© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 21 Μαΐου 2015

Για το βιβλίο του Κωστή Ι. Βασιλάκη “Άγιος Θωμάς. Από τα εκκλησάκια του 21ου αιώνα στο Ιερό των Χθονίων Θεοτήτων” (Ηράκλειο 2014)

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Ο Κωστής Ι. Βασιλάκης είναι ένας άνθρωπος που τιμά τον τόπο που τον γέννησε, όπως θα τιμούσε και τους γονείς του, σύμφωνα με την εντολή «Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου ίνα ευ σοι γένηται και ίνα μακροχρόνιος γένη επί της γης». Και, βέβαια, δεν είναι τόσο το «μακροχρόνιος» που έχει σημασία, αλλά το «ευ σοι γένηται» που πέραν της ευτυχίας, γενικώς, νομίζω πως σημαίνει την ήσυχη συνείδηση. Την ικανοποίηση ότι έκανες το χρέος σου απέναντι σ’ αυτούς που σου έδωσαν τη ζωή και την ευκαιρία να γίνεις ό,τι έγινες. Έτσι αυτή η εντολή θα μπορούσε να θεωρηθεί ο θεμέλιος λίθος του οικογενειακού και κοινωνικού οικοδομήματος. Θρησκευτική η προέλευσή του. Υπάρχει και μια δεύτερη προερχόμενη από τον Ισοκράτη και την Προς Δημόνικον Επιστολή: «Τοιούτος γίγνου περί τους γονείς, οίους αν εύξαιο περί σεαυτόν γενέσθαι τους σεαυτού παίδας». Ήτοι, να συμπεριφερθείς έτσι στους γονείς σου όπως θα ήθελες να συμπεριφερθούν τα παιδιά σου σε σένα. Και γονείς δεν είναι μόνο οι γεννήτορες αλλά και οι πρόγονοι, όλοι όσοι αγωνίστηκαν, καθένας με τη σειρά του και την εποχή του, για τα ιερά και τα όσιά του. Την πατρίδα του. Και πατρίδα είναι η ευρύτερη αλλά και εκείνη η μικρή τροφός, η γενέθλια γη και πρώτα από αυτήν πρέπει να αρχίζει κανείς πριν ανοιχτεί στην άλλη, την ευρύτερη.
Σ’ αυτή, λοιπόν, τη γη, με το θρησκευτικό όνομα Άγιος Θωμάς, είναι αφιερωμένο το βιβλίο του συγγραφέα Βασιλάκη, ο οποίος άκουσε τη φωνή του πατρικού χώματος. Ο Βασιλάκης γεννήθηκε και έζησε τα παιδικά του χρόνια στον Άγιο Θωμά, έφυγε στο Ηράκλειο κι έπειτα στα Γιάννενα, σπούδασε και επέστρεψε πάλι στα πατρικά χώματα, για να προσφέρει με τη σειρά του στη γη που του έδωσε τη ζωή και την προκοπή. Σεμνός και άξιος γόνος του τόπου που τον γέννησε, δίδαξε Ιστορία γενική, διοργάνωσε σεμινάρια στην τοπική και έγραψε βιβλία ιστορικά για τον τόπο του. Ο Άγιος Θωμάς είναι το τέταρτο, ενώ άλλα τρία ετοιμάζονται στο εκδότη. Όμως η Ιστορία δεν υπάρχει ερήμην της Γεωγραφίας. Κι έτσι σαν νέος Στράβων, γεωγράφος και φιλόσοφος ο ένας, ιστορικός και γεωγράφος ο άλλος κάνουν, ο καθείς και τα όπλα του, παρόμοια δουλειά.
Ο Άγιος Θωμάς, επαρχία Μονοφατσίου, ανήκει στον Νομό Ηρακλείου στην Κρήτη. Περιλαμβάνει δεκαπέντε οικισμούς. Αυτούς όλους ο Βασιλάκης τους περπάτησε, άνοιξε αρχεία και χάρτες, μίλησε με ανθρώπους, φωτογράφισε κτίσματα και βουνά και αιωνόβια δέντρα. Παππούδες και γιαγιάδες, παιδάκια, παλιές γειτονιές, άγρια καλντερίμια που κατατρακυλάνε από τα βουνά για να φτάσουν στην πλατεία του χωριού και να συναντήσουν τον μεγάλο δρόμο που οδηγεί κάτω στην θάλασσα, στο κάστρο, στο λιμάνι, στη «στράτα την πλαθιά».
Ο επισκέπτης θα μπορούσε να αδιαφορήσει· θα μπορούσε να αποφύγει την απαιτητική ανηφόρα και να παραμείνει στα πεδινά και πιο ευπρόσιτα παραλιακά, όπως και η μόδα απαιτεί και η γοργόνα θάλασσα ξεμυαλίζει. Όμως, αν κανείς διαβάσει το βιβλίο του Βασιλάκη, θα νιώσει τύψεις που έχασε την ευκαιρία να σκαρφαλώσει στα άγρια κατσάβραχα του βουνού, να αναρριχηθεί στα δρομάκια, να κοντοσταθεί, να πάρει ανάσα μπροστά στα γκρεμισμένα σπίτια, να ακούσει τις παλιές παιδικές φωνές που κάποτε αντήχησαν εκεί.
