© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009

Στέλιου Τζερμπίνου: ΕΛΑΣΣΟΝΕΣ ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΠΑΡΟΥΣΙΕΣ ΤΟΥ ΥΣΤΕΡΟΡΟΜΑΝΤΙΚΟΥ ΚΛΙΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ

[Από τον Τιμητικό Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σ. 951-963]

Η χρησιμοποίηση του όρου “υστερορομαντικός”, φοβάμαι ότι προσκόπτει στις δυσκολίες που ενέχει κάθε προσπάθεια προσδιορισμού μιας εποχής που τα όρια και η διάρκειά της, δεν καθορίζονται με μαθηματική ακρίβεια, όπως για παράδειγμα η έναρξη και η λήξη ενός πολέμου. Μπορεί όμως να την επικαλεσθεί κανείς με γενικώτερες αναφορές σε πρόσωπα και γεγονότα που συνδέονται χρονικά και που αναπόφευκτα δημιουργούν τις “κλιματολογικές” συνθήκες, μέσα στις οποίες αναπτύσσεται μια ζωή, μια τέχνη, ένας πολιτισμός. Μ’ αυτή συνεπώς τη χρονική συγκατάβαση η προσπάθειά μας να προσεγγίσουμε τα πρόσωπα και την εποχή της ιστορικής τους παρουσίας, όπως ήδη την σημειολογήσαμε, είναι πιστεύω επιτρεπτή.

Ο θάνατος του Μάλερ (1911) εξαντλεί πιθανόν τους ασπασμούς προς τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό, όχι όμως και για τους επτανήσιους εκτελεστές της διαθήκης του. Οι τελευταίοι διάγουν την περίοδο της μεθενωτικής εποχής στα Επτάνησα, που οριοθετεί (με την επιτρεπτή πάντα χρονική συγκατάβαση) την πολιτισμική τους υπόσταση ανάμεσα στην εκπνοή της ρομαντικής κοσμογονίας και την έναρξη της Βelle Époque. Η Ευρώπη παράλληλα, αποτινάσσοντας τα άγχη του αιώνα που μόλις έχει λήξει, αισιοδοξεί στα ευεργετήματα των νέων εφευρέσεων και στη φροϋδική ερμηνεία των ονείρων, συνεπαίρνεται από την ταχύτητα του αυτοκινήτου και την αμαρτωλή γοητεία των café-chantant και ενδίδει μεν στη γεωμετρία του κυβισμού όχι όμως και στη λήθη των καμπυλών του μπελκάντο. Ο ευρωπαϊκός μιμητισμός εξ άλλου, επενδύει στις κοινωνικές δραστηριότητες του αναπτυσσόμενου ελληνικού αστικού χώρου και τα Επτάνησα, έχουν την τιμή να επιδεικνύουν την ευρωπαϊκή τους ταυτότητα, εξασφαλίζοντας αυτοδίκαιη προτεραιότητα στους κοινωνικούς και καλλιτεχνικούς χώρους κι αυτής ακόμη της πρωτεύουσας.

Στα Επτάνησα ακόμη, με τη χειραφέτηση μιας νεόκοπης αστικής τάξης, διαπλάσσεται και η αντίστοιχη κουλτούρα, μέσα από την οποία αναδύονται οι περιβαλλοντικές προϋποθέσεις της (θέατρα, αίθουσες χορών, ερασιτεχνικά κοντσέρτα, ιδιωτικές παραστάσεις), τα εκφραστικά της πρότυπα (ποιητές, ζωγράφοι, καλλιτέχνες, μουσικοί) και η ανθρωπογενής ακολουθία της (ο λαός). Σ’ αυτού ακριβώς του κοινωνικού τοπίου το ηχόχρωμα, επτανήσιοι συνθέτες, ελάσσονες ίσως, συνεπείς όμως στις παρακαταθήκες και τα μουσικά ρήματα της ρομαντικής παράδοσης, καταθέτουν ανάλαφρα τη συνεισφορά τους και την απογραφή δειγμάτων ενός ενδιαφέροντος πολιτισμικού DNA, τόσο αναγκαίου στη διακρίβωση των καλών και καλολογικών στοιχείων της απειλούμενης ήδη προσωπικότητας κάθε λαού.

Κάτι που από την πρώτη στιγμή θα πρέπει να τονισθεί είναι εφάμιλλο του κοινότοπου: Όπως ήδη υπαινίχθηκα για τις εποχές, έτσι και για τη συγκεκριμένη περίπτωση, οφείλω να πώ ότι τα όρια μεταξύ ελάσσονος και μείζονος δεν διεκδικούν μαθηματικές ακρίβειες.
Το κριτήριο του χαρακτηρισμού και της ιεράρχησης ανάμεσά τους είναι όπωσδήποτε ρευστό και κατά μέγα μέρος υποκειμενικό, αφού απόλυτα, ούτε το "ποιοτικό" μπορεί να εκφράσει, ούτε το "ακριβές" να προσδιορίσει. Κι ακόμη είναι... επώδυνο, όσο και επισφαλές. Επώδυνο γιατί υποχρεώνει τον γράφοντα σε συγκρίσεις που κατά βάθος δεν επιθυμεί και επισφαλές γιατί κανείς, νομίζω, δεν μπορεί να διεκδικεί το… αλάθητο. Δικαιούται όμως να επικαλεσθεί τις αγαθές του προθέσεις, ώστε να μη στερηθούν μιας τιμητικής απογραφής παρουσίες ζακυνθινών συνθετών, που δεν είχαν την τύχη ούτε ως μείζονες ν’ αναγνωρισθούν ούτε ως ελάσσονες ν’ αξιολογηθούν.
Θέλω να προσθέσω ακόμη ότι η χρησιμοποίηση του όρου "ελάσσονες", δεν ανάγεται στο εύρος και τη δύναμη της μουσικής παραγωγής των αναφερομένων, αλλά στο μέγεθος της κοινωνικής τους παρουσίας και στο μέτρο που επηρέασε την κοινή αντίληψη η προσωπικότητά τους. H συνθετική τους αξιοσύνη εγκλωβίζεται στην γοητευτική αχλύ του ρομαντικού ιδεώδους που αργεί να εγκαταλείψει τον ιόνιο χώρο και ενώπιον του, με ειλικρίνεια ψυχής, καταθέτουν τα άνθη της έμπνευσης και της αισθαντικότητας που διαθέτουν. Οι συνθέτες αυτοί αποτιμούν την σημαντικότητά τους σε ποικίλες παραμέτρους, των οποίων οι διαστάσεις θα μπορούσαν ν’ αναχθούν: α) Στον όγκο της λαϊκής μέθεξης β) Στη συγκριτική τους αντιπαράθεση με τους μείζονες γ) Στην αναφορά τους στις σελίδες του τοπικού τύπου δ) Στην ύπαρξη ενός αξιόγραφου συνθετικού έργου και ε) Στη διαχρονική αξιολόγηση του έργου τους στο εργαστήρι της έρευνας

