© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

Ο Πέρσης Οσιομάρτυρας και η λατρεία του στη Ζάκυνθο

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Στη Ζάκυνθο, όπως σε όλους μας είναι γνωστό, το όνομα Αναστάσιος γιορτάζει στις 22 Ιανουαρίου, ημέρα της μνήμης του Αγίου Αναστασίου του Πέρσου κι όχι στην Ανάσταση, όπως συνήθως συμβαίνει στον υπόλοιπο ελληνικό χώρο. Είναι κι αυτή μια από τις πολλές μας ιδιαιτερότητες, για τις οποίες, όπως κι άλλες φορές έχουμε γράψει, χρειάζεται να εκδοθεί ένα ειδικό, τοπικό εορτολόγιο, για να μπορούν έτσι οι ξένοι να μας εύχονται δίχως λάθη και τις απαραίτητες από εμάς διορθώσεις, τα «χρόνια πολλά».

Εκκλησία του όχι και τόσο γνωστού αυτού Μάρτυρα και Οσίου υπήρχε στο κέντρο της πόλης και στην αρχή περίπου του δρόμου, ο οποίος οδηγούσε στο παλιό νοσοκομείο.  Κτίστηκε στα τέλη του 17ου αιώνα από τον Κρητικό πρόσφυγα και Πρωτοπαπά Στέφανο Παλαδά, ο οποίος, μαζί με πολλούς άλλους συμπατριώτες του βρήκε καταφύγιο στο νησί μας, μετά την πτώση του Χάνδακα. Αργότερα ο ναός αυτός, σύμφωνα με πληροφορίες των διαφόρων ιστορικών μας, περιήλθε στην κυριότητα των Ιωάν. Κατραμή, Μαρτινέγκου, Α. Μοδίνου και Π. Τζάννε και δυστυχώς αποτεφρώθηκε από την θεομηνία του Αυγούστου του 1953. Σήμερα υπάρχει μία οδός με το όνομα του εφόρου της, για να μνημονεύει την ύπαρξή της, μια κι οι παλιότεροι ονόμαζαν και μετασεισμικά την περιοχή «στον Άγιο Αναστάση», αλλά σήμερα κανείς δεν τον θυμάται.

Την διάδοση της λατρείας του Πέρση Οσιομάρτυρα στην Ζάκυνθο μαρτυρεί, συν τοις άλλοις, κι η έκδοση της ακολουθίας του στην Πάτρα, από τον έναν από τους κτήτορες του παραπάνω ναού, τον Ιωάννη Κατραμή. Επίσης την επιβεβαιώνει κι η ύπαρξη κι ενός δεύτερου ναού, ο οποίος τιμόταν στο όνομά του και βρισκόταν στο χωριό της Ρίζας Μπουγιάτο, ιδιοκτησία της οικογένειας Μαρτελάου. Αλλά δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαίο πως η μορφή του Αγίου Αναστασίου είναι μία από τις τρεις της δεσποτικής του τέμπλου της Παναγίας της Τριμάρτυρος στο Ακρωτήρι. Η εικόνα αυτή, η οποία σώθηκε από τον σεισμό και φυλάσσεται σήμερα στον ομώνυμο, μετασεισμικό ναό, είναι ενυπόγραφο έργο του Νικολάου Καλλέργη, ιστορημένη, σύμφωνα με την επιγραφή, το 1724 κι εκτός από τον Άγιο που μας απασχολεί εικονίζει και τους μάρτυρες Γεώργιο και Λουκία.

Εικόνα του ίδιου Αγίου φυλάσσεται στο σημερινό Μουσείο του νησιού μας και προέρχεται από τον κατεστραμμένο ναό του Αγίου Γεωργίου τση Κυπριάνας ή Τσιπριάνας ή των Καλογριών. Μα και στο ναό του Αγίου Αντωνίου του Ανδρίτση γινόταν η γιορτή του Αγίου, επειδή εκεί υπήρχε τεμάχιο του λειψάνου του. Αυτό ήταν δωρεά του ετεροθαλούς αδελφού του εθνικού μας ποιητή, Διονυσίου Σολωμού, του Ροβέρτου και φυλαγόταν στην ιστορική εκκλησία μέχρι να τελειώσουν οι επισκευές του γειτονικού Προφήτη Ηλία, στον οποίο ο δωρητής είχε χαρίσει το πολύτιμο κειμήλιο.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως ο λόγιος ιερωμένος Αναστάσιος Γόρδιος, όταν συνέθεσε τα γνωστά του επιγράμματα, τα αφιερωμένα σε ιερές στέγες της πόλης του νησιού μας, ευρισκόμενος στο Λοιμοκαθαρτήριο της Ζακύνθου, δεν παρέλειψε να συμπεριλάβει σ’ αυτά και την εκκλησία του κέντρου της Χώρας, στιχουργώντας τα εξής:

   «Ομώνυμόν σοι προσκυνήσω εκ πόθου
    τω σω ναω πάρειμι και με προσδέχου».

Βέβαια, όπως διαβάζουμε και στο επίγραμμα, κύρια αιτία της ιστόρησής του είναι το ότι ο συγγράψας είχε το όνομα του Αγίου του ναού. Το ότι τον γνώριζε, όμως, δείχνει πως η φήμη του οσιομάρτυρα ήταν μεγάλη στη Ζάκυνθο και πως ο λαός του νησιού τον ευλαβούταν  και τον τιμούσε.

Η λατρεία και η τιμή του Μάρτυρα δεν είναι γνωστή μόνο στην Ζάκυνθο, αλλά και στα άλλα Επτάνησα. Στην Κέρκυρα δε το όνομα «Αναστάσιος» είναι αρκετά διαδεδομένο, όπως και στο νησί μας και το υποκοριστικό του είναι το «Σάκης». Ερώτημα αποτελεί το πώς η φήμη του όχι και τόσο γνωστού Πέρση οσιομάρτυρα έφτασε στη Ζάκυνθο και τα άλλα Ιόνια νησιά.

Η απάντηση, πιστεύω, είναι απλή. Το λείψανό του, μετά από πολλές περιπέτειες, κατέληξε στην πλωτή πόλη και πρωτεύουσα της Γαληνοτάτης κι εκεί βρίσκεται μέχρι σήμερα στην εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου της Αμπέλου, έχοντας μεγάλη φήμη στους πιστούς, επειδή, συν τοις άλλοις, κατά την παράδοση, εκβάλει μύρα. Λογικό, λοιπόν, να το γνώριζαν όσοι Ζακυνθινοί κι Επτανήσιοι έφταναν ως εκεί, για τις πάμπολλες υποθέσεις τους και με τον τρόπο αυτό να μετέφεραν την λατρεία του και στα νησιά τους.

Όπως κι αν έχει, όμως, η υπόθεση, όλοι οι Τζαντιώτες, όπως κι οι άλλοι Επτανήσιοι, γνωρίζουν πως στις 22 Ιανουαρίου είναι του Αγίου Αναστασίου και την θεωρούν μεγάλη γιορτή, με πολλά ονόματα κι ας μην έχει σταυρό το ημερολόγιο αυτήν την ημέρα. Υποχρέωσή μας είναι να κρατήσουμε ζωντανή κι αυτήν μας την ιδιαιτερότητα. Σε κάτι τέτοιες μικρές περιπτώσεις κρύβεται ο πολιτισμός μας. Ας μην ισοπεδώσουμε τα πάντα.

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΟΙ ΞΕΧΑΣΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΑΠ' ΟΣΑ ΘΥΜΑΜΑΙ…

