© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Πρωτοπρεσβύτερου Γεωργίου Δ. Μεταλληνού, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΥΠΑΛΔΟΥ-ΙΑΚΩΒΑΤΟΥ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ ΖΑΚΥΝΘΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ (ΓΑΡΖΩΝΗΝ)

[Από τον Τιμητικό Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σ. 613-623]

1. Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Ι Κ Α

1. Ὁ Γαβριήλ (Γεώργιος) Γαρζώνης (1764-1827) (1), γόνος ἀριστοκρατικῆς ζακυνθινῆς οἰκογενείας, ὑπῆρξε ὁ πρῶτος Μητροπολίτης Ζακύνθου μετά τήν ἀποκατάσταση τοῦ ἐπισκοπικοῦ θρόνου τῆς Νήσου ἐπί Ἀγγλοκρατίας (1809/1814-1864) (2), μέ βάση τό Σύνταγμα τοῦ 1817 (3) καί τά διαλαμβανόμενα σ’ αὐτό περί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Κράτους τῶν Ἰονίων Νήσων (4). Κατά τό συνεχιζόμενο καί στήν ἀρχή τῆς Ἀγγλοκρατίας σύστημα τῆς Ἑνετοκρατίας, στίς 7 Σεπτεμβρίου 1814 εἶχε ἐκλεγεῖ (Μέγας) Πρωτοπαπᾶς τῆς Ζακύνθου ὁ Γεώργιος Γαρζώνης. Τό ἀξίωμα αὐτό ἲσχυε στήν Ζάκυνθο ἀπό τίς 3 Δεκεμβρίου 1605, ὃταν τό νησί ὑπαγόταν ἐκκλησιαστικά στόν Ἐπίσκοπο Κεφαλληνίας. Τό 1817, βάσει τοῦ νέου Συντάγματος καί μετά τόν θάνατο τοῦ Μητροπολίτου Κεφαλληνίας Ἰωαννικίου (Ἀννίνου, +15.4.1817) ἡ Ἰόνιος Γερουσία διόρισε τόν Γαρζώνη «ψιλῷ ὀνόματι» προσωρινό χωρεπίσκοπο Ζακύνθου, ἐν ἀναμονῇ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ νόμου περί ἐκλογῆς ἐπισκόπων. Μέ τήν Πράξη τοῦ Β΄ Κοινοβουλίου (17.3.1825), πού ἐπικύρωσε τήν ἀπόφαση τῆς Γερουσίας τῆς 27ης Φεβρουαρίου 1824, ὀνομάσθησαν μητροπολίτες καί ἐπίσκοποι ὃσοι κατεῖχαν τό ἀξίωμα τῶν Τοποτηρητῶν. Οἱ «ἐν ἐνεργείᾳ» ἀρχιερεῖς μονιμοποιήθηκαν, ἐνῶ οἱ ἀναπληρωτές ἢ τοποτηρητές διορίσθηκαν «δικαιώματι χάριτος». Ἀνάμεσα σ’ αὐτούς ἦταν καί ὁ Γαρζώνης (24.3.1824) (5).
Ἡ χειροτονία του ἒγινε στόν Ναό τῆς Ἁγίας Τριάδος τῆς Πόλης (23 Μαρτίου/4 Ἀπριλίου 1824), τοῦ ἐδόθη δέ τό ὂνομα Γαβριήλ. Ἡ τελετή τῆς ἐνθρόνισής του ὑπῆρξε «λαμπροτάτη», τήν διέσωσε δέ ὁ ἱστορικός Παναγιώτης Χιώτης (6). Παρά τήν ἀγγλόφιλη στάση του καί τήν δυσαρέσκεια, πού δημιούργησε στούς ἀγωνιζομένους κατά τοῦ προστασιακοῦ καθεστῶτος, ὁ Γαρζώνης ἀναδείχθηκε ἂξιος ἱεράρχης, διασώζοντας τό κύρος τοῦ ἐπισκοπικοῦ θρόνου καί τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας. Κατά τόν Π. Χιώτη «ὑπερέβη ἃπαντας φιλοτιμίᾳ, μεγαλοπρεπείᾳ καί γενναιότητι» (7).
Ὁ Μητροπολίτης Γαβριήλ Γαρζώνης ἐκοιμήθη στήν Ζάκυνθο στίς 28 Ἰουνίου 1827 ἒ.π., σέ ἡλικία 63 ἐτῶν. Ἡ κηδεία του ἒγινε μέ ἀσύγκριτη μεγαλοπρέπεια. Κηδεύθηκε καθισμένος σέ θρόνο, μέ πλήρη ἀρχιερατική στολή, καί θάφτηκε σέ κρύπτη κάτω ἀπό τήν ἁγία Τράπεζα τοῦ μητροπολιτικοῦ ναοῦ, καθισμένος στόν θρόνο, καθιερώνοντας τήν κρύπτη τοῦ ναοῦ, ὡς χῶρο ταφῆς καί τῶν μεταγενεστέρων Ἱεραρχῶν τοῦ νησιοῦ (8).

2. Ὁ Ἠλίας Τσιτσέλης, στά σπουδαῖα καί σήμερα «Κεφαλληνιακά Σύμμικτά» του δίνει τήν πληροφορία, ὃτι ὁ τότε καθηγητής τῆς Δογματικῆς στήν Θεολογική Σχολή τῆς Ἰονίου Ἀκαδημίας, ἱερομόναχος Κωνσταντίνος Τυπάλδος-Ἰακωβάτος (1795-1867) καί μετέπειτα πρῶτος Σχολάρχης τῆς Ἱερᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης (1844-1864), ἒγραψε μεταξύ ἂλλων καί Λόγον ἐπιτάφιον «εἰς Ζακύνθου Γαβριήλ (+1827)» (9).
Τήν εἲδηση αὐτή μεταφέρει στόν τέταρτο τόμο τοῦ σπουδαίου ἒργου του: «Ζάκυνθος. Πεντακόσια χρόνια, 1478-1978», ὁ ἱστορικός τῆς Ζακύνθου, ἀείμνηστος φίλος Ντίνος Κονόμος (10). Γνωρίζοντας καλά τό Ἀρχεῖο τῶν Ἀδελφῶν Τυπάλδων-Ἰακωβάτων (Α.Τ.Ι.), τό ὁποῖο συγκροτήσαμε ἀπό τό 1965 ἡ πρσβυτέρα μου καί ὁ γράφων (11), καί κυρίως τά Κατάλοιπα τοῦ Κωνσταντίνου (12), εἲχαμε ἐπισημάνει κατά τήν ταξινόμηση τοῦ σώματος τῶν ὁμιλιῶν του καί «Ἐπιτάφιον Λόγον» στόν μητροπολίτη Γαβριήλ Γαρζώνη. Ἒτσι, μέ τό κείμενό μας αὐτό δίνουμε ἀπάντηση στό θέμα πού ἒθεσε ὁ Τσιτσέλης μέ τήν πληροφορία του, τήν ὁποία ἐπανέλαβε ὁ Κονόμος. Εἶναι ὃμως τό σωζόμενο στό Α.Τ.Ι. κείμενο ἐκεῖνο, γιά τό ὁποῖο πρῶτος μίλησε ὁ Τσιτσέλης, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀρκετή γνώση τῶν τὀτε (ἀκατάτακτων ἀκόμη) Καταλοίπων τῶν Ἰακωβάτων;

