© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2009

Γ. Μ. (Γεωργίου Μάνεση): [ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΕΝ ΖΑΚΥΝΘΩ ΤΩ 1907 ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΓΡΙΤΖΑΝΗ]

[ Το παρακάτω δυσεύρετο κείμενο προέρχεται από την Εφημερίδα ΕΛΠΙΣ, Ζάκυνθος 4.11.1907, φ. 1674 σ. 1-3 και μάς παραχωρήθηκε προς αναδημοσίευσιν από τον Μουσικό κ. Αντώνη Κλάδη (τον οποίο ευχαριστούμε για την ευγένειά του), έχοντας συμπληρωθεί πλήρης εκατονταετία μετά την πρώτη του παρουσίαση.
Ο κ. Κλάδης φωτοτύπησε το κείμενο αυτό, προ πολλών ετών, τότε που επιτρεπόταν η πρόσβαση στις παλαιές εφημερίδες της Ζακύνθου, στη Δημόσια Βιβλιοθήκη Ζακύνθου, όπου φυλάσσονται. Στη συνέχεια απαγορεύτηκε ετσιθελικά και παράνομα η πρόσβαση των ερευνητών στους θησαυρούς αυτούς. Ύστερα, έκλεισε και η ίδια η Βιβλιοθήκη, λόγω φθορών του κτηρίου της, εξαιτίας των νεότερων Σεισμών... Πράγμα που σημαίνει, ότι πλέον έχουμε αποτελειωθεί ως Ζακυνθινός Πολιτισμός...
π. Π.Κ. ]

ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ

Σήμερον λοιπόν τελούνται τα εγκαίνια της Εκκλησιαστικής μουσικής Σχολής της οποίας τα μαθήματα ήρξαντο κανονικώς από του παρελθόντος Ιουνίου, αφ’ ης δηλονότι εποχής ή σχολή συνέστη. Δεν πρέπει να θεωρηθή μικρόν το τελούμενον διά πάσης επισημότητος σήμερον διά την εκκλησιαστικήν μουσικήν ιστορίαν της Ζακύνθου. Από καιρού ήρξατο μαραινομένη και φθίνουσα η εκκλησιαστική ημών μουσική και από της εκκλησίας της Ζακύνθου την οποίαν εις παρελθόντας χρόνους εκόσμουν οι καλοφονώτεροι και τεχνικώτεροι των ιεροψαλτών, όσοι εν τη ιστορία της εκκλησιαστικής της Ζακύνθου μουσικής αναφέρονται από της παρελθούσης εκατονταετηρίδος μέχρις επ’ εσχάτων, εξέλιπεν ο εναρμόνιος εκείνος και εκκλησιαστικός μουσικός ρυθμός, τον οποίον έσπευδον εν τοις διαφόροις ναοίς οι εκκλησιαζόμενοι να ακούωσιν εκτελούμενον υπό των ονομαστών εκείνων ιεροψαλτών και διδασκάλων όσοι διεκρίθησαν κατά διαφόρους καιρούς. Και τα τελευταία λείψανα της μουσικής εκείνης ακμής εξέλιπον και δεν απέμειναν εις τους επιζώντας ειμή αι αναμνήσεις των ιεροτελεστιών τας οποίας ελάμπρυναν οι παλαιότεροι μουσικοδιδάσκαλοι και διακεκριμένοι ιεροψάλται. Ούτοι παθαινόμενοι εν τη εκτελέσει και αισθανόμενοι το εκκλησιαστικόν ύψος της μουσικής της οποίας ετάχθησαν διερμηνείς και εκτελεσταί, εξετέλουν τας σεμνάς εκείνας κατανυκτικάς ακολουθίας των οποίων η παράδοσις φέρεται και μέχρι των ημερών μας. Αλλ’ ο χρόνος αφ’ ενός, η μη συστηματική σπουδή ιεροψαλτών αφ’ ετέρου, παρεμόρφωσαν και ηλλοίωσαν το καλόν εκείνο μουσικόν σύστημα και τας θέσεις εκείνας εν τοις ιεροίς ναοίς τας οποίας άλλοτε κατείχον οι Καισάριοι, οι Γριτζάναι, οι Κύριλλοι, οι Θερειανοί, οι Πυλαρινοί, οι Ρουσελάτοι και η λοιπή χορεία των δοκιμωτάτων εκείνων ιεροψαλτών και διδασκάλων, εν τοις νεωτέροις και τοις καθ’ ημάς χρόνοις κατέλαβον, πλην ολιγίστων εξαιρέσεων. άνθρωποι αδαείς και της τέχνης και του σκοπού της εκκλησιαστικής μουσικής. Αλλ’ ήδη οι ιεροψάλται εξέλιπον σχεδόν παντελώς και την έλλειψιν ταύτην ησθανόμεθα κατά τας ημέρας των υψηλοτέρων της ορθοδοξίας ιεροτελεστιών. Αι τελεταί της μεγάλης εβδομάδος αι ονομασταί αύται εν Ζακύνθω τελεταί, έχασαν πλέον ένεκα της ελλείψεως ταύτης των ιεροψαλτών εν τη μουσική εκτελέσει το παθητικόν εκείνο και εκφραστικόν το οποίον διακεκριμένοι Ζακύνθιοι μουσικοδιδάσκαλοι απέδιδον κατά την μουσικήν εκτέλεσιν ενός παθητικού ήχου. Τα λείψανα της εκκλησιαστικής μουσικής, τα μεν ευρίσκονται ερριμένα και παρημελημένα και εσκορπισμένα τη δε κακείσε, τα δε περιήλθον εις άτομα άτινα καίτοι είχον τον πόθον και την θέλησιν να τα περισώσωσι διά της χρήσεως, εστερούντο των μέσων της μουσικής μορφώσεως και της τεχνικής εκπαιδεύσεως.

