© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Ιουνίου 2019

Σάββατο 29 Ιουνίου 2019

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2019

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2019

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2019

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ


«Ὅταν ἔφθασαν εἰς τὸ Κάστρον καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ, τόσον θάλπος ἐθώπευσε τὴν ψυχήν των, ὥστε ἂν καὶ ἦσαν κατάκοποι, καὶ ἂν ἐνύσταζόν τινες αὐτῶν, ᾐσθάνθησαν τόσον τὴν χαρὰν τοῦ νὰ ζῶσι καὶ τοῦ νὰ ἔχωσι φθάσει αἰσίως εἰς τὸ τέρμα τῆς πορείας των, εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου, ὥστε τοὺς ἔφυγε πᾶσα νύστα καὶ πᾶσα κόπωσις». Ἀλ. Παπαδιαμάντης

Γιὰ ὅσους τὸ ἀγνοοῦν,  θυμίζω ὅτι τὸ παράθεμα εἶναι ἐρανισμένο ἀπὸ τὸ θαυμάσιο, ἀπὸ πάσης ἀπόψεως, διήγημα τοῦ γείτονά μου, τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη, «Στὸ Χριστό, στὸ Κάστρο».

Μὲ λίγα λόγια, ὁ Ππδ. μᾶς παραδίδει καὶ ἐδῶ μαθήματα ἐκκλησιαστικῆς  ἀγωγῆς, καθὼς ξεδιπλώνει στὸ διήγημα μιὰ σειρὰ γεγονότων, μέσα στὰ ὁποῖα συνυπάρχουν, τόσο ἡ ἐπιθυμία, ὅσο καὶ οἱ ἀναστολές, ἀλλὰ καὶ ἡ περιπέτεια συνεπικουρούμενη ἀπὸ τὴν διακινδύνευση, ὥστε νὰ πραγματοποιηθεῖ ἕνα τάμα: Νὰ λειτουργηθεῖ ὁ ἀρχαῖος ναὸς τοῦ Χριστοῦ στὸ Κάστρο τὴν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων ὅπου καὶ πανηγύριζε. Κάτι ποὺ κατορθώνεται, ὕστερα ἀπὸ πολλοὺς κόπους καὶ ἀγωνίες, οἱ ὁποῖες ὡστόσο ἐξαργυρώνονται μὲ τὴν εἴσοδο τῆς μικρῆς κοινότητας τῶν φιλεόρτου ὁμίλου ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν στὸν ναὸ τοῦ Χριστοῦ. Κι ἄν ἡ κόπωση, ὁ κίνδυνος, οἱ ἀντίξοες καιρικὲς συνθῆκες ἔγιναν αἰτίες κάποιων πειρασμῶν, ποὺ αὐτὲς τὶς ὧρες παρουσιάζονται μὲ λογισμούς τοῦ τύπου, «Τί ἤθελα καὶ γύρευα ἐγὼ σὲ τοῦτα τὰ κατσάβραχα μὲ τέτοιον καιρό κ. ἄ»,  ἐν τούτοις ὅλα ἐτοῦτα τὰ διάλυσε «τὸ θάλπος ποὺ ἐθώπευσε τὴν ψυχήν των». Αὐτή, λοιπόν,  ἡ θαλπωρή,  ποὺ πηγάζει μὲ τρόπο μυστηριακὸ, ὅταν εἰσοδεύει κάποιος στὸν ναό. Γιατὶ θὰ πρέπει νὰ γνωρίζουμε πὼς στὸ ναὸ εἰσοδεύουμε,  ὄχι γιὰ νὰ δοῦμε, ὅπως γίνεται μὲ τὴν ἐπίσκεψή μας σὲ ἕνα Μουσεῖο. Στὸν ναὸ εἰσερχόμαστε γιὰ νὰ βιώσουμε, νὰ γευτοῦμε τὴ θαλπωρή, τὴ ζεστασιὰ τῆς παρουσίας κάποιου, τὴ στοργή. Γι᾿ αὐτὸ καὶ σπεύδει ὁ Ππδ., ποὺ βίωσε παρόμοιες στιγμές, νὰ μᾶς δώσει, κοντὰ στὰ τόσα μαθήματα ποιμαντικῆς, ἱερατικοῦ ἤθους, ἀληθοῦς εὐσέβειας κ.λ.π. καὶ τούτη τὴν παράδοση: τῆς ἐκκλησιαστικῆς  ἀγωγῆς μας. Ἄραγε, πόσο δίκιο ἔχει;  Ἄς  τὸ ἐρευνήσουμε.

Ὅταν ὁ ἱ. Χρυσόστομος ἔγραφε γιὰ τοὺς πρὸς ἐκκλησιασμὸν εἰσερχομένους στὸν ναό,  ὅτι οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν τὸ πράττουν «συνηθείας ἕνεκεν καὶ οὐχὶ εὐλαβείας», εἶχε δίκιο. Αὐτὸ, ἄλλωστε, διαπιστώνουμε καὶ σήμερα. Γιατὶ ἐλαχιστοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ συνειδητοποιοῦν τὸ ποῦ καὶ γιατὶ εἰσέρχονται. Βλέπεις, ὅταν εἰσερχόμενος  μέσα στὸ ναὸ δὲν αἰσθανθεῖς τὸ «θάλπος», ἀλλὰ πηγαίνεις ἐκεῖ μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ βγεῖς ἀπὸ τὴν ὑποχρέωση τῆς ὅποιας τελετῆς,  στὴν ὁποία σέ κάλεσαν -ὅπως δηλαδὴ σὲ καλοῦν στὸ τάδε δεῖπνο ἤ στὸ δεῖνα τσάϊ- τότε δὲ ζεῖς τίποτε. Κι αὐτό, γιατὶ δὲν ἔχεις λάβει ἤ, ἴσως, δὲν τὸ ἐπιθύμησες ποτέ, ὥστε νὰ  λάβεις γνήσια ἐκκλησιαστικὴ ἀγωγή, ἀνατροφὴ δηλαδή, ποὺ ἀσφαλῶς θὰ λύσει πολλὰ ἐρωτηματικὰ, τὰ ὁποία σωρεύονται μέσα σου. Μπορεῖ μάλιστα γιὰ τοῦτο νὰ μὴν εἶσαι ἐσὺ ὑπεύθυνος κι ἄλλοι νὰ συνέβαλαν στὴν ἀντιεκκλησιαστική  ἀγωγή σου, ὡστόσο, τὰ παραδείγματα γύρω σου, ἀλλὰ καὶ τὸ παραπάνω ποὺ μᾶς κληροδότησε ἡ ἄχραντη γραφίδα τοῦ Ππδ., εἶναι δυνατὸ νὰ σὲ διδάξουν. Γιατὶ στὴ ζωή μας ὑπάρχουμε γιὰ νὰ διδασκόμαστε πάντα, νὰ μαθαίνουμε δηλαδή, ἔτσι ὥστε νὰ τελειοποιούμεθα. Τὸ εἶπε, ἄλλωστε, κι ὁ ἀρχαῖος σοφός «Γηράσκω ἀεὶ διδασκόμενος». Ἑπομένως  τὸ νὰ διδαχτεῖς στὶς μέρες μας τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀγωγή, μὲ λίγα λόγια τὸ νὰ προσπαθήσεις νὰ βιώσεις κι ἐσὺ τὸ θάλπος καὶ τὴ στοργὴ ποὺ προσφέρει ἕνας ναός, εἶναι προνόμιο καὶ ἀναζήτηση, κι ὄχι περιττὴ ἐνασχόληση.  

Ἄς προσέξουμε καὶ τὸ ἄλλο τώρα. Μὲ πόση προσοχὴ ὁ Παπαδιαμάντης  μᾶς περιγράφει αὐτὰ τὰ εἰσόδια στὸν ναὸ τοῦ Χριστοῦ τῶν ἁπλῶν ἐκείνων καὶ κατὰ κυριολεξία ταλαιπωρημένων ἀνθρώπων. Ξαναδιαβάζουμε, λοιπόν, τὸ κείμενο: «Ὅταν ἔφθασαν... καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ, τόσον θάλπος ἐθώπευσε τὴν ψυχήν των, ὥστε ἂν καὶ ἦσαν κατάκοποι, καὶ ἂν ἐνύσταζόν τινες αὐτῶν, ᾐσθάνθησαν τόσον τὴν χαρὰν τοῦ νὰ ζῶσι καὶ τοῦ νὰ ἔχωσι φθάσει αἰσίως εἰς τὸ τέρμα τῆς πορείας των, εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου, ὥστε τοὺς ἔφυγε πᾶσα νύστα καὶ πᾶσα κόπωσις».  

Ὄχι, δὲν εἶναι διόλου ὑπερβολικὰ τὰ ὅσα γράφονται ἐδῶ. Κι αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὸ διαπιστώσει ὁ καθένας, ὅταν ζήσει παρόμοιες περιπτώσεις, π. χ. πόσοι καὶ πόσοι τὰ βαθειὰ πρωϊνὰ δὲν ἐπισκέπτονται ἕνα ναὸ στὶς μεγάλες καὶ πολύβουες πολιτεῖες. Κάθονται, λοιπόν,  ἐκεῖ γιὰ  λίγο, ἀνασαίνουν ἐλπίδα καὶ εὐλογία καὶ ξεκινᾶνε τὴν καθημερινότητά τους. Ἄλλοι πάλι ταλαιπωροῦνται μέσα σὲ δύσβατα μονοπάτια τοῦ Ἁγίου Ὄρους π.χ., γιὰ νὰ συναντήσουν τὸν Γέροντα ποὺ θὰ τοὺς ἀναπάυσει, ὅπως ἔτσι γινόταν καὶ παλιότερα, καθὼς διαβάζουμε στὸ Γεροντικό. 

Μὲ λίγα λόγια, τὸ θάλπος, ἡ χαρὰ κι ἡ ἀνάπαυση ποὺ μᾶς διδάσκει σ᾿ αὐτὸ τὸ ὑπέροχο γραφτό του ὁ Παπαδιαμάντης, ὑπάρχει. Ἀρκεῖ νὰ τὸ ἀναζητήσουμε. Κι οἱ ναοί μας δὲν εἶναι λίγοι, ὅπως ἐπίσης βρίσκονται τόσο σιμά μας. 

π. κ. ν. κ.

Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2018

π. Παναγιώτης Καποδίστριας: ΤΟ ΠΡΩΙ ΩΣ ΕΣΠΕΡΑ (ποίημα για τον Παπαδιαμάντη)



α΄
Απρόβλεπτες θωπείες 
μ' εξωθούν εντός

στον βυθό του δωμάτιου
το πρωί ως εσπέρα
οι άγιοί μου παρανάλωμα τζακιού

ενδίδω ήδη στο βλέμμα σου
συσσωματώνομαι
άντεξέ με.

