δυνάμει μιμεῖσθαι φιλονικῶν. Μοναχός ἐστι τάξις καὶ κατάστασις ἀσωμάτων, ἐν σώματι ὑλικῷ καὶ ρυπαρῷ ἐκτελουμένη. Μοναχός ἐστιν, ὁ μόνον τῶν τοῦ Θεοῦ ἐχόμενος ὅρων καὶ λόγων, ἐν παντὶ καιρῷ καὶ τόπῳ καὶ πράγματι. Μοναχός ἐστι βία φύσεως διηνεκής, καὶ φυλακὴ αἰσθήσεων ἀνελλιπής. Μοναχός ἐστιν ἡγνισμένον σῶμα καὶ κεκαθαρμένον στόμα καὶ πεφωτισμένος νοῦς. Μοναχός ἐστι, κατώδυνος ψυχή, ἐν διηνεκεῖ μνήμῃ θανάτου ἀδολεσχοῦσα». (39)

Ἄς μᾶς ἀξιώνῃ ὁ ἐν Τριάδι Πανάγιος Θεὸς νὰ βιώνουμε στὶς χαλεπὲς ἡμέρες ποὺ διερχόμεθα τὸ Εὐαγγέλιόν Του κατὰ τὴν ἁγία Παράδοσι τῆς ἀρχαίας κοινῆς πνευματικῆς κληρονομίας μας, βασικοὶ πυλῶνες τῆς ὁποίας εἶναι τόσον ἡ Θεία Λειτουργία, ὅσον καὶ ὁ ἡσυχαστικὸς – νηπτικὸς Μοναχισμός!

Σᾶς εὐχαριστῶ γιὰ τὴν προσοχή σας!



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 

1. Παροιμ. 9: 8.
2. Πρβλ. Μεγ. Βασιλείου, Ἐπιστολὴ 234 Πρὸς Ἀμφιλόχιον Ἰκονίου: «Ἡμεῖς δὲ ἐκ μὲν τῶν Ἐνεργειῶν γνωρίζειν λέγομεν τὸν Θεὸν ἡμῶν, τῇ δὲ Οὐσίᾳ αὐτῆ προσεγγίζειν οὐχ ὑπισχνούμεθα. Αἱ μὲν γὰρ Ἐνέργειαι Αὐτοῦ πρὸς ἡμᾶς καταβαίνουσιν, ἡ δὲ Οὐσία Αὐτοῦ μένει ἀπρόσιτος» P.G. 32, 869 AB.
3. Κανὼν τοῦ Πάσχα.
4. Πρβλ. Α΄ Κορ. 3: 11.
5. Ἰωάν. 14: 6.
6. Πρβλ. Ἐφεσ. 3: 18.
7. Πρβλ. Ἐφεσ. 2: 18.
8. Πρβλ. Γαλ. 4: 5.
9. Β΄ Κορ. 6: 6-7.
10. Πρβλ. Ἑβρ. 8: 1.
11. Ἑρμηνεία εἰς τὴν Θ. Λειτουργίαν, Migne, P.G. 150, 452.
12. Α΄ Τιμ. 2: 5.
13. Α΄ Κορ. 12: 3.
14. Εὐχὴ τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς: «Ὑπὲρ τούτων ἁπάντων εὐχαριστοῦμεν Σοι, καὶ τῷ Μονογενεῖ Σου Υἱῷ καὶ τῷ Πνεύματί Σου τῷ Ἁγίῳ, ὑπὲρ πάντων ὧν ἴσμεν καὶ ὧν οὐκ ἴσμεν, τῶν φανερῶν καὶ ἀφανῶν εὐεργεσιῶν τῶν εἰς ἡμᾶς γεγενημένων...».
15. Ματθ 26: 26-27.
16. Εὐχὴ Καθαγιασμοῦ τῆς Θ. Λειτουργίας τοῦ Μεγ. Βασιλείου.
17. Θεία Λειτουργία, πρόσκλησις πρὸς μετάληψιν.
18. Πρβλ. Α΄ Κορ. 11: 28.
19. Πρβλ. Α΄ Κορ. 11: 24.
20. Πρβλ. Α΄ Κορ. 11: 26.
21. Β΄ Πέτρ. 1: 4.
22. Θεῖοι Ἔρωτες, Ὕμνος ΙΕ΄, ΕΠΕ ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ 19Ε σσ. 154-156.
23. Πρβλ. Ρωμ. 12: 5.
24. Ἰωάν. 10: 10.
25. Μυσταγωγία, ΕΠΙ ΤΑΣ ΠΗΓΑΣ, 1, Ἀθῆναι 1973, σ. 240.
26. Ἔνθ’ ἀνωτ. Ὕμνος Β΄, σ. 66.
27. Ἑβρ. 11: 27-28.
28. Ματθ. 11: 12.
29. Ρωμαίοις Ἰγνάτιος, VII, ΒΕΠΕΣ 2, σ. 276.
30. Μάρκ. 8: 34.
31. Α΄ Πέτρ. 1: 13.
32. Μάρκ. 14: 38.
33. Α΄ Κορ. 9: 27.
34. Ρωμ. 12: 1.
35. Λόγος ΜΕ΄Εἰς τὸ Πάσχα. ΕΠΕ 5, σ. 180.
36. Λόγος ΚΖ΄ (Θεολογικὸς Α΄), ΕΠΕ 4. σ. 16.
37. Α΄ Θεσ. 5: 17.
38. Πρβλ. Ἆσμα Ἀσμάτων 5: 2.
39. Κλῖμαξ, Λόγος Α΄, Περὶ Ἀποταγῆς, Ὠρωπὸς 1978, σ. 39.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email