© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ “ΓΙΑΡΤΙΜ”

Λησμονημένες ὄψεις συμπεριφορᾶς τῶν παλιῶν Κληματιανῶν
[Ἡ φωτ. ἀπό τὸ ἀρχεῖο τῆς Μαγδαληνῆς Ἰω. Δενδῆ]
Τὴ θυμήθηκα αὐτὴ τὴ λησμονημένη σήμερα λέξη «γιαρτίμ», τοῦτες τὶς μέρες τὶς στερνὲς τοῦ θέρους, μὲ τὸν Αὔγουστο νὰ ἐπιμένει νὰ ἀνακαλεῖ παλιὰ βιώματα χρόνων μακρυνῶν, ποὺ γιὰ πολλοὺς εἶναι χωρὶς καμμιὰ σημασία, ἴσως δὲ καὶ ἄχρηστα. Γιατὶ ἡ λέξη αὐτὴ μοῦ θύμισε τὶς ἀπογευματινὲς συνάξεις τῶν γυναικῶν, κυρίως ἔξω στὶς αὐλές τους, μὲ τὰ τσουβάλια τὰ ἀπάστρευτα ἀμύγδαλα δίπλα τους, ποὺ ἔπρεπε νὰ καθαριστοῦν. Κάθονταν, λοιπόν, στὰ χαμηλὰ ἐκεῖνα «καρικλιά»( σκαμνάκια) καὶ εἶχαν πάνω στὰπόδια τους τὸν «ταβᾶ», ποὺ τὸν γέμιζαν μὲ τὸ μαξούλι καὶ πάστρευαν ἕνα-ἕνα τὰ ἀμύγδαλα, ἀφαιρὠντας τὴ χοντρὴ τὴ φλοῦδα, καὶ ρίχνανε στὸ διπλανὸ κοφίνι τὸ χλωρὸ ἀμύγδαλο. Ἅμα γέμιζε τὸ κοφίνι τὸ ἀδειάζανε πάνω σὲ χαγιάτια ἤ καὶ ταράτσες νὰ στεγνώσουν. Τὶς φλοῦδες τὶς βάζανε σὲ ἄλλο τσουβάλι καὶ τὶς πήγαιναν στὸ χωράφι γιὰ λίπανση τῶν δέντρων.
Ἦταν γραφικὲς αὐτὲς οἱ συνάξεις καὶ πολὺ χαριτωμένες, ἐπειδὴ ἄκουγες τόσα καὶ τόσα πράγματα, ἀπὸ τὰ νέα τοῦ χωριοῦ, μέχρι καὶ χωρατά, ἀστεῖα δηλαδή. Καὶ τὸ κυριότερο, εἶχαν τὸν χαρακτῆρα τῆς συνεργασίας καὶ ἀλληλοβοήθειας. Ἄκουγες, λοιπόν, αὐτὲς τὶς ὧρες..
-Ἀρή, ἦρθα νὰ σᾶς κάμου γιαρτίμ...
Μιὰ γειτόνισσα παρουσιάζονταν τότε ἤ καὶ συγγενής, ποὺ χωρὶς δεύτερο λογο ἤ νὰ ζητήσει τὸ παραμικρό, κάθονταν καὶ συντρόφευε τὸν μικρὸ ὅμιλο τῶν γυναικῶν ποὺ πάστρευαν τὰ ἀμύγδαλα.
Γιατί, ἆραγε, τὸ ἔκανε;
Πρῶτα-πρῶτα γιὰ λόγους ἐπικοινωνίας, μετὰ γιὰ ἀλληλοβοήθεια καὶ τέλος γιατὶ πάντα σ᾿ αὐτὲς τὶς συνάξεις ὑπῆρχε καὶ τὸ κέρασμα, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑποχρέωση ἀπὸ μέρος τῆς νοικοκυρᾶς νὰ συνδράμει τὸ προσωπο αὐτὸ σὲ περίπτωση ἀναγκης του. Γι᾿ αὐτὸ καὶ στὴ μικρὴ ἐκείνη κοινωνία τοῦ χωριοῦ μας, ποὺ οἱ περισσότεροι ἦσαν ἀγράμματοι, λειτουργοῦσαν οἱ διανθρώπινες σχέσεις μὲ ρυθμοὺς πολὺ πιὸ προοδευτικοὺς ἀπὸ τοὺς σημερινούς. Θυμᾶμαι π. χ. πὼς σὲ περιπτώσεις ἀρραβώνων, γάμου, ἀλλὰ καὶ κηδείας ἤ μνημοσύνου, πάντα θὰ συνέτρεχαν τὸ σπίτι ποὺ εἶχε αὐτὸ «τοὺ χουσμέτ’», οἱ γειτόνοι κι οἱ συγγενεῖς. Γιατὶ σ᾿ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις δὲν ἦταν εὔκολο νὰ τὰ βγάλουν πέρα ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν τὸν ἀρραβώνα ἤ τὸ γάμο κ.λ.π., ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχαν ζαχαροπλαστεῖα ὅπως σήμερα νὰ πᾶνε π. χ. ν᾿ ἀγοράσουν τὰ γλυκά. Ἔπρεπε λοιπόν, νὰ συγκεντρώσουν τὰ ἀμύγδαλα, νὰ τὰ σπάσουν νὰ τὰ καθαρίσουν, νὰ ἀσπρίσουν τὶς κοκκόσες (τὴν ψύχα δηλ.), νὰ τὰ στεγνώσουν καὶ μετὰ νὰ τὰ τρίψουν. Καὶ τὸ τρίψιμο δὲ γινόταν μὲ τὴ μηχανή, ὅπως σήμερα, ἀλλὰ «μὶ τοὺ λάλαρου», τὴν εἰδικὴ δηλαδή, λευκὴ ὁλοστρόγγυλη πέτρα, ποὺ διαάλεγαν ἀπὸ τὸ γυαλό. Τρίβανε, λοιπόν, μὲ προσοχὴ τὴ ψύχα καὶ μετὰ κάνανε τὰ χαμαλιά, τὰ ἀμυγδαλωτά, τὰ «μυδγαλουζούμια» καὶ τὸ ἀξεπέραστο ἐκεῖνο γλυκὸ ἀμύγδαλο τοῦ κουταλιοῦ, τὸ ὁποῖο εὐωδίαζε ροδόσταμο. Καὶ νὰ ἤτανε μόνο αὐτά...Πόσα καὶ πόσα ἀπαιτοῦσαν «τοὺ γιαστίμ». Ἀσβεστώματα, σιδερώματα, ράψιμο, μαγειρική κ.ἄ.
Θυμήθηκα, λοιπόν, τὴν ξεχασμένη πιὰ λέξη «γιαρτίμ», ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὰ χρόνια τὰ πίσω, τὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας -yardim στὴ τουρκικὴ σημαίνει βοήθεια- γιὰ νὰ θυμίσει αὐθόρμητες συμπεριφορὲς ἀνθρώπων ποὺ στὴν πλειονότητά τους ἦταν σφραγισμένοι μὲ τὸ μεγαλεῖο τῆς ἁπλότητας καὶ τῆς καλωσύνης. Ποὺ σήμερα ὅλο καὶ λιγοστεύουν, γιατὶ εἴμαστε ὀχυρωμένοι στὸ ἐγὼ καὶ στὴν ἀπανθρωπία μας. Δυστυχῶς...