3. Τό κείμενο εἶναι «σχέδιο», ἀλλά καθαρά γραμμένο, τοῦ Τυπάλδου. Σώζεται στόν Φάκελο 77 καί φέρει τό ἀριθμό οστ΄, στήν σειρά Ὁμιλιῶν τοῦ κεφαλλήνα Κληρικοῦ (13). Ἒχει τίτλο: «Ἐπιτάφιος εἰς τόν μητροπολίτην Ζακύνθου Γαβριήλ Γαρζώνην». Ὁ Λόγος ἦταν μέν «ἐπιτάφιος», ἀλλά ὂχι καί «ἐπικήδειος». Ὁ ὃρος «ἐπιτάφιος» ἒχει ἐδῶ τήν ἀρχαιοπατερική σημασία, ὃπως λ.χ. ὁ Ἐπιτάφιος τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου εἰς τόν Μέγαν Βασίλειον, πού ἐξεφωνήθη ἐπί τοῦ τάφου τοῦ Ἁγίου τρία χρόνια μετά τήν κηδεία καί ταφή του (14). Ὁ συντάκτης Κωνσταντίνος Τυπάλδος φρόντισε νά διασώσει τόν πατερικό χαρακτήρα τοῦ ρητορικοῦ αὐτοῦ εἲδους, διατηρώντας τόν ἐγκωμιαστικό καί παραμυθητικό χαρακτήρα. Ἐπικήδειος λόγος τοῦ Τυπάλδου στόν Γ. Γαρζώνη δέν σώζεται στό Ἀρχεῖο. Πιστεύουμε, ὃτι ὁ Τσιτσέλης αὐτό τό χειρόγραφο τοῦ Τυπάλδου εἶδε, ἀλλά δέν τό μελέτησε, καί γι’ αὐτό δέν προσδιορίζει ἐγγύτερα τήν φύση τοῦ κειμένου.
Τό κείμενο τοῦ Λόγου (15) εἶναι ἓνα χειρόγραφο φυλλάδιο, φφ.8, διαστ. 250Χ188 χιλ. Εἶναι γραμμένο ἀπό τόν Κ. Τυπάλδο, στό ἀριστερό μισό περίπου κάθε σελίδας, γιά νά ἐπιφέρονται εὒκολα οἱ ἀναγκαῖες προσθῆκες καί συμπληρώσεις τοῦ συντάκτου. Ὁ τίτλος, γραμμένος ἀπό τόν Κ. Τυπάλδο εἶναι: « Ἐπιτάφιος εἰς τόν Μητροπολίτην Ζακύνθου Γαβριήλ Γαρζώνην». Στό δεξιό δέ μέρος τῆς σελίδας προστίθεται ἀπό τόν ἲδιο: «Συντεθείς τῷ 1828, Ἰουνίου 20 ἒ.π., ὑπό Κ(ωνσταντίνου) Ἱερομ(ονάχου) Τυπάλδου, χάριν Δημητρίου Ἀναγνώστου Κωστοπούλου Ζακυνθίου, ἐν Κερκύρᾳ». Ὁ πάντοτε ἐπιμελής Ἱερομόναχος φρόντισε νά μᾶς ἐνημερώσει, χωρίς νά ἀφήνει χῶρο γιά ἀμφιβολίες: Τό κείμενο συντάχθηκε ἀπό αὐτόν στίς 20 Ἰουνίου 1828, γιά χάρη τοῦ μαθητοῦ του στό Ἱεροσπουδαστήριο καί τήν Θεολογική Σχολή τῆς Ἰονίου Ἀκαδημίας, «ἀναγνώστου», ὑποψηφίου δηλαδή γιά τήν ἱερωσύνη, Δημητρίου Κωστοπούλου. Πρόκειται ἀσφαλῶς γιά ζακύνθιο σπουδαστή τῆς Ἰονίου Ἀκαδημίας.
Δύο περιπτώσεις μποροῦν ἐδῶ νά ἰσχύουν: Ἢ ὁ Κ. Τυπάλδος, μή μπορώντας νά μεταβεῖ στήν Ζάκυνθο (16), ἀναθέτει τήν ἐκφώνηση τοῦ Λόγου στόν ζακύνθιο μαθητή του.Ἢ, ὁ τελευταῖος ζήτησε τόν Λόγο ἀπό τόν ἒμπειρο καθηγητή του. Τό «χάριν Δημητρίου» μᾶλλον ὁδηγεῖ στήν δεύτερη ἐκδοχή. Ἓνα ὃμως εἶναι ἀπόλυτα βέβαιο, ὃτι ὁ Κ. Τυπάλδος δέν ἐξεφώνησε ἐπικήδειο στόν Ἱεράρχη καί ὃτι τό κείμενο τοῦ Ἐπιταφίου, ἐπιμνημοσύνου δηλαδή λόγου, συντάχθηκε μέν ἀπό αὐτόν, ἀλλά γιά χάρη ἑνός μαθητῆ του.