Η από πέντε μηνών συστάσα και πάλιν, αλλ’ υπό άλλας βάσεις εδραιωτέρας σχολή της εκκλησιαστικής μουσικής εις δύο τινά κύρια απέβλεψε σχετιζόμενα προς την μουσικήν εκκλησιαστικήν ιστορίαν του τόπου. αφ’ ενός μεν να περισώση την καθιερωθείσαν εν Ζακύνθω εκκλησιαστικήν μουσικήν διά της περισυναγωγής και διαφυλάξεως των μουσικών τούτων βιβλίων και λοιπών μουσικών τροπαρίων εις την μουσικήν σύνθεσιν των οποίων κατέγιναν μουσικοί Ζακύνθιοι, κατάλογον των οποίων ευτυχώς κατέχομεν και τον οποίον λίαν προσεχώς θέλομεν δημοσιεύσει, αφ’ ετέρου δε να μορφώση τεχνικώς και εκπαιδεύση μουσικώς ιεροψάλτας εφαμίλλους των παλαιοτέρων ονομαστών τους οποίους αναφέρει η μουσική εκκλησιαστική ιστορία του τόπου. Επιτρέπεται μεν ανεκτώς μέχρι των προσεχών αποτελεσμάτων της εκκλησιαστικής μουσικής σχολής να καταλαμβάνη θέσιν εν τω χορώ, ελλείψει τεχνικώς κατηρτισμένων ψαλτών, ο τυχών άπειρος και αδαής, ο εξ ακοής μόνον εκτελών εσφαλμένως και άνευ εντελούς κατανοήσεως της θέσεώς του, ευαρίθμους τινάς ήχους, αλλ’ από των προσεχών της σχολής αποτελεσμάτων δεν θα επιτραπή ελπίζομεν εις τον τυχόντα να καταλάβη θέσιν ιεροψάλτου, την οποίαν εν δικαίω θα καταλάβη, ο της σχολής απόφοιτος ο μυηθείς εις την τέχνην του κατά τους κανόνας «από διφθέρας ψάλλειν».