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

ΝΥΧΤΕΣ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΣΤΗ ΓΕΝΝΑΔΕΙΟ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ
Το Ίδρυμα Schwarz σε συνεργασία με τη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη της Αμερικάνικης Σχολής Κλασικών Σπουδών διοργάνωσε στην Αθήνα, μέσα στο θλιμμένο Αύγουστο, τις Νύχτες Κλασικής Μουσικής, φιλοξενώντας σημαντικούς μουσικούς, του περίφημου Curtis Institute of Music, οι οποίοι παρουσίασαν από τις 21 έως τις 25 Αυγούστου τέσσερις σημαντικότατες μουσικές βραδιές με αριστουργήματα της παγκόσμιας μουσικής δημιουργίας. Η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη φυλάσσει στους κόλπους της πλούσιους εθνικούς θησαυρούς της πατρίδας μας από την αρχαιότητα ως τη σύγχρονη εποχή και είναι ένα από τα διαμάντια της Αθήνας. Είναι φανερό ότι οι πνευματικοί άρχοντες που τη διοικούν, ένιωσαν την μεγάλη απουσία της Κλασικής Μουσικής από την πολύπαθη Αθήνα και φρόντισαν να καλύψουν αυτό κενό, με υψηλής ποιότητας ερμηνείες που θα μείνουν βαθιά χαραγμένα στη μνήμη όσων είχαμε την τύχη να τις παρακολουθήσουμε. Από τις τέσσερις μαγικές βραδιές της διοργάνωσης παραβρεθήκαμε στις δύο.
Στην πρώτη, στις 21 Αυγούστου, στο Ρεσιτάλ Πιάνου, σολίστ ήταν ένας εκπληκτικός νεαρός Άγγλος πιανίστας ο Alexander Ullman, απόφοιτος του Curtis Institute και νικητής του Διαγωνισμού Liszt της Βουδαπέστης. Έπαιξε έργα του Frederic Chopin [1810-1849] και ο τρόπος με τον οποίο τα ερμήνευσε ήταν τόσο αριστοτεχνικός, ώστε να αποκαλύψει σε όλο το ακροατήριο τα λεπτά, εκείνα, σοπενικά χαρακτηριστικά, που δικαιώνουν τη φήμη τους, ως τα ωραιότερα σολιστικά έργα για πιάνο. Ξεκίνησε εντυπωσιακά με το Waltz in F major, Op.34 No.3, χορό, σύμβολο της αστικής τάξης, και ανέδειξε την κομψότητα, τη χάρη και την εσωτερική ορμή της λεπτής αυτής σύνθεσης. Ξεδίπλωσε σιγά, σιγά όλες τις πιανιστικές αρετές του. Και μετά τη γλυκιά, λυρική εξομολόγηση, της Ballade No 4 in F minor, Op.52, έφτασε στην απόγνωση, στην ερήμωση, στην οργή και την έξαρση. Στο Scherzo No, 2 in B-Flat minor, Op.31, μεγαλοφυές έργο, με δραματικούς τόνους, μα και ποιητική διάσταση, που έκαμε τον Robert Schumann να το συγκρίνει με την ποίηση του Byron, ο νεαρός σολίστ συμπύκνωσε και ανέδειξε το πλούσιο μελαγχολικό συναίσθημα που το διέπουν. Στα μαγικά Nocturne Op.27 No 1 και Nocturne Op. 55 No. 1, με ελεύθερο, ρέοντα ρυθμό, και με βάση το κλασικό στυλ, δικαίωσε τη ρήση του Liszt, ότι τα Nocturne είναι επηρεασμένα από τις άριες του Bell Canto του Vincenzo Bellini, και ανάπλασε, μοναδικά, στις δύο Polonaise Op.61 και Op,53 το αξεπέραστο, εκείνο, ρομαντικό στοιχείο του Σοπέν.