Στὴν ἱερὴ μνήμη τῆς γιαγιᾶς μου Σοφίας

Ὅταν ἕνα πρόσωπο ἀναχωρήσει ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο, μαζί του παίρνει καὶ ἕνα πολύτιμο φορτίο ἀπὸ συμπεριφορὲς καὶ βιώματα ποὺ  κληρονόμησε ἀπὸ τοὺς προγόνους του καὶ μᾶς τὰ πρόσφερε -ὅπως εἶχε χρέος καὶ μπόρεσε- κ’ ὕστερα ἀναχώρησε.
Ἐμεῖς τώρα, ὅλ᾿ αὐτά,  ἴσως νὰ μὴν τὰ προσέξαμε ὅσο ἔπρεπε, ἴσως πάλι νὰ μὴ μᾶς χρειάζονταν,  καὶ τὰ ξεχάσαμε ἤ τ᾿ ἀφήσαμε νὰ γίνουν μουσειακὰ ἀντικέιμενα. Πάντως πάψαμε νὰ τὰ χρησιμοποιοῦμε. Ἔτσι χάθηκαν πολλὰ ἤ καὶ λησμονήθηκαν, ὅπως ἐκεῖνοι. Μόνο κάποιοι νοσταλγοί, -ἐλάχιστοι πάντα- τὰ ἀναζητοῦν καὶ τὰ θυμοῦνται, μέχρι νἄρθει κι ἡ δικιά τους ἡ σειρὰ νὰ τὰ πάρουν μαζί τους, ὅταν ἀναχωρήσουν ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτόν.
Γιατὶ ἡ κάθε ξεχασμένη λέξη ποὺ χρησιμοποιοῦσαν ἐκεῖνοι οἱ ἀγράμματοι  στὴν πλειονότητά τους χωρικοί, πλὴν ὅμως σοφοί, δὲν ἦταν ἁπλῶς μιὰ σειρὰ γραμμάτων ποὺ τὴν ἔντυναν μὲ τὴ μουσικότητα τοῦ λόγου, ἀλλὰ πρωτίστως βίωμα, καθάριο, ὅπως τὸ δροσερὸ νερὸ ποὺ χαριτώνει τὴν ψυχή. Κάποιες ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς λέξεις, λοιπόν,  ξαναθυμήθηκα καὶ τὶς παρουσιάζω, καθὼς στὸ νοῦ μου ἔρχεται ἡ μακαρίτισσα ἠ γιαγιά μου Σοφία, ἐντελῶς ἀγράμματη, ὡστόσο τόσο σοφή, νοικοκυρεμένη καὶ ἄριστη στὴν συμβουλευτικὴ τέχνη.
«Ζήσεις, χρουνίσεις...», ἔλεγε, «νὰ ἐκτιμᾶς τὰ χτήματα, τὴ γῆ».
«Νὰ ἔχ[ει]’ς ἀρναμοὺστ» (φιλότιμο δηλ.), συμβούλευε πάντα καὶ συνέχιζε «Τοὺ χαρτί σ᾿ κι τὰ μάτια σ᾿ δέκα». Χαρτὶ, ἔλεγε τὸ βιβλίο. Ἐπίσης, ὅταν τρώγαμε ἔλεγε: «Νὰ μὴν εἶσι τζιτζιλόμ’ς (μίζερος) στοὺ φαΐ. Ὅτ᾿ δίν᾿ οὑ Θιός». 
Ἀκόμα εὐχόταν «τν’ηὐχὴν κι ἀπ᾿ τὰ δέκα μ᾿ νύχια» ἤ  «στὰ ὄρ᾿ στὰ βνὰ στὰ βύθ᾿ τ᾿ θαλάσσ’» νὰ πᾶνε τὰ κακά.
Ἐπίσης χρησιμοποιοῦσε λέξεις περίεργες γιὰ νὰ ἐξηγήσει αὐτὸ ποὺ ἡ ἴδια εἶχε βιώσει. Ἔτσι ἔλεγε «παρὸν» τὸ δικαστήριο καὶ «μπαμαπαφίκου» τὸ ὑψηλότερο σημεῖο τοῦ ἀνηφορικοῦ χτήματος.  Ἐπίσης ὀνόμαζε «μουσκουλούρδου» (μοσχολούλουδο) τὸ χαμομήλι καὶ «παραστιὰ» ( τὸ ἀρχαῖο δηλ. «παρὰ τὴν ἑστίαν) τὸ τζάκι, ἐνῶ ὅταν ἦταν στενοχωρημένη ἔλεγε «τοὺ μπάμπαλου δὲν ἔβαλα στοὺ στόμα μ’». Κι ἄλλα πολλά, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς δὲν μπόρεσα νὰ τὰ ταμιεύσω ὅλα, γιατὶ κάποτε ὅλες αὐτὲς τὶς λέξεις ἤ τὶς φράσεις τὶς θεωροῦσα ἀπολίτιστα καὶ παρακατιανά ζητήματα. Σήμερα ὅμως ποὺ κατάλαβα τὴν ἀξία τους,  τὰ ἀναζητῶ, ὅπως ἀναζητοῦμε τὰ παλιὰ τὰ πράγματα. Ὅπως ἀναζητοῦμε καὶ τὰ πρόσωπα, ποὺ ζοῦσαν καὶ χαίρονταν τὴ κάθε λέξη, γιατὶ ἦταν ἀπόλυτα ταυτισμένη μὲ τὸν ψυχισμό τους.
Στὶς μέρες μας, ποὺ οἱ περισσότερες λέξεις ἤ φράσεις ἀπὸ τὶς παραπάνω λησμονήθηκαν, ἀναρωτιέμαι τὶ θὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ θὰ παραδώσουμε κληρονομιὰ στὶς νεώτερες γενιές. 
  

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2015

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΕΥΧΕΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΗ ΚΟΥΡΙΑ

ΑΠΟ ΜΕΡΟΥΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΥ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ  
Αίθουσα Κλήμεντος 
Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2014

Η Ρωμαιοκαθολική Κούρια και το Σώμα του Χριστού 

«Ο υπεράνω των Χερουβίμ, εσύ που άλλαξες την άθλια κατάσταση του κόσμου όταν  έγινες σαν εμάς» 
(Άγιος Αθανάσιος)


Αγαπητοί Αδελφοί,

Στο τέλος της προ των Χριστουγέννων περιόδου, συναντιόμαστε για τις παραδοσιακές ευχές. Σε μερικές μέρες θα έχουμε τη χαρά να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα· το γεγονός ότι ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να σώσει τους ανθρώπους· τη φανέρωση της αγάπης του Θεού που δεν αρκείται να μας δώσει απλώς κάτι ή να μας στείλει κάποιο μήνυμα ή κάποιους αγγελιαφόρους, αλλά μας προσφέρεται ο ίδιος· το μυστήριο του Θεού που παίρνει πάνω του την ανθρώπινη κατάσταση και τις αμαρτίες μας για να μας αποκαλύψει τη δική του θεϊκή Ζωή, την απέραντη χάρη του και τη δωρεάν συγγνώμη του. Είναι η συνάντησή μας με τον Θεό που γεννιέται μέσα στη φτώχεια του σπηλαίου της Βηθλεέμ για να μας διδάξει τη δύναμη της ταπεινοσύνης. Τα Χριστούγεννα, πράγματι, είναι και η γιορτή του φωτός που το δέχονται όχι οι «εκλεκτοί», αλλά οι φτωχοί  και οι απλοί που περίμεναν τη σωτηρία του Κυρίου.

Πριν απ’ όλα θα ήθελα να ευχηθώ προσευχητικά σε όλους εσάς – συνεργάτες, αδελφούς και αδελφές, παπικούς αντιπροσώπους διασκορπισμένους σε όλο τον κόσμο – και σε όλους τους αγαπημένους σας, ευλογημένα Χριστούγεννα και ευτυχισμένο τον Καινούργιο Χρόνο. Επιθυμώ να σας εκφράσω τις πιο εγκάρδιες ευχαριστίες μου για την καθημερινή σας στράτευση στην υπηρεσία της Αγίας Έδρας, της Καθολικής Εκκλησίας, των επί μέρους Εκκλησιών και του διαδόχου του Πέτρου.

Αφού είμαστε πρόσωπα και όχι αριθμοί ή απλοί τιτλούχοι, θα ήθελα ιδιαίτερα να μνημονεύσω εκείνους που, στη διάρκεια αυτού του έτους, τελείωσαν την υπηρεσία τους λόγω ορίου ηλικίας ή επειδή ανέλαβαν καινούργια καθήκοντα ή επειδή εκλήθηκαν στον Οίκο του Πατρός. Σε όλους αυτούς και στους οικείους των απευθύνεται επίσης η σκέψη και η ευγνωμοσύνη μου.

Επιθυμώ να υψώσω μαζί σας στον Κύριο ένα θερμό και ειλικρινές ευχαριστώ για τον χρόνο που φεύγει, για όλα τα γεγονότα που βιώσαμε και για ό,τι καλό θέλησε γενναιόψυχα να εκπληρώσει μέσω της υπηρεσίας μας στην Αγία Έδρα, και ταυτόχρονα να ζητήσουμε ταπεινά τη συγγνώμη του για τα λάθη που κάναμε ‘’με τις σκέψεις, με τα λόγια, με όσα κάναμε και με όσα παραλείψαμε να κάνουμε’’.

Και με αφορμή ακριβώς αυτή την αίτηση συγγνώμης, θα ήθελα η συνάντησή μας αυτή και οι σκέψεις που θα μοιραστώ μαζί σας να αποβούν για όλους μας ένα στήριγμα και ένα κίνητρο για μια αληθινή εξέταση της συνείδησης ώστε να ετοιμάσουμε την καρδιά μας για την αγία εορτή των Χριστουγέννων.

Καθώς σκεπτόμουν αυτήν εδώ τη συνάντησή μας, μου ήρθε στο νου η εικόνα της Εκκλησίας ως μυστικού Σώματος του Ιησού Χριστού. Πρόκειται για μια έκφραση η οποία, όπως την εξήγησε ο Πάπας Πίος ο 12ος, «πηγάζει, ανθίζει κατά κάποιο τρόπο, από ό,τι συχνά μας διδάσκουν οι Άγιες Γραφές και οι Πατέρες της Εκκλησίας»[1]. Ὀπως γράφει πάνω στο θέμα αυτό ο Απόστολος Παύλος: «Όπως πράγματι το σώμα είναι ένα ενώ έχει πολλά μέλη, και όπως όλα τα μέλη του σώματος, μολονότι πολλά, αποτελούν ένα και μόνο σώμα, το ίδιο συμβαίνει και με τον Χριστό»(1Κορ 12, 12)[2].

Με την έννοια αυτή, η Δεύτερη Βατικανή μας υπενθυμίζει ότι « και στην οικοδομή του σώματος του Χριστού ισχύει μια ποικιλία μελών και λειτουργημάτων. Υπάρχει ένα και μόνο πνεύμα που διαμοιράζει τα ποικίλα χαρίσματα στο μέτρο του πλούτου που έχει και των αναγκών των λειτουργημάτων, για το καλό της Εκκλησίας (βλ.1 Κορ 12, 11)»[3]. Συνεπώς, «ο Χριστός και η Εκκλησία αποτελούν τον ‘’όλον Χριστό’’- Christus totus-.   Η Εκκλησία είναι ένα με τον Χριστό»[4].

Είναι ωραίο να σκέφτεται κανείς την Κούρια σαν ένα μικρό πρότυπο της Εκκλησίας, δηλαδή σαν ένα «σώμα» που επιζητεί σοβαρά και καθημερινά να είναι πιο ζωντανό, πιο υγιές, πιο αρμονικό και πιο ενωμένο μέσα του και με τον Χριστό.