Αλλά πλην τούτων και άλλο τι επεδίωξεν η άρτι συστάσα σχολή. Απέβλεψε και αποβλέπει και εις αυτόν τον σχηματισμόν τελείου ιεροψάλτου. Λαβούσα υπ’ όψιν ότι ο τεχνικός ψάλτης ίνα εκτελέση τι σεμνώς και ίνα αποδώση εις τούτο το μουσικόν ύψος, πρέπει να κατανοή το ψαλλόμενον, να γνωρίζη τι λέγει, είτε το απολυτίκιον, είτε ο αίνος, είτε η δοξολογία, είτε το τροπάριον όπως αποδίδδη τας γνωστάς εις αυτό εννοίας διά καταλλήλου μουσικής, δι’ επί τούτω ερμηνευτών και εν ώρα ιδιαιτέρα θέλει διδάσκει τους μαθητάς ερμηνευτικώς τα ψαλλόμενα, ούτως ώστε οι της σχολής μαθηταί πριν ή διδαχθώσι την μουσικήν ενός ήχου, είτε ενός τροπαρίου, να εννοήσωσι πρώτον τι πρόκειται να ψάλλωσιν όπως διά ταύτης της καταλήψεως αναπτυχθή εις αυτούς το ιερόν αίσθημα και το μουσικόν πάθος το ανάλογον προς την έννοιαν του ψαλλομένου.

Τοιαύτα επεδίωξε και επιδιώκει η σχολή της εκκλησιαστικής μουσικής απαραίτητα εις την εκκλησίαν μας συντελεστικά εις την μουσικήν μόρφωσιν των νέων όσοι κατέχονται υπό του θείου ζήου και υπό της Ιεράς φιλοδοξίας να καταταχθώσιν εις την γεραράν εκείνην χορείαν των δοκίμων ιεροψαλτών, οίτινες εκλέισαν την εκκλησίαν και τους οποίους μετά τόσης γλυκυθυμίας αναφέρουσιν οι μεταγενέστεροι.

Βιογραφία Παναγιώτου Γριτσάνη [α]
Μουσικοδιδασκάλου

[α: Την κατωτέρω δημοσιευομένην βιογραφίαν του αοιδίμου μουσικοδιδασκάλου Παναγιώτου Γριτζάνη κατηρτίσαμεν επί τη βάσει αυτογράφων αυτού του ιδίου σημειώσεων αίτινες φθάνουσι μέχρι του σημείου εις ο καταλήγει η εν λόγω βιογραφία.]


Ο Παναγιώτης Γριτσάνης εγεννήθη εν Ζακύνθω τω 1835. Εξεπαιδεύθη δε εν τη πατρίδι μας κατά το τότε εν Επτανήσω επικρατούν σύστημα, το υπό του μακαρίτου Μουστοξύδου ωργανισμένον. Ιδία δε επεδόθη εις την σπουδήν της τε Εκκλησιαστικής Μουσικής και της Ευρωπαϊκής, καταστάς εις των εν Ζακύνθω διακεκριμένων μουσικοδιδασκάλων κατά τε το της Κωνσταντινουπόλεως Μουσικόν Εκκλησιαστικόν Σύστημα και το εν Ζακύνθω Κρητικόν ή Επτανησιακόν καλούμενον.

Εχρημάτισεν επί δεκαετίαν ψάλτης εις τον εν τη Νήσω Ναόν του Αγίου Διονυσίου.

Δι’ αλληλογραφίας ήτο εις σχέσεις μετά του αοιδίμου Στεφάνου Λαμπαδαρίου της του Χριστού Μ. Εκκλησίας Πρωτοψάλτου.

Κατά την εποχήν εκείνην, συστάντος εν Κωνσταντινουπόλει Μουσικού τινος Συλλόγου επί του τότε Οικουμενικού Πατριάρχου (είτε δε Αλεξανδρείας) Σωφρονίου, εις τον ρηθέντα Π. Γριτσάνην ανετέθη η έκθεσις περί της εν τοις Ιονίοις Νήσοις ψαλλομένης Κρητικής Μουσικής, ήτις ήτο εν των εξεταστέων ζητημάτων περί ων ο Σύλλογος κατά τον Κανονισμόν αυτού ώφειλε να επιληφθή και να ερευνήση.

Αναλαβών ο Π. Γριτσάνης την σύνταξιν της τοιαύτης Μουσικής Πραγματείας, εκδούς δε μάλιστα και αγγελίαν προς έκδοσιν αυτής, ανέβαλε την εκτύπωσιν ταύτης, άτε προσκληθείς (τω 1865) υπό της εν Νεαπόλει της Ιταλίας Ελληνικής Κοινότητος ως μουσικός της αυτόθι Ορθοδόξου εκκλησίας (των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου).

