© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Πρωτοπρεσβυτέρου Παναγιώτη Καποδίστρια: ΕΛΛΕΙΨΕΙΣ ΑΓΙΟΥ ΜΥΡΟΥ ΣΤΑ ΙΟΝΙΑ ΝΗΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ (ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ)

[Από τον Τιμητικό Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σ. 381-398]

ΟΛΙΓΑ ΚΑΤΑΤΟΠΙΣΤΙΚΑ ΠΕΡΙ ΑΓΙΟΥ ΜΥΡΟΥ

Τό Ἅγιο Μύρο στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τό ὁρατό καί ἁπτό στοιχεῖο μετάδοσης τῶν δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατά τό Μυστήριο τοῦ Χρίσματος καί ὡς ἐκ τούτου θεωρεῖται ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ γιά τήν ἀρτίωση τοῦ πνευματικοῦ ἐξοπλισμοῦ ἑνός νεοφώτιστου Χριστιανοῦ (1). Τούτη ἡ μετάδοση τῶν χαρισμάτων, κατά τούς πρωτοχριστιανικούς χρόνους, ἐπραγματοποιεῖτο διά τῆς «ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν» (2) στούς βαπτιζόμενους, ἀλλά -σύν τῷ χρόνῳ- κι ἐξαιτίας τῆς ραγδαίας αὔξησης τῶν Χριστιανῶν, ἀντικαταστάθηκε αὐτή ἡ ἐπίθεση τῶν χειρῶν μέ τήν διά τοῦ Ἁγίου Μύρου χρίση.

Τό Μύρο δέν εἶναι ἁπλό λάδι, ἄν καί καθαγιασμένο. Ἐμπεριέχει 57 εἴδη ἀρωματικῶν οὐσιῶν (3) καί παρασκευάζεται στήν Κωνσταντινούπολη ἀπό τόν ἑκάστοτε Οἰκουμενικό Πατριάρχη καί τήν περί αὐτόν Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδο, μαζί μ’ ἐκπροσώπους τῶν ἀνά τήν οἰκουμένη ὁμοδόξων. Τούτη ἡ κατά πάντα ἐπίσημη πράξη θεωρεῖται ὡς κορυφαία ἔκφραση τῆς Ἑνότητας τῶν Ὀρθοδόξων καί συνάμα κοινῆς ἀναφορᾶς ὅλων πρός τό ἱερό Κέντρο τῆς Ὀρθοδοξίας (4). Γι’ αὐτό ἀκριβῶς καί μόνον ἀπό τό Φανάρι διανέμεται τό Μύρο πρός τίς κατά τόπους Ἐκκλησίες γιά τίς ἀνάγκες τῶν βαπτιζόμενων. Πρέπει πάντως νά σημειωθεῖ, ὅτι, στήν πράξη, καθαγιασμός Μύρου πραγματοποιεῖται καί στά Πατριαρχεῖα Ρωσίας, Σερβίας καί Ρουμανίας γιά τίς ἀνάγκες τῶν ἐπαρχιῶν τους.

Ἔχει ρυθμισθεῖ, ὁ καθαγιασμός νά συμβαίνει στήν Κωνσταντινούπολη περίπου κάθε δέκα χρόνια καί τό παρασκευαζόμενο Μύρο νά εἶναι τόσο, ὥστε νά καλύψει τίς διορθόδοξες ἀνάγκες. Σύμφωνα μέ ὅσα ἱστορικά στοιχεῖα ὑπάρχουν, Ἅγιο Μύρο παρασκευάστηκε: 1208 ἐπί Πατριαρχίας Μιχαήλ Δ΄ στή Νίκαια Βιθυνίας, 1705 ἐπί Πατριαρχίας Γαβριήλ Γ΄, 1759 ἐπί Πατριαρχίας Σεραφείμ Β΄, 1833 ἐπί Πατριαρχίας Κωνσταντίου Α΄, 1856 ἐπί Πατριαρχίας Κυρίλλου Ζ΄, 1865 ἐπί Πατριαρχίας Σωφρονίου Γ΄, 1879 ἐπί Πατριαρχίας Ἰωακείμ Γ΄, 1890 ἐπί Πατριαρχίας Διονυσίου Ε΄, 1903 καί 1912 ἐπί Πατριαρχίας Ἰωακείμ Γ΄, 1928 ἐπί Πατριαρχίας Βασιλείου Γ΄, 1939 ἐπί Πατριαρχίας Βενιαμίν, 1951 καί 1960 ἐπί Πατριαρχίας Ἀθηναγόρα, 1973 καί 1983 (5) ἐπί Πατριαρχίας Δημητρίου, 1992 (6) καί 2002 (7) ἐπί Πατριαρχίας Βαρθολομαίου.

Ἡ τελετή τῆς προετοιμασίας καί τοῦ καθαγιασμοῦ, σύμφωνα μέ τήν ἰσχύουσα Πατριαρχική Τάξη, λαμβάνει χώραν ἀπό τήν Κυριακή τῶν Βαΐων μέχρι καί τήν Μεγάλη Πέμπτη τῆς προ-ορισμένης χρονιᾶς. Τόν Πατριάρχη καί τούς περί αὐτόν Ἀρχιερεῖς βοηθοῦν ἐνεργά εἰδικοί ἐπιστήμονες (χημικοί, φαρμακοποιοί), οἱ ὀνομαζόμενοι «Μυρεψοί», ἄνδρες καί γυναῖκες, μ’ ἐπικεφαλῆς τον «Ἄρχοντα Μυρεψό»
(8).


ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ

Στήν ἀνακοίνωσή μας ἐντοπίζουμε τό ἐνδιαφέρον μας στό Ἅγιο Μύρο, τό ὁποῖο παρασκευάστηκε τό 1833 ἐπί Πατριαρχίας Κωνσταντίου Α΄. Σ’ αὐτό ἀφοροῦν ὅλες οἱ πρωτοδημοσιευόμενες ἐδῶ Ἐπιστολές.
Οἱ Ἐπιστολές αὐτές προέρχονται ἀπό τό «Βιβλίον Γραμμάτων...» ἀπό τῆς Ἀρχιερατείας Διονυσίου Δελάζαρη (9) ἕως τό ἔτος 1842 τῆς Ἀρχιερατείας Νικολάου Κοκκίνη (10), τό ὁποῖο φυλάσσεται στό Ἀρχεῖο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ζακύνθου.

1

Στήν πρώτη Ἐπιστολή, τήν ὁποίαν ἀποστέλλει ὁ Μητροπολίτης Ζακύνθου Διονύσιος Δελάζαρης πρός τόν Ὕπαρχο Γεώργιο Δε Ρώσση (11) στίς 28 Ἰουνίου 1835, πληροφορεῖ τήν ἐξουσία ὡς Ἔξαρχος (12) τῆς Ἰόνιας Ἐκκλησίας, ὅτι δύο Ἀρχιερεῖς τῆς Ἁγίας Μαύρας (Λευκάδος) καί τῶν Κυθήρων στεροῦνται Ἁγίου Μύρου γιά τίς Ἐπαρχίες τους, ἔτσι πού νά μήν γνωρίζουν πῶς νά τελοῦν τό δεύτερο τῶν Μυστηρίων, αὐτό τοῦ Χρίσματος. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τήν δική του Ἐπαρχία, ἐννοεῖ τή Ζάκυνθο. Τόν παρακάλεσαν νά κάμει κάτι.
Ἀκολούθως μνημονεύει, ὅτι τό ἄρθρο 22 τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος ἐμποδίζει τους Ἰόνιους Ἀρχιερεῖς νά ἔχουν ἀπευθείας ἀλληλογραφία μέ τήν Μεγάλη Ἐκκλησία, εἰ μή μόνον μέσω τῆς Βουλῆς. Ἔτσι, παρότι ἀπό το Πατριαρχεῖο παρέχεται «ἀφθόνως τό πνευματικόν τοῦτο δῶρον» δέν δύναται ὁ ἴδιος νά ἔχει παρρησία ἐκεῖ.
Στή συνέχεια γνωρίζει στήν «σεβαστή» Βουλή, ὅτι τό Ἅγιο Μύρο εἶναι «ἀφεύκτως ἀναγκαῖον» στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ δέ ἔλλειψή του δηλοῖ, ὅτι τό Βάπτισμα μένει ἀτελές, δίχως τήν σφραγίδα τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἀγίου Πνεύματος.
Ἀποτείνεται λοιπόν πρός τή «νουνεχῆ» καί «θεοσεβεστάτην» Διοίκηση, ὥστε νά διορθώσει τό πράγμα κατά τούς ἑξῆς δύο τρόπους, τούς ὁποίους στοχάζεται:
α) Ἐάν ἀκολουθηθεῖ ἡ ἀρχαία συνήθεια τῆς διά τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἀπόκτησης, νά βρεθεῖ τρόπος νά γράψει στόν Πατριάρχη.
β) Ἐάν τοῦτο δέν ἀρέσει, γνωστοποιεῖ, ὅτι οἱ Ἱεροί Κανόνες παρέχουν τό δικαίωμα παρασκευῆς Μύρου σέ ὅλους τους Ὀρθόδοξους Ἀρχιερεῖς, ὅπως πάντως ὁρίζει ἡ Ἐκκλησία. Μπορεῖ νά γίνει σύναξη τῶν Ἀρχιερέων τοῦ Κράτους (τῶν Ἑπτανησίων) ὅπου ἡ Διοίκηση ὁρίσει καί νά πράξουν τά καθιερωμένα, οὕτως ὥστε «ἀμισθί» ν’ ἀποκτήσουν αὐτάρκεια Μύρου οἱ Ὀρθόδοξοι τῶν Ἐπαρχιῶν.
Παρακαλεῖ τέλος τόν Ἐκλαμπρότατο Δε Ρώσση, νά εἰδοποιήσει τήν Βουλή τό συντομότερο, λόγω τοῦ ἐπείγοντος τοῦ προβλήματος.