4. Ἡ κατάστρωση τοῦ κειμένου δέν εἶναι δύσκολη, διότι παρά τίς προσθῆκες καί κάποιες ἀλλαγές,τά σημάδια τοῦ Τυπάλδου ἐπιτρέπουν τήν ἀνασύνθεσή του. Μόνο τό ἀκροτελεύτιο τμῆμα ἒχει κάποια κενά, πού μποροῦν ὃμως νά συμπληρωθοῦν, διότι πρόκειται γιά λειτουργικές φράσεις, τίς ὁποῖες ἀσφαλῶς θά συμπλήρωσε στό τελικό κείμενο ὁ Σχολάρχης ἢ καί ὁ ἲδιος ὁ μαθητής του. Ἡ τελευταία φράση: «Συνοδεύσατε... καί τάς καρδίας σας καί κ.λπ.» σκόπιμα ἒμεινε ἀνολοκλήρωτη, ἀσφαλῶς καί στήν τελική μορφή τοῦ κειμένου, γιά νά συμπληρωθεῖ ἐπί τόπου ἀπό τόν μαθητή, πού ἒπρεπε νά προσαρμοσθεῖ στήν ζακυνθινή πραγματικότητα.
Ὁ Λόγος συνιστᾶ ἐγκώμιο στόν ἀποθανόντα Μητροπολίτη, πού προέρχεται ἀπό καλή γνώση τοῦ ἢθους καί τῆς διαγωγῆς του, ἀλλά καί ἐκφράζει ὣς ἓνα βαθμό καί τίς διαθέσεις τοῦ Τυπάλδου ἀπέναντί του. Ὁ κεφαλονίτης κληρικός δέν ἦτο ἂνθρωπος πού μποροῦσε νά γράφει «κατ’ ἐντολήν», ἒστω καί σέ κείμενο, πού δέν θά διάβαζε ὁ ἲδιος, ἂν δέν ἀποτύπωνε στό χαρτί καί τά δικά του αἰσθήματα καί πεποιθήσεις Τό κείμενο, λοιπόν, αὐτό εἶναι μιά ἀκόμη ἀξιοπρόσεκτη μαρτυρία γιά τόν ἀείμνηστο Ἱεράρχη, πού συμβάλλει στήν ὀρθότερη ἀποτίμηση τῆς παρουσίας του στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία τῆς Ζακύνθου.
Στήν συνέχεια ἐκδίδουμε τόν Λόγο, προσθέτοντας καί κάποια ἑρμηνευτικά σχόλια σέ σημειώσεις:



2. Ο Λ Ο Γ Ο Σ

Ἐπιτάφιος εἰς τόν Μητροπολίτην Ζακύνθου Γαβριήλ Γαρζώνην.
(Α.Τ.Ι.- Ληξούρι, φάκ. 77, ἀρ. οστ΄)

1. Τό σημερινόν μνημόσυνον, εὐσεβέστατοι Ἀκροαταί, ἀναμνήζει (17) εἰς ἡμᾶς τήν λυπηράν ἐκείνην ἰδέαν τῆς ἐκ τοῦ Κόσμου τούτου ἀποδημίας τοῦ ἀοιδίμου Μητροπολίτου μας Γαβριήλ Γαρζώνη. Θερισθείς ἀπό τό κοπτερόν δρέπανον τοῦ σκληροῦ θανάτου δέν κοσμεῖ πλέα μέ τήν ἱεραρχικήν παρουσίαν του τήν σεβάσμιον Ἐκκλησίαν τῆς φιλτάτης μας πατρίδος΄ καί ἡμεῖς στερηθέντες τοιούτου Ἀρχιποίμενος ἐκδυσωποῦμεν τόν Θεόν τοῦ ἐλέους, διά νά κατατάξῃ τό πνεῦμά του εἰς τάς σκηνάς τῆς ἀνέσεως καί εὐφροσύνης, ὃπου ἀπέχει «πᾶσα ὀδύνη, λύπη καί στεναγμός», «ἒνθα οἱ δίκαιοι ἀναπαύονται» (18).
Ἀπέρασε σχεδόν ὁλόκληρος ἐνιαυτός (19), ἀφοῦ ἐπλήρωσε τό κοινόν χρέος ὡς ἂνθρωπος, καί μεταβάς ἀπό τήν κοιλάδα ταύτην τοῦ κλαυθμῶνος, ἀπέταξεν εἰς τούς κόλπους τῆς αἰωνιότητος, διά νά ἦναι, καθώς οἱ πιστοί ἐλπίζομεν, μέ τήν πρώτην τῶν αἰτίων αἰτίαν.
2. Ἀλλά τάχα μετά τοσαύτην περίοδον καιροῦ, ἀφ’ οὗ ὁ τάφος ἐκάλυψε τό νεκρόν σῶμα τοῦ μακαρίτου Ἀρχιερέως μας, ἠμποροῦσα τοσοῦτον νά ἐλπίσω, νέος ἐγώ καί πρωτόπειρος
(20) περί τά τοιαῦτα, ὣστε κατ’ ἀξίαν νά παραστήσω διά λόγων τά περί αὐτοῦ καί νά πλέξω μικρόν ἒπαινον //(φ.1β) εἰς τήν Πανιερωτάτην του Κορυφήν, ἀνάλογον τῆς ὑψηλῆς ἀξίας του, τῆς προθυμίας σας καί τοῦ χρέους μου; Δέν ἢθελε βέβαια τολμήσω ποτέ ἓως ἐδῶ, ἐάν δέν μέ ἐνεθάῤῥυσεν εἰς τοιοῦτον ὑπέρ τάς δυνάμεις μου ἀγῶνα τό χρέος, ὃπου ὡς ἐν Χριστῷ τέκνον εἰς τήν μνήμην τοιούτου πατρός ὁμολογῶ, ἡ ζωηρά ἐνθύμησις, ὁποῦ ὑπερβαίνουσα καί τοῦ καιροῦ τήν διάβασιν καί τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τό ἰδίωμα, ἀκόμη διασώζεται εἰς τάς ψυχάς μας καί ἐξαιρέτως ὁ περί τούτου ζῆλος σας, ὁ ὁποῖος ἐμφανίζεται εἰς ὃλων τά πρόσωπα καί τόν ὁποῖον ἐγώ παρατηρῶ πνέοντα φιλοπατριωτισμόν, γνώρισμα τοῦτο ἲδιον εἰς τούς Ζακυνθίους, οἱ ὁποῖοι πάντοτε προτιμοῦντες τό κοινόν καλόν νομίζομεν κοινήν τιμήν τῆς πατρίδος, ὃταν ὁ λόγος πρόκειται περί τινος ἀξίου Συμπολίτου μας, πολύ περισσότερον τώρα περί ἑνός τόν ὁποῖον ἐλάβομεν πνευματικόν μας Ἀρχιποίμενα καί κατά Χριστόν Πατέρα.
(φ. 2α) 3. Δέν ἢθελα ὃμως, Ἀγαπητοί, νά συμπεράνετε ἐκ τούτου, ὃτι σκοπόν ἒχω νά κολακεύσω διά τέχνης τήν ἀνθρωπίνην ἀτέλειαν καί ἀδυναμίαν΄ μή γένοιτο ποτέ! Ὁ τόπος οὗτος, ἀδελφοί, τόπος δικαιοσύνης καί ἀληθείας δέν ἢθελε ποτέ ὑποφέρει τό βδελυκτόν θυμίαμα εἰς τήν μωράν φαντασίαν τῆς ἀνθρωπίνης ἀπάτης. Καί δέν εἶναι τάχα γνωστόν εἰς ὃλους ἐκεῖνο, ὃ,που κατά τό παρόν στοχάζομαι νά ἐκθέσω περί τοῦ μακαρίτου Γαρζώνη; Γέννημα καί θρέμμα τῆς πατρίδος μας, ἐδῶ καί ἱερατεύσας καί ἀρχιερατεύσας, δέν εἶναι πλέον αἲνιγμα εἰς ἡμᾶς ἓνας σύντομος αὐτοῦ ἐπιτάφιος. Καί μάλιστα, διά νά συντέμνω τόν λόγον, παραλείπω νά διαλάβω μερικῶς περί αὐτοῦ καί ἒρχομαι νά θεωρήσω μόνον τήν γενναίαν καί χριστιανικήν του διάθεσιν καί καρδίαν, ὃταν ἀναβάς εἰς τόν ἀρχιερατικόν θρόνον τῆς πατρίδος μας καί τεθείς ὡς λύχνος ἐπί τῆς λυχνίας
(21), διέδιδε τοῦ εὐαγγελικοῦ φωτός τήν λαμπρότητα εἰς ὃλον του τό ἀγαπητόν Ποίμνιον. Εἶμαι δέ βέβαιος, Ἀκροαταί, ὃτι ἡ πρός ἐμέ σας εὒνοια θέλει ἀναπληρώσει τῆς πρωτοπειρίας μου τάς ἐλλείψεις.