Μ’ αυτά συνεπώς τα δεδομένα μπορούμε ν’ αξιολογήσουμε την παρουσία και το έργο πλειάδος ζακυνθίων συνθετών, για τους οποίους η αναφορά τους εδώ θ’ αποτελέσει και μια ληξιπρόθεσμη απότιση οφειλόμενης τιμής.
Οφείλω τέλος να διευκρινίσω ότι η παρούσα εργασία είναι ένα απλό μνημόνιο παρουσιών στην αναφερόμενη χρονική περίοδο και δεν διεκδικεί την πληρότητα μιας ακαδημαϊκής μελέτης. Τα παρεχόμενα στοιχεία δεν ακολουθούν μεθοδολογική κατάταξη και δεν εξαντλούν τις υπάρχουσες-διάσπαρτες άλλωστε- πληροφοριακές πηγές. Πιστεύω ωστόσο ότι δεν στερούνται χρησιμότητας για όποιον συστηματικότερο μελετητή θα επιχειρούσε ν’ ασχοληθεί με το τρυφερό αυτό και νοσταλγικό κεφάλαιο της μουσικής ιστορίας της Ζακύνθου, μηδέ του γράφοντος εξαιρουμένου. Ας σημειωθεί ακόμη ότι τυχόν παραλείψεις έστω και απλής αναφοράς κάποιων περισσότερο ή λιγώτερο γνωστών ονομάτων, θα πρέπει να καταλογισθούν όχι σώνει και καλά σε δική μου αμέλεια αλλά στον τρόπο της ερμηνείας του τίτλου του παρόντος, όπου το μείζον ή το έλασσον μιας μουσικής παρουσίας, υποκλίνεται αναγκαστικά στην υποκειμενικότητα είτε του γράφοντος είτε του αναγνώστη. Και για να γίνω πιο σαφής, ονόματα μεγέθους όπως του Παύλου Καρρέρ, του Ιωσήφ Λιμπεράλη, του Αντωνίου Καπνίση και άλλων, σίγουρα δεν θα ’χαν θέση στο παρόν, ποια θέση όμως θα μπορούσε να πάρει κανείς απέναντι σε ονόματα όπως του Φραγκίσκου Δομενεγίνη, του Γεωργίου Δομενεγίνη ή του Τζώρτζη Κωστή;

΄Ερχομαι όμως στο θέμα ή αν θέλετε, σε μιαν ενδεικτική αναφορά, αρχίζοντας από τον γενάρχη της συγκεκριμένης περιόδου.

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΚΑΣΙΑΝΟΣ (1853-1908) υπήρξε ο ανεπανάληπτος εκφραστής της ζακυνθινής belle epoque. Με την ποίηση του, τα τραγούδια του, τις σερενάδες του, τους έρωτές του άφησε πίσω του μια δική του εποχή. Μιλάω για μια υπαρκτή εποχή, που ούτε λιγώτερα ήταν τα προβλήματα (πλούσιων και φτωχών) ούτε λιγώτεροι οι φτωχοί, αλλά που το ρομαντικό ιδεώδες και η λατρεία της μουσικής (ιδιαίτερα της όπερας) ξάνοιγαν τα μονοπάτια της ψυχής, που “γλυκειά κι ελεύθερη”, όπως την ήθελε ο Σολωμός, αποδεχόταν τα σχετικά μηνύματα.
Ο γλυκύτατος αυτός τραγουδιστής, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, κουρέας και τελώνης, γεννήθηκε στη Ζάκυνθο στις 10 Αυγούστου 1853 και πέθανε στο Ναύπλιο στις 16 Γενάρη 1908. Η μετακομιδή των οστών του στη Ζάκυνθο που τόσο της ανήκε έγινε μόλις το 1971, με ιδιωτικής πρωτοβουλίας ενέργειες.
Ξεκίνησε σαν “μπαρμπερόπουλο” στο κουρείο του μπάρμπα του αλλά η τέχνη του κομμωτή ήταν η μόνη στην οποία δεν πρόκοψε. Αντίθετα η ποίηση, το θέατρο, η μουσική σύνθεση, το τραγούδι και ο έρωτας υπήρξαν γι αυτόν τομείς τέχνης και ζωής στους οποίους διέπρεψε.
Για τις μουσικές του σπουδές, έχουμε την πληροφορία ότι διετέλεσε μαθητής του ζακυνθινού αρχιμουσικού, κιθαρίστα και συνθέτη Αντωνίου Καπνίση, βασικά όμως μπορούμε να πούμε πως ήταν αυτοδίδακτος όπως τόσοι άλλοι ζακυνθινοί μελουργοί. ΄Ηταν δεν ήταν 22 χρονών το 1875, όταν μελοποίησε το επίγραμμα του Σολωμού "Η καταστροφή των Ψαρρών", που κατά συνήθεια της εποχής, θεώρησε σκόπιμο ν’ αφιερώσει σε μιαν εξέχουσα προσωπικότητα και η προτίμησή του στάθηκε στον τότε στον Κωνσταντίνο. Παράλληλα εκδίδει και διευθύνει το πολύ αξιόλογο περιοδικό γραμμάτων και τέχνης Ζακύνθιος Ανθών, παρά τη νεαρή του ηλικία και τις στοιχειώδεις γραμματικές του γνώσεις.
Tην ίδια χρονιά (1875-76), γίνεται συμμέτοχος της παρουσίασης στη Ζάκυνθο των πρώτων κωμειδυλλίων (Vaudeville), είδος μιούζικαλ θα λέγαμε σήμερα ή εν πάση περιπτώσει, για την εποχή που μιλάμε, κωμωδία διανθισμένη με τραγούδια του συρμού συμπεριλαμβανομένης και της όπερας). Οι παραστάσεις δίνονται στο περίφημο δημοτικό θέατρο της Ζακύνθου, το “Φώσκολος” όπου ο Σωκράτης Ζερβός παρουσιάζει τον “Μαστρομανώλη”, ο Πίος Μαρτζώκης “Το τύμπανον και η σάλπιγξ” και ο Τσακασιάνος “Τα γελοία αποτελέσματα της ζηλοτυπίας”. Την μουσική και για τα τρία αυτά κωμειδύλλια, επιμελήθηκε ο μουσικοσυνθέτης Αντώνιος Καπνίσης. Ο Τσακασιάνος έγραψε ακόμη την “Ερωμένη του συρμού”, που όμως δεν παίχτηκε στο θέατρο. Με τη νεανική ορμή της τρίτης δεκαετίας της ηλικίας του επιδίδεται στην σύνθεση και την εκτέλεση τραγουδιών για κιθάρα που μιλούν για τον έρωτα, τη γυναίκα και τις χαρές της ζωής, που παρά την ανέχεια και τους περιορισμούς, φροντίζει ν’ απολαμβάνει με κάθε τρόπο. Τα έργα του εν πολλοίς είναι γνωστά και εντοπίσιμα. Θα τολμούσα να τον ονομάσω, αν όχι γενάρχη, τουλάχιστον έναν από τους πρωτεργάτες της επτανησιακής καντάδας. Η καντάδα “Της γής τα πλάσματα...” που ανάγει τη μελωδία της κατ’ ευθείαν στην άρια “Dite a la giovine” από την “Τραβιάτα” του Βέρντι, παραμένει μέχρι σήμερα μοναδική και ανεπανάληπτη, όπως άλλωστε και η πασίγνωστη ανά την Ελλάδα “Mία μόνον ποθώ και λατρεύω”, αλλά και η επίσης γνωστή “Για ποιάν πονώ και κλαίω”. Οι διωδίες του “Η εικών σου” (“Δεν είσ’ εσύ γλυκειά μου αγάπη πρώτη”), “Εις το ρεύμα της ζωής μου”, “Σ’ εσένα και τη Ζάκυνθο” κ.α., γίνονται πραγματικά, εντρύφημα ερωτικής αγωγής στις σερενάτες που οργανώνει και πρωτοστατεί, αυτός ο τόσο αντιπροσωπευτικός Ζακύνθιος που ο ιστορικός Παναγιώτης Χιώτης τον ονομάζε “Ερωδιό”. Πάνω απ’ όλα όμως, ο Τσακασιάνος παραμένει, πιστεύω, κοινωνικό ορόσημο μιας αναίμακτης κοινωνικής μεταλλαγής, όπως αυτή διαμορφώνεται στη Ζάκυνθο μετά την ΄Ενωση, αναδεικνύοντας, μέσα από το λαό, μια νέα αστική τάξη με αξιώσεις και οράματα.

Ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΡΑΜΑΛΙΚΗΣ (9 Αυγ. 1866 – 2 Νοε. 1927) γεννήθηκε, έζησε και πέθανε στη Ζάκυνθο, στην οποία και ανάλωσε όλη την ζωϊκή και καλλιτεχνική του προσφορά, εκτός από κάποιο απαραίτητο χρόνο απουσίας για σπουδές στη Νάπολη, που πήγε για κτηνίατρος και γύρισε… μουσικοδιδάσκαλος. Βαφτίστηκε όμως στην κολυμβήθρα της έντεχνης δυτικο-ευρωπαϊκής μουσικής και γυρίζοντας στη Ζάκυνθο απέθεσε τα μουσικά του διαπιστευτήρια στο καλλιεργημένο έδαφος του ζακυνθινού αστικού χώρου.
Δεξιοτέχνης του πιάνου, οργανίστας στην καθολική εκκλησία του Αγίου Μάρκου, συνθέτης και μαέστρος, υπήρξε αναγκαίος συμμέτοχος και σημαντικός συντελεστής κάθε μουσικής δραστηριότητας στη Ζάκυνθο μέσα στις κοινωνικά και πολιτικά κρίσιμες δεκατίες της περιόδου 1890-1920.
Το 1893 παίρνει την πρώτη γεύση της επιτυχίας όταν βραβεύεται μια romanza του, που είχε στείλει σε μουσικό διαγωνισμό του Ωδείου της Ρώμης. Η πληροφορία έρχεται από την τοπική εφημερίδα “Ελπίς” (20 Ιουν. 1893), σύμφωνα με την οποία
Oι συμπολίται μας Στέφανος Καραμαλίκης και ΄Αγγελος Σαλούτσης απέστειλαν εις το μουσικόν διαγώνισμα του Ωδείου της Ρώμης, ο μεν κ. Καραμαλίκης Romanza ο δε κ Σαλούτσης Valser και εβραβεύθησαν αμφότεροι.
Το 1900 "αναλαμβάνει ευγενώς" και προσωρινά, τη διεύθυνση του Φιλαρμονικού Συλλόγου Ζακύνθου, περιμένοντας τον αρχιμουσικό Francesco Nicolini. Aπασχολείται όμως και ως μουσικοδιδάσκαλος στο ιδιωτικό εκπαιδευτήριο του Γεωργίου Σφήκα, που λειτούργησε στη Ζάκυνθο από το 1889 ως το 1918.
Οι επιδόσεις των μαθητριών του στα μαθήματα πιάνου που παραδίνει δικαιώνουν τις ικανότητές του, που επιβεβαιώνονται από την επαγγελματική σχεδόν σταδιοδρομία της αξέχαστης Λίζας Γκιουστότση.
Στις σημαντικές στιγμές της ζωής του ανάγεται ασφαλώς και η πληροφορία του ιστορικού της νεοελληνικής μουσικής Σπύρου Μοτσενίγου, ότι:
"Εις την Ζάκυνθον συνεκροτήθη, κατά το 1901, η πρώτη συστηματική μανδολινάτα υπό τον ζακύνθιον μουσικο-διδάσκαλον και συνθέτην Σ τ έ φ α ν ο ν Κ α ρ α μ α λ ί κ η ν… Η μανδολινάτα αύτη ενεφανίσθη δια πρώτην φοράν το εσπέρας της πανηγύρεως των Αγίων Πάντων εις μίαν σλεπίαν (μαούνα του Κωνστάντζα), εις την οποίαν είχον κατασκευάσει κατάλληλον εξέδραν, διακεκοσμημένην δια σημαιών, σμυρτιών και βενετικών φανών. Την εορτήν παρηκολούθησαν χιλιάδες λαού, με μεγάλον ενθουσιασμόν, εκ της προκυμαίας και της πλατείας αυτής".
Σημειώνω ακόμη ότι το Γενάρη του 1902, αναλαμβάνει μουσικοδιδάσκαλος στη "Σχολή Φωνητικής και Εκκλησιαστικής Μουσικής", που λειτουργεί στη Ζάκυνθο και στις 24 Μαρτίου 1902, κάνει μια θαυμάσια εμφάνιση με 14μελή τετράφωνη χορωδία στην εκκλησία της Ευαγγελιστρίας.
Οι ερασιτεχνικές, φιλανθρωπικές και κοσμικές εσπερίδες, στις οποίες οι Ζακυνθινοί της εποχής επενδύουν τα φιλάλληλα αισθήματα τους και τις ματαιοδοξίες τους ή εκτονώνουν τους καημούς πολέμων, κινημάτων και σεισμών, βρίσκουν πάντα τον συμπαθή Στέφανο, πρόθυμο cavalliere για να συνοδεύσει στο πιάνο ωραίες κυρίες της Ζακύνθου σε κλασσικές αλλά και προσωπικές του συνθέσεις. Αριστοκρατικός και κοινωνικά συναινετικός, παραμένει τυπικό δείγμα της αστικής κοινωνίας του καιρού του και ντύνοντας την τέχνη του με τα προσόντα του χαρακτήρα του, διασφαλίζει παράλληλα μιαν ακόμα εύφημη μνεία στα μουσικά πεντάγραμμα της Ζακύνθου.
Οι καλλιτεχνοκοσμικές του εμφανίσεις, όχι όμως και η συνθετική του δραστηριότητα, φαίνεται να σταματάνε στα 1916. Κι από τότε θα περάσουν 11 ολόκληρα χρόνια για να ξανασυναντήσουμε το όνομά του στον τοπικό τύπο. Αυτή τη φορά όμως συνοδευόμενο με το στερεότυπο θλιβερό μοτίβο της ανθρώπινης μοίρας:
"Απέθανε και σεμνοπρεπώς εκηδεύθη ο μουσικοδιδάσκαλος Στέφανος Καραμαλίκης, γνωστότατος δια την εντιμότητά του, την αγαθότητά του και την μουσικήν δεινότητά του.Την κηδείαν του ηκολούθησε πλήθος κόσμου".