2

Φαίνεται, ὅτι ἡ Βουλή ἀποδέχτηκε νά ἐπικοινωνήσει ἐπιστολικῶς ὁ Δελάζαρης μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο κι ἕνα μήνα ἀργότερα, στίς 29 Ἰουλίου 1835, «ὁ ταπεινός Μητροπολίτης Ζακύνθου Διονύσιος Ἔξαρχος», ὅπως χαρακτηριστικά αὐτοαποκαλεῖται, ἀπευθύνεται στόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Κωνστάντιο Β΄, τόν ἀποκαλούμενο Ἄσοφο
(13).
Ἀφοῦ χρησιμοποιεῖ μεγαλυνάρια προσφωνήσεων (τόν ὀνομάζει σοφότατο, αυθέντη, θειότατο, θεοχαρίτωτο καί ἄλλα), μαζί μ’ εὐχές γιά τήν ὑγεία του, κατά πρῶτον ἐπικαλεῖται τό σέβας τῆς «Σεβαστῆς Βουλῆς τοῦ Ἑνωμένου τούτου κράτους» πρός τόν «Ἀρχηγόν τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν», ἡ ὁποία μάλιστα ἐπιθυμεῖ νά τηροῦνται
«ἀπαράτρεπτα τά κανονικά δίκαια τῆς ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας».
Ἀμέσως μετά μπαίνει στήν οὐσία καί διηγεῖται τά τῆς ἐλλείψεως Ἁγίου Μύρου στά Ἑπτάνησα, κυρίως ὅμως στήν Ἁγία Μαύρα καί στά Κύθηρα.
Στή συνέχεια προφθάνει τήν ἀπορία τοῦ Πατριάρχου, γιατί ὁ ἴδιος γράφει ἐκ μέρους ὅλων τῶν Ἐπαρχιῶν. Τοῦ γνωρίζει λοιπόν, ὅτι «ἐθέσπισε τό ἰονικόν τοῦτο κράτος», ἕνας ἀπό τούς ἑπτά Ἀρχιερεῖς νά εἶναι Ἔξαρχος τῆς Διοίκησης και νά εἰδοποιεῖ τήν Βουλή περί τῶν πνευματικῶν ὑποθέσεων τῆς Ἰόνιας Ἐκκλησίας. Καί ἡ ἔλλειψη Μύρου εἶναι πνευματικό χρέος. Τυγχάνοντας λοιπόν ὁ Ζακύνθου Ἔξαρχος τῆς πενταετίας ἐκείνης, ὡς ἐκ τούτου γράφει ἐκεῖνος πρός τόν Παναγιώτατο.
Κλείνει τήν ἐπιστολή, ἀπευθύνοντας θερμή ἔκκληση, νά τούς προμηθεύσει τάχιστα τήν δωρεά τοῦ Ἁγίου Μύρου, ὥστε νά μήν πεθαίνουν τά βρέφη τῶν Ὀρθοδόξων δίχως τήν ἁγιοπνευματική σφραγίδα.

3

Ἀπό τήν ἀμέσως ἑπόμενη Ἐπιστολή Δελάζαρη πρός τόν Δε Ρώσση, τήν ὁποίαν γράφει τήν ἄλλην ἀκριβῶς ἡμέρα (ἤτοι, τήν 30ή Ἰουλίου 1835) πληροφορούμαστε, ὅτι πράγματι, μ’ ἔγγραφό του ὁ Δε Ρώσσης εἶχε ἐπιτρέψει στόν Μητροπολίτη ν’ ἀλληλογραφήσει μέ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη περί τῆς προμήθειας του Ἁγίου Μύρου.
Τό σύντομο ἐτοῦτο γράμμα ἔχει τήν ἔννοια τοῦ διαβιβαστικοῦ. Δηλαδή παρακαλεῖ τόν Ὕπαρχο νά διαβιβασθεῖ μέσω τῆς Βουλῆς στόν Πατριαρχικό Θρόνο ἡ παραπάνω ἐπιστολή - ἔκκλησή του πρός τόν Πατριάρχη.

4

Ἀπό τό ἐδῶ παρουσιαζόμενο 4ο Γράμμα, λαμβάνουμε τήν εἴδηση, ὅτι «ταχέως» ἔγιναν οἱ ἀπαιτούμενες ἐνέργειες τῆς Βουλῆς πρός τό Πατριαρχεῖο κι ἔλαβε ἡ Ἰόνια Ἐκκλησία τό χρειαζούμενο Ἅγιο Μύρο.
Τά χρόνια περνοῦν καί βρισκόμαστε πλέον στά 1839. Ὁ Δελάζαρης ἔχει πεθάνει ἀπό τόν Φεβρουάριο τοῦ 1838, οἱ δέ διεργασίες πού ἀκολούθησαν ἀνέδειξαν Μητροπολίτη Ζακύνθου τόν ἐξέχοντα ἐντόπιο ἱερωμένο καί μέλος τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας Νικογεώργιο Κοκκίνη, ὁ ὁποῖος χειροτονήθηκε στόν τρίτο βαθμό τῆς Ἱεροσύνης στίς 29 Ἰουλίου / 10 Αὐγούστου 1838, μετονομαζόμενος σέ «Νικόλαο».
Σέ ἄλλη περίπτωση ἔχουμε ἀνακοινώσει στιγμές τῆς ποιμαντικῆς του εὐαισθησίας καί προσπάθειας ὡς προεστῶτος τῆς Ἐκκλησίας τῆς γενέτειράς του
(14).
Ἀνάμεσα στ’ ἄλλα, ἔρχεται ν’ ἀντιμετωπίσει καί τή νεότερη ἔλλειψη Ἁγίου Μύρου τῶν ἡμερῶν του γιά τήν Μητρόπολή του.
Πρός τοῦτο γράφει στίς 30 Μαΐου 1839 πρός τόν τότε Ἔξαρχο, Πανιερώτατο Μητροπολίτη Λευκάδος Εὐγένιο
(15).
Τά βρέφη πού βαπτίζονται κινδυνεύουν νά μή λάβουν τήν πνευματική σφραγίδα καί τήν δωρεά του Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτό, σύμφωνα μέ τό ἄρθρο 14 της 31ης Πράξεως τῆς Β΄ Γερουσίας, ὑποβάλλει στόν Ἔξαρχο τό πρόβλημά του.
Ἐδῶ μνημονεύει τό 22ο ἄρθρο τῆς παραπάνω Πράξεως, διά τῆς ὁποίας δέν δικαιοῦνται ν’ ἀλληλογραφοῦν ἀπευθείας οἱ Ἑπτανήσιοι Ἀρχιερεῖς μέ «ξένας ἐκκλησίας», ἀλλά μόνον διά τῆς Διοικήσεως. Δεδομένου λοιπόν ὅτι τό Ἅγιο Μύρο διανέμεται ἀνά τήν Ὀρθοδοξία ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, εἶναι χρεία νά γίνουν οἱ ἀπαραίτητες ἐνέργειες πρός τήν Βουλή ἀπό τόν τωρινό Ἔξαρχο, ὅπως ἁρμοδίως εἶχε πράξει καί ὁ Δελάζαρης. Καί τότε εἶχαν ἔλλειψη Μύρου, ἀλλά ὁ προκάτοχός του -ὡς Ἔξαρχος- ἔγραψε πρός τόν Πατριάρχη μέσω τῆς Διοικήσεως καί τό αἴτημα ἐντέλει δικαιώθηκε!
Τούτου δεδομένου, ὁ Νικόλαος καλεῖ τόν Ἔξαρχο Εὐγένιο νά πράξει σύμφωνα μέ την ἁρμοδιότητά του τό ταχύτερον, ὥστε νά ἡσυχάσει ἡ συνείδησή του, ἀφοῦ «ἀκαταπαύστως» ἀγανακτεῖ ἐξαιτίας τῆς ἔλλειψης.