Ενταύθα ο Γριτσάνης ανέπτυξε τας μουσικάς αυτού γνώσεις, σπουδάσας τακτικώς επί οκταετίαν και πρακτικώς την Ευρωπαϊκήν Μουσικήν, εις ην και έδωκεν εξετάσεις εν τω Ωδείω της Νεαπόλεως (conservatorio di San Pietro) ενώπιον πενταμελούς Επιτροπείας , προεδρευομένης υπό του Διευθυντού του Ωδείου κυρίου Λάουρο Ρόσση (Lauro Rossi).

Επιτυχών κατά τας μουσικάς αυτού εξετάσεις, ηξιώθη του διπλώματος του Καθηγητού της Μουσικής με τον βαθμόν «άριστα».

Το γεγονός τούτο ευφήμως εδημοσίευσαν αι Ελληνικαί εφημερίδες «Κλειώ», «Νεολόγος», και έτεραι κατά τον Ιανουάριον του 1873.

Εν τω οκταετεί διαστήματι της εν Νεαπόλει διατριβής αυτού ο Γριτσάνης εδημοσίευσε προσωρινώς Πραγματείαν περί της εν Επτανήσω και ιδία εν Ζακύνθω ψαλλομένης Κρητικής Μουσικής εν τω εν Παρισίοις υπό του μακαρίτου Μαρίνου Βρετού εκδιδομένω Εθνικώ Ημερολογίω (του 1866), και εν τη τότε εν Νεαπόλει υπό Οδυσσέως Ιαλέμου εκδιδομένη ελληνική εφημερίδι «οι Λαοί» περί του ζητήματος της Εκκλησιαστικής Μουσικής.

Την δευτέραν ταύτην Πραγματείαν, επιθεωρήσας και πλουτίσας, εξέδοτο και εν ιδιαιτέρω τεύχει, αφιερώσας αυτήν εις την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος, προεδρευομένης τότε υπό του αοιδίμου Μητροπολίτου Θεοφίλου.

Μετά την αγγελίαν των εν Νεαπόλει μουσικών αυτού εξετάσεων ο Π. Γριτσάνης προσεκλήθη συγχρόνως υπό δύο Ελληνικών Κοινοτήτων, υπό της εν Οδησσώ, και υπό της Αλεξανδρεία (τον Μάιον του 1873).

Προετίμησε δε ο Γριτσάνης την της Αλεξανδρείας θέσιν, διότι έμελλε να γένηται ενταύθα ιδρυτής χορού της Τετραφώνου Μουσικής, εν ω εν Οδησσώ έμελλε να αντικαταστήσει άλλον μουσικοδιδάσκαλον (τον κ. Κατακουζηνόν απερχόμενον εις Αθήνας).

Η έναρξις της Τετραφώνου Μουσικής εν Αλεξανδρεία εγένετο κατά τον Νοέμβριον του 1873. Ο δε χορός ούτος έζησεν μέχρι του 1879, ότε ένεκα οικονομικών λόγων διελύθη.

Τι ζήτημα προεκάλεσεν η εις τον εν Αλεξανδρεία Ναόν εισαγωγή της Τετραφώνου Μουσικής, είνε γνωστόν εις όσους περί τα τοιαύτα ασχολούνται.

Διατριβαί επί διατριβαίς αντεπεξήρχοντο υπό διαφόρων διαφωνούντων εν τω ζητήματι λογίων Ελλήνων Κληρικών τε και κοσμικών.

Συν πάσι δε τούτοις ο Γριτσάνης εφάνη και απτόητος και ικανός περί το επάγγελμα, προς δε την πορείαν του ζητήματος λίαν συντηρητικός και μεσάζων, την μεν Εκκλησιαστικήν Μουσικήν υπερασπιζόμενος όσω εδύνατο, παραδεχόμενος δε την κατά αρμονίαν ανάπτυξιν αυτής κατά τους κανόνας των νεωτέρων χρόνων.