Υποχρεωτική στάση επιβάλλουν τα διάσπαρτα εκκλησάκια που μπορεί να είναι του αιώνα μας αλλά και μεγαλύτερης ηλικίας, ίσως και 300 ετών. Παραδομένα στον αμείλικτο χρόνο, αφημένα στην βιαιοπραγία του ανέμου και της ιστορίας. Κι όμως ακόμα ευωδιάζουν λιβάνι και κερί, σαν να ανάβει τα καντήλια τους ο ήλιος που βγαίνει απ’ το βουνό ψηλά και σαν να μοσχοβολούν τα μυριστικά χόρτα. Και βέβαια μιλάμε για έναν τόπο ιερό, του οποίου η ιερότητα πάει πολύ πίσω στους αιώνες, όπου, και όταν, οι Χθόνιες Θεότητες είχαν τις τελετές τους, πολύ πριν από τη λατρεία του Χριστού στα ίδια μέρη.
Η καταγραφή έχει γίνει με τελετουργική λεπτομέρεια. Η ασπρόμαυρη φωτογράφηση στοχεύει στην ανάδειξη του ερειπίου ή αντίστροφα στο δείγμα του χαμένου μεγαλείου. Το βιβλίο, γραμμένο συστηματικά, παρέχει, λεπτομερώς, όλες τις πληροφορίες γέννησης του κάθε οικισμού, σαν ληξίαρχος. Πότε γεννήθηκε, πόσους κατοίκους έχει, πόσο απέχει από το Ηράκλειο, πόσα χαράτσια πλήρωναν π.χ. στην απογραφή του 1671 στους Τούρκους, πόσες ήταν οι χριστιανικές οικογένειες, πόσες οι τούρκικες, ποιες είναι οι μεγάλες, ποια η ιστορική τους μοίρα. Π.χ. στον οικισμό Βορού, οι Γερμανοί ισοπέδωσαν το χωριό, συνέλαβαν τον Κώστα Ζαχαρία Μπαντουβά και τον εκτέλεσαν. Εκεί λειτουργούσε τμήμα πρακτικής εκπαίδευσης του παράνομου στρατιωτικού σχολείου Αθηνών Ηρακλείου –Βορού για τους Κύπριους φοιτητές που ανέλαβαν ένοπλη δράση στον Κυπριακό Αγώνα με εκπαιδευτή τον Κώστα Μπαντουβά. Διάσπαρτα στα βουνά είναι και τα φέουδα των Βενετών, των οποίων τα οικόσημα βρίσκονται σε σωζόμενους ναούς. Αναφέρονται οι επιφανείς «οικίες» του Μοροστεφανή, με την κτητορική επιγραφή, το καφενείο του Ν. Μαρή, με την παλιά φωτογραφία του, ο Μαρογιάννης έφιππος, στις δόξες του, ο Ιωάννης Μαρής ή Μαρογιάννης, οπλαρχηγός του Μονοφατσίου, με όλα τα κουμπούρια του, η «οικία» του Σελήμ Αγά, ερείπιο σήμερα, η «οικία» του Χαιρέτη, με το υπέρθυρό της, το νεκροταφείο του «Καβαλάρη» (επιβλητικός βράχος που πήρε το όνομα από το σχήμα του) και άλλα πολλά και ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα. Μνήμες από τα σχολικά χρόνια και το «πώς μαθαίναμε ιστορία», ο επιβλητικός ναός του Αγίου Θωμά, βενετικά μνημεία, αρχιτεκτονικά μέλη, η «Κερά Σπηλιώτισσα», λαξευμένη στο βράχο, ιερό χθόνιας θεότητας στα αρχαία χρόνια, με εγκιβωτισμένη την μέσα της την «Τρύπα του Άδη». Η Αγία Παρασκευή με προχριστιανικά λαξεύματα κι αυτή σαν γέννημα του βράχου, ο νερόμυλος και οι γέφυρες στην Παναγία Καρδιώτισσα. Και πάντα ένα εκκλησάκι βγαλμένο μέσα από ένα βράχο σαν να γεννήθηκε απ’ αυτόν, σαν να βγήκε από την πέτρα. Να πώς ερμηνεύεται και το ατίθασο του τόπου και το ανυπότακτο των κατοίκων του και ο στίχος του Ρίτσου «αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτω από ξένα βήματα». Κι ακόμα πληροφορίες που επαναφέρουν στο προσκήνιο παλιές ιστορίες, βιαιοπραγίες, ζωοκλοπές, καταστροφές, βεβηλώσεις, πυρπολήσεις, θανατώσεις αλλά και θαύματα και γράμματα, πορτρέτα, σχολεία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περιγραφή του Ιερού