© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 9 Μαρτίου 2010

Louis Coutelle: ΕΙΣΑΓΩΓΗ στο "Για την ποιητική διαμόρφωση του Διονυσίου Σολωμού (1815-1833)"

[Μετάφραση Σωκράτη Καψάσκη. Έκδοση του Μουσείου Μπενάκη, Αθήνα 2009. Επιμέλεια: Δημήτρης Αρβανιτάκης]

Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η

ΤΑ ΦΩΤΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ δεν λάμπουν στους πρώτους στίχους του Σολωμού. Μόνο γύρω στην ηλικία των τριάντα χρόνων, ο επιδέξιος και πληθωρικός στιχουργός των πρώτων χρόνων περνάει το στάδιο της μεταμόρφωσης που τον κάνει μεγάλο ποιητή. Για δέκα χρόνια, χειροκροτούμενος πάντα από έναν περιορισμένο κύκλο θαυμαστών, δοκιμάζεται στα πιο διαφορετικά είδη, στα ιταλικά και στα ελληνικά, στο πεζό και στην ποίηση, όταν το 1826, στην αποκορύφωση της παραγωγής αυτής, σταματά ξαφνικά το γράψιμο, παρατάει μάλιστα όσα έχει στα σκαριά και ρίχνεται στην αναζήτηση ενός «νέου είδους» — η έκφραση είναι δική του (1).

Τα τελευταία χρόνια της παραμονής του στη γενέτειρά του Ζάκυνθο (1827- 1828) είναι σχεδόν άγονα. Μόνον ο θάνατος του Ούγκο Φόσκολο (Οκτώβριος 1827) τον βγάζει από τη σιωπή του. Ύστερα, κατά τη διάρκεια των πρώτων πέντε χρόνων της διαμονής του στην Κέρκυρα (1829-1833), εκτός από μερικά σύντομα λυρικά ποιήματα, δεν συνθέτει σχεδόν τίποτα, βλέπουμε όμως να γεννιέται μια τέχνη περισσότερο συναρπαστική, που εχθρεύεται την παλιά ευκολία και η οποία θα δώσει σύντομα το πρώτο της αριστούργημα, τον «Κρητικό» (1833).

Τα κείμενα της δεύτερης αυτής περιόδου είναι σκοτεινά. Η αποσπασματική κατάστασή τους, ένδειξη μιας ανικανοποίητης αναζήτησης, δεν φαίνεται να είναι η μοναδική αιτία των ερμηνευτικών δυσκολιών που συναντούμε. Πράγματι, ακόμα και όταν διαθέτουμε μάλλον εκτεταμένα αποσπάσματα —τα οποία ο λ. Πολίτης ονομάζει εύστοχα «λυρικές ενότητες»— σκοντάφτουμε σε μια ποιητική γλώσσα που αποπροσανατολίζει, σ’ ένα ύφος δύσκολο κάτω από μιαν όψη απλότητας και ακόμα σε αφηγήσεις όπου η λογική μοιάζει να χάνεται.

Όταν πρωτογνώρισα τα ποιήματα αυτά, αισθανόμουν βέβαια τη μυστηριώδη δεξιοτεχνία του ποιητή, αλλά το νόημα των στίχων του μου διέφευγε. θέλησα τότε να βοηθηθώ από τα φώτα της κριτικής, για να διαπιστώσω ότι οι διάφοροι σχολιαστές δεν συμφωνούσαν πάντοτε ούτε στην κατά λέξη ερμηνεία. Έτσι, μπήκα κι εγώ στο παιχνίδι. Νόμισα πως κάτι βρήκα. Αυτό το βιβλίο διηγείται την έρευνά μου.

Στο πρώτο μέρος θα διηγηθώ πώς παρακολούθησα την εξέλιξη της λογοτεχνικής εμπειρίας του δημιουργού τους, από τη γνωριμία του με την ποίηση στο λύκειο ώς τη στιγμή όπου όλα τα προηγούμενα μαθήματα, είτε τα δέχεται ακόμα είτε τα απορρίπτει πια, τον οδηγούν να δημιουργήσει την πρωτότυπη τέχνη που προκαλεί την περιέργειά μας.