β΄
Όσο καιρός παπαδιαμάντιζε
ότι έρχεται ώρα
με τεριρέμ κι άλλες πλεκτάνες τα δαιμόνια
-κενά ή γεμάτα μη ρωτάς-
της Ανάγκης αρμόδια
χριστόψωμα βλογάνε
και φονικότερα μετά
πανεύοσμον σε αποπετρώνουν.

[Ποίημα συν-ομιλητικό με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, γραμμένο σε τελική μορφή τον Ιανουάριο του 2011 και δημοσιευμένο οριστικά στην ποιητική συλλογή του π. Παναγιώτη Καποδίστρια, ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΗΡΙΑ, εκδ. Κέντρο Λόγου Αληθώς, Ζάκυνθος 2014, σελ. 119]

Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018

π. Παναγιώτης Καποδίστριας: ΚΥΡ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΕΠΙΒΙΩΣΗ (ποίημα για τον Παπαδιαμάντη)


Σχολιαρόπαιδο
αναπλάθει αινίγματα
ο Αλέξανδρος.
-Βρε τον αλήτη
έμαθε να γλωσσεύει
ακατάσχετα.

Ακοινώνητος
και αγγελοκρουσμένος
ξεφτίδια όλος
μελαγχολικός
ωσάν παλτό φθαρμένο
στην Αφάνεια.

Θράσος λέξεων -
εντυπώνει στιγμούλες
απ’ τα μη όντα:
Γάλα γοργόνας
τζιτζίκια εφάμιλλα
της Εξόντωσης.

Έτσι να μείνει:
Σιωπηλό στον πρόναο
κεροστάλαγμα
κλάμα του ίσκιου
των φρικτών οσίων του
κομμένες φλέβες.

Θεοσκότεινος
αποκοιμιέται ο νους
σαν το τρυγόνι.
Χαλάλι σου το θέρος
τον χειμώνα μου φοβού.

Ερειπιώνεις
τ’ Ατόφιο πέτρα-πέτρα
έως δακρύου.
Χατίρι σου ο Έρως
και τα χιόνια του ιδού.

(Δεκέμβριος 2009)


[Ποίημα συν-ομιλίας με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, από την ποιητική συλλογή του π. Παναγιώτη Καποδίστρια, ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΗΡΙΑ, εκδ. Κέντρο Λόγου Αληθώς, Ζάκυνθος 2014, σελ. 117 εξ.]

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη 7 διηγήματα διαβάζει η Σαπφώ Νοταρά [audio]



1. Υπηρέτρα 
2. Το σπιτάκι στο λιβάδι 
3. Φώτα ολόφωτα 
4. Ωχ, βασανάκια 
5. Το καμίνι 
6. Το μοιρολόγι της φώκιας 
7. Έρωτας στα χιόνια

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016

Η χορωδία της ΔΕΗ τραγουδά για το «Κελί» του Παπαδιαμάντη

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

21 Οκτωβρίου τρέχοντος έτους, στις πέντε το απόγευμα, ημέρα Παρασκευή, εκδήλωση για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη στον προαύλιο χώρο του Ιερού Ναού των Αγίων Αναργύρων στου Ψυρρή. Ο ουρανός αγωνιζόταν να συγκρατηθεί και να μην επιτρέψει στην φθινοπωρινή βροχούλα να διαλύσει το εκκλησίασμα, παρόλα αυτά εκείνη έριξε αγίασμα και έκανε αυλαία. Οι εφημέριοι από τους γειτονικούς ναούς, ο πατήρ και διδάκτωρ Θεολογίας Παντελεήμων Τσορμπατζόγλου, των Αγίων Αναργύρων, που μας καλωσόρισε και έκανε μια μικρή εισαγωγή στον Παπαδιαμάντη, ο Διευθυντής του Σταθμού της Εκκλησίας της Ελλάδος κ. Αλέξανδρος Κατσιάρας, ο εκπρόσωπος Επικοινωνίας της ΔΕΗ κ. Ιωάννης Αλεξόπουλος, ο εκπρόσωπος του Πολιτιστικού Συλλόγου Παναθήναια, ο εκπρόσωπος του Δήμου, τέλος, ο κόσμος που ήρθε με αγάπη να συμβάλει στην προσπάθεια ανακαίνισης του Κελιού του Παπαδιαμάντη (εκεί έζησε πολλά χρόνια ο μεγάλος μας λογοτέχνης και εκεί έγραψε ένα μεγάλο μέρος από τη «Φόνισσα») και, τέλος, το προεξάρχον μέρος αυτής της συνάθροισης, η χορωδία της ΔΕΗ- ΔΕΔΔΥΕ, ήταν όλοι εκεί, στην αυλή του Ναού, οποίος έγινε, όπως είναι και ο ρόλος του, το σπίτι του Θεού που συγκεντρώνει τα παιδιά του υπό την σκέπη του.
Τα μέλη της χορωδίας ήταν άψογα και στην εμφάνιση και στην εκτέλεση του προγράμματός της. Και το Πρόγραμμά της συνάδον με τον τόπο. Παλιά Αθήνα, παλιά τραγούδια, αποσπάσματα από οπερέτες. Είδος που, σχεδόν, έχει ξεχαστεί αλλά και εξακολουθεί να μας συγκινεί όταν ακουστεί, που μας θυμίζει τη γιαγιά μας και μας φέρνει θυμηδία το ανάλαφρο περιεχόμενο με σκηνές από μια εποχή που χάθηκε. Υπό τη Διεύθυνση και σοφή καθοδήγηση του Κωστή Κωνσταντάρα η χορωδία ξεδίπλωσε τη δυναμική της και οι κυρίες οι αποσπασμένες από το σώμα της ανέδειξαν τα λυρικά τους προσόντα, τραγουδώντας άριες από γνωστές οπερέτες· άλλη προκαλούσε -«Σφίξε με», άλλη ανακοίνωνε τις προφητικές προγραμματικές δηλώσεις της, «Εγώ είμαι η νέα γυναίκα που θα καπνίζω και θα ψηφίζω», άλλη πήγαινε ακόμα πιο πίσω στον «καιρό εκείνο τον παλιό», άλλη σε άπταιστη καθαρεύουσα και πληθυντικό αριθμό έκανε ερωτική εξομολόγηση «Η καρδιά μου πονεί για σας» και ακόμα τραγούδια ρομαντικά, συναισθηματικά, κωμικά όπως η «Παπαρούνα», «Αχ! Κατερίνα», «Θα ξανάρθεις» και άλλα γνωστά και αγαπημένα που ξύπνησαν τις μνήμες της παλιάς αθηναϊκής γειτονιάς, η οποία και σήμερα σφύζει από ζωντάνια.
Ανάμεσα στα τραγούδια, σαν ιντερμέδια, διαβάζονταν μικροκείμενα. Κάθε μέλος της χορωδίας, πέρα από το τραγούδι του, είχε κι ένα απόφθεγμα να ερμηνεύσει από το έργο του μεγάλου μας διηγηματογράφου και τα αποφθέγματα αυτά, αν και παλαιότερα των εκατό ετών, εξακολουθούν να είναι δυστυχώς επίκαιρα. Ο Παπαδιαμάντης που η ποιητική γραφή του μας έδωσε ρόδινα ακρογιάλια, Μοσχούλες και Ακριβούλες, φώκιες και μοιρολόγια, μας έδωσε και κριτικά και σατιρικά κείμενα, κείμενα κοινωνικού προβληματισμού και ανησυχίας για τον κόσμο και τις εξελίξεις. Πάντα στο πλευρό του βασανισμένου ανθρώπου στηλίτευε πολιτεία και πολιτικές, καταδίκαζε τη φτώχεια και τα παρεπόμενά της. Με μια γλώσσα κράμα αρχαίας ελληνικής, καθαρεύουσας, λόγιας, βυζαντινής, εκκλησιαστικής και δημοτικής, διανθισμένη από λαϊκά και διαλεκτικά στοιχεία, γοητεύει, κοροϊδεύει, στηλιτεύει και ανάλογα με την περίσταση επιλέγει τη φόρμα που του ταιριάζει, όπως για να μιλήσει για το γενεαλογικό δέντρο της πολιτικής κατά το «Αβραάμ εγέννησε τον Ισαάκ, Ισαάκ δε εγέννησε Ιακώβ, Ιακώβ δε εγέννησε…», ήτοι: «Η αργία εγέννησε την πενίαν. Η πενία έτεκεν την πείναν. Η πείνα παρήγαγε την όρεξιν. Η όρεξις εγέννησε την αυθαιρεσίαν. Η αυθαιρεσία εγέννησε την ληστείαν. Η ληστεία εγέννησε την πολιτικήν. Ιδού η αυθεντική καταγωγή του τέρατος τούτου».

Ένα άλλο απόφθεγμα ρίχνει φως πάνω στο έργο της πλουτοκρατίας: «Η πλουτοκρατία ήτο, είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου, ο διαρκής Αντίχριστος. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρη σώματα και ψυχάς». Οι πολιτικοί και το σοφό πουλί της Αθηνάς: «Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος». Και η λαϊκή σοφία, όπως προκύπτει από μίαν αγράμματη «γραία», η οποία, με τη σύγχρονη γλώσσα, φωτογραφίζει διαφόρους δημόσιους άνδρες και διαλαλητές των Μ.Μ.Ε: «Καίτοι αγράμματη, η γραία μ’ εδίδαξεν ότι εις την ελληνικήν γλώσσαν, άλλως νοούμεν, άλλως ομιλούμεν και άλλως γράφομεν».
Ο Οδυσσέας Ελύτης γράφει: «Στην Ελλάδα ένα ευαίσθητο παιδί μεγαλωμένο πλάι στη θάλασσα έχει την αίσθηση της ακοής τρισδιάστατη. Στη μια πιάνει τους αγέρηδες και τον παφλασμό των κυμάτων. στη δεύτερη, την ελληνική λαλιά στην αρχική της φθογγολογική υπόσταση. στην τρίτη τον κόσμο των νοημάτων, από της Ιωνίας τους καιρούς και δώθε. Μια τέτοια ταυτόχρονη εγγραφή προλαβαίνει, πριν από τη συνείδηση, ν’ αποτυπώσει περιοχές ολόκληρες, που αργότερα … βλέπει κανείς να διαγράφονται μπροστά του…». Κοντά σ’ αυτές τις τρεις διαστάσεις ας προσθέσουμε και μια τέταρτη, εκείνη με την οποία πιάνει τα σκιρτήματα της ψυχής του απλού ανθρώπου. Εν ολίγοις, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, είναι γνωστό σε όσους δεν έχουν περιοριστεί στη γνώση την προερχόμενη από τα διηγήματα του σχολικού βιβλίου ότι ήταν άνθρωπος που παρακολουθούσε τα κοινωνικά πράγματα. Στεκόταν με συμπάθεια και κατανόηση στο πλάι των απλών ανθρώπων του λαού συνέπασχε και συνηγορούσε, εντοπίζοντας και την πηγή πάντων των κακών, στην κακή πολιτική, στην πλεονεξία και στους λαοπλάνους. Με όπλο του την αγάπη προς τον συνάνθρωπο πίστευε ότι μπορούσε να αφοπλίσει την αγριότητα.
Έχουν περάσει 115 χρόνια από τότε που «ο έρωτας των γραμμάτων μας απόθεσε το φθαρμένο του σκήνωμα και παρεστάθη, αυτός και η ζωή του και το έργο του, ενώπιον του Κριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου – του μόνου που λογάριαζε την κρίση. Το έργο του όμως είχε προκριθεί και σφραγιστεί με τη σφραγίδα της δωρεάς από την ημέρα της πραγματικής του γέννησης: όταν βαφτιζόταν και το λάδι σχημάτιζε στο νερό της κολυμπήθρας το σημείο του Σταυρού» έγραψε ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος. Κι εμείς, εν έτει 2016, σταθήκαμε, καθήσαμε, τραγουδήσαμε και νοσταλγήσαμε εκεί που εκείνος πάτησε, περπάτησε και με την πένα του άγιασε τα Γράμματά μας. Ευχόμαστε οι μελωδίες της χορωδίας και τα τραγούδια που ακούστηκαν στην αυλή των Αγίων Αναργύρων, πλάι στο γήινο κελί του, να έσπασαν το φράγμα του ήχου και έφτασαν στο ουράνιο κελί του.