5

Βρισκόμαστε στίς 15 Νοεμβρίου 1839 καί ὁ Μητροπολίτης Ζακύνθου Νικόλαος Κοκκίνης γράφει στόν (ἀκόμη Ἔξαρχο) Μητροπολίτη Λευκάδος Εὐγένιο.
Ἀπό ἐδῶ πληροφορούμαστε, ὅτι ὁ Ζακύνθου ἔλαβε ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Ἐπιστολή ἀπό 14ης Ὀκτωβρίου, διά τῆς ὁποίας πληροφορεῖται ὅτι τό Πατριαρχεῖο ἀπέστειλε στόν ἴδιον, μέ τό πλοῖο τοῦ Γαλάτη, τρία ἀγγεῖα γεμάτα μέ Ἅγιο Μύρο, ὥστε νά κρατήσει ὅσο χρειάζεται γιά τή Ζάκυνθο καί νά προωθήσει τό ὑπόλοιπο στόν Λευκάδος.
Τό πλοῖο ὅμως, προσεγγίζοντας στή Ζάκυνθο, οὐδεμία ἔκαμε ἀποβίβαση ἤ ἐκφόρτωση καί ἀναχώρησε πρός Ἁγία Μαύρα. Ὡς ἐκ τούτου παρακαλεῖ τόν Εὐγένιο νά δεχθεῖ τά τρία ἀγγεῖα ἀπό τόν πλοίαρχο Παναγῆ Γαλάτη (16), νά κρατήσει τά δύο καί νά τοῦ ἀποστείλει τό τρίτο, ὅσο γίνεται γρηγορότερα.
Προσθέτει, ὅτι μέσω ἑνός πραγματευτῆ στή Ζάκυνθο, ἔμαθε ἀπό ἄλλη πατριαρχική ἐπιστολή, ὅτι ὁ Παναγιότατος δέν ζητᾶ πληρωμή (17) γιά τήν δωρεά τοῦ Ἁγίου Μύρου, ἀλλά εἶναι χρεία νά σταλοῦν «διά ὠφέλειαν τῆς φαμελίας» (μᾶλλον ἐννοεῖται, ἡ Πατριαρχική Αὐλή και ἐν γένει οἱ Φαναριῶτες) δώδεκα δίστυλα. Σημειώνει, ὅτι ὁ ἴδιος ἔστειλε τό ἀναλογοῦν ποσόν. Τό αὐτό νά φροντίσει νά κάμει καί ὁ Λευκάδος κατ’ ἀναλογίαν.

6

Τά τρία ἀγγεῖα τοῦ Μύρου φαίνεται, ὅτι δέν ἔφθασαν ποτέ στήν Λευκάδα μέ τό πλοῖο τοῦ Παναγῆ Γαλάτη. Τοῦτο ἀντλοῦμε ὡς πληροφορία ἀπό τήν ἑπόμενη Ἐπιστολή, τήν ὁποίαν ὁ Νικόλαος ἀποστέλλει πρός τόν Ἔξαρχο Εὐγένιο, στίς 30 Ἰανουαρίου 1840.
Τά μυροδόχα ἀγγεῖα λαμβάνει ἐπιτέλους πρίν λίγες μέρες ὁ Κοκκίνης, προερχόμενα ἀπό τήν Κέρκυρα. Θυμίζουμε παρενθετικά ἐμεῖς, ὅτι ἔχουν ἤδη διαρρεύσει τρεῖς ὁλόκληροι μῆνες, ἀφ’ ὅτου ἔφυγαν ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη.
Τώρα πράττει ὁ Ζακύνθου, ὅ,τι εἶχε προαναφέρει στήν παραπάνω Ἐπιστολή του. Δηλαδή, κρατᾶ τό ἕνα ἀγγεῖο γιά χρήση τῆς ἐπαρχίας του καί ἀποστέλλει τά ἄλλα δύο στόν Μητροπολίτη Λευκάδος γιά νά διανείμει Μύρο, ὅπου ὑπάρχει ἔλλειψη. Σημειώνει ἐπίσης, ὅτι, ἐκτός ἀπό τά δώδεκα δίστυλα, τά ὁποῖα ἀνέφερε στήν προηγούμενη ἀποστολή «ὡς δῶρον τῆς πατριαρχικῆς φαμελίας», πρέπει να προσθέσει «δίστυλον ἕν καί πέντε εἴκοσι διά τόν ναῦλον». Καί ὅλ’ αὐτά κατ’ ἀναλογίαν τῆς ληφθείσης ποσότητας Μύρου.



ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ (18)

1 (19)

Ἐκλαμπρότατε Ὕπαρχε.
Τῇ 28: Ἰουνίου 1835: ΕΠ.

Οἱ δύω Ἀρχιερεῖς, ὅτε Ἁγίας Μαύρας καί Κυθήρων, δι' ἐγγράφων ἐπιστολῶν εἰδοποίησάν με, ὅτι στεροῦνται αἱ ἐπαρχίαι των τοῦ Ἁγίου μύρου, καί δέν γνωρίζουσι τίνι τρόπω νά βαπτίζωνται τά βρέφη ἐλλείποντος τοῦ χρίσματος ὅπερ ἐστί τό δεύτερον τῶν ἱερῶν μυστηρίων, παρακαλοῦντες με νά προβλέψω ὡς ἔξαρχος νά ἀπολαύσωσιν / ἅγιον μύρον, ἐκ τοῦ ὁποίου ὑστερεῖται καί ἡ ἡμετέρα Ἐπαρχία, πρός θεραπείαν καί ἀπαλλαγήν τόσων δεινῶν ἀποτελεσμάτων.

Ἀλλ' ἐπειδή κατά τό ἄρθρον 22: τῆς πράξεως τοῦ Εὐγενεστάτου Νομοθετικοῦ σώματος 3: Μαΐου 1825: ἀριθμός λα΄: ἐμποδίζεται εἰς τούς Ἀρχιερεῖς τῶν Νήσων ἡ ἄμεσος ἀνταπόκρισις μέ ἄλλην ἐξωτερικήν ἐξουσίαν εἰ μή διά μέσου τῆς Σεβαστῆς Βουλῆς, οὐ δύναμαι κατ' εὐθείαν παῤῥησιάσαι τήν ἔλλειψιν ταύτην τοῦ μύρου εἰς τήν μεγάλην Ἐκκλησίαν ἥτις παρέχει ἀφθόνως τό Πνευματικόν τοῦτο δῶρον εἰς ὅλον σχεδόν τῶν ὀρθοδόξων πολίτευμα.

Κρίνω λοιπόν χρέος μου ἀπαραίτητον, νά καθυποβάλω εἰς τήν γνώρισιν τῆς σεβαστῆς Βουλῆς, ὅτι τό ἅγιον μύρον εἶναι ἀφεύκτως ἀναγκαῖον εἰς τήν ὀρθόδοξον ἡμῶν Ἐκκλησίαν, καί χωρίς τό ὁποῖον τό μυστήριον τοῦ Βαπτίσματος μένει ἀτελές, ἐλλειπούσης τῆς σφραγίδος τῆς δωρεᾶς τοῦ ἁγίου Πνεύματος.

Ἡ νουνεχής ὅμως καί θεοσεβεστάτη ἡμῶν Διοίκησις, γνωρίζουσα τήν χρείαν ἥν ὑποφέρει ἡ ἁγία ἡμῶν Ἐκκλησία στερουμένη τοῦ πνευματικοῦ τούτου χαρίσματος, καί τόσον ἐπιζήμιος εἶναι εἰς τούς ὀρθοδόξους ἡ τούτου στέρησις, ἠμπορεῖ νά διορθώσῃ τό πρᾶγμα κατά δύω τρόπους ὡς ἐγώ στοχάζομαι.

α: Ἐάν στοχασθῇ, κατά τήν ἀρχαίαν συνήθειαν, νά λάβωσι μύρον τοῦται αἱ Ἐπαρχίαι ἀπό τήν μεγάλην Ἐκκλησίαν, νά διωρίσῃ τρόπον μέ τόν ὁποῖον πρέπει νά γράψω πρός τήν αὐτοῦ Παναγιότητα, καί νά ζητήσω ἐξ αὐτῆς τό πνευματικόν τοῦτο δῶρον.