της Δήμητρας και της Κόρης από τον Paul Faure (μετ. Σήφη Καμάρη), καθώς και το οδοιπορικό του Άγγλου περιηγητή Eduard Lear που επισκέφτηκε τον τόπο το 1864, περιέγραψε, σχολίασε, θαύμασε (μετ. Μαρία και Ελευθερία Κ. Βασιλάκη), ζωγράφισε και σκιτσάρισε το όμορφο τοπίο με τους βρακοφόρους μισοξαπλωμένους στα βουνά τους, κάτω από τον ίσκιο των υψίκορμων κυπαρισσιών. Αυτή η εικόνα αποτελεί το εξώφυλλο –οπισθόφυλλο του βιβλίου με την χειρόγραφη καλλιτεχνική χρονική της ένδειξη «Άγιος Θωμάς 4.30. p.m. 15 May 1864». Στο βιβλίο φυσικά θα δούμε το πορτρέτο του Lear και του υπηρέτη του George Kokàli του «Σουλιώτη όπως τον αποκαλούσε ο Lear» που τον είχε ήδη οχτώ χρόνια και θα τον κρατούσε για όλη του τη ζωή. Κι ακόμα κάτι ενδιαφέρον και συγκινητικό. Ο Lear δούλευε πολύ για να μάθει ελληνικά, σχολίαζε αμερόληπτα κοστούμια, έθιμα, ανθρώπους και ήταν θαυμαστής του Μπάυρον. Ο Lear δεν ήθελε να μιλήσει για πολιτικά αλλά ήταν χειμαρρώδης όταν έγραφε για το τοπίο και τους ανθρώπους: «το μουλάρι κοιτάει πίσω το σπίτι, σαν τη γυναίκα του Λωτ», «Πουλιά, Πλατάνια, ρυάκι, ωραίες ελιές, όμορφα μονοπάτια», «σκιερά μονοπάτια», «όμορφα σύδεντρα και λαγκάδια», «δεξιά καλαμπόκι, αριστερά πρόβατα», αηδόνια, υπέροχες πρασινάδες, γυμνοί λόφοι και «ο Γιούχτας μακρύς και κάπως σαν τον Genaro, στη Σικελία». Κάθε τέταρτο ή μισή ώρα και νέα καταχώριση: «Οι πλαγιές είναι καλυμμένες με πλατάνια, καρυδιές, ελιές, βελανιδιές, χωράφια με καλαμπόκια». Πιο κάτω βρίσκει την κρητική φιλοξενία «παράδεισο», το σπίτι πεντακάθαρο και την οικοδέσποινα μεταμφιεσμένη Lady Stratford.
Το βιβλίο, στο σύνολό του, είναι γοητευτικό, ενδιαφέρον και συγκινητικό. Για τους κατοίκους του Αγίου Θωμά, του Ηρακλείου ή της Κρήτης ολόκληρης, είναι ευλαβικό αφιέρωμα από έναν επιστήμονα δικό τους στον τόπο του. Όμως και για κάθε άλλον είναι ένα απολαυστικό ανάγνωσμα.

Πέμπτη 14 Μαΐου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΔΥΟ ΜΙΚΡΟΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΜΕ ΙΔΙΟ ΘΕΜΑ

Στὴ μνήμη τοῦ πεθεροῦ μου Κων. Π. Γιακείμ, κηπουροῦ

Τὸ ξεχασμένο μάγγανο

Σκουριασμένο κι ἄχρηστο σάπιζε σιμὰ στὴ μεγάλη τὴ στέρνα τὸ παλιὸ τὸ μάγγανο. Μιὰ ἀτελείωτη σειρὰ ἀπό μικροὺς κουβάδες ποὺ μπαινόβγαιναν στὸ βαθὺ τὸ πηγάδι καὶ ἀνέβαζαν τὸ νερὸ, ποὺ τὸ ἄδειαζαν στὴ στέρνα γιὰ τὸ πότισμα. Κ’ εἶχε μιὰ γοητεία ὅλη ἡ διαδικασία τῆς ἄντλησης τοῦ νεροῦ, καθὼς τὸ γυρνοῦσε γύρω γύρω ἀπὸ τὸ πηγάδι τὸ ὑπομονετικὸ τὸ γαϊδουράκι.
Ἄπειρες οἱ στροφές γιὰ ν` ἀνεβεῖ τὸ νερὸ ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς γῆς, ἀπὸ τὸ λιθόχτιστο βαθὺ πηγάδι, γιὰ νὰ γεμίσει τὴ στέρνα κι ὕστερα νὰ δροσίσει τὰ φυτὰ ποὺ μέσα στὴν κάψα τοῦ θέρους τὸ περίμεναν. Ὅπως περίμενε ὁ κηπουρὸς νὰ καρπίσουν τὰ φυτά, ποὺ τὰ κανάκευε ὅπως τὰ παιδιά του. Ὅπως περίμενε ὁ Ἰησοῦς κάποια ψυχὴ στοῦ Ἰακὼβ τὸ φρέαρ νὰ τὴ δροσίσει μὲ τὰ οὐράνια λόγια του ...
Γιατὶ ἔχει τὴ σημασία της ἡ κάθε ἀναμονὴ καὶ ὑπομονὴ σιμὰ στὸ ὅποιο φρέαρ.
Ἐπειδὴ πάντα κάτι χρήσιμο κυοφορεῖ ....

 *          *          *
Τότε ποὺ πίναμε ἀκόμα τὸ νερό...