Σωζόμενα έργα του (όλα γραμμένα για pianoforte):
Μια επεξεργασία του γνωστού μελουργήματος της Μ. Εβδομάδας ΄Ινα τι εφρύαξαν... , (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος-Μοτσενίγειο αρχείο φ.777), ένα Χριστός Ανέστη, σε δική του επίσης επεξεργασία (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος-Μοτσενίγειο αρχείο φ.777), μια πόλκα με τίτλο “Teresa” composta per pianoforte dal dilettante Stefano Caramaliki, με την αφιέρωση All Eccel/ssimo Console di Russia Giorgio Domeneghini, (Aρχείο Γιάννη Βίτσου), μια διωδία με τίτλο “Το δώρον”, σε ποίηση Δ. Καπανδρίτη (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος-Μοτσενίγειο αρχείο φ.777), μια μαζούρκα για πιάνο με τον τίτλο "Αδαμαντίνη" με αφιέρωση "Τη θυγατρί μου Νίνα", (χρονολογία 20 Οκτ.1899, αρχείο Στέλιου Τζερμπίνου), μια διωδία "Στρόβιλος τη συνοδεία κλειδοκυμβάλου" με τίτλο "Σε αγαπώ”, ποίηση Δημ. Κανελλοπούλου με την αφιέρωση: "Τη πολυαγαπητή μου αδελφή Μάνια Καραμαλίκη, αφιερώ. Στεφ. Καραμαλίκης - 1922" (αρχείο Στέλιου Τζερμπίνου), καθώς και η τριωδία “Νάνη-Νάνη” (1921), αφιερωμένη “Τη μικρά Κομήσση Αιμιλία Μερκάτη” (αρχείο Στέλιου Τζερμπίνου).
Σε αντίγραφο καταλόγου επίσης, που μου είχε παραχωρήσει η αείμνηστη εξ αγχιστείας συγγενής του Μαρία Καραμαλίκη μετράω 34 συνολικά συνθέσεις του, από τις οποίες 4 πόλκες, 6 μαζούρκες, 3 βαλς, 4 ρομάντσες, 2 εμβατήρια, 5 διωδίες, 1 βαρκαρόλα, διάφορα άλλα τραγούδια (μονωδίες και χορωδιακά) και τρεις άλλες συνθέσεις χωρίς προσδιοριστικό τίτλο.

Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ (ΤΖΩΡΤΖΗΣ) ΚΩΣΤΗΣ του Γεωργίου (1871 - Αργος 1959), είναι ο πατέρας της ζακυνθινής σερενάτας. Οι 18 περίπου διωδίες του (τα ντουέτα του) που σήμερα διασώζονται σε δύο αξιόλογες δισκογραφικές εκδόσεις αλλά και στη μνήμη κάποιων παλιών Ζακυνθινών, αποτέλεσαν αποθέωση του ιταλικού μπελκάντο σε τοπικά πλαίσια και οδηγούς έκφρασης ερωτικών καημών, από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι και το μοιραίο 1953. Στάθηκαν ακόμη και μοντέλα συνθετικής έμπνευσης για τους συνθέτες της αθηναϊκής καντάδας. Ελάχιστες οι λεπτομέρειες για τη ζωή του και τις μουσικές του σπουδές. Δεν ξέρουμε ούτε πως ούτε που έμαθε μουσική. Πιθανολογούμε απλά ότι υπήρξε μαθητής του ιταλού αρχιμουσικού του Φιλαρμονικού Συλλόγου Ζακύνθου Φραντσέσκο Νικολίνι. Ο Τζώρτζης Κωστής γεννήθηκε στη Ζάκυνθο και πέθανε 88 χρονών στο ΄Αργος. Μέχρι τη σεισμοπυρκαϊά του 1953 ζούσε στη Ζάκυνθο μετερχόμενος το επάγγελμα του ράφτη. Παράλληλα πρόσφερε τη μουσική και συνθετική του εμπειρία στην εκκλησιαστική χορωδία της Μητρόπολης, ως συντονιστής της χορωδίας και ως βαθύφωνος. Το μεγάλο του ρόλο όμως στη μουσική ιστορία της Ζακύνθου ο Κωστής, τον είχε διαδραματίσει μέχρι το 1912. Μέχρι τότε είχε προσφέρει στη Ζάκυνθο και το τραγούδι υπέρτατα δωρήματα μουσικής έμπνευσης και κοσμικού πάθους, εκφρασμένα μέσα από τις ερωτικές διωδίες (ντουέτα - σερενάτες) που είχε συνθέσει κυρίως πάνω σε στίχους του ωραιολάτρη γιατρού και ποιητή Γιάγκου Τσιλιμίγκρα και του ζωγράφου ποιητή Μίμη Πελεκάση. Ο σχεδόν ισοπεδωτικός σεισμός του 1912 στη Ζάκυνθο, υπήρξε για τον Κωστή καθοριστικός. Θεώρησε το γεγονός ως προειδοποίηση εξ ουρανού για τις …αμαρτίες του και η μετάνοιά του υπήρξε ακαριαία. Οι ερωτικές νυκτωδίες αντικαταστάθηκαν με εκκλησιαστικά χερουβικά.
Δυό δίσκοι βινυλίου, δυό φιλότιμες δισκογραφικές προσπάθειες απογράφουν σήμερα το κοσμικό μουσικό έργο του Κωστή, με την ερμηνεία καλλιτεχνών της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Ο πρώτος έχει τον τίτλο Ζακυνθινές Σερενάδες και ερμηνεύεται από τον τενόρο Κωνσταντίνο Παλιατσάρα και τον ζακυνθινό βαρύτονο Διονύση Τρούσσα, με οργανική συνοδεία μελών της Ορχήστρας Νυκτών Εγχόρδων του Πνευματικού Καλλιτεχνικού Κέντρου του Δήμου Πάτρας, υπό την διεύθυνση του Δημήτρη Λάγιου, στον οποίο ανήκει και η επιμέλεια έκδοσης του δίσκου. Ο δεύτερος δίσκος έχει τον τίτλο Οι σερενάτες και ερμηνεύεται από τον ζακυνθινό βαρύτονο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής Βασίλη Κουντούρη και τον
τενόρο συνάδελφό του Γιάννη Μανωλάκη ενώ συνοδεύει η Μαντολινάτα του Διονύση Αποστολάτου. Η έκδοση είναι παραγωγής του σωματείου “Oι Φίλοι του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων” και συνοδεύεται από εμπεριστατωμένο ενημερωτικό φυλλάδιο με επιμέλεια και κείμενα του Νίκια Λούντζη. Πρόσφατα κυκλοφόρησε και δίσκος ακτίνας (CD) με τραγούδια του Κωστή και ερμηνευτή τον ζακυνθινό λαϊκό τενόρο με τη θαυμάσια φωνή Διονύση Κρητικό.