Στη δεύτερη εκδήλωση, στις 24 Αυγούστου, στο Ρεσιτάλ Βιολοντσέλου και Πιάνου, μας περίμενε μια ευχάριστη έκπληξη, όταν η Διευθύντρια της Γενναδείου Βιβλιοθήκης, μας πληροφόρησε, ότι ο νεαρός τσελίστας Timotheos Petrin, μαθητής του Curtis Institute of Music, είναι Έλληνας από τη Θεσσαλονίκη. Ένας προικισμένος σολίστ, με πλούσιο βιογραφικό, διεθνείς συμμετοχές και με βραβεία στο ενεργητικό του, έπαιξε θαυμάσια και καθήλωσε το κοινό, μαζί τον εξαίρετο πιανίστα Alexander Ullman, που τον συνόδευσε στο πιάνο και στον οποίο αναφερθήκαμε ανωτέρω. Συνθέσεις απαιτητικές, όπως η Fantasy Op.23, του Robert Schumann [1810-1856], βρήκαν τους ιδανικούς ερμηνευτές. Το Φεβρουάριο του 1894 μέσα σε δύο ημέρες ο συνθέτης γράφει αρχικά τρεις Φαντασίες για Πιάνο και Κλαρινέτο με την ένδειξη ότι μπορεί να παιχτούν από Τσέλο ή Βιόλα και με αρχικό τίτλο Night Pieces, που αργότερα τις ονόμασε Fantasy Pieces. Την ποιητική προδιάθεση του τίτλου υποστήριξαν άριστα οι δύο σολίστ, ενισχυμένη με τη ρομαντική διάθεση και τις ψυχικές μεταπτώσεις τόσο χαρακτηριστικές στη σύνθεση του Schumann.
Στη συνέχεια έπαιξαν τη Sonata No. 2 in G minor, Op. 5, του Ludwig Van Beethoven [1770-1827], που γράφτηκε το 1796 στο Βερολίνο. Αποτελείται από δύο μέρη, ξεκινά με ένα υπέροχο Adagio και καταλήγει σε Rondo Allegro. Από τα ωραιότερα κομμάτια για Τσέλο και Πιάνο, οι δύο σολίστ ανέδειξαν ασύγκριτα τις συγκλονιστικές μουσικές φράσεις του Μεγάλου Οργισμένου, το θριαμβικό τόνο του, τη λεπταίσθητη φωτεινή μελωδία του.
Ο Manuel De Falla [1876-1946], μαζί με τον Isaak Albeniz [1860-1909] και τον Enrique Granados[1867- 1916], αποτελούν το ζηλευτό, συνθετικό τρίπτυχο της Ισπανίας. Γεμάτη από λαϊκά Ισπανικά στοιχεία, μοναδική πηγή έμπνευσης του συνθέτη, η Suite popular Espanola, είναι μια συλλογή από μινιατούρες που κρύβουν μέσα τους την λαϊκή Ισπανική κουλτούρα. Ο λυρικός και μελαγχολικός χαρακτήρας αναδεικνύεται μέσα από δύο υπέροχα νανουρίσματα της Ανδαλουσίας και της Αστούριας, άριστα ερμηνευμένα από τους δύο σολίστ που αναβίωσαν τη μυστικιστική ατμόσφαιρα μιας πλούσιας παράδοσης.
Η μαγική αυτή βραδιά έκλεισε με τον Αργεντινό Συνθέτη Astor Piatzzolla [1921-1992], ο οποίος έφερε την επανάσταση στο Tango της πατρίδας του, ενσωματώνοντας στοιχεία της Τζαζ [Jazz] και της Κλασικής Μουσικής. Βιρτουόζος του Bandoneon, ο συνθέτης έπαιζε ο ίδιος συχνά τα έργα του με διάφορα σύνολα. Η σύνθεσή του La grand Tango, που ακούσαμε από τους δύο σολίστ, είχε όλα τα αυθεντικά χαρακτηριστικά του Tango της Αργεντινής, τα εφέ της παράδοσης, την κοφτή φράση, τον παλμό. Ερμηνεία ζηλευτή, με τέλειες παύσεις, χωρίς καμιά υπερβολή, με καθαρότητα και έξοχη αντίθεση ανάμεσα στη χαρά και τη μελαγχολία. Τα διάφανα και λεπτά staccatti του πιανίστα έδεναν τέλεια με το μακρύ «τραγούδι» του τσέλου. Σπουδαία εκτέλεση από δυο θαυμάσιους σολίστ, ανερχόμενα αστέρια στο χώρο της κλασικής μουσικής. Εύγε, σε διοργανωτές και ερμηνευτές. 