Πράγματι, η Ρωμαιοκαθολική Κούρια είναι ένα σύνθετο σώμα, αποτελούμενο από πολλά σύνολα, Συμβούλια, Γραφεία, Δικαστήρια, Επιτροπές και πολυάριθμα στοιχεία που δεν έχουν όλα το ίδιο έργο, αλλά που είναι συντονισμένα μεταξύ τους ώστε να λειτουργούν αποτελεσματικά, εποικοδομητικά, πειθαρχημένα και υποδειγματικά, παρά τις πολιτισμικές, γλωσσικές και εθνικές διαφορές των μελών του [5].

Η Κούρια, λοιπόν, ως ένα δυναμικό σώμα, δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τροφή και φροντίδα. Πράγματι, η Κούρια – όπως η Εκκλησία – δεν μπορεί να ζήσει χωρίς μια ζωτική, προσωπική, αυθεντική και στέρεη  σχέση με τον Χριστό [6]. Ένα μέλος της Κούρια που δεν τρέφεται καθημερινά με αυτή την Τροφή θα γίνει ένας γραφειοκράτης (ένας άνθρωπος των τύπων, ένας διεκπεραιωτής, ένας απλός υπάλληλος) : ένα κλαδί που ξεραίνεται, λίγο λίγο πεθαίνει και το πετούν μακριά. Η καθημερινή προσευχή, η αδιάκοπη μετοχή στα Μυστήρια, ιδιαίτερα της Ευχαριστίας και της Συμφιλίωσης, η καθημερινή επαφή με τον Λόγο του Θεού και η πνευματικότητα που μεταφράζεται σε ζωντανή αγάπη του πλησίον είναι για τον καθένα μας ζωτική διατροφή. Ας είναι ξεκάθαρο για όλους μας ότι χωρίς Αυτόν δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα (βλ.Ιω, 15, 8).

Κατά συνέπεια, η ζωντανή σχέση με τον Θεό τρέφει και ενδυναμώνει και την κοινωνία μας με τους άλλους. Με άλλα λόγια, όσο πιο στενά είμαστε ενωμένοι με τον Θεό, τόσο περισσότερο είμαστε ενωμένοι μεταξύ μας, αφού το Πνεύμα του Θεού ενώνει, και το πνεύμα του πονηρού διαιρεί.

Η Κούρια καλείται να βελτιώνεται συνεχώς και να αυξάνει σε κοινωνία, αγιότητα και σοφία ώστε να πραγματοποιήσει πλήρως την αποστολή της [7]. Εντούτοις, όπως κάθε σώμα, όπως κάθε ανθρώπινο σώμα, εκτίθεται και αυτή σε ασθένειες, σε δυσλειτουργίες, στην αναπηρία. Και θα ήθελα εδώ να σημειώσω μερικές από αυτές τις πιθανές ασθένειες, τις ειδικές για την Κούρια ασθένειες. Πρόκειται για τις πιο συνηθισμένες αρρώστιες στη ζωή μας εντός της Κούρια. Είναι αρρώστιες και πειρασμοί που εξασθενούν την υπηρεσία μας στον Κύριο. Νομίζω ότι ο «κατάλογος» αυτών των ασθενειών για τις οποίες μιλάμε σήμερα – κατά το πρότυπο των Πατέρων της Ερήμου, οι οποίοι έφτιαχναν τέτοιους καταλόγους – θα μας βοηθήσει : θα μας βοηθήσει να ετοιμαστούμε για το μυστήριο της Συμφιλίωσης, που θα είναι για όλους μας ένα καλό στάδιο στην ετοιμασία μας για τα Χριστούγεννα.

1. Η ασθένεια να αισθανόμαστε ‘’αθάνατοι’’, ‘’καλυμμένοι’’ ακόμα και ‘’απαραίτητοι’’, ώστε να αμελούμε τις αναγκαίες  ή συνήθεις εξετάσεις. Μια Κούρια που δεν κάνει την αυτοκριτική της, που δεν φέρνει τον εαυτό της στο φως, που δεν επιδιώκει να βελτιώνεται, είναι ένα ανάπηρο σώμα. Μια απλή επίσκεψη στο κοιμητήριο θα μπορούσε να μας βοηθήσει να δούμε τα ονόματα πολλών ανθρώπων, μερικοί από τους οποίους σκέφτονταν πως ήταν αθάνατοι, καλυμμένοι και απαραίτητοι ! Είναι η ασθένεια του άφρονος πλουσίου του Ευαγγελίου που σκεφτόταν ότι θα ζούσε αιώνια (βλ. Λκ 12, 13-21), όπως και εκείνων που μεταμορφώνονται σε αφεντικά και αισθάνονται ανώτεροι όλων  και όχι στην υπηρεσία όλων. Αυτή προκύπτει συχνά από την παθολογία της εξουσίας, από το ‘’σύμπλεγμα των εκλεκτών’’,  από τον ναρκισσισμό που κοιτάζει παθιασμένα τη δική του εικόνα και δεν βλέπει την εικόνα του Θεού στο πρόσωπο των άλλων, ιδιαίτερα των πιο αδύνατων και εκείνων που έχουν περισσότερη ανάγκη [8]. Το αντίδοτο σ’ αυτή την επιδημία είναι η χάρη να αισθανθούμε αμαρτωλοί και να πούμε με όλη μας την καρδιά : « Είμαστε απλοί δούλοι : κάναμε ό,τι έπρεπε να κάνουμε» ( Λκ 17, 10).

2. Μια άλλη ασθένεια είναι το σύμπλεγμα της Μάρθας, μια υπερβολική δραστηριότητα. Βρίσκεται σ’ εκείνους που πνίγονται στη δουλειά και παραμελούν αναπόφευκτα ‘’την καλή μερίδα»’’ : να κάθονται κοντά στα πόδια του Ιησού (βλ. Λκ 10, 38-42). Υπάρχει κάποιος λόγος που ο Ιησούς κάλεσε τους μαθητές του ‘’ν’ αναπαυθούν λίγο’’ (βλ. Μκ 6, 31), επειδή η παραμέληση της αναγκαίας ανάπαυσης οδηγεί στο στρες και στην ταραχή. Ο χρόνος της ανάπαυσης, για όποιον έχει ολοκληρώσει την εργασία του είναι απαραίτητος, υποχρεωτικός και πρέπει να βιώνεται με σοβαρότητα : περνώντας λίγον καιρό με την οικογένεια, και με σεβασμό στις διακοπές ως στιγμές πνευματικού και φυσικού ανεφοδιασμού. Πρέπει να μάθουμε από τον Εκκλησιαστή ότι ‘’υπάρχει καιρός για το κάθε πράγμα’’(3, 1-15).

3. Υπάρχει επίσης η ασθένεια της νοητικής και πνευματικής ‘’απολίθωσης’’. Βρίσκεται σ’ εκείνους που έχουν πέτρινη καρδιά, στους ‘’σκληροτράχηλους’’ ( Πρ 7,  51-60), σ’ εκείνους που με τον καιρό χάνουν την εσωτερική τους γαλήνη, τη ζωτικότητα και την τόλμη, και κρύβονται κάτω από στοίβες χαρτιών καταλήγοντας να γίνουν ‘’χαρτοπόντικες’’ και όχι πια ‘’ άνθρωποι του Θεού’’ (βλ. Εβρ 3, 12). Είναι επικίνδυνο να χάνουμε την ανθρώπινη ευαισθησία που μας κάνει ικανούς να κλαίμε μετά κλαιόντων και να χαίρουμε μετά χαιρόντων ! Είναι η ασθένεια εκείνων που χάνουν ‘’το φρόνημα του Ιησού’’(βλ. Φιλ 2, 5-11) επειδή η καρδιά τους, με το πέρασμα του χρόνου, σκληραίνει και γίνεται ανίκανη να αγαπήσει απροϋπόθετα τον Πατέρα και τον πλησίον (βλ. Μτ 22, 34-40). Να είναι κανείς χριστιανός σημαίνει, πράγματι, να έχει κανείς ‘’το ίδιο φρόνημα που είχε ο Ιησούς Χριστός’’ (Φιλ 2, 5), φρόνημα ταπεινοσύνης και αυτοπροσφοράς, απάρνησης και γενναιοψυχίας [9].

4. Η ασθένεια του υπερβολικού σχεδιασμού και της λειτουργικότητας. Όταν ο απόστολος σχεδιάζει τα πάντα ως την ελάχιστη λεπτομέρεια και πιστεύει ότι με έναν τέλειο σχεδιασμό τα πράγματα προοδεύουν πράγματι, μετασχηματίζεται ο ίδιος σε πεπειραμένο-λογιστή ή σε διαχειριστή γραφείου. Είναι απαραίτητο να προετοιμάζονται τα πάντα καλώς, αλλά χωρίς ποτέ να πέφτουμε στον πειρασμό να θέλουμε να περιορίσουμε και να κατευθύνουμε την ελευθερία του Αγίου Πνεύματος, που παραμένει πάντα μεγαλύτερη και πιο ευέλικτη από κάθε ανθρώπινο σχεδιασμό (βλ. Ιω 3, 8). Αρρωσταίνει κανείς από αυτή την ασθένεια, επειδή «είναι πάντα πιο εύκολο και πιο βολικό να εγκαθίσταται κανείς στις δικές του στατικές και απαράλλαχτες απόψεις. Πράγματι, η Εκκλησία δείχνει την πιστότητά της στο Άγιο Πνεύμα στο μέτρο που δεν έχει την αξίωση να το ελέγχει ούτε να το υποτάσσει – να υποτάσσει το Άγιο Πνεύμα ! - … Μα το Άγιο Πνεύμα είναι φρεσκάδα, φαντασία, ανανέωση»[10].