Ο ΠΙΕΡΡΟΣ ΠΑΝΤΑΖΗΣ (1894-1970) είναι ένας άξιος συνεχιστής του έργου του Κωστή. Αυτοδίδακτος, πολυεπίπεδος, αισθαντικός και συνεπής εκφραστής του υστερορομαντικού κλίματος στη Ζάκυνθο. Ελλάσων ή όχι, παίρνει κι αυτός τη θέση του στη σύνθεση της ζακυνθινής διωδίας. Νεώτερος κατά 23 χρόνια του Κωστή, που, όπως είπαμε, εγκαταλείποντας τα ερωτικά εγκόσμια, πρόλαβε ν’ αφήσει γραφτές οδηγίες στον Πιέρρο για το πώς ν’ αποθέσει “Όλα τ’ Απρίλη τα λουλούδια”, δίπλα στα “Φύλλα της ανεμώνης” του. Πληροφορίες από το οικογενειακό του περιβάλλον του αποδίδουν μουσικές σπουδές στη Βιέννη, το πιθανώτερο όμως είναι, σύμφωνα με μαρτυρίες παλιών Ζακυνθινών, ότι μουσική έμαθε στο Γκοέρλιτς της πρωσσικής τότε Σιλεσίας, όταν κατά τον Α΄παγκόσμιο πόλεμο είχε μεταφερθεί εκεί σαν αιχμάλωτος. Άριστος μαντολινίστας, βιολιστής, κιθαρωδός, μουσικοδιδάσκαλος εγχόρδων και πνευστών, αρχιμουσικός μπάντας και συνθέτης. Οι σερεναδίστικες συνθέσεις του αποπνέουν την ερατεινή εκείνη διάθεση που υποθάλπει στη Ζάκυνθο η καλοκαιρινή βραδιά μ’ εκείνη την κατέκδηλη ή και υπολάνθανουσα αίσθηση που συνδυάζει την ερωτική προδιάθεση με την μελαγχολία. Τραγούδια για τη γυναίκα, για το κρασί, για τις χαρές της ζωής. Σημειώνω μερικά από τα τραγούδια του, από τον πληρέστερο κατάλογο του βιβλίου του Γιάννη Βίτσου “Ζακυνθινά Πεντάγραμμα”: “΄Όλα τ’ Απρίλη τα λουλούδια”, σε στίχους Γ. Αθάνα, “Και μόνο το κρασάκι…”, σε στίχους Σπύρου Μαρίνου-Μισοπούλη, “Να χαρείς το δυό σου μάτια”, επίσης σε στίχους Σπύρου Μαρίνου-Μισοπούλη, το πολύ τρυφερό “Ύπνε μου φύγε”, σε στίχους Διον. Μάργαρη, το “Θάλασσα πες μου”, σε στίχους Γεωργίου Μπονίκου-Μπιρίτση αλλά και την περίφημη “Ζακυνθινοπούλα”, σε στίχους Τόλη Γαρουφαλή. Τα τραγούδια του αυτά τραγουδιούνται ακόμα, αλλά δυστυχώς ακόμη δεν αξιώθηκαν μιας αξιόλογης ηχογράφησης. Αξιόλογες όμως είναι και οι οργανικές του συνθέσεις για μαντολίνο.

Κοντά στο Πιέρρο Πανταζή, αν και με ευρύτερες αξιώσεις μουσικής δημιουργίας, νομίζω ότι μπορεί να σταθεί ο ΣΠΥΡΟΣ ΚΑΨΑΣΚΗΣ (1909-1967) που σταδιοδρόμησε στη μεταπολεμική Αθήνα σαν συνθέτης, σαν διευθυντής χορωδίας και μαντολινάτας επτανησιακού ρεπερτορίου αλλά και σαν χοράρχης στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης.
Δύο πολύ σημαντικές δισκογραφικές εκδόσεις, από σπαράγματα παλιών ηχογραφήσεων του άλλοτε ΕΙΡ, με πρωτοβουλία του σωματείου “Οι Φίλοι του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων” και με την όπως πάντα εξαιρετική επιμέλεια του γνωστού θεωρητικού της μουσικής και συγγραφέα Νίκια Λούντζη, αποτελούν το ακροαστικό προϊόν μιας σπουδαίας απογραφής 40 περίπου συνθεμάτων επτανησίων συνθετών του υστερορομαντικού κλίματος. Ανάμεσα τους ο Γιάννης Τσακασιάνος, ο ληξουριώτης Τζώρτζης Δελλαπόρτας και ο ίδιος ο Καψάσκης, που διευθύνει τη χορωδία και μαντολινάτα που διατηρούσε μέχρι σχεδόν το τέλος της ζωής του, το 1967.

Για τον ΙΩΑΝΝΗ ΜΟΖΕΡΑ (1832- 6 Σεπ. 1880), δεν έχουμε ιδιαίτερες μουσικές πληροφορίες. Στο “Λεξικό” του Ζώη (σ. 430, τόμ. Α΄, μέρος B΄, έκδ. 1963) τα μόνα που αναφέρονται είναι η χρονολογία της γέννησής του, ότι “Εξελέγη βουλευτής ψηφίσας την ΄Ενωσιν και Πληρεξούσιος ψηφίσας το Σύνταγμα του 1864”, και ότι “Διετέλεσε συντηρητής Ενεχυροδανειστηρίου μέχρι του θανάτου του, 6 σεπτ. 1880”. Από ευγενική ωστόσο προσφορά του αγαπητού φίλου κ. Γιάννη Στεφ. Παπαδάτου, περιήλθαν στην διάθεσή μου, φωτοτυπικά αντίγραφα, 5 χορών πιάνο , που θα πρέπει, χωρίς άλλο, να πιστωθούν στον εδώ αναφερόμενο, αφού συνηγορούν σ’ αυτό τόσο η χρονολογία (1853) του χειρογράφου, που συμπίπτει με το χρόνο δράσης του ανδρός, όσο και η ιδιόγραφη αφιέρωση του συνθέτη προς το δάσκαλό του Ιωσήφ Λιμπεράλλη, πρόσφατα τότε εγκατεστημένο στη Ζάκυνθο και στον οποίον ο 21 ετών τότε Μόζερας, με σεμνότητα και μετριοπάθεια, αφιερώνει τις συνθέσεις του, χαρακτηρίζοντας τον εαυτό του dilettante, δηλαδή ερασιτέχνη. Οι τίτλοι των συνθέσεων είναι οι ακόλουθοι: Redova Maria, Polca Kadina, Schotisch Grajina, Les Clochettes, Polca-Mazurca per Madame Laura.