β: Ἐάν δέν φανῇ ἀρεστόν εἰς τήν αὐτῆς διάνοιαν νά προμυθευθῶμεν μύρον ἀπό τήν μεγάλην Ἐκκλησίαν, εἶναι ἄδεια ἀπό τούς Ἱερούς τῆς Ἐκκλησίας κανόνας, εἰς ὅλους τούς ὀρθοδόξους Ἀρχιερεῖς νά κατασκευάζωσι μύρον μέ τούς τρόπους καί τάξεις ὁποῦ ἡ Ἐκκλησία διατάττει. Καί τούτου ἕνεκα ἠμπορεῖ νά συναχθῶσιν ὅλοι οἱ Ἀρχιερεῖς τοῦ κράτους τούτου εἰς ἐκεῖνον τόν τόπον ὅπου ἡ Διοίκησις διορίσῃ, νά ἐκτελέσωσι διά τῆς ὀφειλομένης τάξεως καί ἱερᾶς ἀκολουθίας τήν κατασκευήν τοῦ μύρου, καί ἐξ αὐτῶν νά διανεμηθῇ ἀμισθί εἰς ὅλας τάς Ἐπαρχίας των, καί νά ἀναπαυθῶσιν οἱ Ὀρθόδοξοι δι' ἔτη πλεῖστα ἔχοντες πρός αὐτάρκειαν τό πνευματικόν τοῦτο δῶρον. /

Παρακαλῶ λοιπόν τήν ὑμετέραν Ἐκλαμπρότητα, νά ὑποτάξῃ ταύτην μου τήν εἰδοποίησιν εἰς τάς σκέψεις τῆς Ἐκλαμπροτάτης Βουλῆς, διά νά διατάξῃ ὅσον τάχιστα εἴ τι κρίνῃ εὔλογον εἰς ὅσον εἰδοποιεῖται, ἐπειδή ἡ ὑπόθεσις εἶναι πολλά ἀναγκαία, καί περιμένει ταχείαν τήν ἐκτέλεσιν. Καί οὕτω μέ τό πλέον βαθύτατον σέβας μένω ὡς ὑποσημειοῦμαι.

Τῆς ὑμετέρας Ἐκλαμπρότητος
Διάπυρος εὐχέτης ἐν Χριστῷ
ὁ ὑπογεγραμμένος Διονύσιος Μ: καί ἔξαρχος

Τῷ Ἐκλ(αμπροτάτ)ῳ Δόκτωρι Κ(υρί)ῳ
Τῷ Κ(υρί)ῳ Γεωργίῳ Δέ ῥώσσῃ
ὑπάρχῳ Ζακύνθου.

2 (20)

Τήν Παναγιότητά σου δουλικῶς προσκυνῶ.

Τῇ 29: Ἰουλίου 1835: ΕΠ:
Παναγιώτατε ἡμῶν Αὐθέντα, καί δέσποτα καί οἰκουμενικέ Πατριάρχα, θειότατε, θεοχαρίτωτε, καί εἴ τι ἄλλο ὑψηλόν καί θεῖον πρᾶγμα καί ὄνομα, εύχομαι κυρίῳ τῷ Θεῷ ἵνα ὑγιαίνῃ ἡ Παναγιότης σου κατά τό θειότατον καί σεβάσμιον αὐτῆς σκῆνος, εἰς σύστασιν καί διόρθωσιν τῆς καθολικῆς καί οἰκουμενικῆς τοῦ χριστοῦ μεγάλης Ἐκκλησίας.

Ἡ Σεβαστή Βουλή τοῦ Ἑνωμένου τούτου κράτους, ἡ ὁποία φέρει ἀείποτε τό προσῆκον σέβας εἰς τόν Ἀρχηγόν τῆς Ἐκκλησίας τῶν ὀρθοδόξων Χριστιανῶν καί ἐπιθυμεῖ ὅλῃ προθυμίᾳ / νά διατηρῶνται ἀπαράτρεπτα τά κανονικά δίκαια τῆς ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, εἰδοποιήθη παρ' ἐμοῦ τοῦ ταπεινοῦ, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι ἁγίας μαύρας, Κυθήρων, καί ἄλλαι τῶν Ἑπτανήσων, ὑστεροῦνται ὀλοκλήρως ἁγίου Χρίσματος. Γινώσκει καλῶς ἡ ὑμετέρα Παναγιότης, πόσην ζημίαν προξενεῖ ἡ ἔλλειψις τοῦ Πνευματικοῦ τούτου χρίσματος, καί διά τοῦτο δέν ἐκτείνομαι περισσότερον. Ἄς μήν ἀπορήσῃ ἡ ἁγία της κορυφή, διατί γράφω εἰδικῶς ἐγώ ὁ ταπεινός, καί οὐχί κατά μέρος αἱ ἄλλαι Ἐπαρχίαι.

Γίνωσκε, Παναγιώτατε Δέσποτα, ὅτι κατά τήν ἀρχαίαν τῆς ἐκκλησίας συνήθειαν, ἐθέσπισε τό Ἰονικόν τοῦτο κράτος, ὅτι εἷς τῶν ἑπτά Ἀρχιερέων νά ᾖναι Ἔξαρχος τῆς Διοικήσεως, ὅςτις ὑποχρεοῦται νά εἰδοποιῇ τήν Σεβαστήν Βουλήν, εἰς ὅλας ἐκείνας τάς ὑποθέσεις αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς τό πνευματικόν χρέος του. Οὔσα λοιπόν ἐκ τῶν πνευματικῶν καί ἡ τοῦ μύρου ἔλλειψις, καί ἐπειδή εἰς τήν πενταετίαν ταύτην ἔλαχε νά ᾖναι ὁ Ζακύνθου Ἔξαρχος τοῦ κράτους, ἀνήκει εἰς ἐμέ, ὡς παρά τῆς Σεβαστῆς Βουλῆς διετάχθην, νά γράψω καί φανερώσω τῆς Παναγιότητός σου τήν μεγίστην ταύτην ἔλλειψιν.

Πρόφθασον λοιπόν Παναγιώτατε Δέσποτα, πρόφθασον ὅσον τάχιστα, Προμήθευσον δι' ἐπιταγῆς ἐκ τοῦ ὕψους τοῦ θρόνου σου, ὅπως ἔλθῃ εἰς τάς νήσους μας ἡ πνευματική αὕτη τοῦ ἁγίου μύρου δωρεά, ἵνα μή τά ἀθῶα τῶν ὀρθοδόξων βρέφη στερηθῶσι τήν ζωήν χωρίς τήν σφραγίδα τοῦ Παναγίου Πνεύματος.

Αἱ δέ πανάγιαι αὐτῆς εὐχαῖ εἴησαν μεθ' ἡμῶν.

Τῷ Παναγιωτάτῳ Σοφοτάτῳ
Ἀρχιεπισκόπῳ Κωνσταντινουπόλεως
νέας ῥώμης καί οἰκουμενικῷ Πατριάρχῃ
Κυρίῳ Κυρίῳ Κωνσταντίῳ
ἡμετέρῳ Δεσπότῃ.

ὁ ὑπογεγραμμένος ὁ ταπεινός Μητροπολίτης Μητροπολίτης Ζακύνθου
Διονύσιος Ἔξαρχος

3 (21)

Ἐκλαμπρότατε Ὕπαρχε,
Τῇ 30: Ἰουλίου 1835: ΕΠ:

Κατά τήν σεβασμίαν διάταξιν τῆς σεβαστῆς Βουλῆς, ὡς εἰδοποιήθην δι’ ἐπιστολῆς τῆς / ὑμετέρας Ἐκλαμπρότητος, περικλείω ἔσωθεν μίαν μου ἐπιστολήν ἀναφερομένην εἰς τόν Παναγιώτατον Οἰκουμενικόν Πατριάρχην, διά τῆς ὁποίας ζητῶ να προμηθεύσῃ καί ἐξαποστείλῃ ἅγιον μύρον, ἐπειδή στεροῦνται αἱ ἐπαρχίαι τούτου τοῦ κράτους τοῦ πνευματικοῦ τούτου χαρίσματος, παρακαλῶν τήν ὑμετέραν ἐκλαμπρότητα, νά ὑποτάξῃ αὐτήν εἰς τάς σκέψεις τῆς Σεβαστῆς Βουλῆς, ὅπως δι’ αὐτῆς ἔλθῃ εἰς τόν Πατριαρχικόν θρόνον, καί ἡ αὐτοῦ Παναγιότης δεχθῇ τάς αἰτήσεις μου, καί θεραπεύσῃ τήν πνευματικήν ταύτην χρείαν.

Καί οὕτω μέ τό προσῆκον σέβας μένω ὡς ὑποσημειοῦμαι.

Τῆς ὑμετέρας Ἐκλαμπρότητος
Διάπυρος εὐχέτης ἐν Χριστῷ
ὁ ὑπογεγραμμένος Διονύσιος Μ: Ζακύνθου καί ἔξαρχος

Τῷ Ἐκλ(αμπροτάτ)ῳ Δόκτωρι Κ(υρί)ῳ
Τῷ Κ(υρί)ῳ Γεωργίῳ Δέ ῥώσσῃ
ὑπάρχῳ Ζακύνθου.