Μπόρεσα να διαπιστώσω ότι ο Σολωμός παραμένει κλασικιστής σ’ όλη τη διάρκεια της πρώτης περιόδου της λογοτεχνικής του ζωής. Κλασική μόρφωση έλαβε στην Ιταλία και κλασικιστικοί είναι οι ιταλικοί στίχοι που γράφει στη Ζάκυνθο μετά την επιστροφή του (2). Αυτό θα αποδειχθεί εύκολα. Αλλά θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε επίσης ότι και οι στίχοι που γράφει την ίδια εποχή στα ελληνικά είναι κι αυτοί κλασικιστικοί, παρ’ όλο που ακούμε συχνά να τους χαρακτηρίζουν, πολύ άδικα, ρομαντικούς.

Ασφαλώς το ρομαντικό κίνημα θα κίνησε τότε το ενδιαφέρον του Σολωμού. Όμως η επίδρασή του πάνω στην τέχνη του ποιητή παραμένει πολύ περιορισμένη. Όπως φαίνεται, δεν δέχεται τις καινοτομίες της νέας σχολής, παρά μόνο σε ό,τι αφορά τη θεματολογία. Ας χρησιμοποιήσουμε, όπως κι εκείνος, την ορολογία της εποχής: τα θέματα μπορεί να είναι «σύγχρονα», όμως η μορφή πρέπει να παραμένει «αρχαία», δηλαδή κλασική. Αυτή είναι η άποψη που υπερασπίζεται, στη θεωρία και στην πράξη, ο Vincenzo Monti, πριν ακόμη και από τις πρώτες αψιμαχίες της μάχης των ρομαντικών. Δεν θα μπορούσαμε να ονομάσουμε την άποψη αυτή επαναστατική. Εμείς ειδικά, που κυρίως θα αναζητήσουμε τους κανόνες στους οποίους υπάκουε ο Σολωμός, θα διαπιστώσουμε πως οι παραχωρήσεις που έκανε στη νέα τεχνοτροπία είναι δευτερεύουσας σημασίας.

Θα μελετήσουμε την τοποθέτησή του πάνω στο θέμα αυτό, όταν φθάσουμε στο ποίημα Ο Λάμπρος (1826), χωρίς ν’ ασχοληθούμε με άλλα έργα που φαίνεται ν’ αξίζουν πράγματι να ονομαστούν ρομαντικά: Η «Τρελή Μάνα» (πριν από το 1821) και τα «Δύο Αδέλφια», μετριότατες «μπαλλάντες», που δεν έχουν να μας μάθουν τίποτε για την τέχνη του και κυρίως παραμένουν προσπάθειες δίχως συνέχεια.

Στο τέλος της πρώτης αυτής περιόδου, δύο χειρόγραφα φαίνονται άξια μελέτης. Είναι γεμάτα διορθώσεις, τις οποίες θέλησε να επιφέρει ο Σολωμός μέχρι και τον Δεκέμβριο του 1828, στην πρώτη σύνταξη της ωδής «Εις το θάνατο του λορδ Μπάιρον» (1824). Οι διορθώσεις αυτές μας κάνουν να εισχωρήσουμε, ας το πούμε έτσι, στο εργαστήρι του ποιητή, την παραμονή των αλλαγών που εκδηλώνονται στην τέχνη του από το 1829 και πέρα. Μας διαβεβαιώνουν ότι, ώς τότε, δεν έχει χάσει καμιά από τις κλασικιστικές πεποιθήσεις του.