(φ.3α) Δεῖξις.

1. Δέν εἶναι ἂνθρωπος εἰς τοῦτον τόν Κόσμον, ὁποιασδήποτε καταστάσεως καί ἂν εἶναι, ὁποῦ νά ἠμπορέσῃ ἐκείνους τούς τρόπους τῆς ζωῆς του νά εὓρῃ τοιαύτας μεθόδους διαγωγῆς νά μεταχειρισθῇ, διά τῶν ὁποίων νά εὐχαριστήσῃ δέν λέγω γενικῶς τούς ἀνθρώπους, ἀλλ’ οὒτε κἂν τήν παραμικράν ἀνθρωπίνην ὁμήγυριν. Ὡς καί αὐτός ὁ πλέα ἐνάρετος ἂνθρωπος εἶναι ὑποκείμενος, ἂν καί ἀδίκως, εἰς τόν κοινόν τοῦτον νόμον τῆς ἀνθρωπίνης ἀκαταστασίας καί δύσκολον, διά νά μήν εἰπῶ καί ἀδύνατον, νά πλησιάσῃ ποτέ εἰς τοιοῦτον σκοπόν, ὣστε νά ἐπιτύχῃ τήν κοινήν τῶν ἂλλων εὐαρέστησιν καί νά κερδίσῃ, ὡς λέγομεν τάς καρδίας τῶν ἂλλων΄ καί τό αἲτιον εἶναι, οἱ ἂνθρωποι ὡς ἐπί τό πλεῖστον κυριευόμενοι ἀπό τήν φιλαυτίαν, καί εἰς μόνον τόν ἑαυτόν του ὁ καθείς ἀρεσκόμενος, δέν λαμβάνουν ἓνα γενικόν γνώμονα καί κανόνα διά τήν κρίσιν τῶν πραγμάτων, ἀλλά τά κρίνουν κατά ἲδιόν τους συμφέρον, κατά τά πάθη τους καί πολλάκις κατά τήν ἀρέσκειαν τῆς
ἀπατημένης φαντασίας
(22). «Ψευδεῖς τῷ ὂντι, ψευδεῖς οἱ υἱοί τῶν ἀνθρώπων ἐν ζυγοῖς» (23). Ἐντεῦθεν πηγάζει ἡ τόση ἐκείνη διαφωνία μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Ἐντεῦθεν ἡ τοσαύτη ἀσυμφωνία εἰς τάς κρίσεις των. Ἐντεῦθεν αἱ διάφοροι γνῶμαι περί ἑνός καί τοῦ αὐτοῦ πράγματος. Ἐντεῦθεν ἐκεῖνο τό παντοτεινόν ὑπέρ καί κατά περί μιᾶς καί τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως. Ἐντεῦθεν ἡ παραμόρφωσις τῶν πραγμάτων κατά τό ἲδιον συμφέρον εἰς τόν καθένα.
(φ. 3β) Ἐκ τούτου ὁ εὐσεβής καί πιστός κατηγορεῖται ὡς ἂπιστος, ὁ φρόνιμος καί φιλήσυχος ὑποκριτής. Καί δέν εἶναι ὂνομα καί ἦθος ἀρετῆς, εἰς τό ὁποῖον νά μήν ἀντιθέτεται κακίας ὂνομα κατά τήν ἰδίαν τοῦ καθενός ἀρέσκειαν. Καί ἰδού ἐπαληθεῦον ἐκεῖνο τό τοῦ Προφητάνακτος, ὃτι «πᾶς ἂνθρωπος ψεύστης»
(24).

2. Εἰς μάτην λοιπόν ἢθελε στοχασθῇ κανείς νά εὐχαριστήσῃ τούς ἂλλους καί νά εὐαρεστήσῃ κοινῶς εἰς ὃλους. Ἀλλά τί; τάχα διά τοῦτο ἒπρεπε νά ἀποκάμνῃ ὁ φίλος τῆς δικαιοσύνης, ὁ ἐργάτης τῆς ἀρετῆς; Ὂχι ποτέ! Ὁ δίκαιος καί ἐνάρετος ἐργαζόμενος τήν ἀρετήν καί πράττωντας τό ἀγαθόν δέν ἒχει ποτέ νά ἀποβλέπῃ εἰς ἂλλον, εἰ μή εἰς τόν «ἐτάζοντα καρδίας καί νεφρούς» (25). Ἂλλον μάρτυρα καί συνήγορον δέν πρέπει νά ἒχῃ εἰ μή τήν ἰδίαν του συνείδησιν. Οὒτε ἀλλοῦ ἠμπορεῖ νά εὓρῃ ἂνεσιν καί ἀνάπαυσιν, εἰ μή εἰς αὐτήν μόνην. Καταφρονητής τῶν προλήψεων καί τοῦ διεφθαρμένου κόσμου ἀδιαφορεῖ ὡς ἀπό βέλη νηπίων (26), εἰς τάς πληγάς ὁποῦ μέ αὐτάς ἡ γλωσσαλγία τῶν ἀδίκων κριτῶν του πάσχει νά θανατώσῃ τήν ἀθώαν του καρδίαν. Τί; ἐξορίζεται; ἀλλ’ ἒχει παράδειγμα ἓνα Θεμιστοκλέα.
(φ. 4α) Καταδικάζεται; ἀλλ’ ἒχει σύντροφον ἓνα Φωκίωνα, ἓνα Σωράτην. Αἲ! καί τίς ἡ χρεία πλέον τοιούτων συγκρίσεων; Ὁ Χριστιανός ἒχει παράδειγμα ἓνα Παῦλον, ἓνα Χρυσόστομον΄ ἒχει τέλος πάντων αὐτόν τόν Θεάνθρωπον Σωτῆρα καί Λυτρωτήν του. Εἰς ἓναν λόγον, αὐτός μόνος ἠξεύρει νά ἀποθάνῃ, ὑπό τά ἐρείπια ὃλου τοῦ Κόσμου.