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΣ...


Πᾶνε πολλὰ χρόνια ἀπὸ τότε. Πρέπει νὰ πέρασαν τὰ σαράντα, ὅταν στὴν ἀλήστου μνήμης ἐφημερίδα Βόρειοι Σποράδες τοῦ ἀείμνηστου Στυλιανοῦ Παπαδημητρίου ἔγραψα τό, «Φθινόπωρο στὸ Κλῆμα». Ἕνα γραφτὸ περισσότερο ἐπίκαιρο ἀπ᾿ ὅσα ζοῦσα τότε στὴ μικρὴ κι ἀλώβητη, ἀπὸ τὴ λεγόμενη «ἀξιοποίηση», κοινωνία τοῦ χωριοῦ μου Κλῆμα.
Καὶ σήμερα, ὕστερα ἀπὸ σαράντα τόσα χρόνια, ξανακοιτώντας τὸ γραφτὸ ἐκεῖνο, ἔνοιωσα ἕνα ρίγος καὶ μιὰ συγκίνηση ποὺ βούρκωσα. Γιατὶ θυμήθηκα παλιὲς κι εὐλογημένες συνήθειες ποὺ δὲν θὰ ξαναγυρίσουν, θυμήθηκα πρόσωπα καὶ γεγονότα, ποὺ τὰ κρατῶ μέσα μου μέχρι νὰ φύγω κι ἐγὼ ἀπό τὸν κόσμο αὐτὸ καὶ νὰ τὰ πάρω μαζί μου, ὅπως ἐκεῖνοι πῆραν μαζί τους πρωτινὰ πρόσωπα καὶ γεγονότα.
Μοῦ θύμισε, λοιπόν, τὸ γραφτό μου ἐκεῖνο τὸν μπάρμπα-Χαράλαμπο ποὺ τρυγοῦσε καὶ ἔφερνε τὸν καρπὸ μέσα σὲ προβιές φορτωμένο πάνω στὰ μουλάρια ἀπὸ μακρυά, ἀπ᾿ τὰ «Θλικάκια», ὅπου εἶχε καλὸ ἀμπέλι. Όπως ἐπίσης θυμήθηκα τὸν τρύγο τῆς θειᾶς Εὐανθίας, ποὺ τὸν ἔφερναν ἀπὸ τὸ «Βουνό», τὶ «Κοπρισές» μέσα σὲ καφάσια ἤ καὶ κοφίνες μεγάλες, κι ὕστερα ἀφοῦ τὸν ἄδειαζαν στὸ μεγάλο πατητήρι ποὺ ἦταν πάνω ἀπό τὴ μεγάλη τὴν κάδη, ἀποκεί στὴν Ἀποθήκη, τὸν πατούσαμε καὶ μετὰ ρίχναμε τὰ στέφλα στὴν κάδη τὴ μεγάλη, γιὰ νὰ βράσουν... Καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὰ ξαναεῖδα τὴ συγχωρεμένη τὴ Μάνα μου νὰ στραγγίζει μὲ τὸ ἀλέμι τὸ μοῦστο καὶ νὰ προσέχει νὰ γίνει ἡ «κουρκούτη», ἡ μουσταλευριὰ δηλ. ὅσο γινόταν πιὸ γκριζόασπρη, κι ἄν ἦταν δυνατό «ἀσπρου κρίνου», ὅπως λέγανε... Θυμήθηκα, λοιπόν, καὶ τὶ δὲ θυμήθηκα...
Τὰ «κιτρινάκια», τὰ μικρὰ ξανθόσταχτα πουλάκια νὰ στέκονται πάνω στὶς μυρωδᾶτες ἀπὸ τὴ βροχὴ μαραθιές, τὸ βρεγμένο καλτερίμι, τὸ Σχολεῖο καὶ τὴ βροχούλα ποὺ μᾶς ἔβαλε ἡ δασκάλα ἡ Λενίτσα νὰ πρωτογράψουμε μὲ μολύβι γιὰ ν᾿ ἀρχίσουμε νὰ μαθαίνουμε γραφή... Κι αὐτὰ πρὶν ἀπὸ ἑξήντα χρόνια, ποὺ νομίζεις ὅτι εἶναι χτεσινά.
Θεέ μου ἄς μὴ χάσει ἡ μνήμη τὴ θαλερότητά της. Εἶναι ἡ πιὸ ἱερή, παντιμη καὶ προσφιλής μας πνευματική τροφή, Κύριε...