4 (22)

Πανιερώτατε Μητροπολίτα καί Ὑπέρτιμε Ἔξαρχε.

Τῇ 30: Μαΐου 1839: ΕΠ:

Ἐπειδή ἡ Νῆσος Ζακύνθου, θεοφρούρητος Ἐπαρχία μου ὑστερεῖται ἁγίου Μύρου, ὥστε κινδυνεύουσι τά βαπτιζόμενα βρέφη τῶν ὀρθοδόξων νά στεροῦνται τούτου τοῦ μυστηρίου ὅπερ ἐστίν ἡ πνευματική σφραγίς καί δωρεά τοῦ ἁγίου πνεύματος, κρίνω χρέος μου ἀπαραίτητον, νά καθυποβάλω τῇ ὑμετέρᾳ ὑπερτίμῳ Πανιερότητι, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 14: τῆς λα' πράξεως τῆς δευτέρας Γερουσίας τήν αὐτήν ἔλλειψιν διά τάς ἀναγκαίας προβλέψεις.

Οἱ Ἀρχιερεῖς τῶν νήσων, ὡς διαλαμβάνει τό ἄρθρον 22: τῆς ἰδίας πράξεως, ἐμποδίζονται νά ἔχωσιν ἄμεσον ἀνταπόκρισιν μέ ξένας ἐκκλησίας καί ἀρχάς, εἰμή διά μέσου τῆς γενικῆς Διοικήσεως. Καί ἐπειδή τά ἅγιον μύρον διανέμεται εἰς ὅλας τάς ἐκκλησίας τῶν ὀρθοδόξων / ἀπό τόν Παναγιώτατον οἰκουμενικόν Πατριάρχην, εἶναι χρεία νά γνωστοποιηθῇ διά μέσου της ἡ Σεβαστή Βουλή, καί πράξῃ ὡς ἔπραξεν ἀναλόγως εἰς τάς αἰτήσεις τοῦ ἀειμνήστου Προκατόχου μου ὄντος Ἐξάρχου, ὅστις γνωστοποιηθείς δι' ἐπιστολῶν τῶν Ἀρχιερέων τῶν ἄλλων νήσων, ὅτι ὑποφέρουσιν ἔλλειψιν ἁγίου μύρου, καθυπέβαλλεν ἐπιστολήν ἀναφερομένην πρός τήν αὐτοῦ Παναγιότητα ζητοῦσα εὐμενῶς τήν προμήθειάν της διά τήν τοῦ μύρου ταχείαν ἀποστολήν. ἥτις ἐπιστολή φερθεῖσα διά μέσου τῆς γενικῆς Διοικήσεως πρός τόν οἰκουμενικόν Θρόνον, ἀπήλαυσαν ταχαίως αἱ ἐπαρχίαι ἅγιον μύρον. Πρόβλεψον λοιπόν παρακαλῶ μέ ὅλην τήν ταχύτητα διά νά ἡσυχάσῃ ἡ συνείδησίς μου ἥτις ἀκαταπαύστως ἀγανακτῇ διά τήν ἔλλειψιν τοῦ θείου τούτου χαρίσματος, ὑποσημειούμενος μέ ὅλον τό σέβας.

Τῆς ὑμετέρας Πανιερότητος
ὁ ἐν χριστῷ ἀδελφός.
ὁ ὑπογεγραμμένος Νικόλαος Μ: Ζακύνθου
Τῳ Πανιερωτάτῳ Κ(υρί)ῳ
Εὐγενείῳ Μητροπολίτη Λευκάδος
καί Ὑπερτίμῳ Ἐξάρχῳ

5 (23)

Πανιερώτατε Μητροπολίτα καί Ὑπέρτιμε Ἔξαρχε.

Τῇ 15: Νοεμβρίου 1839: ΕΠ:

Ἡ αὐτοῦ Παναγιότης, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης, μέ σεβασμίαν ἐπιστολήν του ἡμερολογουμένην τῇ 14: Ὀκτωβρίου ἀπελθόντος ἐξαπέστειλέ μοι τρία ἀγγεῖα γέμοντα Ἁγίου Μύρου μέ τό πλοῖον τοῦ Κυρίου Γαλάτη, ἐκ τῶν ὁποίων εἰρηκέ μοι κρατῆσαι ὅσον χρειάζεται διά τήν ἐπαρχίαν μου, καί τό ἐναπολειφθέν νά διευθύνω πρός τήν ὑμετέραν Πανιερότητα. Ἀλλ' ἐπειδή τό πλοῖον τοῦτο ἐλθόν εἰς Ζάκυνθον ἀνεχώρησε διά τήν ἁγίαν Μαύραν χωρίς οὐδεμίαν ἐκ τοῦ πλοίου ἀποκένωσιν, καί κατά συνέπειαν ἔμεινον καί τά ἀγγεῖα, παρακαλῶ τήν ὑμετέραν Πανιερότητα, νά δεχθῇ ἀπό τόν εἰρημένον Πλοίαρχον Παναγῆ Γαλάτη τά τρία ἀγγεῖα, νά κρατήσῃ τά δύω, καί τό ἕτερον νά διευθύνῃ πρός με διά μέσου της ὅσον τάχιστα ἔχουσα χρείαν καί ἡ ἐπαρχία μου ἁγίου Μύρου. Εἰδοποιῶ σε προσέτι, ὅτι εἰς ἄλλην ἐπιστολήν ἑνός πραγματευτοῦ εἰς τήν Ζάκυνθον, ἐγνωρίσθη, ὅτι ἡ αὐτοῦ Παναγιότης, δέν ζητᾶ πληρωμήν διά τό ἅγιον μύρον, ὅμως διά ὠφέλειαν τῆς φαμελίας εἶναι χρεία νά σταλθῶσι δίστυλα δώδεκα τά ὁποῖα ἐγώ ἐξαπέστειλα, καί ἡ ὑμετέρα Πανιερότης θέλει φροντίσῃ νά δωθῇ κατά ἀναλογίαν ἡ ποσότης τῶν δώδεκα τούτων διστύλων, καί θέλει λάβω ἐγώ ὅσον ἀνήκει ἀπό τήν ὑμετέραν Πανιερότητα. Καί οὕτω νοερῶς ἀσπαζόμενός σε ἐν ἁγίῳ φιλήματι μένω ὡς ὑποσημειοῦμαι.

Τῆς ὑμετέρας Πανιερότητος
ὁ ἐν χριστῷ Ἀδελφός.
ὁ ὑπογεγραμμένος Νικόλαος Μ: Ζακύνθου
Τῳ Πανιερωτάτῳ Κ(υρί)ῳ
Τῷ Κ(υρί)ῳ Εὐγενείῳ Μητροπολίτῃ
Λευκάδος καί ἁγίας Μαύρας, καί
Ὑπερτίμῳ Ἐξάρχῳ

6 (24)

Πανιερώτατε Δέσποτα.

Τῇ 30: Ἰανουαρίου 1840: ΕΠ:

Τάς προαπελθούσας ἡμέρας ἔλαβον ἀπό Κέρκυραν τά τρία ἀγγεῖα πλήρη ἁγίου Μύρου σταλλέντα μοι ἀπό τόν Παναγιώτατον Οἰκουμενικόν Πατριάρχην, ὡς δι' ἐπιστολῆς μου τῶν 15:Νοεμβρίου ἐδηλοποίησα τήν ὑμετέραν Πανιερότητα. Ὅθεν κατά τήν διόρισιν τῆς αὐτοῦ Παναγιότητος ἐκράτησα τό ἕν πρός χρῆσιν τῆς Ἐπαρχίας μου, καί τά ἕτερα δύο ἀγγεῖα πέμπω τῇ ὑμετέρᾳ Πανιερότητι, ὅπως διανεμηθῶσιν ἐξ αὐτῆς ὅθεν εἶναι ἔλλειψις τοῦ πνευματικοῦ τούτου Χαρίσματος. δηλοποιῶ προσέτι, ὅτι ἐκτός τῶν δώδεκα διστύλων διαλαμβανομένων εἰς τήν εἰρημένην ἐπιστολήν μου, τά ὁποῖα χρησιμεύουσιν ὡς δῶρον τῆς Πατριαρχικῆς φαμελίας, προσθέττιται ἔτι καί ἕτερον δίστυλον ἕν καί πέντε εἴκοσι / διά τόν ναῦλον· ἐκ τοῦ ὁποίου ἀριθμοῦ εἶναι χρεία νά διευθύνῃ πρός με ἡ ὑμετέρα Πανιερότης δύω τρίτα τοῦ ὅλου, καί τό ἕτερον τρίτον κατά ἀναλογίαν προσθέτω ἐγώ. Καί οὕτω μέ τό προσῆκον σέβας μένω ὡς ὑποσημειοῦμαι.