3. Μία τοιαύτη προθεωρία, Ἀγαπητοί, ἠμπορεῖ τώρα νά μᾶς ἐξηγήσῃ τήν γενναίαν καί χριστιανικήν διάθεσιν τοῦ Μακαρίτου Μητροπολίτου μας. Ἐάν πρός ὀλίγον ἐφαρμόσωμεν τά εἰρημένα εἰς τόν ἀείμνηστον τοῦτον ἀρχιερέα, ἠμποροῦμεν τότε νά κρίνωμεν τά περί αὐτοῦ καί νά συμπεράνωμεν ἐκ τούτου ἀλάθητον καί δικαίαν τήν ψῆφον, χωρίς δηλαδή νά κλίνωμεν οὒτε εἰς τά δεξιά οὒτε εἰς τά ἀριστερά, ἀλλά μέσον καί βασιλικόν δρόμον περιπατοῦντες, ὃστις εἶναι ἡ ἀλήθεια.

4. Ἀφίνω λοιπόν νά διαλάβω, καθώς εἶπα, περί τῆς μερικῆς ἀγωγῆς τοῦ ἀνδρός, ὂχι μόνον ὡς περί γνωστῶν πρός γνωρίμους, ἀλλά καί διότι, ἢ τίποτε ἢ πολλά ὀλίγον ἢθελε συμβάλλουν τά τοιαῦτα εἰς τήν παροῦσαν ὑπόθεσιν. Μόνος ἓνας βιογράφος ἠμπορεῖ, καί χρέος ἒχει μάλιστα, νά ἐξετάζῃ περί τῶν τοιούτων. Τοῦ λόγου μας τό καθ’ αὑτό ἀντικείμενον εἶναι κυρίως // (φ. 4β) τῆς Ἀρχιερατείας του ἡ ὀλιγοχρόνιος ἐποχή, εἰς τήν ὁποίαν ἠμποροῦμεν νά εἰποῦμεν, ὃτι «τελειωθείς ἐν ὀλίγῳ ἐπλήρωσε χρόνους μακρούς»
(27). Μόλις ἒλαβε τά προσήκοντα μέσα, μόλις ἀνέβη εἰς τό ὑψηλόν ὑπούργημα τῆς Ἀρχιερωσύνης καί εὐθύς ἐφάνη ἡ γενναία του καί χριστιανική διάθεσις καί καρδία (28). Ὃμοιος μέ τόν ἣλιον εἰς τό μέσον ἀνεφέλου οὐρανοῦ, ἐφώτιζε τόν πνευματικόν ὁρίζοντα τῆς Ζακυνθίου Ἐκκλησίας πότε μέν θερμαίνων καί πότε καθαρίζων μέ τάς θερμαντικάς τῆς ἀρχιερωσύνης ἀκτῖνας τόν πνευματικόν ἀμπελῶνα τῆς τοῦ Χριστοῦ κληρονομίας. Μόλις ἐπροβιβάσθη εἰς τόν ἀρχιερατικόν θρόνον τῆς πατρίδος μας, καί εὐθύς ἐφάνη ἡ διάθεσίς του καί ἡ εὐαγγελική ἐκείνη πόλις ἡ «κειμένη ἐπάνω ὂρους» (29).
Καί ἦτον τάχα ἡμέρα ἢ ὣρα ὁποῦ νά μή καταγίνεται μέ βαθεῖαν σκέψιν πῶς νά προλαμβάνῃ κάθε τυχόν ἀτόπημα; καί τώρα μέν νά νουθετῇ, τώρα δέ πατρικῶς νά διορθώνῃ, ἂλλοτε νά ῥυθμίζῃ, πότε δέ νά ἐξοικονομῇ τά λογικά πρόβατα τῆς εὐαγγελικῆς ποίμνης; Ἦτον ὁ λόγος περί πραγμάτων οὐσιωδῶν τῆς Ἐκκλησίας; Ποτέ εἰς πρόσωπον ἀνθρώπου δέν ἒβλεπεν, ἓτοιμος νά βάλῃ εἰς κίνδυνον καί τήν ἰδίαν ζωήν ὡς ἀληθινός ποιμήν, καί ὂχι // (φ. 5α) μισθωτός (30), ἒτρεχεν ἀκάματος, διά νά ἀπαντήσῃ τά τυχόντα ἐμπόδια μεταχειριζόμενος μέσα ἀνάλογα καί τοῦ βάρους τοῦ ἀρχιερατικοῦ καί τῆς μεγάλης του εὐφυϊας καί φρονήσεως. Ἐπρόκειτο πάλιν ἂλλοτε λόγος περί ἐξωτερικῆς εὐταξίας; Ἒβλεπέ τις τόν ἂνδρα νά προβλέπῃ καί περί τούτου μέ ὃλην τήν ἀπαιτουμένην σπουδήν εἰς τό σεμνόν καί σοβαρόν τῆς Ἐκκλησίας φρόνημα, πρόθυμος εἰς πάντα καί μή φειδόμενος οὒτε κόπων, οὒτε ἐξόδων, διά νά ἀποδείξῃ μέ τήν ἐξωτερικήν λαμπρότητα τήν ἐσωτερικήν καλλονήν καί ὑπερτάτην ἀξίαν τῆς Ἐκκλησίας. Καί διά τοῦτο ἲδαμεν νά ἀντεισάγῃ συνηθείας καί τρόπους ἂλλους ἀντί τινῶν, ὁποῦ ἢ ἐβάρυνον τό πνευματικόν του ποίμνιον, ἢ ἦταν άνάρμοστοι εἰς αὐτό. Ὃταν δέ πάλιν ἠναγκάζετο νά παιδεύσῃ τινά ὡς Κριτής, πόσον ἒπασχεν ἡ φιλόστοργος ἐκείνη ψυχή! Ἒπασχε πρότερον παντοιοτρόπως διά τῆς νουθεσίας καί διδασκαλίας νά συμβιβάσῃ τά πράγματα καί νά τά καταφέρῃ εἰς μίαν καλήν ἒκβασιν, πρίν καταντήσουν κανονικῶς εἰς τόν ἀρχιερατικόν του κριτήριον καί ἢθελε τοιουτοτρόπως νά λαμβάνουν τέλος, διά νά μήν μεταχειρισθῇ ὁλοτελῶς τήν ποιμαντικήν ῥάβδον πρός τιμωρίαν τοῦ ἂλλου. (φ. 5β) Ἀλλά καί ὃταν τό πρᾶγμα δέν ἐπεδέχετο διόρθωσιν, καί αὐτός ἦτον ἀναγκασμένος νά βάλλῃ εἰς πρᾶξιν τά ἐκκλησιαστικά ἐπιτίμια. Πόσον ἐλυπεῖτο ἡ ἀγαθή του ψυχή! Ἐσυλλογίζετο καί τότε πῶς κἂν νά μετριάσῃ τήν αὐστηρότητα τῶν νόμων, καί οὒτε ἂδικος Κριτής νά φανῇ, οὒτε ἀσυμπάθητος ἂνθρωπος, ἀλλ’ ἂξιος Ποιμήν καί Πατήρ (31).