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΘΕΡΙΝΟΣ ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΟΣ

Στὸν ἀξιότιμο κύριο Διονύσιο Κ. Μαγκλιβέρα, ἑόρτιος χαιρετισμός
«Ἡ κάθε παρουσία, ὅσο κι ἄν διαρκέσει εἶναι πάντοτε προσωρινή. Ἡ μνήμη ἀντίθετα εἶναι διαρκής» Μ. Παλλάντιος

Ἀπὸ μακρυὰ ἔρχονται οἱ εἰκόνες αὐτές, σήμερα, χρονιάρα μέρα ποὺ εἶναι, μέρα τῆς Παναγιᾶς. Εἰνόνες μὲ πρόσωπα καὶ τοπία. Μὲ ἄφατη συγκίνηση καὶ μὲ τὴ σιωπὴ νὰ κυκλώνουν τὴν ψυχή, τὸ εἶναι ὁλάκερο. Γιατὶ μονάχα μέσα στὴν ἱερὴ τῆς σιωπῆς καὶ τῆς ἀναπόλησης κατάνυξη μπορεῖς νὰ ξαναβιώσεις στιγμὲς ἰερὲς ποὺ κρυσταλλώθηκαν μέσα σου, ὅπως ὁ χρόνος πάνω στὶς παλιὲς φωτογραφίες.
Δεκαπενταύγουστος, λοιπόν, σήμερα. Τῆς Παναγιᾶς ἡ ἄχραντη Κοίμηση μὲ τὴ στοργή Της ὑφάδι στὸν χιτώνα τῆς εύγνωμοσύνης μας γιὰ τὴν ἀδιάκοπη ἔγνοια Της. Καὶ σιμά Της ζωγραφίζεται καὶ φέτος τὸ Πρόσωπο τῆς Μάνας, ποὺ ἐδῶ καὶ τρία χρόνια ζεῖ τὸν φωτεινὸ Δεκαπεντάυγουστο μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους. Τὸ Πρόσωπο τῆς Μάνας, ἔρχεται λοιπόν καὶ σήμερα μὲ εἰκονες ἀπ᾿ τὸ χτές, μὲ μνῆμες ἱερὲς καὶ πάντα ζωντανὲς μέσα σου, νὰ στολίσει τὴ γιορτινὴ τὴ μέρα, νὰ τῆς χαρίσει μὲ τὴ χαρμολύπη της νόημα πασπαλισμένο μὲ ἱερότητα.
Δροσερὸ ἀπόβραδο τῆς Παναγιᾶς, στὴ σκιερὴ αὐλὴ τοῦ παλιοῦ τοῦ μαγαζιοῦ τῆς θειᾶς Εὐανθίας, ἀπέναντι ἀπὸ τὸ πέλαγο, ποὺ ρυτιδιάζει ἀπὸ τὸ μελτέμι. Ἡ Μάνα ἐκεῖ περιμένει «παστρεύοντας» ἀμύγδαλα, ποὺ τὴν προηγούμενη τὴ μέρα «τίναξε» ἀπὸ τὸ κτῆμα. Τὰ συγκεντρώνει τὰ ἀμύγδαλα στὸν «ταβᾶ» καὶ τὰ καθαρίζει ἕνα-ἕνα μαζεύοντας τὶς φλοῦδες σὲ ξεχωριστὸ σακί, γιὰ νὰ τὰ πάει νὰ γίνουν λίπασμα στὰ δέντρα. Ἡ μοναξιὰ γύρω της θρυματίζεται ἀπὸ τὸν ξερὸ τὸν ἦχο ποὺ ἀφήνουν τὰ καθαρισμένα ἀμύγδαλα, καθὼς τὰ ρίχνει στὸ ἁπλωμένο τὸ τσουβάλι, γιὰ νὰ τὰ βάλει μετὰ σὲ προσήλιο μέρος νὰ στεγνώσουν.