Τῆς ὑμετέρας Πανιερότητος
ὁ ἐν χριστῷ ἀδελφός.
ὁ ὑπογεγραμμένος Νικόλαος Μ: Ζακύνθου
Τῳ Πανιερωτάτῳ Κ(υρί)ῳ
Τῷ Κ(υρί)ῳ Εὐγενείῳ Μητροπο-
λίτῃ Λευκάδος καί ἁγίας Μαύρας.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Βασικά βοηθήματα γιά τόν περί Ἁγίου Μύρου λόγο, θεωροῦνται: α) Μητροπολίτου Σουηδίας καί πάσης Σκανδιναβίας Παύλου Μενεβίσογλου, Τό Ἅγιον Μύρον ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἀνατολικῇ Ἐκκλησίᾳ (διδακτορική διατριβή), ἐκδ. Πατριαρχικόν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, (Θεσσαλονίκη 1972) καί β) Τοῦ ἴδιου, Μελετήματα περί Ἁγίου Μύρου, (Ἀθήνα 1999). Πρβλ. α) Ἀριστείδη Πανώτη, «Περί τόν Καθαγιασμό τοῦ Ἁγίου Μύρου. “Σφραγίς δωρεᾶς πνεύματος ἁγίου”», Ἐφημερίδα Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια, 16.4.1992, φ. 346, σ. 6 καί 1-16.5.1992, φ. 347, σ. 15 καί β) Πρωτοπρεσβυτέρου Θεμιστοκλέους Στ. Χριστοδούλου, Τό Μυστήριον τοῦ Χρίσματος. Ἱστορικολειτουργική μελέτη γιά τό ἱερό μυστήριο τοῦ Χρίσματος καί τά περί αὐτοῦ τελούμενα, ἐκδ. Ὁμολογία, Ἀθήνα 2007, σ. 34-54 (Κεφάλαιο 3ο: Τό Ἅγιον Μύρον).
2. Πραξ 8, 14-17.
3. Βλ. σχετικά, Προδρόμου Θανάσογλου, Ἐγχειρίδιο προπαρασκευῆς καί ἔψησης τοῦ Ἁγίου Μύρου, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 2002.
4. Βλ. Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, Τό Ἅγιον Μύρον ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 1992, ὅπου σύντομο ἱστορικό καί εἰδική Ἀκολουθία τοῦ Καθαγιασμοῦ.
5. Βλ. Ἀθανασίου Ἀρβανίτου, «Ὁ καθαγιασμός τοῦ Ἁγίου Μύρου εἰς τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον τό 1983», Ἐκκλησία 60 (1983) 314 ἑξ.
6. Βλ. α) Ν. Μαγγίνα, «Ὁ πρῶτος καθαγιασμός Ἁγίου Μύρου ἐπί Πατριάρχου Βαρθολομαίου», Ἐφημερίδα Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια, 1-16.5.1992, φ. 347, σ. 2 καί β) Ἰ(ωάννου) Μ. Χ(ατζηφώτη), «Ὁ καθαγιασμός τοῦ Ἁγίου Μύρου στό Φανάρι (23.4.1992)», Ἐκκλησία 69 (1992) 269.
7. Ὅλα τά περί τῶν σχετικῶν τελετῶν τοῦ 2002, βλ. ὑπό τόν τίτλο «Καθαγιασμός τοῦ Ἁγίου Μύρου», Ὀρθοδοξία, 9 (2002) 224-240.
8. Βλ. ἀναλυτικά στοιχεῖα στό, Προδρόμου Θανάσογλου,
ὅ.π.
9. Γιά τόν Μητροπολίτη Ζακύνθου Διονύσιο Δελάζαρη (1764; - 24.1/4.2.1838), βλ. α) Παναγιώτου Χιώτου, Ἱστορικά Ἀπομνημονεύματα Ἑπτανήσου, Ἐκδ. Τυπογραφεῖον ὁ «Φώσκολος», Ἐν Ζακύνθῳ 1887, τ. 6 (σειρᾶς), 181, β) Λεωνίδα Χ. Ζώη, Λεξικόν Ἱστορικόν καί Λαογραφικόν Ζακύνθου, Ἐκ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, Ἀθῆναι 1963, τ. 1, 149, γ) Ντίνου Κονόμου, «Ἐκλογή Ἀρχιεπισκόπου Ζακύνθου (1833)· Ἀνέκδοτα κείμενα», Ἑπτανησιακά Φύλλα 6 (1968) 59-67, δ) Τοῦ ἴδιου, Τό ζακυνθινό ράσο στήν Ἐθνεγερσία, ἐκδ. Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ζακύνθου, Ἀθήνα 1971, σ. 54 ἑξ., ε) Τοῦ ἴδιου, Ζάκυνθος Πεντακόσια Χρόνια (1478-1978), Ἀθήνα 1987, τ. 4 (Ἐκκλησιαστικά), 101 ἑξ., στ) Πρωτοπρεσβυτέρου Παναγιώτη Καποδίστρια, «Ὁ Μητροπολίτης Ζακύνθου Διονύσιος Δελάζαρης (1833-1838) καί ὁ Κώδικας τῆς Ἀρχιερατείας του», Ἑπτανησιακά Φύλλα 20 (2000) 619-659, ζ) Τοῦ ἴδιου, «Ἀνέκδοτα ὑπομνήματα γιά τούς Μητροπολίτες Ζακύνθου Διονύσιο Δελάζαρη καί Νικόλαο Κοκκίνη», Ἀνάτυπο ἀπό τά Πρακτικά τοῦ Στ΄ Διεθνοῦς Πανιονίου Συνεδρίου τοῦ 1997, Ἀθήνα 2001, τ. 2, 649-656 καί η) Τοῦ ἴδιου, Ζακυνθινοί Ἐπίσκοποι στόν Κόσμο, ἐκδ. Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ζακύνθου, Ζάκυνθος 2004, σ. 25-28.
10. Γιά τόν Μητροπολίτη Ζακύνθου Νικόλαο Κοκκίνη (1791-1867), βλ. α) Ἐφημερίδα Ἡ Φωνή τοῦ Ἰονίου, Ζάκυνθος, ἔτος Α΄, ἀριθμ. 30, 6 Δεκεμβρίου 1858, σ. 3 ἑξ., β) Ἐφημερίδα Φωνή τοῦ Ἰονίου καί Ρήγας, 7 καί 14 Νοεμβρίου 1859, γ) Παναγιώτου Χιώτου, Ἱστορία τοῦ Ἰονίου Κράτους ἀπό συστάσεως αὐτοῦ μέχρις Ἑνώσεως (ἔτη 1815-1864), Ἐκδ. Τυπογραφεῖον Ἡ Ἑπτάνησος Χρίστου Σ. Χιώτου, Ἐν Ζακύνθῳ 1877, τ. 1, 318 καί 423, δ) Τοῦ ἴδιου, Ἱστορικά Ἀπομνημονεύματα Ἑπτανήσου, ὅ.π., τ. 1, 181, ε) Τοῦ ἴδιου, ὅ.π., τ. 2 (περιέχων τά ἀπό Ἁρμοστείας Ἄδαμ 1824 ἕως Ἑνώσεως 1864), 784 ἑξ., στ) Ἐπισκόπου Ταλαντίου Βασιλείου Ἀτέση, Ἐπίτομος Ἐπισκοπική Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπό τοῦ 1833 μέχρι σήμερον, ἐκδ. Βιβλιοπωλεῖον Ἀθανασίου Θ. Πουντζᾶ, Ἐν Ἀθήναις 1948, τ. 1, 115-120, ζ) Λεωνίδα Χ. Ζώη, ὅ.π., σ. 298 ἑξ., η) Σπύρου Ἀβούρη, «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑπτανήσου ἐπί Ἀγγλοκρατίας», Χρονικά Ζακύνθου, Ἀθῆναι 1964, τ. 1, 55-73, θ) Τοῦ ἴδιου, Τά Ἐκκλησιαστικά τῆς Ἑπτανήσου 1815-1867, Ἀθῆναι 1965, σ. 93-117 [τό κεφάλαιο «Ἡ Ἐκκλησιαστική ἀφομοίωση τῆς Ἑπτανήσου μετά τήν Ἕνωση»], ι) Τοῦ ἴδιου, [σχετικό λῆμμα], ΘΗΕ, Ἀθῆναι 1966, τ. 9, 533, ια) Ντίνου Κονόμου, Ζακυνθινοί Φιλικοί, Ἀθήνα 1966, σ. 61-63, ιβ) Τοῦ ἴδιου, Τό ζακυνθινό ράσο στήν Ἐθνεγερσία, ἐκδ. Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ζακύνθου, Ἀθήνα 1971, σ. 52 ἑξ., ιγ) Τοῦ ἴδιου, Ζάκυνθος Πεντακόσια Χρόνια (1478-1978), Ἀθήνα 1987, τ. 4 (Ἐκκλησιαστικά), 103-109, ιδ) Μητροπολίτου Κίτρους Βαρνάβα Δ. Τζωρτζάτου, Οἱ βασικοί θεσμοί Διοικήσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μετά ἱστορικῆς ἀνασκοπήσεως, Ἐν Ἀθήναις 1977, σ. 29-32, ιε) Σταύρου Ἰωσ. Παπαδάτου, «Ἡ ἀφομοίωσις τῆς Ἰονίου Ἐκκλησίας», Ἐπετηρίς Ἑταιρείας Λευκαδικῶν Μελετῶν, Ἀθῆναι 1977, τ. 4, 61-112, ιστ) Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ, «Ριζοσπαστισμός καί Ὀρθοδοξία στή Ζάκυνθο (Ἡ περίπτωση τῶν “Ἑλλήνων Προτεσταντῶν”, 1848-1850)», Περιοδικό τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Φθιώτιδος Θεοδρόμος 3 (1986) 485-556, ιζ) Τοῦ ἴδιου, «Ὄψεις τῆς στάσεως τοῦ Μητροπολίτου Ζακύνθου Νικολάου (Κοκκίνη) στό ζήτημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀφομοιώσεως τῆς Ἑπτανήσου (1864-1867)», Πρακτικά Διεθνοῦς Συνεδρίου «Ἅγιοι καί ἐκκλησιαστικές προσωπικότητες στή Ζάκυνθο» (Ζάκυνθος 6-9.11.1997), Ἀθῆναι 1999, σ. 367-406, ιη) Ἀρχιμανδρίτου Ἀνδρέα Νανάκη (νῦν Μητροπολίτου Ἀρκαλοχωρίου, Καστελλίου καί Βιάννου), «Ἀρχιερεῖς Ζακύνθου στόν πρῶτο αἰώνα μετά τήν ἐκκλησιαστική ἀφομοίωση τῆς Ἑπτανήσου», ὅ.π., σ. 51-53, ιθ) Νίκια Λούντζη, «Νικόλαος Κοκκίνης καί Ἑρμάννος Λούντζης», ὅ.π., σ. 417-423, κ) Πρωτοπρεσβυτέρου Παναγιώτη Καποδίστρια, «Ἀνέκδοτα ὑπομνήματα γιά τούς Μητροπολίτες Ζακύνθου Διονύσιο Δελάζαρη καί Νικόλαο Κοκκίνη», Πρακτικά τοῦ Στ΄ Διεθνοῦς Πανιονίου Συνεδρίου τοῦ 1997, Ἀθήνα 2001, τ. 2, 656-658, κα) Τοῦ ἴδιου, Ζακύνθου Ἑορτοδρόμιον, ἐκδ. Ἱερά Μητρόπολις Ζακύνθου, Ζάκυνθος 1998, σ. 305-317, κβ) Γιώργου Κεντρωτῆ, Γρικώντας τήν Ἄπλαστη Ἁρμονία τῶν Οὐρανῶν· Ἐπικήδειοι, Ἐπιτάφιοι καί Νεκρολογίες γιά τόν Διονύσιο Σολωμό (1857), ἐκδ. ὕψιλον/βιβλία, Ἀθήνα 2002, σ. 167-172, κγ) Πρωτοπρεσβυτέρου Γερασίμου Ζαμπέλη, Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Λευκάδος, Λευκάδα 2003, τ. 2, 279-309, κδ) Πρωτοπρεσβυτέρου Παναγιώτη Καποδίστρια, Ζακυνθινοί Ἐπίσκοποι στόν Κόσμο, ἐκδ. Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ζακύνθου, Ζάκυνθος 2004, σ. 29-36, κε) Τοῦ ἴδιου, «Ψηφίδες ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς στήν Ἀγγλοκρατούμενη Ζάκυνθο», Πρακτικά Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου (Ἀθήνα 24-27.2.2004) τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν καί τοῦ Κέντρου Ἐρεύνης τῆς Ἱστορίας τοῦ Νεώτερου Ἑλληνισμοῦ γιά τήν Ἕνωση τῆς Ἑπτανήσου 1864-2004, Ἀθήνα 2005, τ. 1, 369-391 καί κστ΄) Τοῦ ἴδιου, «Ὁ Μητροπολίτης Ζακύνθου Νικόλαος Κοκκίνης “ὡς ἀληθής ποιμήν καί οὐ μισθωτός”», Ἀνακοίνωση στό Η΄ Διεθνές Πανιόνιο Συνέδριο, Χώρα Κυθήρων, 21-25.5.2006 (στά ὑπό ἔκδοσιν Πρακτικά).