5. Εἲπατε σεῖς τώρα, ἀγαπητοί, ἂν ἡ στέρησις τοιούτου ὑποκειμένου δέν εἶναι ἀξία θρήνου. Εἲπατε σεῖς μάλιστα, ὃσοι ἰδιαιτέρως ἐλάβατε ἀφορμάς νά γνωρίσετε τήν γνησίαν του καί χριστιανικήν διάθεσιν. Ὁ διακαής ζῆλός του πρός τήν ἐκπαίδευσιν τῶν Νέων δέν ἀπεδείχθη πάντοτε καί εἰς πᾶσαν περίστασιν; Πόσοι τῶν Κληρικῶν νέων ἐμέθεξαν τῆς φιλοδωρίας καί γενναιοκαρδίας του!
(32) Νουθεσία, διδασκαλία, χαρίσματα, ἦταν τά μέσα του διά νά ἐμψυχόνῃ κάθε σπουδαῖον. Τιμή, σέβας, δωρεαί, εὐχαριστίαι ἦταν οἱ τρόποι του, διά νά ἀνταμείβῃ τούς διδασκάλους. Ἡ οἰκία του ἦταν ἂλλο Λύκειον καί Μουσεῖον πρός διδασκαλίαν ὂχι μόνον τῶν συγγενῶν του, ἀλλά καί ξένων. Ἂν πάσχῃ νά λαμβάνῃ οἰκειότητας καί σχέσεις μέ ὑψηλά ὑποκείμενα, ὂχι δι’ ἂλλο, εἰ μή // (φ. 6α) διά νά γίνεται ὠφέλιμος καί βοηθός εἰς τό ἀγαπημένον του ποίμνιον, καί ἐν γένει εἰς κάθε ἂνθρωπον. Ποτέ δέν ἐφαντάσθη νά πλουτήσῃ, οὒτε αὐτός, οὐδέ ν’ ἀφήσῃ κληρονόμους πλουσίους χρημάτων καί κτημάτων, ἀλλά μόνον παιδείας καί μαθήσεως. Σκοπόν τόν ὁποῖον ἒκφραζε συχνάκις εἰς τούς γνωρίμους του καί τόν ὁποῖον αὐτή ἡ πρᾶξις τό μαρτυρεῖ. Τοιοῦτοι ἂνδρες τῷ ὂντι ὠφελοῦσιν ὂχι μόνον ὃταν ὑπάρχουν εἰς τήν ζωήν, ἀλλά τό παράδειγμά των καί μετά θάνατον΄ μέ τό ὠφελεῖ τούς μεταγενεστέρους, ὁ θάνατός των γίνεται ἀρχή νέας ζωῆς.
Ἀλλά ποῦ ἀφίνομεν τήν ἐλεημοσύνην τοῦ ἀνδρός; Πόσας ψυχάς δέν ἐχόρτασεν εἰς κάθε στιγμήν; Πόσαι ὁλόκληραι φαμήλιαι δέν ἦτον ὑπό τήν σκέπην του; Πόσοι δέν ἐμετρίασαν τρόπον τινα τήν κατάστασίν των; Ζοῦν καί ἂς τό ὁμολογήσουν αὐτό οἱ ἲδιοι, διά νά φανοῦν εὐγνώμονες εἰς τήν ἀγάπην του. Καί τάχα εἰς τούς γνωρίμους του καί συμπολίτας του ἐφαίνετο τοιοῦτος καί ὂχι εἰς τόν πλέον μεμακρυσμένον πλησίον; Ὂχι, ὂχι, ἐπίσης γενικῶς ἐφαίνετο τοιοῦτος εἰς ὃλους. Εἰς ὃλους λέγω ἐδείκνυε χωρίς καμμίαν διάκρισιν (φ. 6β) καί τήν ἀγάπην καί τήν εὐπροσηγορίαν καί τήν συμπάθειαν καί τήν εὐσπλαγχνίαν. Τό νά εἲπωμεν δέ τώρα πῶς ἐφέρετο εἰς τόν εὐεργέτην του, ἐκ τῶν εἰρημένων καθείς καταλαμβάνει.
Δικαίως λοιπόν, ὦ Ζακύνθιοι, ἐτιμήσατε τόν ἂνδρα μέ λαμπρά σημεῖα ἀγάπης ἐκείνας τάς ἡμέρας, κατά τάς ὁποίας ἒλαβε τήν ἀρχιερατικήν ῥάβδον, ἀξίως τόν ἐχειροκροτήσατε εἰς τοῦτον τόν ἱερόν ναόν καί μέ σέβας ἐδέχεσθε τήν εὐλογίαν του. Μάρτυρες εἶναι ὂχι ἡμεῖς μόνον οἱ αὐτόχθονες, ἀλλά προσέτι καί οἱ τυχόντες τότε εἰς τήν πόλιν μας, ὃσους λέγω ἂφησεν ὁ πικρός θάνατος, οἳτινες αὐτόν ἐσεβάσθησαν περισσότερον. Ὡσάν ὁποῦ ἡ πρᾶξις τούς τόν παρέστησε ἓνα ἂνδρα ἂξιον, ἐσᾶς δέ μεγάλως ἐπαίνεσαν ὡς εὐαισθήτους τοῦ καλοῦ καί εὐγνώμονας εἰς τόν ποιμενάρχην σας. Καί ὂχι μόνον ἐκείνας τάς ἡμέρας ἐδείξατε τοιαῦτα σημεῖα, ἀλλά σχεδόν κάθε φοράν ὁποῦ ἐφαίνετο δημοσίως. Ὣστε ἀκόμη ἀντηχοῦν οἱ κώδωνες, αἱ φωναί καί αἱ χειροκροτήσεις, καί κάθε ἐξωτερικόν σημεῖον τῆς ἀγάπης σας, ἀποτελέσματα βέβαια τά τοιαῦτα τῆς εὐγνωμοσύνης σας.
(φ. 7α) Ἀλλά τώρα ποῦ εἶναι ἐκεῖνος, εἰς τόν ὁποῖον ἀποδίδοντο ὃλα ταῦτα; Ποῦ εἶναι ἐκεῖνος ὃστις μίαν φοράν μ’ ἐσᾶς, ὦ ἱερεῖς, συνελειτούργει καί διεμελίζων καί διαμοιράζων τόν ἂρτον τῆς ζωῆς συνέσθιε ἐκ τοῦ αὐτοῦ ἂρτου, καί συνέπινε ἐκ τοῦ αὐτοῦ ποτηρίου καί ὑψώνων μ’ ἐσᾶς, ὦ Ἱερεῖς, τάς χεῖράς του, ἐπρόσφερεν ἱλαστηρίους εὐχάς πρός τόν οὐράνιόν μας Πατέρα καί Πλάστην; Ποῦ εἶναι ἐκεῖνος, ὃστις καθήμενος ἐπί τοῦ ἀρχιερατικοῦ θρόνου ὓψωνε τάς χεῖράς του εὐλογώντας μας; Ἰδού! ἰδού! Ποῦ εὑρίσκεται πρό ἓνα χρόνον εἰς ἓνα τόπον περιορισμένον, εἰς μνημεῖον σκοτεινόν, ἂμορφος, ἀνείδεος, χωρίς πλέα νά μᾶς εὐλογῇ ἐκείνη ἡ δεξιά ὁποῦ μᾶς εὐλόγει. Ἀλλά "τίς ἐστιν ἂνθρωπος ὃς ζήσεται καί οὐκ ὂψεται θάνατον";
(33) Αὐτός εἶναι τό ἀναμφίβολον καί τελευταῖον ὃριον τῶν εὐτυχιῶν καί δυστυχιῶν μας εἰς τοῦτον τόν κόσμον καί κοινόν ποτήριον εἰς κάθε ἂνθρωπον. Ἀλλά τό κακόν εἶναι ὁποῦ ὁ θάνατος τῶν ἐνδόξων ἀνδρῶν, ὂχι μόνον εἶναι στέρησις, ἀλλά καί ζημία εἰς τήν ἀνθρώπινον κοινωνίαν καί διά τοῦτο ὁ θρῆνος μεγαλήτερος καί ἡ λύπη πικροτέρα, ἐπειδή δέν στερεῖται // (φ. 7β) μία μόνη πόλις, ἢ μία μόνη ἐπαρχία, ἀλλά κοινῶς ἡ ἀνθρωπότης.
Τοιαύτη λοιπόν, ἦτον ἡ διάθεσις τοῦ μακαρίτου Γαρζώνη, διάθεσις γενναία, διάθεσις χριστιανική. Διάθεσις ἡ ὁποία τόν ἀπέδειξεν ἂξιον τῆς Ἐκκλησίας ποιμένα καί πιστόν οἰκονόμον τῶν τοῦ Θεοῦ μυστηρίων΄ διάθεσις ἡ ὁποία δέν θέλει βέβαια μείνει ἀβράβευτος ἀπό τόν μισθαποδότην Θεόν.