Μέχρι νὰ βραδυάσει καὶ νὰ μπεῖ στὸ σπίτι τὴ συντροφεύουν οἱ παλιὲς οἱ ἀναμνήσεις, μὲ πρῶτο τὸν συγχωρεμένο τὸ συμπέθερό της τὸν μπάρμπα-Παναὴ τὸν Παλαιόλογο ποὺ τέτοια μέρα γιόρταζε καὶ ὅλο τὸ μαγαζὶ γίνονταν ἕνα χαμόγελο. Κι ὕστερα θυμᾶται τὸν παπποῦ καὶ τὴ γιαγιὰ ποὺ τέτοια μέρα στρώνανε τὸ τραπέζι μὲ τὸ καλὸ τὸ φαΐ, κι εὐωδίαζε ὁ φοῦρνος ἀπὸ τὰ ἐδέσματα ἐκεῖνα ποὺ δὲ ματαγιναν ποτέ. Θυμᾶται...Κι ὅλα ἐτοῦτα εἶναι ἡ συντροφιά της, μέρα ποὺ εἶναι καὶ ποὺ τιμοῦσε πάντα μὲ νηστεία καὶ προσευχή...
Ἡ ἄλλη ἡ εἰκόνα εἶναι ἀπὸ τὸ στερνό της τὸν Δεκαπενταύγουστο...
Λιτὸ τοπίο ἑνὸς χωριοῦ ποὺ χωνεύει μέσα στὸ θερινὸ τὸ ἀπομεσήμερο. Ἀναδεύει τὰ φύλλα τῆς κληματαριᾶς, ποὺ συντροφεύει τὸ σπίτι μὲ τὸ ἐλαφρὸ τ᾿ ἀεράκι, δροσίζοντας τὸν τόπο. Στὴ πεζούλα ἡ Μάνα ξαποσταίνει κοιτάζοντας τὸ σοκκάκι ποὺ ἀνασαίνει τὴ δροσιὰ καὶ χαίρεται τὴν παρουσία τῶν λιγοστῶν ἀνθρώπων ποὺ τὸ κατοικοῦν: Ἔστω καὶ γιὰ ἕνα μῆνα τὸ χρόνο...
Σὲ λίγο θὰ πάρει νὰ σουρουπώσει, νὰ πέσει ὁ ἥλιος καὶ ν᾿ ἀνεβεῖ ἀπὸ τὸ ρέμα κάτω ἡ νοτισμένη ἡ δροσιὰ καὶ νὰ συνταιριάσει μὲ κείνη ποὺ στέλνουν ἀπὸ ψηλὰ τὰ πεῦκα, τὰ ἀγέρωχα πεῦκα ποὺ χρυσοπρασινίζουν μέσα στὸ κάμα τοῦ θέρους καὶ σκορποῦν ἕνα γύρω ἐκείνη τὴ μοσχοβολιὰ, μοσχοβολιὰ πάντερπνη καὶ ζωηφόρος.
Τότε κι ἡ Μάνα θὰ πάρει τὸ ραβδί της καὶ θὰ πάει παραπέρα, στοῦ μπάρμπα-Παντελὴ τὸ σπίτι, ἀπ᾿ ὅπου φαίνεται πολὺ καθαρὰ ἡ παλιὰ ἡ ἐκκλησιὰ ποὺ βαφτίστηκε καὶ στεφανώθηκε (ἐκεῖ ποὺ θέλει καὶ ἡ ἴδια νὰ κηδευτεῖ). Θὰ σταθεῖ, ὅπως κάθε ἀπόβραδο, θὰ προσκυνήσει σὰ νὰ εἶναι μέσα στὸν πάνσεπτο ἐκεῖνο ναό, θ᾿ ἀγναντέψει τὸ Κοιμήτηριο, ὅπου αἰῶνες συντροφεύει τὴν παλιὰ ἐκκλησιά καὶ τὰ ἐρείπια, καὶ θὰ μνημονέψει τοὺς προγόνους της ποὺ ἀναπάυονται ἐκεῖ, μὲ πρώτους τὸν παπποῦ τὸν Νικολάκη καὶ τὴ γιαγιὰ Σοφία, ἀλλὰ κι ὅλους ὅσους διασώσει γραμμένους στὸ τετράδιο τῆς καρδιᾶς της. Θὰ τοὺς θυμηθεῖ στὴν προσευχή της κι ὕστερα θὰ τοὺς συγκαλέσει μὲσα στὶς θύμησες ποὺ ἄφησαν, νὰ τὴ συντροφέψουν. Μέχρι ποὺ ἔφτασε κι ἐκείνη ἡ ἄχραντη ἡ ἡμέρα τῆς 26ης Φεβρουαρίου, μέρα σημαδιακὴ ποὺ ἀναχώρησε γιὰ νὰ τοὺς συναντήσει ἐκεῖ ποὺ ἀναπαύονται...