Για τον συνθέτη και διευθυντή μαντολινάτας ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΚΑΨΟΚΕΦΑΛΟ (22 Μαρτ. 1888-1951), μέχρι προ τινος, οι πληροφορίες που είχαμε ήταν ελάχιστες. Ο Λεων. Ζώης (Λεξικό, σ. 288-289) αναφέρει τα εξής “Aυτοδίδακτος διεκρίθη ως καλλιτέχνης πρωτεύσας εν διαγωνισμώ Βελιγραδίου δια σύνθεσιν ύμνου και εν άλλοις καλλιτεχνικοίς διαγωνισμοίς, υπηρετήσας ως τμηματάρχης του Υπουργείου Συγκοινωνίας”. Πρωτοεμφανίζεται ως διευθυντής μαντολινάτας ερασιτεχνών στις 12 Ιουλίου 1909, εν τη Πλατεία Σολωμού (εφημ. Ελπίς 12.7.1909). Σε άλλη πληροφορία αναφέρεται σε μουσική συμφωνία με μαντολίνο στη Ζάκυνθο και με συμμετοχή του Στεφ. Καραμαλίκη στο πιάνο (Ελπίς 17.2.1913). Η ίδια πληροφορία τον φέρει και σαν βοηθό του Δημ. Πελεκάση σε σχετική σκηνογραφία. Σωζόμενα μουσικά έργα του μια “Φαντασία δια κλειδοκύμβαλον”, δημοσιευμένη τo 1912 στο περιοδικό Ελλάς, με ένθετη φωτογραφία του (Αρχείο Στέλιου Τζερμπίνου) και μία δισκογραφική εγγραφή για κάλαντα, με συνοδεία της μαντολινάτας Σπ. Καψάσκη, που περιλαμβάνονται στο δίσκο βυνιλίου "Τραγουδούσε η Ζάκυνθος" (1992, “Oι φίλοι του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων”, επιμ. Νίκιας Λούντζης). Με τον τίτλο όμως “Διονύσιος Καψοκέφαλος-Στέφανος Ξενόπουλος, δυό παραγνωρισμένοι ζακυνθινοί εικαστικοί” του αρχαιολόγου και ιστορικού της τέχνης Δημήτρη Παυλόπουλου, που δημοσιεύουν τα Επτανησιακά Φύλλα του Διονύση Σέρρα (τομ. ΚΓ΄, τευχ. 5-6 Φθινόπωρο 2003), γνωρίζουμε πια τον Καψοκέφαλο ως μια πολύ σημαντική προσωπικότητα του εικαστικού χώρου με πλήρη βιογραφικά και φωτογραφία στα οποία και παραπέμπω.

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΗΛΙΚΑΣ (7 Mαρτ. 1870-29 Μαρτ. 1942) υπήρξε ένας πραγματικά ιεροδιάκονος της μουσικής ιστορίας της Ζακύνθου, μέσα στην πρώτη 50ετία του 20ού αιώνα αλλά και πριν. Αυτοδίδακτος κι αυτός της μουσικής, θα διαδεχθεί στον Φιλαρμονικό Σύλλογο, το Μάη του 1906, τον ιταλό Φραντσέσκο Νικολίνι, σαν προσωρινός αρχιμουσικός και θα παραμείνει ισόβιος (με 11μηνη εξαίρεση) μέχρι το Μάρτη του 1942 που πέθανε. Θα επενδύσει με τα εμβατήριά του τις νίκες των βαλκανικών πολέμων, τις επιτυχίες των συμμάχων στον πανευρωπαϊκό πόλεμο και με τα βαλς και τις μαζούρκες του την ψυχαγωγία των Ζακυνθίων, συνεπής στο κλίμα και την παράδοση μιας τοπικής «μπελ επόκ» χωρίς ημερομηνία λήξης. Από το πλήθος των συνθέσεων του ελάχιστες έχουν διασωθεί. Ο Λεων. Ζώης, στο Λεξικό του, ομιλεί για 200 τόμους χειρογράφων, ενώ παράλληλα η τοπική εφημερίδα Καθημερινή (12.4.1953) αναφέρει ότι το ογκώδες περιεχόμενο της μουσικής βιβλιοθήκης του Πήλικα είχε αποστείλει από την Πάτρα στη Ζάκυνθο, ως δωρεά, ο κληρονόμος του μαέστρου ΄Αγγελος Μυλωνάς μέσα σε κασόνια. Το υλικό όμως αυτό, αν δεν ιδιοποιήθηκε από κάποιον ή κάποιους, πρέπει να χάθηκε στη σεισμοπυρκαϊά του 1953.
Ο Πήλικας συνέθεσε ηρωικά εμβατήρια, πένθιμα εμβατήρια (funebre) και χορευτικές συνθέσεις, ιδίως για πιάνο. Οι τίτλοι των εμβατηρίων του ελληνικοί όταν αφορούν σε βαλκανικές νίκες, ταυτίζονται συνήθως με αντίστοιχες ημερομηνίες: Η 8η Μαρτίου 1913, Η 1η Νοεμβρίου 1913, διαπνέονται όμως και από εθνική έξαρση: Ελληνικόν αίμα, Ελληνικός θρίαμβος, Επί των πτερύγων του βυζαντινού αετού, Αβέρωφ κ.ά. Η συνθηκολόγηση της Τουρκίας και της Βουλγαρίας, το Σεπτέμβρη και τον Οκτώβρη του 1918 αντίστοιχα, εμπνέουν στον Πήλικα το εμβατήριο Επί των πτερύγων της νίκης, που παίζεται σε πρώτη εκτέλεση στις υπαίθριες συναυλίες των 7 και 26 Οκτωβρίου 1918 με τη γαλλική αμφίεση Sur les ailes de la victoire. Η συμμαχική αλληλεγγύη και η γλώσσα του συρμού της εποχής, γαλλικούς τίτλους επιβάλλουν και σε άλλες συνθέσεις του Πήλικα, όπως στις παιζόμενες μαζούρκες Je ne t’aime plus (Δεν σ’αγαπώ πια) και Temps! Suspende ton vol (Δίπλωσε χρόνε δίπλωσε τ’ακούραστα φτερά σου), αφού δεν διαθέτω την ποιητική άδεια του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, για να μεταφράσω αυτό το τελευταίο με δικά μου λόγια. 100 χρόνια πάντως μετά το γράψιμό της η Λίμνη του Λαμαρτίνου εξακολουθούσε να εμπνέει το συντηρημένο ρομαντισμό των Ζακυνθινών και φυσικά το μουστακοφόρο εκφραστή του, τον Πήλικα. Γαλλικά επίσης επιμένει ο Πήλικας με την πόλκα Temps accables και το περίφημο βαλς Les ondes ecumantes, σωζόμενο και σήμερα με τον τίτλο Κύματα αφρόεντα στο βιβλίο του Γιάννη Ν. Βίτσου “Ζακυνθινά Πεντάγραμμα”. Η ιταλική γλώσσα διατηρείται τιμητικά στα εμβατήρια Vita sognata, Avanti και Zante, στις πολυπαιγμένες μαζούρκες του Gelosie amorose, Vita Zantiota και Amore e cuore καθώς και στο βαλς
Pensami ed amami.
Πρόσφατα η έρευνά μου ευτύχισε στην ανεύρεση δύο ακόμη συνθεμάτων του συνθέτη-μαέστρου. Πρόκειται για δύο μαζούρκες η πρώτη από τις οποίες έχει τον τίτλο H πατρίς μου σε φιλοτεχνημένο χειρόγραφο υπό ημερομηνία 16 Δεκ.1894 και φέρει την ένδειξη “ελάχιστον δείγμα υπολήψεως, αφιερούμενον τω αξιοτίμω προξένω της Ελλάδος εν Σιέρρα Λεόνηι Αναστασίω Γ. Κεφαλά” (Partitura per pianoforte) (Aρχείο Στέλιου Τζερμπίνου) και η δεύτερη με τίτλο Ultimo baccio (Mazurka per pianoforte) σε φιλοτεχνημένο χειρόγραφο (Zante Novembre 1895), αφιερωμένη “all onorabile Maestro P. Carreri” (Aρχείο Στέλιου Τζερμπίνου). Σώζονται επίσης και κάποιες marcie funebre στο ρεπερτόριο της Φιλαρμονικής Ζακύνθου.