Δὲν ἦταν μακρυὰ ἀπὸ τὴν πολίχνη τὸ μποστάνι. Μικρὴ ἡ ἀπόσταση, ἕνας περίπατος, ποὺ στὰ θερινὰ τ᾿ ἀπόβραδα ἦταν καὶ θεραπευτικός. Γιατὶ ἄγγιζε τὴν πεπτουσία τῆς ζωῆς: τὴν ἐπικοινωνία. Ἀφοῦ ἦταν μποστάνι φιλόξενο, μὲ φιλότιμους κι ἁπλοϊκοὺς ἀνθρώπους νὰ τὸ δουλεύουν καὶ νὰ παράγουν τοὺς δροσεροὺς καρποὐς. Μὲ τὴν καθημερινή  ἀγωνία τῶν καλλιεργητῶν  τοῦ κήπου αὐτοῦ.
Ὅμως τὰ θερινὰ τ᾿ ἀπόβραδα, ὅταν βγαίνανε γιὰ τὸ περίπατό τους οἱ νοικοκυραῖοι καὶ περνοῦσαν ἀπὸ  ἐκεῖ, ξαπόσταιναν κάτω ἀπό τὸ βαθὺ τὸν ἴσκιο τῆς μουριᾶς, ὅπου ὑπῆρχε ὁ ξύλινος ὁ πάγκος, σιμὰ στὸ πηγάδι μὲ το δροσερὸ νερό, ποὺ τὸ ἀντλοῦσε μὲ προθυμία ὁ μποσταντῆς καὶ τοὺς πρόσφενε μαζὺ μὲ τὸ ρακὶ καὶ τὸ ἁλατισμένο φρέσκο ἀγγουράκι. Γιὰ νἄρθει στὴ συνέχεια ἡ συζήτηση, ἡ ἐπικοινωνία καὶ τὸ χαμόγελο.
          Ὅπως κάποτε, σὲ κάποιο ἄλλο φρέαρ, φρέαρ βιβλικό, μὲ τὸ Χριστὸ ἐπισκέπτη...

Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

Λέων Τολστόι: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΡΟΝΤΕΣ (διήγημα)

Ταξίδευε ὁ Δεσπότης ἀπό τόν Ἀρχάγγελο γιά τό Σολόβσκι. Μέ τό ἴδιο καράβι ταξίδευαν καί προσκυνητές. Ὁ καιρός ἦταν θαυμάσιος, φύλλο δέν τρεμοσάλευε. Οἱ προσκυνητές ἀπολάμβαναν τό ταξίδι ἄλλοι κολατσίζοντας, ἄλλοι σιγοτραγουδῶντας, κάποιοι ξαπλωμένοι στήν κουβέρτα τοῦ πλοίου. Κάμποσοι συζητοῦσαν μαζεμένοι σέ συντροφιές. Ἔτσι συλλογίστηκε κι ὁ Δεσπότης νά βγεῖ λίγο νά ἀνασάνει καί νά χαρεῖ τό ὡραῖο ταξίδι. Πλησίασε στήν κουπαστή γιά νά παρακολουθήσει τήν κουβέντα τῆς συντροφιᾶς. Εἶναι περίεργος νά καταλάβει τί λέει ἐκεῖνος ὁ χωρικός μέ τό μαῦρο σκοῦφο πού ὅλο δείχνει μέ τό δεξί του χέρι κι οἱ ἄλλοι τόν ἀκοῦνε μέ προσήλωση καί τόσο ἐνδιαφέρον. Κοίταξε κι ὁ Δεσπότης πρός τήν ἴδια κατεύθυνση πού ἔστρεφαν νά δοῦν κι οἱ ἄλλοι μά δέν ἔβλεπε παρά μονάχα μιά ἀπέραντη γαλάζια θάλασσα πού ἄστραφτε κάτω ἀπό τό φῶς τοῦ ἥλιου. Ὅταν ὁ χωρικός πρόσεξε πώς κοίταζε ὁ Δεσπότης, σά νά ντράπηκε λίγο καί σταμάτησε τήν κουβέντα του, βγάζοντας τοn σκοῦφο καί χαιρετῶντας μέ σεβασμό. Τότε πρόσεξαν κι οἱ ἄλλοι τῆς συντροφιᾶς τό σεβάσμιο πρόσωπο καί χαιρέτησαν βγάζοντας τούς σκούφους τους. 
   ーΜήν ἀσχολεῖσθε, παιδιά μου, εἶπε ὁ Δεσπότης. Στάθηκα κι ἐγώ νά ἀκούσω τί τούς διηγεῖσαι ἐσύ, καλέ μου ἄνθρωπε. 
   Ἕνας ἐμπορευόμενος, ὁ λιγότερο ντροπαλός μουρμούρισε: 
   ーΜᾶς διηγεῖται ὁ ψαρᾶς γιά μιά περιπέτεια πού εἶχε σέ ἕνα νησάκι ὁπού ζοῦνε τρεῖς Γέροντες μακρυά ἀπό τόν κόσμο. 