11. Κατά τόν Λ. Χ. Ζώη (ὅ.π., σ. 573), ὁ Γεώργιος Δερώσσης ὑπῆρξε γιατρός ἰταλοσπουδαγμένος, ὅπου συνδέθηκε φιλικά μέ τόν Οὖγκο Φώσκολο. Ἐπειδή ἔγραψε ἀναφορά στόν βασιλιά Γεώργιο Δ΄ γιά μεταρρύθμιση τοῦ Συντάγματος τοῦ Μαίτλαντ καταδιώχθηκε, ἀλλά διασώθηκε στή Βενετία. Ὅταν ἐπέστρεψε στήν γενέτειερα, ἔγινε Ἔπαρχος ἀπό τό 1833. Πέθανε τό 1860.
Στοιχεῖα γιά τήν φιλία Διονυσίου Σολωμοῦ καί Γεωργίου Δερώσση, μά καί τήν ὁριστική της διακοπή, ἐκτενῶς ἀναφέρονται στό, Σωκράτη Καψάσκη, Στοιχεῖα Βιογραφίας Διονυσίου Σολωμοῦ, ἐκδ. τυπωθήτω, Ἀθήνα 1998, σ. 419-478. Ἐπειδή στό ἐν λόγῳ ἔργο Καψάσκη τίθεται ἐντονότατος ὁ προβληματισμός περί τῆς ἀκριβοῦς περιόδου, κατά τήν ὁποία διετέλεσε Ἔπαρχος ὁ Δερώσσης, καθώς μποροῦμε νά ὁδηγηθοῦμε σέ συμπεράσματα γιά τήν σολωμική ποίηση, ἀπό πλευρᾶς μας πρέπει νά γνωστοποιήσουμε τά ἑξῆς:
Καθώς προκύπτει ἀπό τό κοινό «Βιβλίον Γραμμάτων...» τῆς Ἀρχιερατείας Δελάζαρη ἕως τό ἔτος 1842 τῆς Ἀρχιερατείας Κοκκίνη (ἀπ’ ὅπου καί ὅλες οἱ ἀνακοινούμενες ἐδῶ ἐπιστολές), ἐγγραφές-ἀναφορές τῶν δύο αὐτῶν Ἱεραρχῶν πρός Γεώργιον Δερώσσην ὑπάρχουν ἀπό 18ης Ἰουλίου 1833 ἕως 28ης Μαΐου 1837 καί ἀπό 16ης Ὀκτωβρίου 1937 ἕως 28ης Ἰανουαρίου 1939 (ἔτος παλαιόν). Πρβλ. Λ. Χ. Ζώη, ὅ.π., 197.
12. Κατά τό Σύνταγμα τοῦ 1817, «τῆς Ἰονίου Ἐκκλησίας προΐσταται εἷς Μητροπολίτης καί καλεῖται Ἔξαρχος αὐτῆς, μέ τήν ἐπιδοκιμασίαν τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ Ἔξαρχος ὁρίζεται ἀνά πέντε χρόνια καί ἰσοβαθμεῖται “τιμῆς ἕνεκεν” πρός γερουσιαστήν καί θά παρευρίσκεται στήν πρωτεύουσαν τοῦ Κράτους, κατά τούς τρεῖς μῆνας ἐν οἷς συνεδριάζει ἡ Ἰόνιος Βουλή, νομοθετῶν καί προτείνων τά κατάλληλα προς διακόσμησιν καί εὐταξίαν τῆς Ἰονίου Ἐκκλησίας.» [Σπύρου Ἀβούρη, «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑπτανήσου ἐπί Ἀγγλοκρατίας», ὅ.π., σ. 18].
13. Ὁ Πατριάρχης Κωνστάντιος Β΄ ὁ Ἄσοφος, «Ὑπῆρξε Μητροπολίτης Τορνόβου. Συνεργάστηκε μέ τόν σουλτάνο γιά νά ἐκθρονίσει τόν πατριάρχη Κωνστάντιο Α΄. Ἔτσι στίς 18 Αὐγούστου τοῦ 1834 τόν διαδέχτηκε ἀλλά καθώς ὑπῆρξε ἀπαίδευτος καί ἀνίκανος διοικητικά καθαιρέθηκε ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο (26 Σεπτεμβρίου 1835) καί ἀποσύρθηκε στό Μέγα Ρεῦμα τοῦ Βοσπόρου ὅπου καί πέθανε τό 1859 σέ ἡλικία ἑκατό περίπου ἐτῶν». [(Γιώργου Βαλσάμη), Οἱ Πατριάρχες τοῦ Γένους ἀπό τήν Ἅλωση ἕως σήμερα, ἐκδ. Ἐκκλησιαστική Βιβλιοθήκη Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος, Βόλος 1995, σ. 112].
14. Βλ. σχετικά α) Πρωτοπρεσβυτέρου Παναγιώτη Καποδίστρια, Ζακυνθινοί Ἐπίσκοποι στόν Κόσμο, ὅ.π., β) Τοῦ ἴδιου, «Ψηφίδες ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς στήν Ἀγγλοκρατούμενη Ζάκυνθο», ὅ.π., καί γ) Τοῦ ἴδιου, «Ὁ Μητροπολίτης Ζακύνθου Νικόλαος Κοκκίνης “ὡς ἀληθής ποιμήν καί οὐ μισθωτός”»,
ὅ.π.
15. Πρόκειται γιά τόν Μητροπολίτη Εὐγένιο Φέτση. Γεννήθηκε τό 1780 και χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος στίς 6 Ἰουλίου 1834, στόν ναό τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ Λευκάδας ἀπό τούς Ἀρχιερεῖς Κεφαλληνίας Παρθένιο (Μακρῆ), Ἰθάκης Παΐσιο (Καραβία) καί Ζακύνθου Διονύσιο (Δελάζαρη). Πέθανε στίς 26 Ἰανουαρίου 1851. Βλ. σχετικά στό, Πρωτοπρεσβυτέρου Γερασίμου Ζαμπέλη, ὅ.π., 157-165.
16. Ὁ Παναγῆς Γαλάτης ἦταν Θιακός ὡς πρός τήν καταγωγή. Ἀπό τό, Νίκου Στ. Βλασσόπουλου, Ἡ Ναυτιλία τῆς Ἰθάκης (1700-1900), ἐκδ. Παπαζήση, Ἀθήνα 2001, σ. 143, προκύπτει ὅτι, μεταξύ τῶν ἐτῶν 1823-8 πλοιοκτήτης μέ τό ἴδιο ὀνοματεπώνυμο κατεῖχε σκάφος ὀνόματος «Ἅγιος Σπυρίδων» καί μέ τό ἴδιο ὀνοματεπώνυμο, μεταξύ δέ τῶν ἐτῶν 1838-41, ἄλλο σκάφος μέ τ’ ὄνομα «Τηλέμαχος». Κατά πᾶσα πιθανότητα πρόκειται περί τοῦ πλοιοκτήτη πού μᾶς ἐνδιαφέρει. Ἡ Οἰκογένεια Γαλάτη θά εἶχε ἀσφαλῶς παράδοση στή ναυτιλία. Στό παραπάνω βιβλίο Βλασσόπουλου (σ. 34), ὅπου πίνακας Θιακῶν σκαφῶν τοῦ 1761, ἀναφέρεται καί καΐκι μέ καραβοκύρη τόν Παναγῆ Γαλάτη, πρόγονο μᾶλλον τοῦ ἀνωτέρω.
17. Κάτι ἀνάλογο συμβαίνει μέχρι σήμερα, ὅπως φαίνεται καί ἀπό τήν παρακάτω σχετική Ἐγκύκλιο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πρός τούς Μητροπολίτες τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας (ἀριθμ. 2721 τῆς 25ης Ὀκτωβρίου 2001):
«(…)
Ἠγγέλθη τῇ Διαρκεῖ Ἱερᾷ Συνόδῳ διά τοῦ ὑπ’ ἀριθμ. 502/2001 καί ἀπό 10ης Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. Γράμματος τῆς Α.Θ.Π. τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, ὅτι ἐξαντλουμένου τοῦ ἐν τῷ Πατριαρχικῷ Μυροφυλακίῳ ἀποτεθησαυρισμένου Ἁγίου Μύρου, ἀνάγκη ἐστίν, ἵνα παρασκευασθῇ νέα ποσότης αὐτοῦ κατά τό προσεχές Πάσχα.
Ἐπειδή ἔθος ἐστίν, ὅπως ἅπασαι αἱ Ἐκκλησίαι, αἱ διά τόν ἱερόν σύνδεσμον τῆς ἀγάπης καί τῆς ἑνότητος λαμβάνουσαι παρά τοῦ Ἁγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Θρόνου Ἅγιον Μύρον εἰς ἀντιμετώπισιν τῶν θρησκευτικῶν αὐτῶν ἀναγκῶν, προσέρχωνται ἀρωγοί εἰς τάς ἀπαιτηθησομένας δαπάνας, ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος, κατά τήν Συνεδρίαν Αὐτῆς τῆς 24ης φθίνοντος μηνός Ὀκτωβρίου ἐ.ἔ., ἤχθη εἰς τήν ἀπόφασιν, ὅπως τήν Κυριακήν τῆς Σταυροπροσκυνήσεως ἐπιόντος ἔτους 2002, περιαχθῇ εἰς ἅπαντας τους Ἱερούς Ναούς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, δίσκος ὑπέρ τοῦ ὡς ἄνω διαληφθέντος σκοποῦ.
(...)
[Ἀκολουθοῦν τά ὀνόματα τῶν Συνοδικῶν μέ προεστῶτα τόν τότε Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Χριστόδουλο (+2008) καί Ἀρχιγραμματέα τόν Ἐπίσκοπο Σαλώνων Θεολόγο (νῦν Μητροπολίτη Σερρῶν)].
18. Τά κείμενα τῶν ἐπιστολῶν παρατίθενται ὅπως ἀκριβῶς ἀπόκεινται στόν Κώδικα. Μέ τήν ἴδια ὀρθογραφία καί στίξη.
19. Ἀπό τό «Βιβλίον Γραμμάτων...» ἀπό τῆς Ἀρχιερατείας Διονυσίου Δελάζαρη ἕως τό ἔτος 1842 τῆς Ἀρχιερατείας Νικολάου Κοκκίνη, σελ. 46-48.
20. ὅ.π., σελ. 48 ἑξ.
21. ὅ.π., σελ. 49 ἑξ.
22. ὅ.π., σελ. 156 ἑξ.
23. ὅ.π., φ. 164 v.
24. ὅ.π., φ. 166 r-v.