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΚΑΤΣΙΓΙΑΛΟΣ (24 Φεβ. 1880-6 Φεβ. 1944). Κορνετίστας (πιστονίνο), βιολιστής, μαντoλινίστας και κιθαρωδός, τραγουδοποιός, διευθυντής "ασματικών ομίλων" και υποκατάστατος του Πήλικα στη διεύθυνση της Φιλαρμονικής Ζακύνθου. Ο ιστορικός της μουσικής Σπύρος Μοτσενίγος (Νεοελληνική Μουσική, Αθήνα 1958), αναφέρει ότι "εσπούδασε την μουσικήν υπό τον αρχιμουσικόν της Φιλαρμονικής Ζακύνθου Francesco Nicolini και τον Κερκυραίον Βίκτωρα Μαυρόχην". Πιο πολύ στους πιο πολλούς, είναι γνωστός ο Κατσίγιαλος ως ο συνθέτης της τετράφωνης καντάδας "Γλυκειά παρθένα ολόχαρη", σε στίχους του ζωγράφου-ποιητή Δημητρίου (Μίμη) Πελεκάση. Η περίφημη αυτή καντάδα, που τραγουδιέται μέχρι και σήμερα, κυκλοφορεί επίσης δισκογραφημένη σε αρκετές εκδόσεις. Μια απ’ αυτές περιλαμβάνεται και στο δίσκο "Τραγουδούσε η Ζάκυνθος", με τη συνοδεία της Μαντολινάτας Σπ. Καψάσκη (Εκδ. “Οι Φίλοι του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων”, επιμέλεια-κείμενα Νίκια Λούντζη). Στον ίδιο δίσκο περιλαμβάνονται και τα περίφημα Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς.
Τύπος ιδιόρρυθμος και σοβαρός, αναφέρει πάλι ο Σπ. Μοτσενίγος,
εμελοποίησεν αρκετά ωραία τραγούδια, καθώς και τα περίφημα "κάλαντα" του Δημητρίου Πελεκάση, τα οποία δια πρώτην φοράν ετραγούδησαν εν Ζακύνθω τη συνοδεία μανδολινάτας την πρώτην του έτους 1905:

Τώρα που έφθασε του χρόνου,
η στερνή του η στιγμή
και προβάλλει με τραγούδια
της πρωτοχρονιάς η αυγή...

Ο όμιλος ούτος απετελείτο από τους Σπυρίδωνα Μπάστα ή Μορού-λιαν, Ανδρέαν Χρυσάφην, Διονύσιον Ντάριον, Σπυρίδωνα Γκιουστόζην, Μίμηκαν και τον "γλυκόν τραγουδιστήν" Ανδρέαν Χιώνην. Τα "κάλαντα Κατσίγιαλου" εσημείωσαν εις την ιστορίαν της Ζακυνθινής νυκτωδίας σταθμόν. Εδωσαν την χαριστικήν βολήν εις την έως τότε επικρατούσαν τετράφωνον χορωδίαν, η οποία υπερηφάνως εκράτει το προνόμιον της αποκλειστικής εκτελέσεως των "καλάντων" της πρωτοχρονιάς και των Φώτων. Την πρώτην εμφάνισιν της υπό τον Κατσίγιαλον μανδολινάτας παρηκολούθησαν χιλιάδες λαού και μάλιστα υπό βροχήν με μεγάλον ενθουσιασμόν". Στο σημείο αυτό όμως είναι αναγκαίο να προστεθεί ότι ο Κατσίγιαλος συνέθεσε και έτερα κάλαντα σε στίχους Σπύρου Μαρίνου (Μισοπούλη), τα πολύ γνωστά:

Πρωτοχρονιά καλή χρονιά
χρονιά γεμάτη κάλλη
γεμάτη υγεία και χαρά
σας εύχεται και πάλι...κλπ.