Έτσι η μεταμόρφωση, για την οποία μιλήσαμε παραπάνω, το αναζητούμενο «νέο είδος», δεν θα φανερωθεί, τουλάχιστον ώς το 1833, παρά μόνο ως μια καθαρότερη συνειδητοποίηση αυτού που είναι το γόνιμο και το αιώνια σύγχρονο στην κλασική τέχνη. Στο δεύτερο μέρος της παρούσας εργασίας, συντομότερο από το πρώτο, θα προσπαθήσουμε ν’ αποδείξουμε ότι μόνο με αναφορές στις αρχές και στη γλώσσα της τέχνης αυτής μπορούν να εξηγηθούν οι δυσερμήνευτοι στίχοι της δεύτερης περιόδου, μέχρι και τον «Κρητικό». Στοιχεία διαφορετικής προέλευσης, που βέβαια δεν απουσιάζουν από τους νέους αυτούς στίχους, συνηθέστατα δεν γίνονται αποδεκτά, παρά μόνον όταν μπορούν να ενσωματωθούν στο πλαίσιο της κλασικής σύνθεσης.

Θα ήταν απλό ν’ ακολουθήσουμε την ποιητική εξέλιξη, της οποίας χαράξαμε τις κατευθυντήριες γραμμές, αν δεν έπρεπε κατά την πορεία μας να προσεγγίσουμε και άλλα προβλήματα. Πολλές φορές θα πρέπει να προσδιορίσουμε τη χρονολογία και τη δομή ενός έργου και, αν παραστεί ανάγκη, ν’ ανασκευάσουμε λανθασμένες απόψεις. Μερικές φορές, αυτό θα πάρει χρόνο και, όσο διαρκεί, η κυρίως έρευνα θα καθυστερεί. Θεωρούμε όμως πως οι διευκρινίσεις αυτές είναι απαραίτητες, αν θέλουμε ν’ αποδώσουμε στα εξεταζόμενα έργα τη θέση που αληθινά τους ανήκει. Αφ’ ετέρου, όταν προσπαθήσουμε να ξαναζωντανέψουμε τους λογοτεχνικούς κύκλους, στους οποίους διαμορφώθηκε ο Σολωμός, θα πρέπει ν’ αργοπορήσουμε, ξαναμαθαίνοντας ορισμένες συμβάσεις της ποιητικής τους γλώσσας και ανακαλύπτοντας, πίσω από το ιδιαίτερο αυτό λεξιλόγιο, τις θεωρίες και τις στερεότυπες ιδέες που συνιστούσαν τότε τις αποσκευές του διανοούμενου.

Οι γλωσσικές αυτές συμβάσεις είναι σημαντικές για τον στόχο μας. Θα διαπιστώσουμε πως παρέχουν το κλειδί των περισσότερων από τις «έμμονες ποιητικές ιδέες» του Σολωμού. Έτσι ονομάζει ο λ. Πολίτης τις εικονοπλαστικές εκφράσεις και τις μεταφορικές αναπαραστάσεις που αποτελούν ισάριθμα αινίγματα σε ποιήματα διαφορετικών εποχών, στα οποία ο ποιητής τις επαναλαμβάνει σχεδόν αναλλοίωτες.

Κάθε συγγραφέας προτιμά κάποιες λέξεις ή εκφράσεις, όμως ελάχιστοι συγγραφείς παρέμειναν τόσο συντηρητικοί στα εκφραστικά τους μέσα όσο ο Σολωμός καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Αν αποδειχθεί ότι από τα πρώτα του ποιήματα δίνει στο συμβολικό αυτό λεξιλόγιο την πλήρη σημασία του, άραγε δεν θα είναι πιθανό πως θα συνεχίσει να το κάνει και στα επόμενα; Αν οι ιδέες, που συνήθως συνοδεύουν τις εκφράσεις αυτές στους κλασικούς συγγραφείς, παρέχουν εύλογη εξήγηση των δυσκολιών που συναντούμε στα τελευταία αυτά ποιήματα, άραγε δεν θα είναι βάσιμο να πιστέψουμε ότι αυτή είναι και η σωστή εξήγηση;