Το κατά τετραφωνίαν Μουσικόν Σύστημα του Π. Γριτσάνη είνε μικτόν τι, διότι παραδέχεται μετ’ ακριβείας εκ του Συστήματος του Χαβιαρά όσα θεωρεί αρμόδια και κατάλληλαπρος τον επιδιωκόμενον σκοπόν, σεβόμενος αυτά ως αριστουργήματα τέχνης, αποβάλλει όλα όσα φαίνονται αυτώ ελλειπή και μη καλώς έχονται, συμπληρών δι’ ιδίων μουσικών συνθέσεων αυτά, και όσα εν τω Συστήματι του Χαβιαρά δεν υπάρχουσι γεγραμμένα.

Εν ταις συνθέσεσι των Εκκλησιαστικών Ύμνων ο Γριτσάνης προσπαθεί όσον το δυνατόν να τηρή τους Ήχους της Εκκλησίας. Παράδοξον δ’ είνε ότι ο Γριτσάνης ήτο τοσούτω θερμός φίλος της Εκκλησιαστικής Μουσικής, όσω της Τετραφώνου Μουσικής, ης ετύγχανε διδάσκαλος.


Ο Γριτσάνης είνε εντριβέστατος περί τα εκκλησιαστικά. Έγραψε διαφόρους διατριβάς επί του ζητήματος της Εκκλησιαστικής Μουσικής δημοσιευθείσας εις διάφορα Ελληνικά φύλλα.

Κατά τον εμπρησμόν της Αλεξανδρείας (τω 1881) εκάη η Βιβλιοθήκη αυτού, εν η υπήρχον πολύτιμα χειρόγραφα μουσικά αυτού, εν οις και η γραμματική της Ευρωπαϊκής μουσικής και κυρίως της εν Ζακύνθω Κρητικής Μουσικής.

Το ατύχημα τούτο προσεπάθησεν ο Γριτσάνης να θεραπεύση συντιθέμενος τα πυρποληθέντα αυτού έργα.

Και δη εξέδοτο Μουσικόν θεωρητικόν της Ευρωπαϊκής Μουσικής «Στοιχεία της φωνητικής Μουσικής προς χρήσιν της εν τοις Σχολείοις σπουδαζούσης νεολαίας». Εν Αθήναις 1889, τύποις Ανέστη Κωνσταντινίδου.

Εν τω εξωφύλλω του πονήματος τούτου επαγγέλλεται την έκδοσιν Παραθετικής Μεθόδου της τε Ευρωπαϊκής και Εκκλησιαστικής Μουσικής μετά παραδειγμάτων, γεγραμμένων δι’ αμφοτέρων των σημειογραφιών.