Παρασκευή 22 Απριλίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΙΕΡΩΜΕΝΩΝ ΕΝ ΗΜΕΡΑ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

Δάνεια παραδειγμάτων ἀπό τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη

Στὴν ἱερὴ μνήμη τῆς Μητέρας μου Μαγδαληνῆς

Δὲν ἐμφανίζω ὡς ὑποθετικὲς τὶς ἱστορίες ποὺ στὴ συνέχεια θὰ παρουσιάσω, ἱστορίες ποὺ ἀποτελοῦν μικρὰ μέν, ἀλλὰ πολὺ σημαντικὰ καὶ πυκνὰ μαθήματα Ποιμαντικῆς, γιατὶ γνωρίζω καλῶς, ἀπὸ ἀδιάψευστες, φυσικά, πηγὲς, ὅτι ἐνέχουν τὴν ἱστορική τους ἀλήθεια, ἔστω κι ἄν κάποια ἀπὸ τὰ ὀνόματα ἤ καὶ τὰ γεγονότα ἔχουν, ποιητικῇ λεγομένῃ ἀδείᾳ, διαφοροποιηθεῖ. Γιατὶ ἡ δική μου προβληματική, ποὺ ἀσφαλῶς εἶναι ἀπότοκη τοῦ ψυχισμοῦ ἑνὸς ἱερωμένου, ὑπογραμμίζει ἕνα πράγμα: πὼς ἡ παρουσία τῶν πειρασμῶν1 σὲ μᾶς τοὺς κληρικοὺς τέτοιες ὦρες εἶναι δεδομένη. Ἑπομένως, διαχρονικὸ εἶναι τὸ μήνυμα ποὺ μᾶς στέλνει μὲ τὰ Πασχαλινά του διηγήματα ὁ Παπαδιαμάντης καὶ πολὺ διδαχτικό.
Ἔχω, λοιπον, τὴν ἐντύπωση -καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶμαι ὁ μοναδικός- πὼς τὶς πλέον ἱερὲς καὶ εὐκατάνυκτες ὧρες τοῦ Μ. Σαββάτου, καθὼς σιμώνει ἠ περιούσια στιγμὴ τῆς Ἀναστάσεως, οἱ πειρασμοὶ γιὰ τὸν ἱερέα καὶ μέλλοντα λειτουργό, ὅλο καὶ αὐξάνονται, καθὼς ἔργο τοῦ μισοκάλου δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ τὸ πῶς θὰ μᾶς ἀποσπάσει ἀπό τὴν εὐφρόσυνο προαναστάσιμο ἀναμονὴ καὶ θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν ἀπόγνωση. Κι εἶναι οἱ πειρασμοὶ αὐτοὶ κάθε εἴδους καὶ ἐκτάσεως. Ἀπὸ τὸν θυμὸ τοῦ ἐνορίτη γιατὶ ἄργησε ἡ λειτουργία ἤ ἡ ἀκολουθία, ἴσαμε τὴν σύγκρουση τοῦ ἴδιου τοῦ ἱερέα μὲ τὸν ψάλτη, τὸν συνεφημέριό του, τὸν ἐπίτροπο κ.λ.π. Σὲ ὅλ᾿ αὐτὰ δὲ, μπορεῖ νὰ προστεθεῖ κι ἡ κούραση ποὺ παρουσιάζεται αὐτές τὶς ὧρες, κόπωση ποὺ θὰ ἐξατμιστεῖ, παραδόξως, μὲ τὸ τέλος τῆς Ἀναστάσιμης λειτουργίας. Κι ὅλ᾿ αὐτὰ ἀσφαλῶς συμβαίνουν καὶ θὰ συμβαίνουν. Γι᾿ αὐτὸ κι ὁ Ππδ. τὰ παρουσιάζει καὶ τὰ διασώζει μὲ διάκριση καὶ προσοχή, ὄχι μόνο γιὰ νὰ δείξει τοὺς χαρακτῆρες κάποιων ἱερέων, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπογραμμίσει περισσότερο, πὼς κι ὁ παπᾶς ἄνθρωπος εἶναι κι αὐτός καὶ πειράζεται συχνά. Ὅμως στὴν περίπτωση αὐτὴ ποὺ θὰ πέσει σὲ πειρασμὸ αὐτὸ ποὺ ἀπαιτεῖται εἶναι νὰ βρεῖ τὴν διέξοδο ἐκείνη ποὺ θὰ τὸν φέρει «εἰς ἑαυτὸν» (πρβλ. Λκ. 15, 17), ὥστε νὰ συνειδητοποιήσει τὸ λάθος του καὶ νὰ μετανοήσει.
Παρατηρώντας τώρα τοὺς τύπους τῶν ἐφημερίων ποὺ παρουσιάζει στὰ Πασχαλινὰ του διηγήματα, τὰ Σκιαθίτικα κατὰ κύριο λόγο, ὁ Παπαδιαμάντης συναντοῦμε, ὄχι καπάτσους ἤ πνευματώδεις παπάδες, ὅπως ἀλλοῦ (βλ. π.χ. τὸν Παπατρέχα τοῦ Κοραή2 ἤ τὸν παπα-Θανάση, τὸν ἱερέα τοῦ χωριοῦ3 στὸ ὁμώνυμο βιβλίο τοῦ Χρυσόστομου Παπαδόπουλου, Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν). Οἱ ἐφημέριοι τοῦ Ππδ. εἶναι ἁπλοί, καλωσυνάτοι, παιδεμένοι καὶ, κατὰ κύριο λόγο, ἀνθρώπινοι, ποὺ σημαίνει ὅτι συνεχίζουν τὸν ἀγώνα τους καὶ ἐμβιώνουν τὰ περιούσια λόγια ποὺ λένε καὶ στὴ συνέχεια τὰ ὑψώνουν σὲ προσευχή, σὲ ἰκέσιο λόγο, μὲ συνειδητὴ τὴν ἀναξιότητά τους τὴν ὥρα τὴ φριχτὴ τῆς Θ. Λειτουργίας.
«Ἐπίβλεψον ἐπ᾿ ἐμὲ τὸν ἁμαρτωλὸν καὶ ἀχρεῖον δοῦλόν σου καὶ καθάρισόν μου τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν ἀπό συνειδήσεως πονηρᾶς καὶ ἱκάνωσόν με τῇ δυνάμει τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος, ἐνδεδυμένον τὴν τῆς ἱερατείας χάριν, παραστῆναι τῇ ἁγίᾳ σου ταύτῃ Τραπέζῃ καὶ ἱερουργῆσαι τὸ Ἅγιον καὶ ἄχραντό σου σῶμα καὶ τὸ τίμιον αἷμα... Σοὶ γὰρ προσέρχομαι, κλίνας τὸν ἑμαυτοῦ αὐχένα, καὶ δέομαίς σου · Μὴ ἀποστρέψῃς ἐκ παίδων σου, ἀλλ᾿ ἀξίωσον προσενεχθῆναί σοι ὑπ᾿ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ ἀναξίου δούλου σου τὰ δῶρα ταῦτα»4
Πολὺ σωστὰ ἐπισημάνθηκε πὼς οἱ ἱερεῖς αὐτοί, «παρὰ τὶς ὁποιεσδήποτε ἀνθρώπινες ἀδυναμίες καὶ ἀτέλειές τους, δημιουργοῦσαν στὶς σχέσεις τους μὲ τὸ λαὸ ἕνα κλίμα, στὸ ὁποῖο μποροῦσε νὰ βρίσκει ἐφαρμογὴ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ «γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν»( Ἰω. 10, 14)5».
Ὅπως δὲ εἶναι φυσικὸ τὶς ἀδυναμίες τὶς ἀκολουθοῦν καὶ κάποιοι πειρασμοὶ, οἱ ὁποῖοι, καθὼς γίνεται ἀντιληπτό, ἀναστατώνουν τὴν ἱερατικὴ συνείδηση καὶ ψυχὴ καὶ τῆς δημιουργοῦν πρὸς καιρὸν σύγχυση καὶ ἀνησυχία. Μάλιστα σὲ μέρες καλές, χαρμόσυνες κι εὐφρόσυνες ὅπως εἶναι τοῦ Πάσχα.
Προσέχοντας, λοιπόν, κάποια ἀπό τὰ λεγόμενα Πασχαλινὰ διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη, παρατηροῦμε τὴν ἀγωνία τοῦ ἁπλοῦ παπᾶ, ποὺ πῆγε, μὲ ὅλη του τὴν καλὴ καρδιὰ καὶ διάθεση, νὰ κάνει Ἀνάσταση, νὰ τὴ χαρεῖ καί νὰ τὴν ἀπολάψει μὲ τούς ἁπλοϊκοὺς ἀγροτοποιμένες τὴ μέρα αὐτὴ τοῦ Πασχα. Μέρα μοναδικὴ καὶ δεμένη ἀπόλυτα μὲ τὴ γνήσια ἑλληνικὴ ψυχή.
Φυσικὰ δὲν εἶναι ἡ ἔξοδος τοῦ ἐφημερίου αὐτοῦ ἔξοδος ἐκδρομική, ὅπως κάποιοι θὰ νομίσουν, ἀλλὰ μιὰ ἀγωνιώδης προσπάθεια γιὰ ἐπιμελημένη καὶ φροντισμένη, ὅσο γίνεται πιὸ ἄψογα, καὶ μὲ ὅλη της ἱεροπρέπεια τελούμενη, Πανήγυρι τῆς Ἀναστάσεως.
Οἱ πειρασμοὶ τοῦ παπα-Διανέλου τοῦ πρωτέκδικου, στὸ διήγημα «Λαμπριάτικος ψάλτης»6, δὲ σχετίζονται μονάχα μὲ τὶς βεβηλώσεις τῶν «βοσκῶν καὶ τῶν αἰπόλων», ποὺ σὲ καιρὸ βροχῆς ἔβαζαν «τὰ θρέμματά των ἐντὸς τῶν ἐξωκκλησίων», μὴ κάνοντας τὸν κόπο νὰ ἐξαλείψουν οὔτε τὰ ἴχνη ποὺ ἄφηναν τὰ ἄλογα ζῶα. Αὐτὸ τὸ ἀντιμετώπισε μὲ ὑπομονὴ καλλωπίζοντας ὁ ἴδιος τὸ ἱερὸ Βῆμα, ὅπως καὶ ὁ ὅμιλος τῶν φιλεόρτων γυναικῶν συγύρισε τὸν ὑπόλοιπο ναό. Ὁ μεγάλος πειρασμὸς τοῦ παπα-Διανέλου ἦταν ἄλλος. Περίμενε, ὄχι δίχως κάποια ἀγωνία, τὸν βοηθό του, τὸν ψάλτη δηλαδή, ποὺ θὰ τὸν ἀπόβγαινε στὴν Ἀναστασιμη Πανήγυρι.
«Ἦτο δὲ ἀνήσυχος ὁ ἱερεύς, καὶ φόβος ἦτο νὰ μείνωσι χωρὶς Ἀνάστασιν καὶ λειτουργίαν. Διότι εὐλόγως δὲν ἠδύνατο ἄνευ βοηθοῦ νὰ ἱεροπρακτήσῃ. Λειτουργία χωρὶς ἕνα τουλάχιστον ψάλτην ἤ ἀναγνώστην δὲν γίνεται, οἱ ποιμένες καὶ οἰ βοσκοὶ ἦσαν ὅλοι, ὡς εἰκός, οὐ μόνον ἀγράμματοι, ἀλλὰ καὶ ἀλιβάνιστοι οἱ κακόμοιροι πολλοὶ τούτων.»
Αὐτὸς ὁ πειρασμὸς τοῦ παπα-Διανέλου εἶναι πιὸ ἐμφανὴς παρακάτω, ὅταν ὅλοι του γύρω «ἔρεγχον καὶ μόνον (αὐτός) ὁ ἱερεὺς δηλαδή, ἀνησύχει καὶ ἦτο ξάγρυπνος». Κι ὄχι μόνον αὐτὸ, ἀλλὰ τὸν κατεῖχε καὶ, δικαίως, κάποιος ἐκνευρισμός, καθώς μονολογοῦσε. «Ὁ ἀσυνείδητος... ὁ μωρός !... «Ἀνθρώπους καὶ κτήνη».