   ーΑὐτό μέ ἐνδιαφέρει. Γιά νά ἀκούσω κι ἐγώ! εἶπε ὁ Δεσπότης. Πλησίασε περισσότερο στήν παρέα καί κάθισε πάνω σέ μιά παλιά κάσα πού βρέθηκε κοντά του. 
Κι ὁ ψαρᾶς, ἄρχισε νά λέει: 
   ーΣτό νησάκι πού διακρίνετε – κι ἔδειξε κατευθεῖαν μπροστά του – ζοῦνε τρεῖς Γέροντες πού μονάζουν γιά νά σώσουν τήν ψυχή τους. 
   ーΠοῦ εἶναι τό νησάκι αὐτό; ρώτησε. 
   ーἈκολουθῆστε μέ τό μάτι τή γραμμή ἀπό τό χέρι μου πρός ἐκεῖνο τό συννεφάκι. Φαίνεται σά μιά λουρίδα. 
Κοίταξε προσεχτικά, μέ προσήλωση. Ὁ Δεσπότης, ξανακοίταξε. Ὁ ἥλιος τοῦ σφάλιζε μέ τίς ἀχτῖνες του τά μάτια. Δέν μποροῦσε νά ξεχωρίσει τίποτα. 
   ーΔέν βλέπω! τούς λέει. Πές μου, λοιπόν, τί εἴδους ἄνθρωποι εἶναι αὐτά τά γεροντάκια πού ζοῦν στό νησάκι; 
   ーἌνθρωποι τοῦ Θεοῦ, ἅγιοι ἄνθρωποι! ἀποκρίθηκε ὁ χωρικός. Πρίν χρόνια εἶχα ἀκούσει γι΄ αὐτούς μά ποτέ δέν ἔτυχε νά τούς δῶ. Ὥσπου, πρόπερσι τό καλοκαίρι τούς εἶδα μέ τά μάτια μου κι ἔζησα κοντά τους. Κι ὁ ψαρᾶς διηγήθηκε τό ναυάγιό του καί πῶς καί τί ἔγινε σάν βρέθηκε κοντά τους: 
   Ἔφτασε στή στεριά τό πρωῒ κι ἄρχισε νά περπατάει σά χαμένος ἀπό δῶ κι ἀπό κεῖ. Σέ λίγο βρῆκε μιά καλύβα καί κοντά της στεκόταν ἕνας γεροντάκος. Τότε βγῆκαν κι ἄλλοι δύο. 
   ーΘυμᾶμαι πώς μέ περιποιήθηκαν καί μοῦ στέγνωσαν τά ροῦχα. Μοῦ γύρισαν τή βάρκα καί τήν διόρθωσαν. 
   ーΚαί πῶς ἦταν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί; ρώτησε πάλι ὁ Δεσπότης. 
   ーΜά, πῶς νά σᾶς πῶ; Ὁ πιό γέρος ἦταν κι ὁ πιό κοντός. Φοροῦσε ἕνα παλιό ξεβαμμένο ράσο. Θἆχε περάσει τούς ἑκατό χρόνους. Τά μαλλιά του, τά γένια του, πρασίνιζαν ἀπό τήν πολυκαιρία ἀλλά ἦταν ἀγαθός καί καλόκαρδος, γελαστός σάν ἄγγελος. Ἄν σᾶς πῶ γιά τόν δεύτερο, τόν ψηλότερο ...ξέρω κι ἐγώ; Πολύ γέρος ἦταν κι αὐτός, ἄσπρα γένια καί μαλλιά, σκισμένο τό καφτάνι του, μά δυνατός, πολύ δυνατός. 
    Ἀκοῦστε τί θαυμαστό: χωρίς κόπο καί βοήθεια γύρισε ἀνάποδα τή βάρκα μου μέ τό χαμόγελο στά χείλη. 
   Ὅσο γιά τόν τρίτο, ἦταν μεγαλόσωμος, ἀδύνατος, μέ γένια πού ποτάμιζαν ὥς τά γόνατα, ἄσπρα σά τό χιόνι, ἀλλά ἐτοῦτος ἦταν σκυθρωπός μέ παχειά σμιχτά φρύδια πού κρέμονταν πάνω ἀπό τά μάτια του, σχεδόν γυμνός μέ ἕνα ροῦχο κουρελιασμένο πού τοῦ κρεμόταν ἀπό τήν μέση. 
   ーΚαί σάν τί νά σοῦ ἔλεγαν, καλέ μου ψαρά, αὐτοί οἱ Γέροντες; ρώτησε ὁ Δεσπότης. 
   ーΜά ...δέν εἶχαν ὄρεξη γιά κουβέντα. Ὅ,τι ἔκαναν, τό ἔκαναν σχεδόν βουβοί καί μέ τό βλέμμα καταλάβαινε ὁ ἕνας τόν ἄλλο. Ἐγώ πού εἶμαι περίερ-γος, ρώτησα τόν ψηλότερο ἄν ζοῦσαν ἀπό χρόνια στό νησάκι. Κάτι μοῦ φάνηκε πώς ἀποκρίθηκε θυμωμένα, μουρμουρίζοντας. Μά τότε εἶδα τόν γεροντότερο νά τοῦ ἀγγίζει τό χέρι, νά τοῦ χαμογελᾶ, καί ξαφνικά ἄκουσα τόν πρῶτο νά λέει «συγχώρα μας!’»