5. Η ασθένεια του κακού συντονισμού. Όταν τα μέλη χάνουν τη μεταξύ τους κοινωνία, το σώμα χάνει την αρμονική λειτουργικότητά του και την ισορροπία του και γίνεται μια ορχήστρα που παράγει θόρυβο, επειδή τα μέλη της δεν συνεργάζονται και χάνουν το πνεύμα κοινωνίας και ομαδικής εργασίας. Όταν το πόδι λέει στο χέρι : «δεν σε χρειάζομαι» ή η παλάμη λέει στο κεφάλι: «εγώ έχω το πρόσταγμα», δημιουργούν αμηχανία και σκάνδαλα.

6. Υπάρχει επίσης η ασθένεια «πνευματικό Alzheimer»: ή η λήθη της ιστορίας της σωτηρίας, της προσωπικής ιστορίας μαζί με τον Κύριο, της «πρώτης αγάπης» (Απ 2, 4). Πρόκειται για την προοδευτική παρακμή των πνευματικών χαρισμάτων η  οποία, σ’ ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, προκαλεί βαριές αναπηρίες στον άνθρωπο, καταντώντας τον ανίκανο να φέρει σε πέρας μια αυτόνομη δραστηριότητα, ζώντας μια κατάσταση απόλυτης εξάρτησης από τις συχνά φαντασιακές αντιλήψεις του. Την συναντούμε σ’ εκείνους που έχουν χάσει τη μνήμη της συνάντησής τους με τον Κύριο· σ’ εκείνους που δεν βλέπουν πια το νόημα της ζωής με ‘’δευτερονομικούς’’ όρους· σ’ εκείνους που εξαρτώνται πλήρως από το παρόν τους, από τα πάθη τους, τα καπρίτσια και τις μανίες τους· σ’ εκείνους που χτίζουν γύρω τους τοίχους και συνήθειες, και γίνονται έτσι όλο και περισσότερο δούλοι των ειδώλων που σμίλεψαν με τα ίδια τους τα χέρια.

7. Η ασθένεια της αντιπαλότητας και της ματαιοδοξίας [11]. Όταν η εμφάνιση, τα χρώματα των ενδυμάτων και οι τιμητικοί τίτλοι γίνονται ο πρώτος σκοπός της ζωής, ξεχνώντας τους λόγους του Απ. Παύλου : «Μην κάνετε τίποτα από ανταγωνισμό ή από ματαιοδοξία, αλλά καθένας με ταπεινοφροσύνη ας θεωρεί τον άλλον ανώτερό του. Ας μην φροντίζει ο καθένας σας μόνο ό,τι ενδιαφέρει τον εαυτό  του, αλλά και ό,τι ωφελεί τους άλλους» (Φιλ 2, 1-4). Πρόκειται για την αρρώστια που μας οδηγεί να γίνουμε ψεύτικοι και να ζούμε έναν ψεύτικο ‘’μυστικισμό’’ και έναν ψεύτικο ‘’ησυχασμό’’. Ο ίδιος ο Απ. Παύλος ονομάζει τέτοιους ανθρώπους «εχθρούς του σταυρού του Χριστού», επειδή «καυχιούνται για πράγματα για τα οποία θα έπρεπε να ντρέπονται. Οι σκέψεις τους είναι προσκολλημένες στα επίγεια» (Φιλ 3, 19). 

8. Η ασθένεια της υπαρξιακής σχιζοφρένειας. Είναι η αρρώστια εκείνων που ζουν μια διπλή ζωή, αποτέλεσμα εκείνης της υποκρισίας που είναι τυπική της μετριότητας και ενός αυξανόμενου πνευματικού κενού, που τα διπλώματα και οι ακαδημαϊκοί τίτλοι δεν μπορούν να γεμίσουν. Είναι η αρρώστια που προσβάλλει συχνά εκείνους που εγκαταλείπουν την ποιμαντική διακονία και περιορίζονται σε γραφειοκρατικές εργασίες, χάνοντας έτσι την επαφή με την πραγματικότητα, με πρόσωπα συγκεκριμένα. Με τον τρόπο αυτόν, δημιουργούν τον παράλληλο κόσμο τους, όπου βάζουν κατά μέρος όλα όσα διδάσκουν με αυστηρότητα στους άλλους, και όπου αρχίζουν να ζουν μια ζωή κρυφή και συχνά ακόλαστη. Γι’ αυτή την εξαιρετικά σοβαρή ασθένεια, η μεταστροφή (μετάνοια) είναι πολύ επείγουσα και απαραίτητη (βλ. Λκ 15, 11-32).

9. Η ασθένεια του κουτσομπολιού, της γκρίνιας και της κακολογίας των άλλων πίσω τους. Έχω ήδη μιλήσει για την ασθένεια αυτή, πολλές φορές, αλλά όχι αρκετά. Είναι μια σοβαρή αρρώστια, που αρχίζει απλά, ίσως μόνο από λίγη φλυαρία, και κυριεύει τον άνθρωπο, κάνοντάς τον ‘’σπορέα ζιζανίων’’(όπως ο Σατανάς), και σε πολλές περιπτώσεις σε ‘’εν ψυχρώ εκτελεστή’’ της υπόληψης συνεργατών και συναδέλφων. Είναι η ασθένεια δειλών ανθρώπων, που δεν έχουν το θάρρος να μιλήσουν ευθέως και μιλούν πίσω από την πλάτη των άλλων. Ο Απόστολος Παύλος μας προτρέπει: «Όλα να τα κάνετε χωρίς γογγυσμούς κι επιφυλάξεις, για να γίνετε άψογοι και ολοκληρωμένοι» (Φιλ 2, 14-18). Αδελφοί, ας φυλαχθούμε από την τρομοκρατία του κουτσομπολιού ! 

10. Η ασθένεια να ειδωλοποιούμε τους ανωτέρους: είναι η αρρώστια εκείνων που κολακεύουν τους ανωτέρους των, με την ελπίδα να κερδίσουν την εύνοιά τους. Είναι θύματα του καριερισμού και της καιροσκοπίας, αποδίδουν τιμή σε ανθρώπους και όχι στον Θεό (βλ. Μτ 23, 8-12). Είναι οι άνθρωποι που ζουν το διακόνημά τους με τη σκέψη τι θα κερδίσουν και όχι τι οφείλουν να προσφέρουν. Άνθρωποι μικρόνοες, δυστυχείς και οδηγούμενοι μόνο από τον θανατερό τους εγωισμό (Βλ. Γαλ 5, 16-25). Αυτή η αρρώστια θα μπορούσε να προσβάλει και τους ίδιους τους ανωτέρους όταν κολακεύουν μερικούς συνεργάτες τους για να πετύχουν την υποταγή τους, την ευθύτητα και την ψυχολογική τους εξάρτηση, αλλά το τελικό αποτέλεσμα είναι μια πραγματική συνενοχή.

11. Η ασθένεια της αδιαφορίας προς τους άλλους. Όταν καθένας σκέφτεται μόνο τον εαυτό του και χάνει την ειλικρίνεια και τη θέρμη των ανθρώπινων σχέσεων. Όταν ο πιο έμπειρος δεν θέτει τις γνώσεις του στη υπηρεσία των λιγότερο έμπειρων συναδέλφων του. Όταν μαθαίνουμε κάτι και το κρατάμε για τον εαυτό μας αντί να το μοιραζόμαστε θετικά με τους άλλους. Όταν από ζήλεια ή δόλο χαιρόμαστε να βλέπουμε τον άλλον να πέφτει, αντί να τον βοηθούμε να σηκωθεί και να τον ενθαρρύνουμε.

12. Η ασθένεια του πένθιμου προσώπου. Αυτοί οι σκυθρωποί και στρυφνοί άνθρωποι που θεωρούν πως για να είναι σοβαροί πρέπει να φορούν ένα πρόσωπο μελαγχολίας και αυστηρότητας και να μεταχειρίζονται τους άλλους – ιδίως αυτούς που τους νομίζουμε κατωτέρους μας – με αυστηρότητα, σκληρότητα και υπεροψία. Στην πραγματικότητα, η θεατρική αυστηρότητα και η στείρα απαισιοδοξία[12] είναι συχνά συμπτώματα φόβου και ανασφάλειας. Ο απόστολος πρέπει να προσπαθεί να είναι ευγενικός, γαλήνιος, ενθουσιώδης και χαρούμενος, ένας άνθρωπος που μεταφέρει χαρά όπου κι αν βρίσκεται. Μια καρδιά γεμάτη από τον Θεό είναι μια καρδιά ευτυχισμένη που ακτινοβολεί και μεταδίδει τη χαρά της σε όλους γύρω της : αυτό φαίνεται αμέσως ! Ας μη χάνουμε λοιπόν αυτό το χαρούμενο, γεμάτο χιούμορ, ακόμα και αυτοσαρκασμό πνεύμα που μας κάνει ευχάριστους, ακόμα και σε δύσκολες περιστάσεις[13]. Πόσο καλό μας κάνει μια γερή δόση χιούμορ ! Θα μας κάνει καλό να λέμε συχνά την προσευχή του αγίου Thomas More[14] : εγώ τη λέω κάθε μέρα, και μου κάνει καλό.