Για τα κάλαντα μάλιστα αυτά ο Γιάννης Ν. Βίτσος στα "Ζακυνθινά Πεντάγραμμά" του (σελ.168) έχει διαφορετική γνώμη. Τ’ αποδίδει στον Δημ. Πελεκάση, ενώ για τα προαναφερθέντα του Πελεκάση δεν κάνει λόγο. Δεν υπάρχει συνεπώς αμφιβολία ότι και αυτά είναι του Κατσίγιαλου, μόνο που (από τον Βίτσο) δεν αναφέρεται ο δημιουργός των στίχων, που όπως προαναφέρθηκε είναι ο Σπύρος Μαρίνος-Μισοπούλης.
Ο τοπικός τύπος της εποχής του, που δεν παραλείπει την χρονογράφηση των εμφανίσεών του στην κοινωνική ζωή, μας δίνει την δυνατότητα να σημειώσουμε μιαν εμφάνισή του επικεφαλής ασματικού ομίλου τον Αύγουστο του 1909 στις γιορτές του Αγίου και μιαν άλλη, επίσης ως επικεφαλής "χορωδίας εθνικής υπό μαθητριών", στις 3 Φλεβάρη 1913 σε "εσπερίδα υπέρ των απόρων οικογενειών των επιστράτων" στο δημοτικό θέατρο, όπου
"επιστέγασμα της ωραίας εκείνης εσπερίδος ήτο ο χορός των μαθητριών και μαθητών επιτυχέστατα εκτελέσας υπό την συνοδείαν εγχόρδων οργάνων και υπό την διεύθυνσιν του μουσικού κ. Κατσίγιαλου τους δια την Α.Υ. τον Διάδοχον γραφέντας ύμνους μελοποιηθέντας υπό του κ. Κατσίγιαλου".
Αναφέρονται ακόμη, στον τοπικό τύπο (Εφημ. Ελπίς 30.8.1909, 3.2.1913, 10.2.1913, 2.6.1913), συγχαρητήρια, "καθ' υψηλήν επιταγήν", από τον αυλάρχη του βασιλιά Κωνσταντίνου, Αλέξανδρο Μερκάτη
"δια το πένθιμον εμβατήριον όπερ είχε την καλοσύνην να αποστείλη", καθώς επίσης και άλλα ευχαριστήρια από τον βασιλιά του Μαυροβουνίου "επί τω ωραίω εμβατηρίω όπερ επί τη ευκαιρία της αλώσεως της Σκόδρας είχε την ευγενή προθυμίαν ν' αποστείλη...."

O Nτίνος Κονόμος επίσης, στην τακτική ραδιοφωνική "Επτανησιακός Αντίλαλος" μιλώντας στις 26 Αυγούστου 1955, με θέμα "Αγνωστοι και λησμονημένοι Επτανήσιοι μουσικοσυνθέτες", που δημοσιεύεται σε δύο συνέχειες στην εφημερίδα Αλήθεια της Ζακύνθου (φ. 353 και 354/ 14.9.1955) αναφέρει γι' αυτόν τα εξής: "Ο Κατσίγιαλος ήταν ο τελευταίος εκπρόσωπος του μπενεστάντε στο νησί. Τύπος ανάμεσα στους τόσους τύπους της Ζακύνθου ξεχώριζε πάντα με το γλυκό του χαμόγελο, με το υπερβολικά μακρύ σακάκι του και με τη λεπτότατη μπαγολίνα του. Οταν την ανέμιζε στον αέρα έπρεπε να περνάς αρόδου από κοντά του, γιατί έτσι πούταν αφηρημένος υπήρχε φόβος να σου βγάλη το μάτι".

Στα ευρισκόμενά του, εντοπίζεται ακόμη, ένα χειρόγραφο του μετην εύγλωττη αφιέρωση “Ασμα Η εκ της καρδίας ευχή, Δυωδία” (δια κλειδοκύμβαλον) Αφιερωθείσα επί τη ονομαστική εορτή του Εξοχωτάτου Πρωθυπουργού της Ελλάδος Ελευθερίου Βενιζέλου Ζάκυνθος τη 15η Δεκεμβρίου 1914 (Aρχείο Στέλιου Τζερμπίνου), καθώς επίσης ένα άλλο χειρόγραφο που ανήκει στον κατά τα έτη 1914 και 1916 ευγενικό έφορο του Φιλαρμονικού Συλλόγου Ζακύνθου Θεόδωρο Γεροντή (Βλ. Στέλιος Τζερμπίνος, Φιλαρμονικά Ζακύνθου σσ. 126, 132, 252) που φέρει τον τίτλο “PRIMO AMORE”-Valser per Pianoforte solo -Musica dal Teodoro G. Gerondi -Zante Marzo 1895 και την ιδιόχειρη υπογραφή του συνθέτη.


Mιλήσαμε ήδη για τ’ ανθρωπογενή συστατικά μιας περιόδου του μουσικού μας πολιτισμού μέσα στην οποία οι ζακυνθινοί συνθέτες αποτύπωσαν τα διαπιστευτήρια της υστεροφημίας τους. Με το δικό του ο καθένας τρόπο, με τις προσωπικές του δυνατότητες, τα ατομικά του βιώματα, την ανιδιοτέλεια της προσφοράς του και τα περιβαλλοντικά του ερεθίσματα . Γι αυτά τα τελευταία, θα ’θελα, πριν ολοκληρώσω, να μου επιτραπεί μια πολύ σύντομη πινελιά στο ταμπλό του κοινωνικού τοπίου της Ζακύνθου, που διατηρήθηκε σχεδόν αναλλοίωτο μέχρι τους καταστροφικούς σεισμούς του 1953 και που μέσα του ο ζακυνθινός λαός έθρεψε τις πολιτισμικές του ευαισθησίες. Δεν είναι από το δικό μου χέρι. Είναι μια πολύ απλή, αλλά δροσερή αφήγηση από ένα χρονογράφημα σε τοπική εφημερίδα, ενός παλιού ευαίσθητου Ζακυνθινού και αλησμόνητου φίλου, του Γιάννη Πομόνη- Τζαγκλαρά (έφυγε πρόσφατα). Περιγράφει ένα στιγμιότυπο της ζακυνθινής καθημερινότητας λίγο καιρό πριν από την σεισμοπυρκαϊά του 1953. Να τι γράφει:
Ήτανε αρχές Μαΐου, πριν σεισμού.΄Ισως στα 1952... Εύδιο και ευφρόσυνο προσεισμικό ζακυνθινό πρωινό. Το Γιοφύρι μοιάζει με ολόδροσο κήπο.Το ανθοπωλείο του Δημησιάνου, στολίζεται από λίγα ματζέτα, με γαρούφαλα και λοΐζες ανθισμένες και τα μανάβικα του Φόρου, με ολόφρεσκα φρούτα και κηπουρικά, συνθέτουν εικόνα ευφορίας καρπών, που ευφραίνει τις ψυχές.
Δυό τρείς καρέττες με γόπες και οι πάντοτε αργόρυθμοι πρωινοί αβεντόροι, ολοκληρώνουν το ράθυμο ευδιάθετο σκηνικό του “αφαλού” τση “Μέσα Μερίας”. Από το μπαρμπερείο του Πόπου Ζαμπάζα, ακούγεται το μελωδικό ντουέττο του καταστηματάρχη με το συνεργάτη του τον Αντρέα το Σόλο, που θωπεύει τρυφερά τσοι κόρδες τση κιτάρας του. Αυτή η σότο-βότσε αρμονική παρενθήκη, επιστέφει γηθοσύνως, το αλλοτινό ζακυνθινό “κλίμα” της καθημερινής λειτουργίας του αστικού χώρου... Κοντοστέκουμαι, συνεπαρμένος από το αρμονικό γλυκόηχο κι εκφραστικό υποτονθόρισμα, έκφραση υμνητική μετά τρυφερής αβροσύνης, της πηγαίας ψυχικής ευφορίας που εμπνέει η ομορφιά του ανοιξιάτικου πρωινού. Και που τη συνθέτουν ήχοι, χρώματα, αρώματα και φώς…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email