Κανεὶς, πιστεύω, δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει αὐτὲς τὶς ἐναγώνιες στιγμὲς ποὺ διέρχεται ἕνας ἱερέας, ποὺ συνειδητὰ καὶ ὑπέυθυνα ἀναχωρεῖ ἀπό τὴ θαλπωρὴ τῆς ἐνορίας του, γιὰ νὰ τελέσει τὴν Ἀνάσταση, μὲ ὅλη της τὴ λειτουργικὴ λαμπρότητα, σ᾿ ἕνα ἀπόμακρο ἐξωκκλήσι, μακρυὰ ἀπὸ τὸ σπίτι του. Γιατὶ πρέπει νὰ τὰ ὑπολογίσει ὅλα. Νὰ ἔχει ἕτοιμα τὰ τῆς ἱεροπραξίας, ἄμφια, τὰ ἱερὰ σκεύη, τὰ βιβλία κ.λ.π. Παράλληλα, νὰ ἔχει συνεννοηθεῖ μὲ τὸν βοηθό του, αὐτὸν ποὺ θὰ τὸν «ξελειτουργήσει», τὸν ψάλτη δηλαδή. Φυσικὰ πρέπει νὰ ὑπολογίσουμε καὶ τὸν κόπο τῆς ὁδοιπορίας, τὸν ἄλλο κόπο τῆς ἀγρυπνίας καὶ τῆς ἔντασης τῶν ἡμερῶν τῆς Μ. Ἑβδομάδος, ἀλλὰ καὶ προβλήματα ποὺ προκύπτουν τὴν τελευταία ὥρα. Ὅπως τὸ νὰ περιμένεις τὸν ψάλτη καὶ νὰ μὴν ἔρχεται...
Ἀλήθεια, πῶς μπορεῖ νὰ ξεχρεωθεῖ ἡ ἀγωνία τοῦ παπα-Διανέλου, ποὺ κάποια στιγμὴ βάζει τὸ πετραχείλι του κι ἀρχίζει τὴ Πανυχίδα; «Ὁ ἱερεὺς ἐσηκώθη στενάζων, -σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς φιλέορτες γυναῖκες ποὺ, καθὼς ἄναβαν τὰ καντήλια, «ἠσθάνοντο ἀνέκφραστον χαρὰ καὶ γλύκαν εἰς τὰ σωθικά των»- εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναόν, καὶ προσκύνησεν εἰς τὰς βαθμίδας τοῦ ἱεροῦ βήματος». Ἀρχίζει τὴν ἀκολουθία, λοιπόν, ψάλλοντας μόνος του. «Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν εὐλογητόν, ἔψαλε μόνος του τὴν παννυχίδα, ὅλον τὸ <Κύματι θαλάσσης>, ἐθυσίασεν, ἔκαμεν ἀπόλυσιν...».
Ἡ ἀπόφαση τοῦ ἱερέα «ἐκ τῶν ἐνόντων νὰ ψάλλωσι τὴν ἀκολουθίαν», γίνεται πραγματικότητα, καθὼς τελεῖται ἡ Ἀνάσταση καὶ ψάλλουν μαζί του τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη δύο τῶν βοσκῶν, οἵτινες δὲν ἦσαν μὲν πλέον γραμματισμένοι ἀπό τοὺς λοιποὺς, ἀλλ᾿ εἶχον ὀλιγώτερον τραχεῖαν προφορὰ κ᾿ <ἐγύριζε κάπως ἠ γλῶσσά των> ... ἡ θειὰ Μαθηνὼ καὶ ἡ θειὰ τὸ Σεραϊνώ», προκαλώντας, ὅπως ἦταν ἑπόμενο, τὴ θυμηδία στὶς κόρες τοῦ παπα-Διανέλου.
Αὐτὰ φυσικὰ ἀναφέρονται ἐδῶ, ὄχι γιὰ τὸν λεπτομερῆ σχολιασμὸ τοῦ διηγήματος, ἀλλὰ γιὰ νὰ δειχθεῖ ἡ ἐναγώνια προσπάθεια τοῦ ἱερέα στὸ νὰ τακτοποιηθοῦν ὅλα τὰ τῆς Ἀναστασίμου πανηγύρεως μὲ ὅση γινόταν εὐπρέπεια καὶ τάξη. Γιατὶ δὲν εἶναι τὸ ἴδιο λαμπρὴ μιὰ πανήγυρις μὲ ἔμπειρο ψάλτη, ὁ ὁποῖος ἄνετα θὰ ἀποβγάλει τὸν ἱερέα, μὲ μιὰ Ἀναστάσιμη πανήγυρι, στὴν ὁποία βοηθοί του θὰ εἶναι κάποιοι γέροντες, ποὺ γνωρίζουν μὲν λίγα ψαλτικά, ἀλλὰ πρέπει ὁ παπᾶς νὰ ἔχει τὸ νοῦ του γιὰ τὶς ὅποιες τους χασμωδίες ἤ διακοπές. Φυσικὰ σὲ μιὰ τέτοια βραδυὰ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ μὴν ψάλει κι ὁ ἴδιος τὸν Κανόνα, ἐλπίζοντας μονάχα στὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ ὁ ἴδιος ἔκαμε τὸ χρέος του, καὶ μὲ τὸ παραπάνω, προσπαθώντας ἔτσι νὰ νικήσει τὸν πειρασμό. Κι εἶναι πράγματι τὸσο συγκινητικὴ ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ἐμφανίζεται ἐπιτέλους ὁ ψάλτης ποὺ περίμεναν, γιὰ νὰ μποῦν ἐπιτέλους τὰ πράγματα στὴ θέση τους, ἀλλὰ καὶ ν᾿ ἀναπαυτεῖ ἡ ψυχὴ τοῦ ἱερέα, ποὺ τόσους πειρασμοὺς ὑπέμεινε.
Ὅμως στὸ διήγημα αὐτὸ -καὶ μιλᾶμε πάντα γιὰ τὸ «Λαμπριάτικος ψάλτης»- ὑπάρχει καὶ ἄλλο πρόσωπο ποὺ ἐπίσης πειράζεται, λίγο πρὶν τὴν Ἀναστάσιμη πανήγυρι. Πρόκειται γιὰ τὸν ἱερομόναχο π. Ἀζαρία, ἡγούμενο τοῦ μονυδρίου τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπου.
Μπορεῖ ὁ ἐν λόγω Γέροντας νὰ ζοῦσε στὴν ἔρημο, νὰ βίωνε τὴν ἡσυχία καὶ τὴν κατάνυξη τῶν ἡμερῶν, ὡστόσο ἦρθε στιγμὴ ποὺ πειράχτηκε, δέχτηκε κατὰ τὴν νηπτικὴ ὀρθόδοξη διδασκαλία τὸν «παραριπισμὸν τοῦ νοός»7. Κι ἀφορμὴ στάθηκε ὁ κύρ Κωνσταντός ὁ ψάλτης τοῦ παπα-Διανέλου, ὁ ὁποῖος ἀπὸ κωλυσιεργία καὶ κάποια ἐπιπολαιότητα ποὺ τὸν διακατεῖχε, ἄργησε ν᾿ ἀναχωρήσει γιὰ τὸν ἁη-Γιάννη, ὅπου θὰ ἔψαλε στὴν Ἀναστάσιμη πανήγυρι βοηθώντας τὸν παπα-Διανέλο.
Ὁ δρόμος φέρνει τὸν κύρ Κωνσταντὸ στὸν Ἅγιο Χαράλαμπο, ὅπου καὶ ἀναφέρει στὸν παπα-Ἀζαρία «πῶς ὁ παπᾶ-Διανέλος ὁ Πρωτέκδικος ἐκλήθη ἀπό τοὺς βοσκοὺς καὶ τοὺς ποιμένας νὰ κάμῃ ἀνάστασιν καὶ νὰ λειτουργήσῃ ἐπάνω εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τὸν Πρόδρομον». Τὰ λόγια τοῦ ἐπισκέπτη στενοχωροῦν τὸν ἐρημίτη Γέροντα, ἀφοῦ περίμενε κάποιους ἀπό τοὺς βοσκοὺς ἐκείνους νὰ πᾶνε στὸν Ἅγιο Χαράλαμπο, γιὰ νὰ κάμουν Ἀνάσταση. Κι εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὴ καὶ μὲ σημαντικὲς ποιμαντικὲς προεκτάσεις ἡ στάση τοῦ παπα-Ἀζαρία, ὅπως τὴν περιγράφει ὁ Παπαδιαμάντης. «Ἐνταῦθα ἦλθεν εἰς τὸν παπᾶ-Ἀζαρίαν ὁ πειρασμὸς νὰ κρατήσῃ τὸν κύρ-Κωνσταντὸν εἰς τὸν Ἅγιον Χαράλαμπον, ἀφίνων τὸν παπα-Διανέλον ἄνευ βοηθοῦ, διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῇ διότι τοῦ ἀφήρεσε τοὺς πλείονας τῶν βοσκῶν του. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἐχώρησεν ἡ συνείδησίς του, καὶ ἐντονώτερον ἐξηκολούθησε.
-Τώρα, ὅπως καὶ νὰ τὸ κάμῃς ἄσχημα εἶναι... μὰ τὸ καλίτερο εἶναι νὰ τραβήξῃς τὸ δρόμο σου νὰ πᾶς... Ἔδωκες τὸ λόγο σου... εἶναι μεγάλη ἁμαρτία ν᾿ ἀφήσῃς τὸν παπᾶ χωρὶς βοηθό,, τέτοια μεγάλη μέρα».
Ὡστόσο τὰ μαθήματα Ποιμαντικῆς τοῦ Παπαδιαμάντη δὲ σταματᾶνε ἐδῶ συνεχίζονται, καθὼς ἐμφανίζονται κι ἄλλα παραδείγματα κληρικῶν ποὺ πειράζονται τὶς εὐλογημένες αὐτὲς προαναστάσιμες ὧρες. Καὶ βιώνουν τὸν πειρασμὸ παράλληλα μὲ τὴν ἐνσυνείδητη ἀναξιότητα, τὴν ὁποία φέρουν καὶ τὴν ἐναποθέτουν στὸ ἔλεος καὶ τὴν ἀνοχὴ τοῦ Θεοῦ..
«Μεταξὺ τῶν ὑπαρχόντων ἱερέων ὑπάρχουσιν ἀκόμη πολλοὶ ἐνάρετοι καὶ ἀγαθοὶ, εἰς τὰς πόλεις καὶ εἰς τὰ χωρία. Εἶναι τύποι λαϊκοὶ, ὠφέλιμοι, σεβάσμιοι. Ἄς μὴν ἐκφωνῶσιν λόγους. Ἠξεύρουσιν αὐτοὶ ἄλλον τρόπον πῶς νὰ διδάσκωσι τὸ ποίμνιον» θὰ μᾶς πεῖ. Κι ἔχει δίκαιο, ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω.
Μιὰ τέτοια, λοιπόν, διδαχὴ μᾶς προσφέρει κι ὁ παπα-Γαρόφαλος, ποὺ πηγαίνει στὴν καλύβα τοῦ μπάρμπα-Κόλλια, τοῦ Ἀλιβάνιστου καὶ μέ, ποιὸς ξέρει, πόσα παρακάλια καὶ ποιμαντιὴ φροντίδα, τὸν φέρνει στὸν Ἁη-Γιάννη τὸν Ἀσέληνο νὰ κάμει Ἀνάσταση, μετὰ ἀπό τόσα χρόνια ἀπομόνωσης. Ὅμως ὀ πειρασμὸς φάνηκε τὸτε ποὺ ὁ μπάρμπα-Κόλλια «σωστὸς λυκάνθρωπος»βρέθηκε στὸ ἐξωκκλήσι ὅπου τὸν καρτεροῦσαν οἰ ποιμένες γιὰ τὴν Ἀνάσταση. Παρ᾿ ὅλες τὶς προσπάθειες τοῦ ἱερέα κατάφερε νὰ πάει μαζὶ του στὸν Ἁη-Γιάννη, ὅμως σὰν εἶδε κόσμο ἤθελε νὰ φύγει, νὰ ξαναγυρίσει στὴν ἀπομόνωσή του. Τότε λοιπόν μὲ πατρικό-ταπεινὸ τρόπο ὁ παπᾶς τὸν προτρέπει νὰ πατήσει τὸν πειρασμὸ καὶ νὰ μείνει στὴν Ἀναστάσιμη πανήγυρι.