13. Η ασθένεια της συσσώρευσης : όταν ο απόστολος επιζητεί να γεμίσει ένα υπαρξιακό κενό στην καρδιά του, συσσωρεύοντας υλικά αγαθά, όχι για λόγους ανάγκης, αλλά μόνο για να αισθάνεται ασφαλής. Στην πραγματικότητα, δεν θα πάρουμε τίποτα υλικό μαζί μας, γιατί ‘’το σάβανο δεν έχει τσέπες’’ και όλοι οι γήινοι θησαυροί μας – ακόμα κι αν είναι δώρα – δεν θα μπορέσουν ποτέ να γεμίσουν αυτό το κενό· αντίθετα, αυτοί θα το κάνουν όλο και πιο απαιτητικό και πιο βαθύ. Σ’ αυτούς τους ανθρώπους, ο Κύριος επαναλαμβάνει: «Καυχιέσαι πως είσαι πλούσιος, πως απόχτησες μεγάλη περιουσία, πως δεν έχεις ανάγκη από τίποτα. Ξεχνάς, φαίνεται, πως στην πραγματικότητα είσαι ταλαίπωρος κι αξιοθρήνητος, φτωχός, τυφλός και γυμνός…Γι’ αυτό δείξε ζήλο και μετανόησε»(Απ 3, 17, 19) Η συσσώρευση δεν κάνει άλλο παρά να μας βαραίνει και να επιβραδύνει αμείλικτα την πορεία μας ! Σκέφτομαι ένα ανέκδοτο : άλλοτε, οι ισπανοί ιησουίτες περιγράφανε την Κοινωνία του Ιησού ως το ‘’ελαφρό ιππικό της Εκκλησίας’’. Θυμάμαι τη μετακόμιση ενός νέου Ιησουίτη, που ενώ φόρτωνε σ’ ένα φορτηγό τα πολλά αγαθά του : βαλίτσες, βιβλία, αντικείμενα και δώρα, άκουσε έναν ηλικιωμένο ιησουίτη που παρακολουθούσε, να του λέει με ένα σοφό χαμόγελο : αυτό είναι ‘’το ελαφρό ιππικό της Εκκλησίας;’’ Οι μετακομίσεις μας είναι ένα σημείον αυτής της αρρώστιας.

14. Η ασθένεια των κλειστών κύκλων, όπου να ανήκεις σε μια κλίκα γίνεται ισχυρότερο από το να ανήκεις στο Σώμα και, σε ορισμένες περιστάσεις, στον ίδιο τον Χριστό. Ακόμα κι αυτή η ασθένεια αρχίζει πάντα από καλές προθέσεις, αλλά με τον καιρό, υποδουλώνει τα μέλη της, καταλήγοντας να γίνει ένας καρκίνος που απειλεί την αρμονία του Σώματος και προκαλεί πολύ κακό – σκάνδαλα – ειδικά στους αδελφούς μας τους πιο αδύναμους. Η αυτοκαταστροφή ή η ‘’φιλική βολή’’ των συστρατιωτών είναι ο πιο ύπουλος κίνδυνος[15]. Είναι το κακό που χτυπάει από μέσα [16]· και, όπως λέει ο Χριστός, «κάθε βασίλειο που χωρίζεται σε αντιμαχόμενες παρατάξεις ερημώνεται»(Λκ  11,  17).

15. Και η τελευταία: η ασθένεια του κοσμικού κέρδους, της επιδειξιομανίας[17], όταν ο απόστολος μετατρέπει το διακόνημά του σε εξουσία, και την εξουσία του σε εμπόρευμα για να κερδίσει κοσμικά κέρδη ή περισσότερες εξουσίες. Πρόκειται για την αρρώστια των ανθρώπων που επιζητούν αχόρταγα να αυξάνουν τις εξουσίες τους, και για τον σκοπό αυτόν είναι έτοιμοι να συκοφαντήσουν, να δυσφημήσουν, να υποτιμήσουν τους άλλους, ακόμα και σε εφημερίδες και περιοδικά. Φυσικά για να επιδειχθούν οι ίδιοι και να δείξουν ότι αυτοί είναι πιο ικανοί από τους άλλους. Αυτή η αρρώστια κάνει πολύ κακό και στο Σώμα, επειδή οδηγεί τους ανθρώπους να δικαιολογούν τη χρήση οποιουδήποτε μέσου για την επίτευξη αυτού του στόχου, συχνά στο όνομα της δικαιοσύνης και της διαφάνειας ! Και στο σημείο αυτό θυμάμαι έναν ιερέα που καλούσε τους δημοσιογράφους για να τους διηγηθεί – και να επινοήσει – ιδιωτικά και προσωπικά στοιχεία των συναδέλφων του και των ενοριτών του. Γι’ αυτόν, το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να δει τον εαυτό του πρωτοσέλιδο, επειδή έτσι αισθανόταν «ισχυρός και σαγηνευτικός», ενώ προκαλούσε τόσο κακό στους άλλους και στην Εκκλησία. Ο καημένος !

Αδελφοί, αυτές οι αρρώστιες κι αυτοί οι πειρασμοί αποτελούν φυσικά κίνδυνο για κάθε χριστιανό και για κάθε Κούρια, κοινότητα, εκκλησίασμα, ενορία, εκκλησιαστική κίνηση, και μπορούν να προσβάλουν είτε άτομα είτε κοινότητες.

Πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι μόνο το Άγιο Πνεύμα μπορεί να θεραπεύσει κάθε αναπηρία. Αυτό που είναι η ψυχή του Μυστικού Σώματος του Χριστού, όπως το βεβαιώνει το Σύμβολο της Πίστεως Νικαίας Κωνσταντινουπόλεως : «Πιστεύω στο Πνεύμα το Άγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν». Το Άγιον Πνεύμα υποστηρίζει κάθε ειλικρινή προσπάθεια εξαγνισμού και κάθε καλή διάθεση επιστροφής. Αυτό είναι που μας κάνει να καταλαβαίνουμε ότι κάθε μέλος μετέχει στον εξαγιασμό του σώματος ή στην εξασθένησή του. Αυτό είναι ο προαγωγός της αρμονίας[18]:’’Ipse harmonia est’’, λέει ο Μέγας Βασίλειος. Ο Άγιος Αυγουστίνος μας λέει : «Εφόσον ένα μέλος ενώνεται με το σώμα, δεν εκλείπει κάθε ελπίδα για τη θεραπεία του· αντίθετα, αυτό που χωρίζεται από το σώμα, δεν μπορεί ούτε να βοηθηθεί ούτε να θεραπευθεί»[19].

Η θεραπεία προϋποθέτει τη συνειδητοποίηση της ασθένειας και την προσωπική και κοινοτική απόφαση θεραπευτικής αγωγής, με υπομονή και καρτερικότητα[20].

Καλούμαστε, λοιπόν – αυτή τη χριστουγεννιάτικη περίοδο και σε όλη τη διάρκεια της διακονίας μας  όπως και της ζωής μας – να ζήσουμε «έχοντας την αληθινή πίστη και την αγάπη· ας φτάσουμε σε όλα μας αυτόν που είναι η κεφαλή, δηλαδή τον Χριστό. Αυτός συναρμολογεί και συνδέει με αρθρώσεις ολόκληρο το σώμα· και κάθε μέλος κατά το μέτρο του χαρίσματος που του δόθηκε συμβάλλει στην αύξηση του σώματος και στην οικοδομή του με αγάπη»(Εφ 4, 15-16).

Αγαπητοί αδελφοί ! 

Διάβασα μια μέρα πως οι ιερείς είναι σαν τα αεροπλάνα: μιλούν γι’ αυτά μόνο όταν πέφτουν, αλλά είναι πολλά που πετούν. Πολλοί τους κρίνουν και λίγοι προσεύχονται γι’ αυτούς. Είναι μια φράση πολύ συμπαθητική, αλλά και πολύ αληθινή, γιατί δείχνει τη σημασία και την ευπάθεια του ιερατικού μας διακονήματος και πόσο κακό θα μπορούσε να προκαλέσει σ’ ολόκληρο το σώμα της Εκκλησίας και μόνο ένας ιερέας που ‘’πέφτει’’.

Για να μην πέσουμε λοιπόν αυτές τις μέρες που ετοιμαζόμαστε για Εξομολόγηση, ας ζητήσουμε από την Παναγία, Θεομήτορα και Μητέρα της Εκκλησίας, να θεραπεύσει τα τραύματα της αμαρτίας που καθένας από εμάς φέρει στην καρδιά του, και να στηρίξουμε την Εκκλησία και την Κούρια ώστε να είναι υγιείς και φορείς υγείας· άγιες και αγιοποιοί, προς δόξαν του Υιού της  και προς σωτηρίαν τη δική μας και του κόσμου ολόκληρου. Ας της ζητήσουμε να μας κάνει ν’ αγαπούμε την Εκκλησία όπως την αγάπησε ο Χριστός, ο Υιός της και Κύριός μας, και να έχουμε το θάρρος να αναγνωρίζουμε ότι είμαστε αμαρτωλοί, ότι έχουμε ανάγκη από το Έλεός της και να μη φοβόμαστε να απλώσουμε και ν’ αφήσουμε το χέρι μας μέσα στα μητρικά της χέρια. 

Όλες τις ευχές μου για την αγία εορτή των Χριστουγέννων σε όλους σας, στις οικογένειές σας και στους συνεργάτες σας. Και, σας παρακαλώ, μην ξεχνάτε να προσεύχεστε για μένα ! Ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά ! 

__________________________

[1] Δηλώνει ότι η Εκκλησία, ως μυστικό Σώμα του Χριστού «απαιτεί επίσης μια πολλαπλότητα μελών, που να συνδέονται μεταξύ τους με τρόπο που να αλληλοβοηθούνται. Ότι αν, στον θνητό οργανισμό μας, όταν ένα μέλος πάσχει, όλα τα άλλα συμπάσχουν, τα υγιή μέλη βοηθώντας τα άρρωστα, το ίδιο και στην Εκκλησία, κάθε μέλος δεν ζει μοναδικά για τον εαυτό του, αλλά βοηθάει και τα άλλα, και όλα αλληλοβοηθούνται, για την αμοιβαία τους άνεση όπως και για την καλύτερη εξέλιξη του όλου σώματος… Ακόμα, το φυσικό σώμα δεν αποτελείται από ένα τυχαίο σύνολο μελών, αλλά πρέπει να είναι εφοδιασμένο με όργανα, δηλαδή με μέλη που δεν έχουν την ίδια λειτουργία και είναι διευθετημένα με την προσήκουσα τάξη. Το ίδιο και η Εκκλησία ονομάζεται σώμα κυρίως για τον λόγο ότι συνίσταται από μέλη καλά οργανωμένα, κανονικά ενωμένα μεταξύ τους, σώμα εφοδιασμένο με μέλη διαφορετικά και σε αρμονία μεταξύ τους» (Εγκύκλιος Mystici Corporis, l; ΑΑS 35 [1943],200).