Η έρευνα αυτή πάνω στο νόημα των στίχων του Σολωμού θα μας οδηγήσει λοιπόν σε εκτενέστερη εξέταση των πρώτων ποιημάτων του, τα οποία συχνά έχουν ελάχιστη αξία, ενώ θα αγνοήσουμε ένα άλλο έργο της ίδιας εποχής, πολύ πιο ενδιαφέρον, τον «Διάλογο» (1824). Χωρίς να είναι εντελώς πρωτότυπο, είναι ζωηρό, άκρως ελκυστικό, και θα είχε πολλά να μάθει σ’ όποιον θα ήθελε να γνωρίσει την άποψη του Σολωμού πάνω στις θεωρίες του Διαφωτισμού. Όμως πρόκειται για υπεράσπιση της δημοτικής γλώσσας και όχι για Ποιητική. Εκτός από μερικές πληροφορίες για τις προτιμήσεις και τα αναγνώσματα του ποιητή, τις οποίες εξάλλου και άλλες πηγές μάς γνωρίζουν, το έργο τούτο δεν έχει πολλά να προσφέρει στη μελέτη μας. Ο Σολωμός πάντως έχει αφιερώσει μια παράγραφό του στην τέχνη του και στον κοινωνικό ρόλο του ποιητή: θα την εξετάσουμε εκτενέστερα.

Για τους ίδιους λόγους δεν θα μελετήσω τα berneschi (3), ούτε τη στιχουργική, αφού αυτή δεν θα μας μάθαινε τίποτα για το νόημα των στίχων, τόσο ώστε τελικά θα κατηγορηθώ για τον τίτλο που επέλεξα.

Μαντεύει κανείς ότι από τα πρώτα ώς τα τελευταία κεφάλαια προτίθεμαι να χρησιμοποιήσω πολυάριθμα παραθέματα συγγραφέων, κυρίως Ιταλών, για ν’ αποδείξω ότι η τέχνη του Σολωμού και το λεξιλόγιό του είναι όπως τα περιγράφω. Ίσως κάποιοι μου προσάψουν την αφθονία αυτή και κατηγορηθώ ειδικά πως αποδίδω υπερβολική σπουδαιότητα στην ιταλική λογοτεχνία. Ας απαντήσω προκαταβολικά στην κατηγορία αυτή. Ο Σολωμός είχε λάβει σχεδόν αποκλειστικά ιταλική παιδεία. Είναι φυσικό να άντλησε τα πρότυπά του από τη χώρα αυτή, η οποία, κατ’ ομολογία του, «είχε εξευγενίσει τον βάρβαρο που αρχικά ήταν» (4). Και αν κάποιος, πολύ άδικα, φαντάζεται ότι επιθυμώ να υποβιβάσω τον Σολωμό στο επίπεδο του απλού μιμητή, ας στοχαστεί τα λόγια του ποιητή Κωστή Παλαμά, που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θέλει να μειώσει τη δόξα του: «Η φαντασία (του) δεν είναι άλλο τι παρά η μνήμη εις την μεγίστην αυτής έντασιν, η πρωτοτυπία του δεν είναι είδος τι εκπορεύσεως του αγίου Πνεύματος, αλλ’ ο μετασχηματισμός των μυρίων εξαγομένων της γλώσσης και της μελέτης» (5).

Ο Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1798. Δύο χρόνια αργότερα γεννήθηκε ο αδελφός του Δημήτριος, ο οποίος έμελλε να παίξει σημαντικό πολιτικό ρόλο (6). Διαθέτουμε ελάχιστες εξακριβωμένες πληροφορίες για τα παιδικά χρόνια των δύο αδελφών. Τρία ανέκδοτα, ίσως αληθινά, φαίνεται να δηλώνουν, από τα πρώτα του χρόνια, μια θρησκευτική και μάλιστα ενορατική τάση στον χαρακτήρα του μελλοντικού ποιητή. Ας τα θυμίσουμε, είναι αν μη τι άλλο χαριτωμένα. Του άρεσε να ψάλλει στην εκκλησία και η γλυκιά φωνή του, την οποία θα διατηρήσει και σε μεγαλύτερη ηλικία, ήδη εντυπωσιάζει. Μας λένε επίσης ότι η φλογέρα τον συγκινούσε και ότι κάποτε, ακούγοντάς την, ρώτησε ένα άλλο αγόρι «Τι αισθάνεσαι;» και απογοητεύθηκε όταν εκείνο είπε πως δεν αισθανόταν τίποτα. Τέλος, μια παιδική απάντηση: «Πριν από τη γέννησή σου πού βρισκόσουνα;» τον ρωτάει κάποιος ενήλικας, για να τον πειράξει. Αλλά το αγόρι βρίσκει την ερώτηση φυσική και του απαντάει: «Μέσα στο πνεύμα του θεού». Αληθινά ή όχι, τα ανέκδοτα αυτά έφθασαν ώς εμάς επειδή οι σύγχρονοι έβρισκαν πως ταίριαζαν στον Σολωμό. Δείχνουν ευαισθησία, θρησκευτικότητα, κλίση για το ωραίο και αίσθηση του αφηρημένου, τα οποία ο ποιητής μπορούσε να διαθέτει από την παιδική του ηλικία.