Ἀλήθεια, πόση προσπάθεια κατέβαλε ὁ παπᾶς, ποὺ αὐτὴ τὴν ὥρα τὴν ἱερὴ δοκιμαζόταν, ἄν θὰ μπορέσει δηλαδὴ νὰ σώσει μιὰ ψυχή, ποὺ γύρευε νὰ ἐπιστρέψει στὴν κόλαση τῆς μόνωσης καὶ τῆς ἄρνησης.
-«Ἄφσε νὰ ζήσῃς! Δὲν μπορῶ! ...Τὶ Ἀνάσταση νὰ κάμω...» ἔλεγε ὁ Ἀλιβάνιστος στὰ παρακάλια ἑνὸς ἀπό τοὺς ποιμένες, ποὺ τὸν κρατοῦσε νὰ μείνει μαζί τους στὸ πανηγύρι. Καὶ τότε ἐπεμβαίνει ὁ παπᾶς.
«-Νἄχης τὴν εὐχὴ τοῦ Χριστοῦ, παιδί μου ! Ἔλα ! Νὰ πάρῃς εὐλογία ! Νὰ μοσκοβολήσ᾿ ἡ ψυχή σου ! Ἔλα νὰ ἀπολάψῃς τὴ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ μας ! Μὴν ἀδικῇς τὸν ἑαυτόν σου ! Μὴν κάνῃς τοῦ ἐχθροῦ τὸ θέλημα !...»8 Καὶ μὲ τὴ βοήθεια τῶν ἁπλῶν ποιμένων γίνεται ἡ ἐπανένταξη τοῦ λησμονημένου αὐτοῦ ἀνθρώπου στὴν κοινωνία, ἀλλὰ καὶ στὴν Ἐκκλησία.
Ἴσως νὰ νομίσει κάποιος, ποὺ δὲν ἔχει γευτεῖ τὸ μεγαλεῖο τῆς Ὀρθοδόξου νηπτικῆς παραδόσεως, πὼς ὀ παπα-Κυριάκος9 εἶναι ἔνα φαιδρὸ πρόσωπο, ἕνας ἐπιπόλαιος, ποῦ ἀφήνει τὴν ἀκολουθία στὴ μέση καὶ φεύγει ἀπό τὸ ναό. Ὅμως τὰ πράγματα εἶναι διαφορετικὰ ἄν τὰ δοῦμε μὲ τὴ ματιὰ τῆς οἰκονομίας καὶ τῆς φιλανθρωπίας, ποὺ ἡ Ὀρθοδοξη Ἐκκλησία μᾶς προσφέρει.
Εἶχε γίνει ἡ Ἀνάσταση στὰ Καλύβια, ὅπου εἶχε κληθεῖ ὁ παπα-Κυριάκος ἀπὸ τοὺς ποιμένες νὰ τελέσει μαζὶ μὲ τὴν Ἀναστάσιμη λειτουργία, ὅταν, στὴ μέση περίπου τοῦ Ὄρθρου, ἐμφανίζεται ὁ γιὸς τοῦ ἱερέα καὶ λέγει στὸν πατέρα του ὅτι «ὁ παπᾶ Θοδωρῆς ὀ Σφοντύλας, ὁ σύντροφός του εἰς τὴν ἐνορίαν ἔκλεπτε τὰ προσφορὰς, μεταβιβάζων αὐτὰς διὰ τῆς ἐξωθύρας τοῦ ἱεροῦ βήματος εἰς χεῖρας τῆς συζύγου καὶ τῆς πενθερᾶς του». Αὐτὲς οἱ πληροφορίες τοῦ Ζάχου, τοῦ γιοῦ τοῦ παπα-Κυριάκου ἐρεθίζουν τὸν ἤδη ἱερουργοῦντα πατέρα του, ὁ ὁποῖος ἀστραπιαίως ἀπεκδύεται πετραχείλι καὶ φελόνιο καὶ βγαίνει βιαστικὰ καὶ μὲ θυμὸ ἀπό τὸ ναό. Ὅμως ἄς προσέξουμε τὴ σκηνὴ αὐτή, ὅπως τὴν περιγράφει ὀ Παπαδιαμάντης «Ἀλλ᾿ ὁ παπᾶ-Κυριάκος δὲν ἐσυλλογίσθη τίποτε. Ἐξήφθη ἀμέσως, ἠγανάκτησε, δὲν ἐκρατήθη. Ἥμαρτεν. Ἀντὶ νὰ καταφέρῃ σφοδρὸν ράπισμα κατὰ τῆς παρειᾶς τοῦ υἱοῦ του, καὶ νὰ ἐξακολουθήςῃ ἥσυχος τὸ καθῆκον του... ἀπέβαλεν εὐθὺς τὸ ἐπιτραχήλιον καὶ ἐξεδύθη τὸ φαιλόνιο, καὶ διασχίσας τὸν τὸν ναὸν ἐξῆλθεν, ἀποφεύγων τὸ βλέμμα τῆς πρεσβυτέρας του, ἥτις τὸν ἔβλεπεν ἔντρομος».
Σὲ μέρα χρονιάρα, ἐκεῖνος ποὺ φέρνει ἀναστάτωση στὸ ἐκκλησίασμα- «θὰ ἦσαν τὸ πολὺ ἑβδομήκοντα ἄνθρωποι, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παῖδες»- εἶναι ὀ ἴδιος ποὺ τοὺς ἄνοιξε τὴ θύρα τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς χαρᾶς μὲ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη»: ὁ ἱερέας. Ὁ ὁποῖος δὲν ἀρκεῖται στὸ νὰ λιποτακτήσει σὲ ὥρα ἱεροπραξίας, ἀλλὰ συνεχίζει νὰ εἶναι ἐξοργισμένος μὲ τὴ συμπεριφορὰ τοῦ συνεφημερίου του, τὴν ὁποία ὡστόσο τὴν ὑποθέτει, δὲν εἶναι ἀπόλυτα σίγουρος. Ὅμως πρέπει νὰ πάει ὁ ἴδιος στὴν πόλη νὰ ἐξακριβώσει. Ἀλήθεια, τί; Καὶ μάλιστα ἐκείνη τὴν προχωρημένη ὥρα, κατὰ τὴν ὁποία ἔπρεπε νὰ εἶναι στὴ θέση του. Στὸ Θυσιαστήριο.
Ἄς προσέξουμε πῶς περιγράφει ὁ Παπαδιαμάντης τὴ συνέχεια τῆς ὑποθέσεως.
«Πεντακόσια βήματα ἀπό τοῦ ναοῦ, ὁ δρόμος ἐκατηφόριζε, καὶ κατήρχετό τις εἰς ὠραίαν κοιλάδα. Εἷς νερόμυλοςεὑρίσκετο ἐπὶ τῆς κλιτύος ἐκείνης, παρὰ τὴν ὁδόν.
Ἀκούσας ὁ ἱερεὺς τὸν ἡδὺν μορμυρισμὸν τοῦ ρύακος, αἰσθανθεὶς ἐπὶ τοῦ προσώπου του τὴν δρόσον, ἐλησμόνησεν ὅτι εἶχε νὰ λειτουργήσῃ πῶς καὶ ποῦ νὰ λειτουργήσῃ ;) καὶ ἔκυψεν νὰ πίῃ ὕδωρ. Ἀλλὰ τὸ χεῖλός του δὲν εἶθχε βραχῆ ἀκόμη, καὶ αἴφνης ἐνεθυμήθη, ἀνένηψεν.
-Ἐγὼ ἔχω νὰ λειτουργήσω, εἶπε, καὶ πίνω νερό ;...
Καὶ δὲν ἔπιε.
Τότε ἦλθεν εἰς αἴσθησιν.
-Τί κάμνω ἐγώ, εἶπε, ποῦ πάω ;
Καὶ ποιήσας τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ¨
-Ἥμαρτον, Κύριε, εἶπεν, ἥμαρτον ! μὴ μὲ συνερισθῇς.
Ἐπανέλαβε δέ :
-Ἐὰν ἐκεῖνος ἔκλεψεν, ὁ Θεὸς ἄς τὸν... συγχωρήσῃ... κ᾿ ἐκεῖνον κ᾿ ἐμέ. Ἐγὼ πρέπει νὰ κάμω τὸ χρέος μου.
Ἠσθάνθη δάκρυ βρέχον τὴν παρειάν του.
-Ὦ Κύριε, εἶπεν ὁλοψύχως, ἥμαρτον, ἥμαρτον ! Σὺ παρεδόθης διὰ τὰς ἁμαρτίας μας, καὶ ἡμεῖς σὲ σταυρώνομεν κάθε μέρα.
Καὶ ἐστράφη πρὸς τὸν ἀνήφορον, σπεύδων νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ παρεκκλήσιον, ὅπως λειτουργήσῃ.
-Καὶ ἤθελα νὰ πιῶ καὶ νερὸ, εἶπε, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ λειτουργήσω. Ἀλλὰ πῶς νὰ κάμω; Δὲν πρέπει νὰ μεταλάβω! Θὰ λειτουργήσω χωρὶς μετάληψιν, δὲν εἶμαι ἄξιος!... «Δεῦτε τοῦ καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος !..» Ἐγὼ ἄξιος δὲν εἶμαι !
Καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν, ὅπου μετ᾿ ἀγαλλιάσεως οἱ χωρικοὶ τὸν εἶδον.
Ἐτέλεσεν τὴν ἱερὰν μυσταγωγίαν καί, μετέδωκεν εἰς τοὺς πιστοὺς, φροντίσας νὰ καταλύσῃ διὰ στόματος αὐτῶν ὅλον τὸ ἅγιον ποτήριον.10 Αὐτὸς δὲν ἐκοινώνησεν, ἐπιφυλαττόμενος νὰ τὸ εἴπῃ εἰς τὸν πνευματικὸν, καὶ πρόθυμος νὰ δεχθῇ τὸν κανόνα».
Τὰ συμπεράσματα, νομίζω, πὼς ἀβίαστα μᾶς παραδίδονται καὶ, μάλιστα, μὲ κρυστάλλινες θεολογικὲς προεκτάσεις Ὀρθοδόξου συμβουλευτικῆς, πρὸς «καταρτισμὸν καὶ νουθεσίαν» (πρβλ. Δοξαστικὸ Αἴνων. Ε΄ Κυριακῆς Νηστειῶν, ἦχος Α΄ ).
Ὡστόσο τὸ ἐρώτημα ποὺ ἐμμέσως τίθεται εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἀλήθεια, μπορεῖ ὁ παπα-Κυριάκος «νὰ προήδρευσεν τοῦ συμποσίου», ὅμως ἡ διάθεσή του ἀπό τὴ νυχτερινὴ περιπέτειά του καὶ μετά, ἀσφαλῶς θὰ ἦταν κάπως συμμαζεμένη, κατηφὴς καὶ ἀρκετὰ προβληματική. Ὁ πειρασμὸς ποὺ ἐμφανίστηκε μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ γιοῦ του Ζάχου τοῦ πρόσφερε ἀναμφίβολα ἕνα ἱκανὸ μάθημα, διακράτησε τὸν ἴδιο ἀπό περαιτέρω ἄκομψες συμπεριφορὲς, ἀλλὰ τελικὰ τοῦ παρέδωσε στὰ χέρια τὰ κλειδιὰ, ὥστε ν᾿ ἀνοίξει τὴ θύρα τῆς μετανοίας καὶ τῆς πραγματικῆς ἐμβιώσεως τῆς Ἀναστάσεως. Μὲ ἁπλὰ λόγια νὰ ζήσει τὸ «Πάσχα Θεοῦ τὸ σωτήριον». Κι εἶναι ἀλήθεια ὅτι τὸ ἔζησε...
Προσέχοντας μία-μία τὶς λέξεις καὶ τὰ νοήματα ποὺ κρύβονται πίσω ἀπὸ αὐτές, λέξεις ποὺ συνιστοῦν ἀνόθευτη Ὀρθόδοξη διδαχή, θαυμάζει κανεὶς καὶ συγκινεῖται γιὰ τὶς ρίζες ποὺ διακρατοῦν τὴν παράδοσή μας.
Γι᾿ αὐτὸ Πάσχα καὶ Χριστούγεννα δὲ νοοῦνται δίχως μιὰν ἐπίσκεψη στὰ «ἀρυτίδωτα γραπτὰ τοῦ Παπαδιαμάντη» (Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος). Γραπτὰ ποὺ ὑψώνουν τὴν ψυχὴ πάνω ἀπὸ τὰ πρόχειρα καὶ ἐν πολλοῖς ἀσεβῆ καὶ ἀπρεπῆ «ἑόρτια» φληναφήματα τοῦ καιροῦ μας καὶ τὴν ὁδηγοῦν σταθερὰ καὶ ἔντιμα νὰ ζήσει «Πάσχα ἱερόν, Πάσχα τερπόν, Πάσχα λύτρον λύπης».
Πάσχα 2012