Ὅσο κρατοῦσε ἡ κουβέντα τοῦ ψαρά, τό καράβι ὅλο καί πλησίαζε στό νησί. 
   ーΝά πού φαίνεται πιά! εἶπε ξαφνικά ὁ ἔμπορος δείχνοντας στόν ὀρίζοντα. Κάνετε τόν κόπο νά κοιτάξετε προσεχτικά!
   ーΚάτι διακρίνω στό βάθος σά μιά σκούρα λουρίδα, εἶπε ὁ Δεσπότης. Λέτε νά εἶναι τό νησί; 
Καί προχώρησε πρός τήν πρύμνη ὅπου βρισκόταν ὁ πηδαλιοῦχος. 
   ーἜ, καλό μου παιδί, τί λές; Μήπως ἐκεῖνο τό σκοῦρο στίγμα εἶναι τό νησάκι τῶν Γερόντων πού λέει ὁ ψαράς; Ἄκουσες τίποτα ἐσύ γι αὐτήν τήν ἱστορία; 
   ーΠολλά λένε οἱ ἄνθρωποι. Ποῦ νά ξέρω ἄν ἀληθεύουν. Πολλές φορές λένε κι ἀνοησίες. 
   ーΘά ἤθελα νά πάω στό νησί, νά βεβαιωθῶ, εἶπε ὁ Δεσπότης. Νά ἰδῶ τούς Γέροντες, νά τούς μιλήσω. Πῶς μπορεῖ νά γίνει; 
   ーὉλόκληρο καράβι δέ μπορεῖ, Δέσποτα, νά πάει ἐκεῖ, ἀποκρίθηκε ὁ πηδαλιοῦχος. Μπορεῖτε ὅμως νά πᾶτε μέ τή βάρκα πού εἶναι δυνατό νά πλευρίσει. Ἄς ρωτήσουμε τόν καπετάνιο. 
Φώναξαν στή γέφυρα τόν καπετάνιο κι ὅλοι μαζί ἄρχισαν νά τόν παρακαλοῦν νά πᾶνε ὥς ἐκεῖ ὅπου ἁγιάζουν οἱ Γέροντες. Ἐκεῖνος ἀπόμενε δισταχτικός. 
   ーΜποροῦμε νά πᾶμε, εἶπε, ἀλλά χρειάζεται χρόνος, σεβαστέ μου. Τολμῶ νά σᾶς βεβαιώσω πώς δέν ἀξίζει νά τούς δεῖτε. Ἄκουσα νά λένε πώς κάποιοι κουτοί γέροι ζοῦν ἐκεῖ καί τίποτα δέν καταλαβαίνουν, καί τίποτα δέν μποροῦν νά ποῦν. Εἶναι μουγγοί σάν τά θαλασσινά ψάρια. 
   ーἘπιμένω! εἶπε ὁ Δεσπότης. Θά σᾶς ἀμείψω γιά τόν κόπο σας.
Δέν γινόταν ἀλλιώτικα. Οἱ ναυτικοί ὑπάκουσαν στήν ἐπιθυμία τοῦ Δεσπότη, ἔστρεψαν τό τιμόνι, ἄλλαξαν πορεία, ἔσιαξαν τά πανιά κι ἔβαλαν πλώρη γιά τό νησάκι. Ἔβγαλαν στήν κουβέρτα τοῦ καραβιοῦ μιά καρέκλα γιά νά καθίσει ὁ γέροντας. Οἱ ταξιδιῶτες μαζεύτηκαν τριγύρω του κι ὅλοι μαζί κοίταζαν πέρα. Ὅσοι εἶχαν μάτια γερά διέκριναν πιά τό νησί, μιά καπνοδόχο, μιά καλύβα... Ἔδειχναν:
   ー«Νάτοι, νάτοι!»
Ἕνας ἀπό αὐτούς εἶδε κιόλας τούς τρεῖς Γέροντες. Γύρισε κι ὁ καπετάνιος τό κυάλι:
   ーΚοίταξε, λέει τοῦ Δεσπότη. Σά νά βλέπω στή στεριά, δεξιώτερα ἀπό τήν μεγάλη ἐκείνη πέτρα, τρεῖς ἀνθρώπους νά στέκονται. 
Κοίταξε κι ὁ Δεσπότης: 
   ーΠραγματικά, ψιθύρισε, σά νά στέκονται τρεῖς, ἕνας ψηλός, ἄλλος πιό κοντός κι ὁ τρίτος πολύ κοντός. Στέκονται στήν ἄκρη καί σά νά κρατιοῦνται ἀπό τό χέρι. 
Ὁ καπετάνιος πλησίασε στό Δεσπότη: 
   ーΘά σταματήσει τό πλοῖο. Μπεῖτε ἄν θέλετε σέ μιά βάρκα καί πηγαίνετε. Ἐμεῖς θά ρίξουμε ἄγκυρα καί θά σᾶς περιμένουμε. 