Όμως δεν γνωρίζουμε περισσότερα για τα πρώτα χρόνια των παιδιών της Αγγελικής Νίκλη. Μόνο μερικά γράμματα, που γράφτηκαν στην Παβία από τον Διονύσιο, μας κάνουν να διακρίνουμε έναν παππού από την πλευρά της μητέρας —τον οποίο ο νέος δεν ονομάζει παππού— και φανερώνουν τρυφερότητα για τον πατριό του Εμμανουήλ λεονταράκη. Δεν γνωρίζουμε τους συντρόφους της παιδικής ηλικίας. Άραγε αυτοί ανήκαν στην αριστοκρατία ή στον απλό λαό, απ’ όπου προέρχονταν τα παιδιά από τη μητέρα τους; Δεν ξέρουμε ούτε καν ποιος έμαθε ανάγνωση στον μελλοντικό ποιητή. Έχει προταθεί το όνομα του ποιητή Μαρτελάου, αλλά αυτό παραμένει μόνο εικασία. Ο Giovanni Canna αναφέρει, μεταξύ των Ιταλών δασκάλων που δίδασκαν στη Ζάκυνθο, τον Giovanni-Battista Moratelli (που πέθανε το 1818), «ο οποίος είχε τη συνήθεια να οδηγεί τους μαθητές του στην ακρογιαλιά και να τους δείχνει κλαίγοντας την απέναντι στεριά, που ήταν κι αυτή πατρίδα τους και που περίμενε να ελευθερωθεί από τον ζυγό των βαρβάρων». Ίσως ο Σολωμός να πήρε έτσι ένα πρώτο μάθημα πατριωτισμού. Από όλους όσοι μπόρεσαν τότε να πλησιάσουν το παιδί και να σημαδέψουν το νεανικό πνεύμα του με τα βαθιά αυτά ίχνη που θα θρέψουν, τα χρόνια της εφηβείας του, τους πρώτους σπόρους της νέας προσωπικότητας, δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα παρά ένα πρόσωπο, που όμως προοριζόταν να παίξει σημαντικό ρόλο στην ηθική και πνευματική εξέλιξη του μελλοντικού ποιητή. Πρόκειται για τον αββά Santo Rossi. Πολύ αργότερα, ο Σολωμός τον ονομάζει πρώτο αληθινό δάσκαλό του. Μιλάει συχνά γι’ αυτόν και, όπως μας λένε, πεθαίνει προφέροντας τ’ όνομά του. Καμιά έμφαση τον ρόλο του αββά ρόσσι δεν πρέπει ποτέ να θεωρηθεί υπερβολική. θα τον ξαναβρούμε στις επόμενες σελίδες, συνοδό του αγοριού που πηγαίνει να σπουδάσει στην Ιταλία, αργότερα στην Κρεμόνα, όπου έπαιζε τον ρόλο του κηδεμόνα του, κι ύστερα πάλι όταν εκείνος, νεαρός πια, θα παρακολουθεί το πανεπιστήμιο της Παβίας. Πέρα από αυτόν τον ρόλο, φαίνεται πως ο ρόσσι υπήρξε εκείνος που τον μύησε στη λογοτεχνική ζωή.