1 Γιὰ τὴν παρουσία τῶν πειρασμῶν στὴ ζωή μας βλ. π. Μιχαὴλ Καρδαμάκης, Ὀρθόδοξη Πνευματικότητα, Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1980, σελ. 232-239 βλ. ἐπίσης, «Ὃ φεύγων τοὺς πειρασμούς, φεύγει τὴν ἀρετήν. Πειρασμὸν δὲ λέγω οὐ τῶν ἐπιθυμιῶν, ἀλλὰ τῶν θλίψεων.»ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος, Λόγος ΜΔ΄ βλ. ἐπίσης τὰ προλεγόμενα στό, Π. Β. Πάσχος, Ἄλγος νηπίων, Ἀστήρ, Ἀθήνα 1979.
2 Ἀνέστης Κεσελόπουλος, Οἱ ἱερεῖς τοῦ Παπαδιαμάντη ἤ ἡ σχέση τῆς παιδείας μὲ τὸ ἱερατικὸ ἦθος, Πρακτικὰ Α΄ Συνεδρίου γιὰ τὸν Ἀλ. Παπαδιαμάντη, Δόμος, Ἀθήνα 1996, σελ. 571-580.
3 π. Κων. Ν. Καλλιανός, Περὶ ἐνορίας ὁ λόγος. Πῶς βιώνειτὴν ἐνορία καὶ τὴν ἐνοριακὴ ζωὴ ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Σύναξη, τεῦχ. 119 (Ἰούλιος-Σεπτ. 2011) σελ. 78-82.
4 Εὐχὴ τοῦ Χερουβικοῦ Ὕμνου.
5 Ἀνέστης Κεσελόπουλος, Ἡ λειτουργικὴ παράδοση στὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 35.
6 Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ἅπαντα, τ. Β΄ κριτικὴ ἔκδοση Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 1982, σελ. 512-540.
7 «Ἔστιν παρὰ τοῖς ἀκριβεστάτοις τῶν γνωστικῶν Πατέρων καὶ ἑτέρα τις τούτων λεπτοτέρα ἔννοια, ὁ παραρριπισμὸν νοὸς τινες ὀνομάζεσθαι λέγουσιν· ἥτις, χρόνου χωρὶς καὶ λόγου καὶ εἰκόνος, ὀξυτέρως τὸ πάθος τῷ πάσχοντι σημαίνειν πέφυκεν...» Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, Κλῖμαξ, Λόγος ΙΕ΄ ογ΄ ἐκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ὡρωπὸς 1978, σελ. 211, βλ. καὶ τὸ σχόλιο τοῦ π. Ἰγνατίου Πολουπάτη, σελ. 423-424
8 Βλ. τὸ διήγημα «Ὁ ἀλιβάνιστος» Ἅπαντα, τ. Γ΄ Ἀθήνα 1983, σελ. 521-523.
9 Βλ. τὸ διήγημα «Ἐξοχικὴ Λαμπρή», Ἅπαντα, τ. Β΄ , σελ. 125-133.
10 Ἐπειδὴ ἐγείρει κάποια ἐρωτήματα ἡ φράση «φροντίσας νὰ καταλύσῃ διὰ στόματος αὐτῶν [δηλ. τῶν πιστῶν] ὅλον τὸ ἅγιον ποτήριον», θὰ ἤθελα νὰ σημειώσω τὰ ἑξῆς: Ἐδῶ ὁ Ππδ. θέλει νὰ πεῖ, ὅτι ὁ παπα-Χρῆστος δὲν κοινώνησε, δηλαδή δὲν ἔλαβε τὴν ὀφειλομένη εἰς αὐτὸν μερίδα ἀπὸ τὸν Ἀμνὸ, ἀλλὰ Τὸν προσέφερε σὲ ὅσους ἐκοινώνησαν. Ὅμως περατωθείσης τῆς Θ. Κονωνίας, ἀσφαλῶς θὰ κατέλυσε ὅλα τὰ ὑπολοιπα, ὅπως τὶς Μερίδες τῆς Θεοτόκου, τῶν Ταγματων, τῶν Ζώντων καὶ Κεκοιμημένων. Μὲ λίγα λόγια ὁ Ππδ. μὲ τὰ ὅσα λέει θέλει νὰ μᾶς τονίσει τὴ βαθύτατη μεταμέλεια τοῦ παπα-Χρήστου καὶ τὴν παιδαγωγικὴ τῶν ἱ. Κανόνων. 