Τό πλοῖο σταμάτησε, κατέβασαν τή βάρκα, πήδησαν μέσα οἱ κωπηλάτες, κατέβηκε ἀπό μιά σκαλίτσα κι ὁ Δεσπότης, κάθισε στήν πρύμνη κι ἡ βάρκα ξεκίνησε γιά τό νησί. 
   Πλησίασαν στή στεριά καί τότε εἶδαν μπροστά τους νά στέκονται οἱ τρεῖς γέροντες πού τούς εἶχε πεῖ ὁ ψαράς. Βγαίνει πρῶτος ὁ Δεσπότης ἀπό τή βάρκα, πηδοῦν κι οἱ ἄλλοι. Προσκυνοῦν οἱ τρεῖς γέροντες. Τούς εὐλογεῖ ὁ Δεσπότης, ξανασκύβουν ἐκεῖνοι τό κεφάλι τους μέ ἄπειρο σέβας καί κατάνυξη κι ὁ Δεσπότης ἀρχίζει νά λέει: 
   ーἘσεῖς ἐδῶ, ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, ἤρθατε καί ζεῖτε μόνοι σας, μακρυά ἀπό τούς ἄλλους, γιά νά σώσετε τήν ψυχή σας καί νά μπορεῖτε νά προσεύχεσθε στόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό γιά τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Ἐμένα μέ στέλνει Ἐκεῖνος ἐδῶ, γιατί εἶναι Πανάγαθος, γιά νά διδάξω τό ποίμνιό Του καί νά σᾶς φωτίσω. 
   Τά γεροντάκια κοιτᾶνε τό ἕνα τό ἄλλο καί χαμογελοῦν. 
   ーΠέστε μου πῶς σώζεστε καί πῶς ὑπηρετεῖτε τόν Θεό; ρωτᾶ ὁ Δεσπότης. 
Χαμογελοῦν ξανά οἱ γέροντες καί ὁ γεροντότερος ἀνάμεσά τους ἀποκρίνεται: δέν ξέρουμε νά ὑπηρετοῦμε τόν Θεό. Μόνο τόν ἑαυτό μας ὑπηρετοῦμε, τόν ἑαυτό μας τρέφουμε. 
   ーΠῶς λοιπόν προσεύχεσθε; ρώτησε πάλι ὁ Δεσπότης. 
   ーἜτσι προσευχόμαστε, ἀποκρίθηκε ὁ γεροντότερος: «Τρεῖς ἐσεῖς, τρεῖς ἐμεῖς, συγχώρεσέ μας».
   Μόλις πρόφερε τά λόγια αὐτά, γύρισαν κι οἱ ἄλλοι δύο πρός τό μέρος του καί ἐπανέλαβαν: ‘
   ー«Τρεῖς ἐσεῖς, τρεῖς ἐμεῖς, συγχώρα μας!’’
   Γέλασε ὁ Δεσπότης. 
   ーΑὐτή εἶναι ἡ προσευχή γιά τήν Ἀγία Τριάδα, ἀλλά δέν εἶναι σωστή! εἶπε. Σᾶς ἀγάπησε ἡ καρδιά μου, ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ. Βλέπω πώς θέλετε νά Τοῦ ἀρέσετε ἀλλά δέν ξέρετε πῶς νά Τόν ὑπηρετήσετε. Δέν πρέπει νά προσεύχεσθε κατ αὐτόν τόν τρόπο. Ἀκοῦστε πῶς ὅρισε ὁ Θεός στό Εὐαγγέλιό Του νά προσευχόμαστε. 
   Κι ἄρχισε νά τούς διηγεῖται καί νά τούς ἐξηγεῖ πῶς ὁ Θεός παρουσιάστηκε στούς ἀνθρώπους, τούς μίλησε γιά τόν Θεό - Πατέρα, τόν Θεό - Ὑιό καί τόν Θεό - Ἅγιο πνεῦμα καί τούς εἶπε: Ὁ Θεός -Ὑιός κατέβηκε στή γῆ γιά νά σώσει τούς ἀνθρώπους κι ἔτσι δίδαξε σέ ὅλους πῶς νά προσεύχονται. Ἀκοῦστε με καί ἐπαναλάβετε ὕστερα ἀπό μένα. 
Καί εἶπε τό «Πάτερ ἡμῶν». 
   Οἱ γέροντες τό ἐπαναλάβαιναν, κι αὐτό, ὤσπου ἔδυσε ὁ ἥλιος. Ἐκεῖνοι ἔβαζαν ὅλη τους τή θέληση καί τή δύναμη νά τά λένε σωστά καί ὁ Δεσπότης δέν παραιτοῦνταν ἀπό τήν προσπάθειά του, ὤσπου νά ἀκούσει νά λένε σωστά, ἄψογα τήν προσευχή. Ἔτσι τήν εἶπαν καί τήν ξαναεῖπαν χίλιες φορές. 
   Ὅταν βράδιασε καί πρόβαλε τό φεγγάρι πάνω ἀπό τό πέλαγος, ὁ Δεσπότης ἑτοιμάστηκε κι ἀφοῦ ξαναευλόγησε τούς γέροντες καί τούς ἔδωσε τήν συμβουλή του πῶς νά προσεύχονται, ἔφυγε γιά τό καράβι. Μόλις πάτησε τό πόδι του στήν κουβέρτα, σήκωσαν πανιά κι ἄγκυρα καί ξεκίνησαν. 