Δεκαπενταύγουστος 2015 

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΚΛΗΜΑΤΙΑΝΗ ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ

Μνήμη Σταματίου Π. Παλαιολόγου





Ὅπως ἀνάφερα στό βιβλίο μου γιά τό Κλῆμα, ἕνας ἀπό τούς χώρους σύναξης τῶν παιδιῶν τά θερινά ἀπόβραδα ἦταν τά «κάγκελα», πού βρίσκονταν ἔξω ἀπό τό μαγαζί τῆς θειᾶς Εὐανθίας. Ἦταν δέ ὁ τόπος αὐτός ἕνας ἐξώστης πού ἀγνάντευε κατά τό πέλαγος, φραγμένος, λόγω τοῦ ὕψους πού εἶχε μέ κάγκελα, γι᾿ αὐτό καί ἡ ὀνομασία του.

Σημεῖο παρατήρησης τῶν πλοίων πού ἔφθαναν στό Λουτράκι ἤ πήγαιναν στήν ἀντικρυνή τή Σκιάθο τά «κάγκελα» ἦταν ἕνας ἀπό τούς χώρους πού προτιμοῦσαν νά ἐπισκεφτοῦν οἱ Κληματιανοί. Γιατί καί τό βράδυ εἶχε μιά πανοραμική θέα, καθώς φαίνονταν τά «γρί-γρί» στόν «Πάγκο», κοντά στό Πλαροννήσι δηλαδή, ἡ φωτισμένη Σκιάθος ἀπέναντι, ἀλλά καί τά χωριά τῆς Βόρειας Εὔβοιας. Ὅμως σ’ ἐμᾶς τά παιδιά ἄρεσε πολύ νά πηγαίνουμε ἐκεῖ, ἐπειδή παίζαμε μέ τό Σταμάτη, τόν γιό τῆς θειᾶς Εὐανθίας, πανέξυπνο ἄνθρωπο, ἀλλά ἀνάπηρο.

Παίζαμε λοιπόν μέ τόν Σταμάτη χαρτιά, τά λεγόμενα «σκαμπίλια», κυρίως δέ «μύτο», παιχνίδι μέ τό ὁποῖο ὅποιος κέρδιζε χτυποῦσε τόν ἀντίπαλό του στή μύτη δυνατά μέ τά χαρτιά πού κρατοῦσε. Ὁ καϋμένος ὁ Σταμάτης δέν ἔβλεπε καλά κι ἔτσι τόν κερδίζαμε πάντα, γι’ αὐτό καί τόν χτυπούσαμε στή γαμψή τή μύτη του καί ὅλοι γελούσαμε, ἀκόμα κι ἐκεῖνος.

Ὅμως αὐτό πού θά μείνει μέσα μας χαραγμένο βαθειά καί ἀνεξίτηλα εἶναι τό ἑξῆς:

Ὁ Σταμάτης ἦταν σπουδαιότατος παραμυθᾶς. Δηλαδή ἐμπνεόταν διάφορες ἱστορίες, τίς ὁποῖες ἀφηγεῖτο σέ μᾶς, τά μικρά παιδιά, μέ θαυμάσιο τρόπο, λές καί τίς διάβαζε. Κουνοῦσε λοιπόν τό κεφάλι -ἦταν τῆς ἀναπηρίας του κατάλοιπο αὐτό τό συνεχές κούνημα τοῦ κεφαλιοῦ- καί ἔλεγε διάφορες ἱστορίες. Στή μνήμη ἀπομένει ἡ ἐκτενής ἱστορία πού ἔφερε τόν τιτλο «Ὁ ναυαγός τοῦ μαύρου Κύκνου», ἐμπνευσμένη ἀσφαλῶς ἀπό τό Δ/Π «ΚΥΚΝΟΣ», πού τότε εἶχε πρωτομπεῖ στή γραμμή τῶν Βορείων Σποράδων. Τήν ἱστορία δέ αὐτή μᾶς τήν ἔλεγε ὁ Σταμάτης σέ συνέχειες κάθε βράδυ, ὅταν μαζευόμασταν στά κάγκελα. Εἶχε δέ ἡ ἀφήγησή του μιά πειστικότητα καί ἀληθοφάνεια, πού ἐμεῖς καθόμασταν καί τόν ἀκούγαμε μέ κάποια προσοχή. Μόνο πού ἡ ἱστορία αὐτή δέν εἶχε ποτέ τέλος, γιατί ὁ καϋμένος ὁ Σταμάτης, θέλοντας νά ἔχει συντροφιά, πάντα ἐμπνεόταν νέα ἐπεισόδια τῆς ἱστορίας, πού κάποτε ἔγινε βαρετή. Ἀξέχαστη ὅμως ἔμεινε, μαζί μέ τίς λάμπες πού ψάρευαν ἀπέναντι, μαζί μέ τόν ἔναστρο καθαρό οὐρανό, πού δέν τόν ἔσκιαζαν μήτε τόν ἔδιωχναν τά ἠλεκτρικά τά φῶτα, ἀφοῦ τότε, στά τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1950, ἦταν ἀνύπαρχτα, ἐκείνη ἡ ἀτμόσφαιρα καί ἡ συντροφιά, μέ τίς ἀφέλειές της, τήν ξεγνοιασιά καί πάνω ἀπ᾿ ὅλα τήν ἁγνότητά της.

Σέ μένα πάντως ἔλαχε ὁ κλῆρος νά συνοδέψω τή Μεγάλη Τρίτη τοῦ 1972 τόν Σταμάτη στό Βόλο, ὅταν ἀρρώστησε ἡ μητέρα του κι ἔκλεισε τό μαγαζί τους καί μαζί μ᾿ αὐτό καί ἕνα κομμάτι ἀπό τή ζωή μου. Γιατί τό μαγαζί, τό παντοπωλεῖο τῆς θειᾶς Εὐανθίας ἦταν γιά μένα τό δεύτερο σπίτι μου, ἐπειδή μοῦ ἄρεσε πολύ νά πηγαίνω μέσα, ἰδιαίτερα τά χειμωνιάτικα βράδυα, ὅπου μαζεύονταν κάποιοι νοικοκυραῖοι τοῦ χωριοῦ καί συζητοῦσαν, μέσα στό ἡμίφως πού ἄφηναν οἱ δύο-τρεῖς λάμπες πετρελαίου, διάφορα, ἀκούγοντας παράλληλα καί τά νέα, τίς εἰδήσεις δηλαδή ἀπό τό παλιό τό ραδιόφωνο, ἀπό τά σπάνια πού ὑπῆρχαν στό χωριό τότε.

Συνόδεψα, λοιπόν, τόν Σταμάτη στόν Βόλο, ἐνῶ σ᾿ ὅλο τό ταξίδι προσπαθοῦσα νά τοῦ ἐξηγήσω πώς ἡ μητέρα του θά γίνει καλά καί θά ξανάρχονταν στό χωριό νά ξανανοίξουν τό μαγαζί. Καί τό πίστευα τότε, γιατί δέ μποροῦσα νά φανταστῶ τό μαγαζί κλειστό καί τόν Σταμάτη νά κάθεται ἀλλοῦ ἐξόν πίσω ἀπό τόν πάγκο, νά κάνει ἀπό μνήμης λογαριασμούς καί νά δίνει ρέστα ἀπό τά ψώνια. Γελάστηκα ὅμως. Ὁ Σταμάτης δέν ξανάρθε στό Κλῆμα, τό μαγαζί ἔκλεισε, ἐρήμωσε, πουλήθηκε σέ ξένους... Μόνο τά ὄνειρα, οἱ μνῆμες καί τά πρόσωπα ταξιδεύουν, ἔστω καί μέ τό ἀπαισιόδοξο σκαρί τοῦ «Μαύρου Κύκνου» κοντὰ πενήντα χρόνια...

Σκόπελος 16 Αὐγούστου, Μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Σταματίου τοῦ ἐν Βόλῳ

Related Posts with Thumbnails