[2] Βλ. Ρωμ 12, 5: «Έτσι και το πλήθος των χριστιανών είμαστε ένα σώμα χάρη στον Χριστό, και καθένας μας αποτελεί μέλος του σώματος, που μέλη του είναι και όλοι οι άλλοι».

[3] Const. dogm. Lumen gentium, n. 7. 

[4] Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι «η σύγκριση της Εκκλησίας με το σώμα ρίχνει φως στον στενό σύνδεσμο μεταξύ της Εκκλησίας και του Χριστού. Η Εκκλησία δεν είναι απλώς συγκεντρωμένη γύρω του· είναι ενωμένη μέσα του, μέσα στο Σώμα του. Τρείς όψεις της Εκκλησίας – Σώματος του Χριστού πρέπει ιδιαίτερα να τονιστούν: η ενότητα όλων των μελών μεταξύ τους μέσω της ένωσής τους με τον Χριστό: ο Χριστός κεφαλή του Σώματος: η Εκκλησία, Νύμφη του Χριστού»Βλ. Κατήχηση της καθολικής Εκκλησίας, αρ. 789 και 795.

[5] Βλ.Evangelii gaudium. N. 130.131.

[6] Πολλές φορές, ο Ιησούς είχε διδάξει την ένωση που πρέπει να έχουν οι πιστοί μαζί του : «Όπως η κληματόβεργα δεν μπορεί να καρποφορήσει από μόνη της, αν δεν είναι ενωμένη με το κλήμα, το ίδιο κι εσείς αν δεν μείνετε ενωμένοι μαζί μου. Εγώ είμαι το κλήμα, εσείς οι κληματόβεργες»(Ιω 15, 4.5).

[7]Βλ. Pastor Bonus Art. 1 et CIC can. 360.

[8] Bλ.Evangelii gaudium,n. 197-201  

[9] Βενέδικτος 16ος  Γενική ακρόαση, 1η Ιουνίου 2005

[10] Φραγκίσκος, Ομιλία της Λειτουργίας στην Τουρκία, 29 Νοεμβρίου 2014.

[11]Cf. Evangelii gaudium, 95-96.

[12] Ibid. 84-86.

[13] Ibid.2.

[14] Δώσε μου καλή χώνευση, Κύριε, κι επίσης κάτι να χωνεύω. Δώσε μου την υγεία του σώματος και μαζί την αίσθηση να την κρατώ σε καλή κατάσταση. Δώσε μου μια ψυχή αγία, Κύριε, που να βλέπει την ομορφιά και την αγνότητα, ώστε να μην τρομάζει βλέποντας το κακό, αλλά να μπορεί να επανορθώνει την κατάσταση. Δώσε μου μια ψυχή που αγνοεί την πλήξη, το παράπονο και τον στεναγμό. Μην επιτρέψεις να φροντίζω υπερβολικά αυτό το ενοχλητικό πράγμα που το λέω «εγώ». Κύριε, δώσε μου την αίσθηση του χιούμορ, ώστε να αντλώ κάποια ευτυχία απ’ αυτή τη ζωή και να κάνω τους άλλους να ωφελούνται από την ευτυχία αυτή. Αμήν.

[15] Evangelii gaudium, 88

[16] Ο Μακαριστός Παύλος ο 6ος αναφερόμενος στην κατάσταση της Εκκλησίας δήλωσε ότι είχε την αίσθηση πως «από κάποιες ρωγμές, ο καπνός του Σατανά έχει εισχωρήσει στον λαό του Θεού», Ομιλία του Παύλου του 6ου, εορτασμός των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, Πέμπτη 29 Ιουνίου 1972. Βλ. Evangelii gaudium, 98-101.

[17] Βλ. Evangelii gaudium : Όχι στην πνευματική κοσμικότητα. Ν. 93-97.

[18] ‘’Το Άγιο Πνεύμα είναι η ψυχή της Εκκλησίας. Δίνει τη ζωή, προωθεί τα διάφορα χαρίσματα που εμπλουτίζουν τον λαό του Θεού και προπάντων δημιουργεί την ενότητα μεταξύ των πιστών : από πολλούς, κάνει ένα και μόνο σώμα, το σώμα του Χριστού… Το Άγιο Πνεύμα κάνει την ενότητα της Εκκλησίας : ενότητα στην πίστη, ενότητα στην αγάπη, ενότητα στην εσωτερική συνοχή’’ (Πάπας Φραγκίσκος, Ομιλία στη Θεία λειτουργία στην Τουρκία, 29 Νοεμβρίου 2014).

[19]  August. Serm., CXXXVII, 1 · Migne, P. L.,XXXVIII, 745.

[20] Βλ. Evangelii gaudium, Pastorale en conversion, n. 25-33. 

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

Από την τηλεοπτική στην αληθινή παράδοσή μας

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ 


Ήταν ανήμερα «του Φωτώνε», όπως ποιητικά, εδώ και αιώνες, λέμε εμείς οι Ζακυνθινοί την μεγάλη και καθαρτήρια γιορτή της Θείας Επιφανείας. Είχα κατέβει στην αποβάθρα, εκεί στην αρχή της Στράτας Μαρίνας, όπου οι άσχετοι και ανιστόρητοι τα τελευταία χρόνια αποκαλούν, καλύπτοντας (και ανακαλύπτοντας) τον επαρχιωτισμό τους «παραλιακή», για να παρακολουθήσω όπως κάθε χρόνο την βάφτιση του Σταυρού και τον καθαγιασμό των υδάτων. Είχε τελειώσει, με την τήρηση όλων των πατροπαράδοτων, η τελετή, από τον γλυκύτατο Δεσπότη μας και η πομπή ετοιμαζόταν και πάλι να σχηματισθεί, για να επιστρέψει στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Νικολάου των Ξένων, όπως είναι η σωστή ονομασία του, ακολουθώντας, βέβαια, μιαν άλλη πορεία και όχι την από χρόνια γνωστή, λόγω της «επισκευής» και των έργων της πλατείας Σολωμού.
   Περίμενα εκεί κοντά στα κάγκελα να φύγει ο κλήρος και η σύναξη των επισήμων, για το αντέτι μου (το δικό μου, αλλά και πολλών Ζακυνθινών), που δεν είναι άλλο από το να βουτήξω το μαντήλι μου στη θάλασσα, με τ’ αγιασμένα νερά και μετά μ’ αυτό να πλύνω τα μάτια μου, έτσι όπως μου έμαθαν οι δικοί μου και πολλοί συμπατριώτες μου συνήθιζαν να κάνουν πριν από εμέ, έτσι για το καλό και για να συνεχιστεί η παράδοση.
   Τότε με πλησίασε ευγενικά μια συμπαθητική κυρία, μου χαμογέλασε και αφού μου ευχήθηκε για την ημέρα και την καινούργια χρονιά, μου είπε με όλη την καλή διάθεση:
  - Κε Φλεμοτόμε, εσείς που ασχολείστε και γράφετε για τα έθιμα και την παράδοσή μας, κάνετε κάτι για να ξαναγίνει το έθιμο. Τι τους έπιασε τους παπάδες και δεν πέταξαν το Σταυρό στη θάλασσα, αλλά τον βούτηξαν με το κοντάρι;
   Αληθινά έμεινα έκπληκτος, γιατί πρώτη φορά μου ζητούσαν να συμβάλω στην μετατροπή μιας ξεχωριστής και χαρακτηριστικής μας συνήθειας, σε κάτι ξένο από την παράδοσή μας και άσχετο με την νοοτροπία μας.
   Ο Σταυρός στη Ζάκυνθο δεν ριχνόταν ποτέ με κορδέλα στην θάλασσα, αλλά πάντα βαφτιζόταν από τον τοπικό Επίσκοπο στο νερό, τρεις φορές, οι οποίες συνοδεύονταν και συνοδεύονται από την απόδοση τιμών από την μπάντα και το σφύριγμα των καραβιών. Αυτό το μαρτυρεί και το επιβεβαιώνει μια χαρακτηριστική και άρτια καλλιτεχνική φωτογραφία των αρχών του προηγούμενου, του 20ου αιώνα και συγκεκριμένα του 1902, η οποία περιέχεται στο πολύτιμο έργο του Λουδοβίκου Σαλβατόρ, «Zante» και αποθανατίζει την τότε τελετή, με τα χαρακτηριστικά της εποχής κουστούμια και το απαραίτητο μπαλντακίν (ουρανία) η οποία έχει αφαιρεθεί τα τελευταία χρόνια, αλλά τότε συνόδευε την λαμπρή αυτή γιορτή.
   Οι περισσότεροι από εμάς, μάλιστα, έχουμε πολλές φορές ακούσει από τους δικούς μας για την ιστορία και το πάθημα ενός παλιότερου Δεσπότη, του πρώτου μη Ζακυνθινού, αν δεν κάνω λάθος, ο οποίος θέλησε ν’ αλλάξει το έθιμο και να ρίξει το Σταυρό στη θάλασσα όπως σε όλα τ’ άλλα μέρη και με τον τρόπο που ζήτησε η κυρία, που με βρήκε να μου … παραπονεθεί!!!
   Όπως έχει σωθεί όλος ο κόσμος, σαν είδε τον προκαθήμενο της τοπικής εκκλησίας να κρατά με το ένα χέρι την κορδέλα και με το άλλο να εκσφενδονίζει το ιερό σύμβολο μεσοπέλαγα, άρχισε ομαδικά να του φωνάζει:
- Τσιμπάει Δεσπότη, τσιμπάει;
   Γιατί η εικόνα αυτή του θύμιζε… ψάρεμα.
   Από τότε κανείς δεν τόλμησε καμία αλλαγή και η συνήθεια έφτασε ώς τις μέρες μας να επαναλαμβάνεται, όπως εξάλλου πρέπει, με την δική μας, όχι και μόνη, ιδιαιτερότητα.
  Συμπέρασμα όλων αυτών είναι η διαπίστωση πως για να συνεχίσεις την παράδοσή σου χρειάζεται σωστή γνώση της ιστορίας και ουσιαστική παιδεία. Διαφορετικά δεν κάνεις τίποτα, εκτός από μια στείρα αντιγραφή της τηλεοπτικής, ψεύτικης και κάλπικης λάμψης, της οποίας κινδυνεύουμε να γίνουμε φωτοτυπική προέκταση. Αυτό, δηλαδή, που γύρω μας σχεδόν καθημερινά συμβαίνει.
  Οι ιδιαιτερότητες είναι αυτές που δημιουργούν πολιτισμό και γίνονται αιτίες ζωής σε κάθε τόπο. Ας τις κρατήσουμε. Η ισοπέδωση είναι και επιζήμια και εγκυμονεί κινδύνους. 
   Μακάρι το 2015 να ξαναβρούμε τις ρίζες μας. Τότε θα μπορούμε να ελπίζουμε!