Σημειώσεις:

1. Γράμμα του Σεπτεμβρίου 1830 στον Γεώργιο Μαρκορά στην Κεφαλονιά, σε μετάφραση λ.Π. στο Σ.Γ., σ. 29.
2. Η Ζάκυνθος τότε δεν είναι παρά μια πνευματική επαρχία της Ιταλίας. Τα Επτάνησα παρέμειναν για αιώνες υπό την κυριαρχία της βενετίας. Η καλή κοινωνία μιλάει ιταλικά και στέλνει τα παιδιά της να σπουδάσουν στην Ιταλία.
3. Berneschi (από τον Francesco Berni, †1536). Έτσι ονόμαζαν οι σύγχρονοι του Σολωμού Ιταλοί ένα έμμετρο λογοτεχνικό είδος, ανάλογο με το burlesco (από το burlare: εμπαίζω), αλλά λιγότερο χυδαίο.
4. «La Navicella Greca» (1851) : «ove barbaro giunsi e tal non sono» (όπου βάρβαρος έφτασα και πια δεν είμαι).
5. Εφ. Άστυ, 9 Απριλίου 1898. (Σήμερα: Κ. Παλαμάς, Διονύσιος Σολωμός, εκδ. Ερμής, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1970, σ. 52).
6. Όταν γεννήθηκε ο ποιητής, ο κόμης Νικόλαος, ο πατέρας του, ήταν 61 χρόνων. Η μητέρα του, μια υπηρέτρια, ήταν 14 χρόνων. Ένας γάμος, in articulo mortis, νομιμοποιεί την τύχη των παιδιών. Είναι βέβαιο ότι ο ποιητής υπέφερε από την οικογενειακή αυτή κατάσταση (Α.Ε., σ. 390 β 31-40), χωρίς πάντως να έχουμε ιδιαίτερους λόγους να διαπιστώσουμε κάποιους σχετικούς απόηχους στους στίχους του. Το 1798, ο κόμης Νικόλαος είχε δύο νόμιμα τέκνα, ηλικίας 30 και 28 χρόνων. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο Διονύσιος στέλνεται από τον κηδεμόνα του κόμη Μεσσαλά στην Ιταλία. Είναι μαθητής στο λύκειο της Κρεμόνας από το 1808 ώς τον Νοέμβριο του 1815, ύστερα μεταβαίνει στο Πανεπιστήμιο της Παβίας, όπου γνωρίζει λογοτεχνικές διασημότητες της γειτονικής πρωτεύουσας. Εγκαταλείπει την Ιταλία στο τέλος του καλοκαιριού του 1818 και επιστρέφει στη Ζάκυνθο, όπου παραμένει δέκα χρόνια. Ύστερα εγκαθίσταται στην Κέρκυρα, όπου περνάει μιαν απομονωμένη ζωή. Πεθαίνει εκεί το 1857, χωρίς να μεταβεί ποτέ στην Ελλάδα. Μέχρι τότε, από τα έργα του δεν είναι γνωστά παρά μόνο μία ολιγοσέλιδη συλλογή, Rime Improvvisate (Αυτοσχέδια Ποιήματα, 1822), ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν (1823) και μερικά σύντομα ποιήματα. Δεν έχει δημοσιευθεί, και πιθανότατα δεν έχει ολοκληρωθεί, κανένα από τα πιο ενδιαφέροντα έργα του. Τα προσχέδια που βρίσκονται μετά τον θάνατό του βρίθουν «ενός πρωτοφανέρωτου λυρισμού που, ακόμα και σήμερα, φαίνεται τελείως νέος, και του οποίου το βάθος παραμένει ακόμα σε πολλά σημεία ανεξιχνίαστο» (λ. Πολίτης, Ποιητική Ανθολογία, τόμ. 5 [Ο Σολωμός και οι Εφτανησιώτες], εκδ. Γαλαξίας, Αθήνα 1964, σ. 7).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email