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟ ΡΙΓΟΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης καί τό Κάστρο τῆς Σκιάθου 




Ἀφορμή, παιδιά, γιά τήν ἀνάπτυξη τοῦ παραπάνω θέματος στάθηκε ἡ εἴδηση ὄτι στή γείτονα Σκιάθο ἐκπονεῖται μελέτη γιά τήν, ἐπιτέλους, ἀναπαλαίωση καί διάσωση τοῦ ἐκεῖ Κάστρου ἤ Φρουρίου, ὅπως λεγόταν στά χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας καί τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἔτσι, ἔχουμε πιά ἐλπίδες ὅτι "τό ἔρημον χωρίον, τό κτισμένον ἐπί θαλασσοπλήκτου βράχου ὑψηλοῦ", θά παραμείνει, ἐκτός ἀπό "παλάτιον τῆς ἐρημίας καί τῆς σιγῆς”, θρόνος βαθείας μελαγχολίας, ἱερό ταμεῖο μνήμης καί παράδοσης.
Ὀφείλω, πρίν ἀρχίσω ν᾿ ἀναπτύσσω τό θέμα μου, νά κάμω δύο παρατηρήσεις. Ἡ πρώτη σχετίζεται μέ τήν ἱστορία τοῦ Κάστρου, τήν ὁποία ὁ κάθε ἐνδιαφερόμενος μπορεῖ νά τή δεῖ στήν μελέτη τοῦ μακαριστοῦ καί μοναδικοῦ ἱστορικοῦ τῆς Σκιάθου, τοῦ Ἰω. Ν. Φραγκούλα, "Ἀξιολόγες τοποθεσίες στό νησί τοῦ Παπαδιαμάντη". Ὁ Φραγκούλας μάλιστα ἀναφέρει, πώς "ἡ πιό ἀξιόλογη τοποθεσία τῆς Σκιάθου εἶναι τό Κάστρο, τό Φρούριο, μέσα στό ὁποῖο ἔζησε ἄλλοτε ἡ μεσαιωνική πόλη τοῦ νησιοῦ. Τό Κάστρο ὡς ὀχυρωματικό ἔργο εἶναι περισσότερο Φρούριο φυσικό καί λιγότερο τεχνικό. Εἶναι μιά πανοραμική κυματόλουστη χερσόνησο μέ ἀρκετή ἔκταση".
Ἡ δεύτερη εἶναι μιά ἀνοιχτή εὐχαριστία καί ἀπόδοση συγχαρητηρίων στόν Δῆμο τῆς Σκιάθου πού μᾶς πρόσφερε τά ἀνεπανάληπτα "Καστρινά" διηγήματα τοῦ πράγματι κορυφαίου Νεοέλληνα λογογράφου, τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη: ἑνός Ἀνθρώπου, γιά τόν ὁποῖο δέν εἶναι μόνο ἡ γειτονική νῆσος ὑπερήφανη ἀλλά καί ἡ Σκόπελος, τήν ὁποία ἀγάπησε ὁ Ππδ, γιατί ἔμεινε ἐδῶ ἕνα χρόνο μαθητεύοντας, ἀλλά καί ἐπειδή σέ ἀρκετά διηγήματά του τήν μνημονεύει ὡς τήν νῆσον τῶν νοσταλγῶν. Γιατί ἔτσι ἦταν μέχρις ἕνα καιρό ἡ Σκόπελος...
Καί γιά νά ξαναγυρίσω στό θέμα μου πού εἶναι τό Κάστρο τῆς Σκιάθου καί ὁ Ππδ, θά ἤθελα νά ὑπογραμμίσω πώς ὁ κύρ Ἀλέξανδρος ἀφιερώνει σ᾿ αὐτή τήν ἀρχαία πολίχνη μερικές ἀπό τίς ὡραιότερες σελίδες του. Ἄς ξαναθυμηθοῦμε λοιπόν τά διηγήματα "Στό Χριστό στό Κάστρο", ὁ “Ρεμβασμός τοῦ Δεκαπενταύγουστου", "Τό Χατζόπουλο" κ. ἄ. γιά μιά πρώτη συνάντηση μέ τό Κάστρο.
Ὅμως τί ἦταν γιά τόν Ππδ. τό Κάστρο καί γιατί τό μνημονεύει τόσο συχνά;
Γιά νά τό καταλάβουμε πρέπει νά πάρουμε τά πράγματα ἀπό τήν ἀρχή.
Ὁ Ππδ. γεννήθηκε τό 1851 στή σημερινή πόλη τῆς Σκιάθου, "τήν μεσημβρινήν", ὅπως τήν ὀνομάζει. Πρέπει δέ νά ποῦμε πώς ἡ σημερινή πόλη τῆς Σκιάθου ἄρχισε νά δημιουργεῖται μετά τό 1829-30, ὅταν σταδιακά κατέβηκαν ἀπό τό Κάστρο οἱ Σκιαθίτες. Οἱ λόγοι δέ πού τούς ἀνάγκασαν νά ἐγκαταλείψουν τό Φρούριο ἦταν πολλοί, κυριώτεροι ἀπό τούς ὁποίους εἶναι ἡ ἀνοδική πορεία τῆς ναυτιλίας τῆς Σκιάθου, καί τό Κάστρο μᾶς εἶναι γνωστό πώς δέν εἶχε ἀσφαλές λιμάνι, ἀλλά καί ἡ ἐμπορική κίνηση τοῦ λιμανιοῦ τῆς νέας πολίχνης. Παράλληλα, ἀναπτύσσεται καί ἡ ναυπηγική τέχνη σέ σημεῖο ὥστε ὁ ταρσανᾶς, τό ναυπηγεῖο τῆς Σκιάθου νά εἶναι ἕνα ἀπό τά καλύτερα τῶν λεγομένων ναυτικῶν νήσων.
Ἑπομένως ὁ Ππδ. γεννιέται καί μεγαλώνει σέ μιάν ἐποχή, ὅπου μιά πολίχνη ἱστορική καί γεμάτη μνῆμες σβήνει, γιά νά δημιουργηθεῖ μιάν ἄλλη, μέ νέα ἤθη, συμπεριφορές καί ἀνθρώπους πιό σκοτεινούς ἀπό ἐκείνους τοῦ Κάστρου. Καί μιλῶ ἐδῶ γιά τούς τοκογλύφους καί τούς νεόπλουτους πού ἦλθαν στό νησί καί ἀνάτρεψαν τά πράγματα. Δέν πρέπει δέ νά λησμονοῦμε πώς καί οἱ γονεῖς του εἶναι Καστρινοί, δηλαδή φέρουν ἀναμφίβολα μέσα τους τά σπέρματα τῆς νοσταλγίας γιά τήν πατρική τους ἑστία πού βρισκόταν ἀνάμεσα στίς ἄλλες μικρές κι ἀραδιασμένες στή σειρά φτωχικές κατοικίες "τοῦ παλαιοῦ ἐκείνου φρουρίου, τῆς ἀληθοῦς φωλεᾶς γλάρου". Κι αὐτό μπορεῖ νά τό διαπιστώσει κανείς ὅταν διαβάσει προσεκτικά τό χριστουγεννιάτικο διήγημα τοῦ Ππδ. "Στό Χριστό στό Κάστρο", ὅπου ἐμφανίζεται ὅλο τό δέος, ἡ νοσταλγία ἀλλά καί ἡ εὐλάβεια τοῦ παπα-Ἀδαμαντίου, τοῦ πατέρα δηλ. τοῦ κύρ-Ἀλέξανδρου, γιά "τόν ἀμαυρόν τιτάνειον αὐτόν βράχον". Κι ἐδῶ πρέπει νά ὑπενθυμίσουμε, γιά νά τό μάθουμε ἐπιτέλους, πώς τό πραγματικό ἐπίθετο τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδαμαντίου Ἐμμανουήλ ἦταν Μοσχοβάκης, τό ὁποῖο φυσικά δέ χρησιμοποιήθηκε ποτέ.
Ἀποταμιεύοντας, λοιπόν, ὁ Σκιαθίτης λογογράφος ὅλον ἐκεῖνο τόν ἀπόηχο τῆς νοσταλγίας καί τῆς μνήμης τοῦ Κάστρου, πού ἀποπνέει ἡ παλαιά μεσαιωνική πολίχνη τοῦ Κάστρου, τόν καταθέτει σέ μιά σειρά διηγημάτων του, μέ εὐαισθησία, χάρη καί φυσικά μέ τόν ἀπαιτούμενο σεβασμό στίς ρίζες του.
"Ὅλον τό παλαιόν χωρίον ἦτο ἐρείπιον, ἁπλωμένον ἐπί τῶν νώτων τοῦ γίγαντος, τοῦ μέ τούς πόδας θαλασσωμένους βράχου... Ἀλλ᾿ ὅμως ἡ θειά τό Μαχώ τό Φαλκάκι, ἠγάπα τό παλαιόν χωρίον της, τό μέρος ὅπου εἶχε γεννηθῇ κι αὐτή ἕνα καιρόν, περί τούς χρόνους τοῦ ἀγῶνος (στά χρόνια δηλ. τῆς Ἑλλ. Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821) καί ὅπου διῆλθε τά προσφιλῆ εἰς πᾶσαν μνήμηνν ἔτη τῆς παιδικῆς ἡλικίας. Διά τοῦτο ἐφρόντισε μέ κάθε τρόπον νά διατηρήσῃ τό παλαιόν σπιτάκι, τήν φωλεάν τῶν γονέων της, τήν κοιτίδα αὐτῆς τῆς ἰδίας". Τονίζει δὲ μέ ἔμφαση παρακάτω ὁ Ππδ. ὅτι ὁ μικρός οἰκίσκος τῆς θειᾶς Μαχῶς "ἦτο μία ἐπάνοδος εἰς τό παρελθόν, μία ὀπή διά τῆς ὁποίας ἔβλεπέ τις τά περασμένα ὡς εἰς πανόραμα..." (κινηματογραφική ταινία θά λέγαμε σήμερα).
Παρατηροῦμε, λοιπόν, μέ πόση ἀγάπη καί νοσταλγία μᾶς ἐκφράζει τό προσωπικό του βίωμα γιά τό Κάστρο ὁ Ππδ· καί παράλληλα τό πόσο ἐπαινεῖ ἐκείνη τήν ταπεινή κι ἀσφαλῶς φτωχή Σκιαθίτισσα πού συνεχίζει νά τιμᾶ τόν γενέθλιο τόπο της, τό Κάστρο καί παράλληλα νά συντηρεῖ τό παλιό της σπίτι καί μαζί μ᾿ αὐτό τό παρελθόν, τούς προγόνους της, τήν ἴδια τήν ἱστορία. Σέ ἀντίθεση μέ κάποιους ἄλλους, πού ἀδιαφόρησαν παντελῶς σέ σημεῖο ὥστε νά καταστραφεῖ καί νά ἐρημωθεῖ τό Κάστρο. "Μέχρι πρό ὀλίγων ἐτῶν, γράφει τό 1892, στό διήγημά του "Στό Χριστό στό Κάστρο", ἐσώζοντο ἀκόμη οἰκίαι τινες μέ τάς στέγας καί τά πατώματά των ἐντός τοῦ Φρουρίου, ἀλλά τελευταῖον ἡ ὀλιγωρία τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, ὁ ὄκνος τῶν ἀνθρώπων εἰς τό νά ἐπισκέπτωνται τό Κάστρον συχνότερα καί ἡ ἀσυνειδησία ὀλίγων τινων συλλαγωγῶν, πλεονεκτῶν ἤ οἰκοδόμων, εἶχε καταστήσει ἐρειπίων σωρόν τό Κάστρον". Θέλω δέ νά πιστεύω, πώς καταλαβαίνει κανείς πολλά ἀπ᾿ αὐτήν τήν ὁμολογία τοῦ Ππδ.
Ὅμως τό Κάστρο δέν εἶναι δυνατό νά μνημονευτεῖ δίχως "τά τριάκοντα παρεκκλήσια, λείψανα εὐσεβοῦς παρελθούσης ἐποχῆς", τά ὁποῖα "ὑπῆρχον ἐκεῖ ὅτε ἤμην παιδίον" -ἄφησα ἐπίτηδες τόν ἴδιο τόν κύρ Ἀλέξανδρο νά μᾶς τά πεῖ σέ πρῶτο πρόσωπο, γιά νά καταλάβουμε τό πότε· πού ἀσφαλῶς χρονικά ἐντοπίζεται γύρω στά 1856-1866. Μάλιστα κάποι᾿ ἀπ' αὐτά, ὅπως εἶναι τό παρεκκλήσι τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας, πού γιόρταζε τόν Δεκαπενταύγουστο, ἤ τῆς Παναγίας τῆς Μεγαλομάτας, πού γιόρταζε τό Σάββατο τοῦ Ἀκαθίστου, δηλ. τῆς Φανερωμένης, τά περιγράφει μέ λεπτομέρειες.
Μέ λίγα λόγια, γιά νά μήν κουράσω περισσότερο, προσπαθεῖ ὁ Ππδ. μέσ᾿ ἀπό τά Καστρινά διηγήματά του νά διασώσει παλιές ἱερές καί τιμημένες στιγμές πού ἔζησε τό Κάστρο, ὅπως τήν ἱστορία τοῦ "Φτωχοῦ Ἁγίου", τοῦ ἁπλοῦ τσοπάνη, πού θυσιάζεται γιά νά σώσει τό χωριό ἀπό τήν ἐπιδρομή τῶν κουρσάρων· ἤ ἀκόμα τίς ὧρες τῆς συνάξεως τῶν προεστῶν στό Κιόσκι "τό μικρόν περίπτερον, ὅπου συνερχόμενοι ἐβουλεύοντο ἤ ἁπλῶς ἠργολόγουν οἱ προεστοί. Παράλληλα θυμίζει νοσταλγικές στιγμές, ὅπως ἐκεῖνες μέ τά παιδιά, τήνπαραμονή τῶν Χριστουγέννων, πού πηγαίνουν νά ψάλλουν τά κάλαντα "Χριστούγεννα-Πρωτούγεννα", κρατώντας τά ἀναμμένα τους φαναράκια.
Ἄς μή μᾶς φανεῖ παράξενο, ἀλλά κάποιες μνῆμες ἀπό τό Κάστρο σχετίζονται καί μέ τό νησί μας, τή Σκόπελο, τῆς ὁποίας τό Κάστρο, σέ ἀντίθεση μέ τή Σκιάθο, ἀκόμα κατοικεῖται.
Μέ τή Σκόπελο, λοιπόν, σχετίζονται τά διηγήματα, "Τό Χατζόπουλο" καί "Τά μαῦρα κούτσουρα"
Τό Χάτζόπουλο μᾶς μεταφέρει στά μέσα τοῦ 18ου, ὅταν γιά κληρονομικές καί ἄλλες οίκογενειακές διαφορές, φεύγει ἀπό τή Σκιάθο καί ἐγκαθίσταται στή Σκόπελο ὁ γενάρχης μιᾶς ἀπό τίς ἱστορικές οἰκογένειες τῆς Σκοπέλου: τῆς οἰκογένειας Νικολαΐδη, αὐτῆς πού πρόσφερε στήν πολή μας τό Ἱστορικό καί Λαογραφικό Μουσεῖο.
Ὁ γενάρχης τῆς οἰκογένειας αὐτῆς ἦταν ὁ Νικολάκης Χατζησταμάτη, πού χρημάτισε στό νησί μας προεστώς, νοτάριος (δηλ. συμβολαιογράφος), ἔφορος κ.λ.π.. Ὁ γιός του, ὁ Γιαννιός, ἀλλάζει τό ἐπίθετο ἀπό Χατζησταμάτη σέ Νικολάου ἤ Νικολαΐδης. Ἡ οἰκογένεια αὐτή, πρέπει νά ὑπενθυμίσουμε ἐδῶ, πώς ἦταν συγγενεῖς τοῦ Ππδ. Ὁ ἴδιος τό ὁμολογεῖ ἄλλωστε.
Στά "Μαύρα κούτσουρα" γίνεται λόγος γιά τόν γιό τοῦ τότε προεστοῦ τοῦ Κάστρου, στό α΄ μισό τοῦ 18ου αἰ, Δημητράκη Ἐπιφανίου Οἰκονόμου, τόν Ἀγάλλο, ἀδελφό τοῦ Σκιαθίτη Διδασκάλου τοῦ Γένους Ἐπιφανίου Δημητριάδη.
Ὁ Ἀγάλλος εἶχε ἀρραβωνιαστεῖ στή Σκόπελο μιά κοπέλα ἀπό μεγάλη ἀρχοντική οἰκογένεια, τήν Ἐγγλεζώ Τσιρώνη. Κι ἐνῶ σχεδίαζε τό γάμο του, ἡ μνηστή του πεθαίνει κι ὁ ἴδιος στή συνέχεια, ὕστερ᾿ ἀπό καποιες περιπέτειες γίνεται μοναχός στό ἱστορικό μοναστήρι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Σκιάθου, ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ ἁγίου Νήφωνος τοῦ κτίτορος τῆς μονῆς αὐτῆς. Ἀργότερα ὁ Ἀλύπιος, γιατί αὐτό τό ὄνομα ἔλαβε ὅταν ἔγινε μοναχός ὁ Ἀγάλλος, ἐκλέγεται ἡγούμενος τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὁ τέταρτος κατά σειρά. Καί σ᾿ αὐτό τό διήγημα μᾶς θυμίζει ὁ Ππδ. ὅτι ἡ οἰκογένεια τοῦ Δημητράκη Οἰκονόμου εἶχε συγγενεῖς στή Σκόπελο. Ποιοί νά ἦσαν ἄραγε;
Κλείνοντας αὐτή τή λιτή παρουσίαση τοῦ θέματος γιά τό Κάστρο τῆς Σκιάθου καί τόν Ππδ. θά ἤθελα, παιδιά, νά σᾶς προτρέψω νά προσέξετε καί τό δικό μας τό Κάστρο, γιά νά δεῖτε ὅτι ἔχει ἀρκετές ὁμοιότητες μέ ἐκεῖνο τῆς γείτονος νήσου. Ὅπως π.χ. ὅτι καί τά δύο Κάστρα εἶναι κτισμένα κατά τό βορρᾶ, ἔχουν καί τά δύο τόν Μητροπολιτικό τους ναό ἀφιερώσει στή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἔχουν ἰσάριθμο, περίπου ἀριθμό παρεκκλησίων καί τό κυριώτερο διακρατοῦν τό ἴδιο ρίγος τῆς ἱστορικῆς μνήμης. Σᾶς εὐχαριστῶ γιά τήν ὑπομονή σας.