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015

"TE DEUM" JEAN BAPTISTE LULLY και MARC-ANTOINE CHARPENTIER | ΚΑΜΕΡΑΤΑ ΣΤΗ ΣΤΕΓΗ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΩΝ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ 

Το Te Deum, γνωστό και ως Ambrosian Hymn, είναι ένας πρώιμος χριστιανικός ύμνος που δοξάζει το θεό. Ο τίτλος του είναι παρμένος από την αρχή του  Λατινικού ύμνου «Te Deum laudamus» {Εσένα τον Θεό υμνούμε}. Το ποιητικό αυτό κείμενο χρησιμοποίησαν πολλοί συνθέτες, ανάμεσά τους οι Haydn, Mozart, Berlioz, Verdi. Η μουσική των Lully και Charpentier, γράφτηκε την εποχή του Μέσου Μπαρόκ {Middle Baroque} {1630-1680}. Η λέξη Baroque προέρχεται από την πορτογαλική λέξη Barroco=Misshapen pearl και στην αρχή ήταν αρνητικός χαρακτηρισμός. Εν παρενθέσει θα σημειώναμε ότι η Τέχνη του Μπαρόκ που επινοήθηκε από τη Δύση και εφαρμόστηκε κυρίως στην Αρχιτεκτονική και στη Μουσική εκφράζει όχι μόνο τη διάθεση προβολής του αλάθητου και των πρωτείων του Πάπα, αλλά και αυτήν για την επιβολή του. Το τυπικό της  Μουσικής Μπαρόκ είναι η χρήση του  Basso Continuo.

H Καμεράτα, προσκεκλημένη συχνά στην όπερα των Βερσαλλιών και μετά τις εξαιρετικές εμφανίσεις της στις αίθουσες συναυλιών του εξωτερικού, καθώς και την εξαιρετική δισκογραφική της επιτυχία  από την DECCA, των  Alessandro του Handel,  Siroe  του Hasse και των Πλασμάτων του Προμηθέα του Beethoven, κατατάσσεται ανάμεσα στις πρώτες ορχήστρες της Ευρώπης όπου και απολαμβάνει εξαιρετικών  διακρίσεων. Σε μια κατάμεστη αίθουσα  στη Στέγη Γραμμάτων  Τεχνών στις 23-12-14, η Καμεράτα, πλαισιωμένη από εξαίρετους Σολίστ, όπως των κρουστών και των πνευστών, μας μετέφερε  στη μυθική αυλή των Βερσαλλιών με δύο Te Deum, αριστουργήματα, των Jean Baptiste Lully {1632-1687} και Marc Antoine Charpentier {1643-1704}, υπό την μπαγκέτα του αρχιμουσικού Γιώργου Πέτρου σε μια υψηλής αισθητικής,  μουσική ερμηνεία.

Ο Charpentier, Γάλλος συνθέτης της εποχής του Μπαρόκ, ήταν αναγνωρισμένος από τους συγχρόνους του για την  επιδεξιότητά του στη φωνητική θρησκευτική μουσική. Συνέθεσε Ορατόρια, Λειτουργίες, Ψαλμούς, Magnificats, Όπερες, όπως τη Μήδεια, σε ποίηση του  Corneille, Σονάτες και Πρελούδια. Ο Charpentier κατέκτησε τη θέση του αρχιμουσικού στο Κολλέγιο Louis le Grand  και στην Εκκλησίας του Χριστού, Saint-Louis του Παρισιού. Μεταξύ των ετών 1688 και 1698 συνέθεσε το μεγάλο πολυφωνικό μοτέτο Te Deum {Η.146} in D major, για τους σολίστες, τη χορωδία και την ορχήστρα της Εκκλησίας του Χριστού, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος της θρησκευτικής του μουσικής. Το έργο παίχτηκε το 1692 στην εορταστική συναυλία για τη νίκη των Γάλλων στη μάχη του Steinkitk, υπό τον Δούκα του Λουξεμβούργου ενάντια  στη συμμαχία Άγγλων, Σκότων, Ολλανδών και Γερμανών υπό τον πρίγκιπα της Αγγλίας William τον Γ΄. Από τα έξι Te Deum, που συνέθεσε, έχουν σωθεί τα τέσσερα. Ο Charpentier, ξεχασμένος  σχεδόν  για αιώνες, ήρθε ξανά στο φως το 1953 από  τον Γάλλο Μουσικολόγο και Ιερέα Carl de Nys {1917-1996}. Μετά δε την επιλογή του πρελούδιου, από το αριστουργηματικό του Te Deum, ως σήμα στο διαγωνισμό της Eurovision και την καθιέρωσή του ως ύμνο για το τουρνουά των Έξι Εθνών, έγινε παγκόσμια γνωστός. Σήμερα είναι από τους περισσότερο προβεβλημένους συνθέτες της εποχής Μπαρόκ στη δισκογραφία και στις συναυλίες.

Ο Lully, από τους πρωτοπόρους της Όπερας, γεννήθηκε στη Φλωρεντία όπου ένας Φραγκισκανός μοναχός του έδωσε  τα στοιχειώδη μαθήματα μουσικής. Το χαρισματικό αυτό παιδί έφερε στο Παρίσι το Μάρτιο του 1646 ο ιππότης του Guise  στην υπηρεσία της ανεψιάς του για να εξασκηθεί στα Ιταλικά. Κατά την παραμονή του κοντά της  έλαβε εξαιρετική μουσική παιδεία και αργότερα πολιτογραφήθηκε Γάλλος. Καθώς ήταν άριστος βιολονίστας εντάχθηκε γρήγορα στη μεγάλη μπάντα των βιολιών του Βασιλιά Λουδοβίκου ΙΔ΄ της Γαλλίας, του επονομαζόμενου Βασιλιά-Ήλιου. Ήταν καλός χορευτής, κωμικός ηθοποιός και συνεργάστηκε με τον Μολιέρο, από τη συνεργασία αυτή  προέκυψε το 1670 και ένα από τα διασημότερα έργα τους, Les Bourgeois Gentilhomme. Συνέθεσε 20 όπερες, έγραφε μία κάθε χρόνο, μπαλέτα, στα οποία χόρευε και ο βασιλιάς, μουσική για θέατρο, ιντερλούδια και θρησκευτική μουσική, όπως μοτέτα για διπλή χορωδία. Δημιούργησε δική του ορχήστρα, φημισμένη για την πειθαρχία και το ρυθμό της που την έφεραν στην πρώτη θέση της Ευρώπης. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην αυλή του Βασιλιά-Ήλιου και έγινε πάμπλουτος. Ο Lully θεωρείτο ο άρχων του μπαρόκ και  σύντομα  έγινε απόλυτος κυρίαρχος της Γαλλικής Όπερας. Συνέθεσε το Te Deum {LWV 55} το 1677 για την αυλή του Βασιλιά. Η πρώτη εκτέλεση άρεσε τόσο πολύ στο Λουδοβίκο  ώστε του ζήτησε να το ξαναπαίξει από την αρχή.  Το Te Deum επανέλαβε  τον Ιανουάριο του 1687 προς τιμήν του Βασιλιά –Ήλιου που μόλις είχε αναρρώσει από σοβαρή ασθένεια, αλλά, για κακή του τύχη, καθώς διηύθυνε τους εκατόν πενήντα συντελεστές του έργου, με το βαρύ μπαστούνι του, που συνήθιζε να χτυπά το πάτωμα κρατώντας το ρυθμό, χτύπησε κατά λάθος το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του. Αυτό του προκάλεσε ένα απόστημα που εξελίχθηκε σε γάγγραινα, αρνήθηκε τον ακρωτηριασμό και το μοιραίο δεν άργησε να επέλθει. Ένας Ιερέας τον επισκέφτηκε για την στερνή Μετάληψη και τότε πέταξε στη φωτιά το χειρόγραφο της τελευταίας του όπερας. Έντρομος ο φίλος του, που του παραστεκόταν, τον ρώτησε γιατί το έκανε αυτό κι εκείνος του απάντησε: «Μην ανησυχείς έχω ένα άλλο αντίγραφο». Πέθανε το Μάρτιο του ίδιου χρόνου.