(φ.8α) Ἀποδίδοντες λοιπόν τά χριστιανικά χρέη μας πρός Αὐτόν, ἂς παρακαλέσωμεν τόν οὐράνιόν μας «Μεσίτην»
(34) ὑπέρ ἀναπαύσεως τῆς ἀθανάτου ψυχῆς τοῦ Ποιμενάρχου μας τούτου.
Σύ Θεάνθρωπε Ἰησοῦ μας, ὃστις [......] ἀνάπαυσον τήν ψυχήν τοῦ δούλου σου ἐν τόπῳ φωτεινῷ [....] εἰσάκουσον τάς εὐχάς τῆς ἁγίας σου Ἐκκλησίας καί κατάταξον τό πνεῦμα αὐτοῦ εἰς τήν χαράν τῶν ἁγίων σου Ἱεραρχῶν. Ἒνδυσον αὐτόν μέ τόν χιτῶνα τῆς μακαριότητος, κ.λ.π.
Πάριδε ὡς πολυέλαιος εἲ τι καί αὐτός ὡς ἂνθρωπος ἐπλημμέλησε, ἐπειδή καί «τίς καθαρός ἀπό ῥύπου κάν μία ἡμέρα ἡ ζωή αὐτοῦ ἐστι;»
(35). Σύ μόνος Κύριε εἶσαι ὁ ἀναμάρτητος ......[]
Συνοδεύσατε, λοιπόν, ἀδελφοί καί τήν φωνήν καί τάς καρδίας σας καί κ.λ.π.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Βλ. λήμμα τοῦ Θεολόγου Σπύρου Ν. Ἀβούρη, στήν ΘΗΕ, τ. 4(1964)στ. 122, ὃπου καί (ἡ παλαιότερη) βιβλιογραφία. Πρβλ. Ντίνος Κονόμος, Ζάκυνθος – Πεντακόσια χρόνια (1478-1978), τ. Δ΄, Ἐκκλησιαστικά, Ἀθήνα 1987, σ.92-101, ὃπου καί ἡ ἀναδημοσιευομένη ἐδῶ ἐλαιογραφία.
2. Τά «κάτω» Ἰόνια Νησιά (Ἰθάκη-Ζάκυνθος-Κεφαλληνία καί Κύθηρα) κατά τά ἒτη 1809-1814 ἀνῆκαν στήν «Προστασία» τῆς Μ. Βρετανίας ὡς “occupatio bellica” . Ἐπίσημα ἡ ἀγγλοκρατία γιά ὃλα τά Νησιά ὁρίζεται ἀπό τό 1815 ὣς τό 1864.
3. Τό Σύνταγμα τέθηκε σέ ἰσχύ τήν 1.1.1818. Ὁλόκληρο τό Ε΄ κεφάλαιο ἀναφέρεται στήν ἐκκλησιαστική κατάσταση τῶν Ἰονίων Νήσων.
4. Βλ. Σπ. Ν. Ἀβούρη, Τά Ἐκκλησιαστικά τῆς Ἑπτανήσου, 1815-1867, Ἀθῆναι 1965, σ. 6 ἓπ.
5. Στό ἲδιο.
6. Παναγιώτης Χιώτης, Ἱστορικά Ἀπομνημονεύματα Ἑπτανήσου, τ. 6ος , Ἐν Ζακύνθῳ 1887, σ. 175 ἑπ.
7. Στό ἲδιο, σ. 182. Καί κατά τόν Ντίνο Κονόμο, Ἐκκλησιαστικά, ὃπ. π., σ.100: Ὁ Γαβριήλ «κράτησε πάντα σέ μεγάλη περιωπή τόν ὀρθόδοξο μητροπολιτικό θρόνο τοῦ Νησιοῦ του». Γιά τήν συνεργασία του μέ τήν «Προστασία» ἒχει γράψει ἀρκετά ὁ Ντ. Κονόμος. Βλ. σχετικά στό ἲδιο, σ. 101, σημ. 2.
8. Ντ. Κονόμος, Ἐκκλησιαστικά, σ. 101.
9. Βλ. Ἠλία Α. Τσιτσέλη, Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, τ. Α΄, Ἐν Ἀθήναις 1904, σ. 689. Στίς σελίδες 669-690 τά βιογραφικά τοῦ Κωνσταντίνου Τυπάλδου.
10. Βλ. σ. 101, σημ. 2.
11. Βλ. Κωνσταντίνου Γ. Μπόνη, Ἀρχείου Σύμμικτα. Τακτοποίησις καί Μελέτη τοῦ Ἀρχείου τῶν Οἲκων Τυπάλδων-Ἰακωβάτων ἐν Ληξουρίῳ τῆς Νήσου Κεφαλληνίας, ἀνάτυπο ἀπό τόν Β΄ Τόμο τῆς Ἐπετηρίδος Ἐπιστημονικῶν Ἐρευνῶν τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Ἀθῆναι 1970.