   Ὁ Δεσπότης κάθισε στήν πρύμνη κι ἀγνάντευε τό νησάκι, ἔβλεπε ἀμυδρά τίς τρεῖς σιλουέτες πού σιγά - σιγά χάθηκαν. Χάθηκε καί τό νησάκι. Ἔπε-σαν οἱ προσκυνητές νά κοιμηθοῦν, ὅλα σώπασαν πάνω στό καράβι, μά ὁ Δεσπότης δέν εἶχε ὄρεξη γιά ὕπνο. Σκέφτονταν τούς καλούς ἀνθρώπους τοῦ νησιοῦ. Θυμόταν πόση χαρά ἔδειχναν ὅταν τούς ἔμαθε νά προσεύχονται σωστά. 
   Ἔτσι κάθονταν κι αὐτά σκέφτονταν κοιτάζοντας τή θάλασσα ἐκεῖ πού εἶχε κρυφτεῖ τό νησί. Ξαφνικά, κάποιο φῶς ἄρχισε νά ἀναπηδᾶ ἐδῶ κι ἐκεῖ ἀπό τά κύματα. Πάνω στή φωτεινή γραμμή τοῦ φεγγαριοῦ κάτι γυαλίζει. Νά εἶναι πουλί; Νά εἶναι βάρκα μέ πανί αὐτό πού ἀσπρίζει; 
   ーΒάρκα μέ πανί θά εἶναι, εἶπε ὁ Δεσπότης προσηλωμένος. Θά μᾶς κυνηγάει ἀλλά σάν πολύ γρήγορα τρέχει. 
Ξανασκέφτεται: 
   ーΠουλί θά εἶναι. Βάρκα ὄχι, δέν εἶναι. Μήπως εἶναι ψάρι. Μοιάζει γιά ἄνθρωπος, μά πολύ μεγάλος εἶναι... Κι ἔπειτα, πῶς μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά περπατήσει πάνω στή θάλασσα;’’
Σηκώθηκε ὁ Δεσπότης, πλησίασε στήν κουπαστή, ἔσκυψε καί λέει στόν ἑαυτό του: 
   ーΤί νἆναι αὐτό; Τί εἶναι, ἀδερφούλη μου; Τά τρία γεροντάκια τρέχουν πάνω στή θάλασσα, ἀσπρίζουν καί γυαλίζουν τά ἄσπρα τους γένια, τό καράβι σά νά κοντοστέκεται, κι αὐτά, ὅλο καί πλησιάζουν. 
   Ὁ τιμονιέρης τούς βλέπει, ξαφνιάζεται, ἀφήνει τό τιμόνι, μπήγει φωνή δυνατή: 
   ーΘεέ μου! Οἱ γέροντες πάνω στή θάλασσα τρέχουν πίσω μας σά νἆναι στή στεριά!
   Οἱ ἐπιβάτες ἄκουσαν τίς φωνές του, πετάχτηκαν ἀπό τά στρώματα, τρέξανε στή γέφυρα νά ἰδοῦν τί συμβαίνει. Βλέπουν τούς τρεῖς γέροντες νά κρατιοῦνται ἀπό τό χέρι καί νά τρέχουν πάνω στά κύματα χωρίς κἄν νά κινοῦνται καί μονάχα ὁ ἀκρινός κάτι νά γνέφει μέ τό χέρι σάν νά τούς λέει «σταθεῖτε». 
   Δέν πρόλαβε τό καράβι νά σταματήσει καί οἱ τρεῖς γέροντες ἦρθαν πλάϊ, σήκωσαν τό κεφάλι καί εἶπαν μέ μιά φωνή στό Δεσπότη: 
   ーΞεχάσαμε, δοῦλε τοῦ Θεοῦ, τί μᾶς δίδαξες. Ὅσο ἐπαναλαβαίναμε τήν προσευχή, τή θυμόμασταν. Τήν ἀφήσαμε γιά λίγο, μᾶς ξέφυγε μιά λέξη καί τότε ὅλα ξηλώθηκαν, τήν ξεχάσαμε. Τίποτε πιά δέν θυμόμαστε. Μάθε την μας πάλι. 
   Σταυροκοπήθηκε ὁ Δεσπότης, κοίταξε τούς γέροντες, καί εἶπε: 
   ーἈρκεῖ. Εἰσακούεται ἀπό τόν Θεό κι ἡ δική σας προσευχή, γέροντες. Δέν εἶμαι ἐγώ ἄξιος νά σᾶς διδάξω.    Προσευχηθεῖτε καί γιά μᾶς τούς ἁμαρτωλούς. 
   Κι ἔσκυψε στά πόδια τῶν γερόντων κι ἐκεῖνος. Ἔφυγαν περπατῶντας πάνω στή θάλασσα. Ὥς τό χάραμα, ὁ δρόμος τους φεγγοβολοῦσε.

Related Posts with Thumbnails