Ο ΓΡΙΤΖΑΝΗΣ

Μία μουσική προσωπικότης εξέχουσα εν τη γεραρά χορεία των μυστών της εκκλησιαστικής μουσικής, μία ιδιοφυία διαλάμψασα εν τη συνθέσει και εκτελέσει των υψηλών ύμνων της Ορθοδοξίας. Άντικρυς ασέβεια θα ήτο αν σήμερον επί τοις εγκαινίοις της εκκλησιαστικοίς μας μουσικής δεν επρωτοστάτει εν τη μνήμη των συγχρόνων της Ορθοδοξίας ιεροψαλτών, εξ εκείνων οίτινες κατηνάλωσαν και αφιέρωσαν το όλον του βίου των εις την σύντονον και ακριβή μελέτην της εκκλησιαστικής μας μουσικής ο προ ολίγου χρόνου εν Αλεξανδρεία αποβιώσας συμπολίτης ημών Π. Γριτζάνης. Εκ των περισωθέντων έργων και χειρογράφων του διακεκριμένου μουσικοδιδασκάλου εν ακριβές συμπέρασμα δύναται ο μελετών ταύτα επισταμένως να εξαγάγη, ότι ο Γριτζάνης έζη διά την εκκλησιαστικήν μουσικήν, ότι εν τη ατμοσφαίρα ταύτης ηνδρώθη, ότι διά της ατμοσφαίρας ταύτης ετρέφετο. Μεταγενέστερος των παλαιοτέρων μουσικοδιδασκάλων όσοι διέπρεψαν εν Ζακύνθω, αυτός πρώτος ανήγαγεν εις επιστημονικόν ύψος την εκκλησιαστικήν μουσικήν και ο νους του και η καρδία του και τα αισθήματά του όλα εις ταύτην αφιερώθησαν. Ουδέν ζήτημα, ουδέν μουσικόν έργον, ουδεμία και η ελαχίστη διατριβή σχετιζομένη προς το ζήτημα της εκκλησιαστικής μουσικής ήτο ξένη προς τον Γριτζάνην. Όλων ήτο γνώστης και κάτοχος και επί όλων έχει εκφέρει τας γνώμας του. Ουδείς επιστημονικώτερον τούτου επραγματεύθη το ζήτημα της εκκλησιαστικής μουσικής, ζήτημα το οποίον αμφίβολον είναι αν άλλος της Ορθοδοξίας ιεροψάλτης κατενόησε κατά βάθος. Διά τούτο και ο Ραγκαβής απροκαλύπτως λόγον ποιούμενος περί του Γριτζάνη και του έργου αυτού, εκφράζεται ότι ουδείς επραγματεύθη το ζήτημα τούτο βαθύτερον του Γριτζάνη. Κάτοχος της μουσικής της τε λεγομένης Βυζαντινής και της Ευρωπαϊκής μαθητεύσας υπό τον Πετρέλαν, δεν εθεώρησεν ότι ο προορισμός του επιστήμονος ιεροψάλτου περιορίζεται εις την διεύθυνσιν ενός εκκλησιαστικού χορού, αλλά παρακολουθών την ιστορίαν της μουσικής περιήλθε τας αξιολογωτέρας βιβλιοθήκας της Ιταλίας και των της Ορθοδοξίας μονών ανερευνών παν μουσικόν έργον όπερ οι παλαιότεροι των μουσικοδιδασκάλων συνέθεσαν. Τα περισωθέντα έργα του και χειρόγραφα καταδεικνύουσι μίαν τοιαύτην συστηματικήν εργασίαν ήτις δεν απαντά εις άλλον σύγχρονον της εκκλησιαστικής μας μουσικής συγγραφέα. Ο Γριτζάνης απέθανεν αφού κατηνάλωσε τον βίον του εργαζόμενος υπέρ της μουσικής, συγγραφέων, οδηγών, καταπονούμενος υπέρ της τέχνης. Μελετών τις τα εκ της πυρκαϊάς ολίγιστα περισωθέντα έργα του τα τε ιστορικά και μουσικά αφαρπάζεται πάραυτα υπό του εργασθέντος ανθρώπου τόσον, ώστε να μη αμφιβάλη ότι ο ζήλος εκείνος ο υπέρμετρος προς παν έστω και το ελάχιστον το αφορών εις την εκκλησιαστικήν της ορθοδοξίας μουσικήν, ήτο μία ψύχωσις, μία ψυχική αφοσίωσις, μία ψυχική προσκόλησις εις την τέχνην. Το έργον του διακεκριμένου μουσικοδιδασκάλου δεν περιωρίζετο μόνον εις την τέχνην την οποίαν ηγάπησεν, αλλ’ εις όλην την ιστορίαν και την εξέλιξιν ταύτης την οποίαν αφήκεν όπως παράσχη αρκούσαν και απαραίτητον ύλην εις πάντα θέλοντα να μελετήση το ζήτημα και την ιστορίαν της Εκκλησιαστικής μουσικής και ιδίως της εν Ζακύνθω. Όταν συν Θεώ η εκκλησιαστική μας μουσική Σχολή καταρτίση την μουσικήν βιβλιοθήκην της περισυλλέγουσα και περισώζουσα τα διεσπαρμένα, πολλά εκ της μουσικής ταύτης βιβλιοθήκης θα αρυσθώσιν οι μεταγενέστεροι, αλλά το μάλλον διδακτικόν δι’ αυτούς θα είναι, η μελέτη της εργασίας του Γριτζάνη εκ της οποίας θα κατανοήσωσιν ότι το έργον ενός ιεροψάλτου ενός καλώς ευνοουμένου μουσικού όπως απαιτεί τούτον η εκκλησία, δεν περιορίζεται εις την εκτέλεσιν της τέχνης, εις την σύνθεσιν την μουσικήν των ύμνων της ορθοδοξίας και των τροπαρίων, αλλ’ εις την επισταμένην μελέτην παντός εις αυτήν αφορώντος, τοιαύτην οίαν δι’ όλου του βίου του ηκολούθησεν ο μακαρίτης Ζακύνθιος Π. Γριτζάνης.
Γ. Μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email