12. Βλ. π. Γ.Δ.Μεταλληνοῦ-Βαρβάρας Καλογεροπούλου-Μεταλληνοῦ, Ἀρχεῖον τῆς Ἱερᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης..., τ. Α΄, Ἀθήνα 2003, σ. 21-52 (=Τό Ἀρχεῖο των Ἀδελφῶν Τυπάλδων-Ἰακωβάτων καί ἡ σημασία του).
13. Βλ. Κ.Γ.Μπόνη, Ἀρχείου Σύμμικτα..., σ. 40 (=592 τοῦ Τόμου).
14. Βλ. π. Γ.Δ.Μεταλληνοῦ, Γρηγορίου Θεολόγου, Ἐπιτάφιος εἰς τόν Μέγαν Βασίλειον, Εἰσαγωγή-Κείμενον-Μετάφρασις-Σχόλια: Γ. Μεταλληνοῦ, Ἀθῆναι 1968, σ. 5 ἑπ.
15. Γιά τήν φωτοτύπηση καί ἀποστολή του ἀπό τό Ληξούρι εὐχαριστοῦμε τόν παλαιό μαθητή μας καί σήμερα Καθηγητή κ. Γεράσιμο Συνοδινό, πού ἐργάζεται ἐπιστημονικά στήν Βιβλιοθήκη -Ἀρχεῖο Α.Τ.Ι.
16. Ἦταν γνωστός ὡς ἱεροκήρυκας καί ρήτορας, τό σημαντικότερο δέ ἦταν καί Καθηγητής-Θεολόγος στήν Ἰόνιο Ἀκαδημία, τό καταλληλότερο δηλαδή πρόσωπο στήν περίπτωση.
17. Ἀναμιμνήσκει.
18. Φράσεις τῆς ἐξοδίου Ἀκολουθίας.
19. Εἶναι λοιπόν ἐπιμνημόσυνος (ἐπιτάφιος) λόγος.
20. Ἲσως εἶχε ὑποστηριχθεῖ ἀπό τόν Γαβριήλ γιά τίς σπουδές του στήν Ἰόνιο Άκαδημία.
21. Πρβλ. Ματθ. 5,15.
22. Στίς γραμμές αὐτές, ὃπως καί στήν συνέχεια τοῦ κειμένου, ἐγκρύπτεται μᾶλλον ὑπαινιγμός γιά τήν φιλοαγγλική στάση τοῦ Μητροπολίτου καί τήν δυσαρέσκεια μερίδας τοῦ Λαοῦ ἀπέναντί του. Ὁ ἀντικειμενικός ὁμιλητής δέν ἦταν δυνατόν νά ἀντιπαρέλθει αὐτό τόν σκόπελο.
23. Ψαλμ. 61,9.
24. Ρωμ. 3,4.
25. Ψαλμ. 7,9.
26. Πρβλ. Ψαλμ. 7,9.
27. Σοφ. Σολ. 4,13.
28. Εἰς τήν ἀρχική ἀγγλοφιλία τοῦ Γαβριήλ, πού ὀφειλόταν καί στήν εὐγενική καταγωγή του, ἀντιπαραβάλλεται στήν συνέχεια τό ὓψος τῆς αρχιερατείας του.
29. Ματθ. 5,14.
30. Πρβλ. Ἰω. 10,11 ἑπ.
31. Ὃπως σημειώνει καί ὁ Παναγιώτης Χιώτης ὃπ.π., σ. 132) «... Ἀπέσπασε τό ἱερατεῖον τῆς ἐπαρχίας του, ὃ ἦν ἓρμαιον τοῦ ἀρχοντολογίου καί πολλάκις ἐχρησίμευεν εἰς τάς ἀθεμιτουργίας του. Διέταξεν ὃτι οὐδείς ἱερώνεται, ἐάν μή ἐξέλθῃ θεολογοδιδάκτωρ ἐκ τοῦ Ἰονικοῦ Πανεπιστημίου, καί δείξῃ χρηστοήθη διαγωγήν ἒνσημον. Διώρισεν ἀναγνώστας νά ἱεροκηρύττωσιν εἰς χωρία καί πόλιν. Ἐνέδυε τούς πενιχροφοροῦντας ἱερεῖς. Ἐτιμώρει τούς εἰσερχομένους εἰς καφενεῖα ἢ οἰνοπωλεῖα ... Κατήργησε, τῇ βοηθείᾳ τῆς Κυβερνήσεως, τό νά προσέρχονται ὀρθόδοξοι ὀπαδοί εἰς τήν Λατινικήν Ἐκκλησίαν, καί νά πράττωσιν γάμους κωλυομένους ὑπό τῆς Ἀνατολικῆς ἢ ἂλλας μικτογαμείας ἀσυγχωρήτους».
32. Ἐννοεῖ ἐδῶ ὁ ἐκφωνητής τοῦ Λόγου καί τόν ἑαυτόν του;
33. Ψαλμ. 88,49.
35. Πρβλ. Α΄ Τιμ. 2,5.
35. Ἰώβ 14,4.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email