Λεζάντες φωτογραφιών:
1. Στο Μυροφυλάκιο - Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, 1992.
2.Φωτογραφία ἀπό τόν ἐπί πατριαρχίας Κυρίλλου Ζ΄ Καθαγιασμό Ἁγίου Μύρου, τό 1903.
3. Στιγμιότυπο ἀπό τον Καθαγιασμό τοῦ 1928, ἐπί Πατριάρχου Βασιλείου Γ΄.
4.Ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας καί οἱ περί αὐτόν Ἀρχιερεῖς μετά τόν δεύτερο ἐπί πατριαρχίας του Καθαγιασμό, αὐτόν τοῦ 1960.
5.Ἀναμνηστική φωτογραφία τοῦ 1973, μετά τόν πρῶτο ἐπί Πατριάρχου Δημητρίου Καθαγιασμό Ἁγίου Μύρου.
6.Μιά στιγμή ἀπό τόν δεύτερο ἐπί πατριαρχίας Δημητρίου Καθαγιασμό Μύρου, τό 1982.
7.Ἡ ἀναμνηστική φωτογραφία τῶν συμμετασχόντων στόν πρῶτο ἐπί πατριαρχίας Βαρθολομαίου Καθαγιασμό Ἁγίου Μύρου, το 1992.
8. Ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος καί ὁρισμένοι ἀπό τούς συμμετέχοντες στόν δεύτερο ἐπί πατριαρχίας του Καθαγιασμό, τό 2002. Φωτογραφία Νίκου Μαγγίνα, τόν ὁποῖον εὐχαριστοῦμε γιά τήν εὐγένεια τῆς ἀποστολῆς.


2 σχόλια:

Ρεγγίνα είπε...

Τί ταλαιπωρία για τα αυτονόητα!
Δέν λέει κάπου"δωρεάν λάβετε δωρεάν δότε";
Κατά τα άλλα ήταν "αμισθί"!!
Μου θύμισε το "πολυταξιδεμένο δέμα"!

Αναΐς είπε...

Πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες και εντελώς άγνωστα πράγματα για μένα..
Πρέπει να διαβάζουμε την ιστορία μας και όλες οι ψηφίδες είναι ιστορία μας.

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email