Διευκρινιστική σημείωση: Τό παραπάνω κείμενο διαβάστηκε στούς μαθητές τοῦ Γυμνασίου τῆς Χώρας Σκοπέλου, στίς 16 Μαΐου 2006, ὅταν τό παραπάνω Σχολεῖο τίμησε τόν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ἀπό τή θέση αὐτή εὐχαριστῶ θερμά τίς Καθηγήτριες, κυρίες Παρασκευή Τζαμαλή-Ξηντάρη καί Ἑλένη-Σπηλιώτη-Κεσμετζή· ὅπως ἐπίσης τήν κυρία Ἀθηνά Παπαγεωργίου, ψυχή τοῦ "Σπιτιοῦ τοῦ Παπαδιαμάντη" καί ὅλων τῶν πολιτιστικῶν ἐκδηλώσεων τῆς Σκιάθου.

Βιβλιογραφία
1. Ἰω. Ν. Φραγκούλα, Ἀξιόλογες τοποθεσίες στό νησί του Παπαδιαμάντη, Σκιάθος 1995
2. Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τά Καστρινά. Διηγήματα, Ἀναπτυξιακή Σκιάθου, Σκίαθος 2005

3. π. Κων. Ν. Καλλιανός, “Τό Χατζόπουλο, τό ἱστορικό του περίγραμμα καί ἡ μονή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Σκιάθου”, Λαογραφικό Μουσεῖο Σκοπέλου, Σκόπελος 2002 (ἀνάτυπο ἀπό τό περ. Θεσσαλικό Ημερολόγιο)

Related Posts with Thumbnails