Ο Γιώργος Πέτρου, με το χαρακτηριστικό προσωπικό του ύφος, διηύθυνε τα έργα στην αυθεντική τους ενορχήστρωση. Ο Αρχιμουσικός, με την εξαίσια γρήγορη κίνησή του, ανέδειξε τη  δύναμη και τη ζωντάνια των Te Deum, τον πλούτο των διάφανων ήχων και χρωμάτων από τα όργανα εποχής,  αλλά και με την κυματιστή, εκ βαθέων λεπταίσθητη κίνηση σώματος και νου, εισχώρησε στον συγκλονιστικό, εσωτερικό διάλογο των συνθέσεων, ανέσυρε το θρησκευτικό λυρισμό και την πυκνότητα των συναισθημάτων που γεννώνται όταν ο άνθρωπος προσπαθεί να προσεγγίσει τα Θεία και τα διαμοίρασε υποδειγματικά ανάμεσα στην εκλεκτή του Ορχήστρα, στους θαυμάσιους Μονωδούς: Μυρσίνη Μαργαρίτη, Βάσια Ζαχαροπούλου, Βασίλη Καβάγια, Χρήστο Κεχρή, Σταύρο Νικολάου  και στη Μεικτή Χορωδία του Δήμου Αθηναίων υπό τον Σταύρο Μπερή. 

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ ΟΙ ΓΚΡΙΖΕΣ ΟΙ ΜΝΗΜΕΣ

 ἤ, τῆς μαθητικῆς ζωῆς οἱ πικρὲς οἱ ὧρες...


Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, μέρες στερνὲς τοῦ Δωδεκαημέρου ἡ ψυχὴ σφίγγεται,  καθὼς ἀναπολεῖ ἐκεῖνο τὸν καιρὸ τῆς μαθητικῆς ζωῆς, ποὺ ἔχει τόσα καὶ τόσα χαριτωμένα ἐπεισόδια νὰ παρουσιάσει, ἀλλὰ καὶ μικροσυγκινήσεις, ποὺ γίνονταν στὴ συνέχεια πίκρες, δικαιολογημένες ὅμως πίκρες, ἀφοῦ τὶς ἔντυνε μὲ τὸ χιτῶνα της καὶ τὶς «προστάτευε»ἡ ἀθωότητα. Ἡ παιδική, φυσικά, ἀθωότητα ποὺ λίγο-λίγο ἄρχιζε νὰ ἐξατμίζεται, ὅπως καὶ ἡ ἴδια ἠ ζωή.
Μὲ αἴσθημα χαρμολύπης ἀναπολῶ κι ἐφέτος ἐκεῖνες τὶς παλιὲς παιδικὲς γιορτὲς τῶν Θεοφανείων, γιορτὲς ποὺ διώχνανε μὲν τὰ χαριτωμένα καλλικατζαράκια τοῦ παραμυθιοῦ, ἀλλὰ κι ἐμᾶς ἀπὸ τὴν πατρικὴ ἑστία γιὰ τὸ Βόλο, ὁποὺ πηγαίναμε τότε στὸ Γυμνάσιο.
Εἰλικρινὰ τὸ ἐξομολογοῦμαι μετὰ ἀπό μισὸ αἰῶνα. Ἐκεῖνο τὸ ἀπόβραδο τῆς ἡμέρας τῶν Θεοφανείων, μπορεῖ νὰ διακρατοῦσε τὴ λαμπρότητα καὶ τὸ φῶς τῆς γιορτῆς, ὡστόσο στὴν παιδική μας ψυχὴ ἕνα ἀδιόρατο σκοτάδι καὶ μιὰ παγωνιὰ ἁπλώνονταν. Γιατὶ κι ὁ Βόλος ἀκόμα, ποὺ σὲ κάθε βῆμα του συναντοῦσες συμπατριώτη, ἀλλὰ καὶ ἡ ἴδια ἐκείνη πολίχνη ποὺ στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίαςτοῦ 1960 ἦταν ἕνα μεγάλο χωριὸ μὲ χωματόδρομους καὶ κάρα, ἐν τούτοις ἡ νοσταλγία γιὰ τὸν γενέθλιο τόπο μας, ποὺ τὴν πρόσεξε μάλιστα κι ὁ Παπαδιαμάντης, ἦταν τόσο μεγάλη, ὥστε μήτε οἱ στολισμένες βιτρίνες κι ὅλος ὁ γιορταστικὸς διάκοσμος,μήτε οἱ γιορτὲς καὶ τὰ πολύφωτα δέντρα συγκινοῦσε. Ἐπιθυμία μας μοναδικὴ ἦταν ἡ σύναξη γύρω ἀπὸ τὴν παραστιά, ὅπου καὶ προσέχαμε μὲ ἱερὸ δέος τὸ σιγανὸ τὐλιγμα τῆς φωτιᾶς πάνω στὸ ξύλο, κι ἀγούγαμε ἐκείνους τοὺς περίεργους ἤχους ποὺ ἀφηνε τὸ καμμένο ξύλο. Καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτοὺς τὸν ἀγέρα νὰ χώνεται μέσα στὰ σκοτεινὰ σοκκάκια καὶ νὰ  ξεσηκώνει τὰ στερνὰ μισόξερα τὰ φύλλα τῆς κληματαριᾶς, λὲς κι ἀνακάτευε φύλλα χαρτιοῦ.
Ἀκόμα, χαρά μας ἦταν νὰ πᾶμε στὸν «Πεῦκο» νὰ παίξουμε καὶ νὰ μαζέψουμε  «μοῦρτα» γιὰ νὰ φᾶμε. Φυσικὰ θέλαμε νὰ βρεθοῦμε καὶ στὸ Ἱερὸ τῆς ἐκκλησιᾶς μας τὰ Χριστούγεννα, τῆς Παναγίας, τοῦ Ἁγίου Βασιλείου καὶ τέλος τὰ Φῶτα, γιὰ νὰ νοιώσουμε ἐκείνη τὴν περίεργη συγκίνηση ἀναμιγμένη μὲ χαρά. Τὴ χαρὰ τῆς γιορτῆς.         
Ὅλ᾿ αὐτά, λοιπόν,  κάποτε τέλειωναν, καθὼς μαζεύονταν οἱ μέρες κι ἔφταναν τὰ Φῶτα.  Κι ἄρχιζε τότε τὸ μαρτύριο τῆς ἐπιστροφῆς...
Κι ἦταν ὄντως μαρτύριο ἡ ἐπιστροφή, γιατὶ στὰ πρῶτα μαθητικὰ χρόνια ἦταν πολὺ δύσκολη ἡ προσαρμογὴ καὶ διαβίωση στὴν πόλη, μὲ τὶς περίεργες συμπεριφορές, τὴν αἴσθηση τῆς κατωτερότητας ποὺ γευόμασταν ἀφοῦ πάντα κάποιοι μᾶς εἰρωνεύονταν γιὰ τὸν τρόπο ποὺ μιλούσαμε, ἀκόμα καὶ ποὺ ντυνόμασταν. Μελαγχολούσαμε τότε -κάποιοι κλαίγαμε κρυφά- καὶ μετρούσαμε τὶς μέρες μέχρι νἄρθει τὸ καΐκι γιὰ νὰ δοῦμε κάποιο δικό μας, ἀλλὰ καὶ τὶς βδομάδες γιὰ νὰ γυρίσουμε στὸ χωριό.
Ἔτσι, ἡ ἀπόβραδη κρύα ὥρα τῆς ἀναχώρησης ἀπὸ τὸ ἰσχνοφωτισμένο Λουτράκι πενήντα τόσα χρόνα ἀνεβαίνει στὴν ψυχὴ κάθε τέτοια μέρα, ποὺ γιορτάζουμε τὰ Φῶτα. Καὶ τὸ πιὸ κύριο, δὲν ἀνεβαίνει δίχως νὰ εἶναι νοτισμένη μὲ πολλὰ κι άθῶα δάκρυα..Ἀπὸ κεῖνα ποὺ τὰ θέλεις νὰ πηγάσουν ἀπό τὰ μάτια, γιατὶ μές στὸ σύθαμπό τους φέρνουν πιὸ σιμὰ πρόσωπα ἀγαπημένα καὶ γεγονότα τρισόλβια. Καὶ προπάντων ἀλησμόνητα...

4-1-2015

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ, ΜΕ ΤΟ ΔΑΚΤΥΛΟ ΥΨΩΜΕΝΟ ΔΕΙΧΝΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ

Αρχιμ. Παντελεήμονος Μανουσάκη, Ph.D., Καθηγητού Φιλοσοφίας

Για το Νυχθημερόν και τον π. Παναγιώτη Καποδίστρια

Από σήμερα, Κυριακή προ των Φώτων, μέχρι και την επομένη των Θεοφανίων, κεντρική μορφή στην λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας αναδεικνύεται ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, η σύναξη του οποίου εορτάζεται την επομένη των Φώτων, ως υπηρέτου του μυστηρίου της βαπτίσεως του Κυρίου. Για τον αγ. Ιωάννη η πιο συστηματική θεολογική μελέτη στην Ορθόδοξη γραμματεία είναι ίσως αυτή του πατρός Σεργίου Μπουλγκάκωφ (Sergius Bulgakov), τιτλοφορούμενη Ο Φίλος του Νυμφίου, έργο το οποίο αποτελεί τον δεύτερο τόμο της αποκαλουμένης ελάσσονος τριλογίας.[1] Τις λίγες σκέψεις που ακολουθούν για το πρόσωπο του αγ. Ιωάννου του Προδρόμου τις δανειζόμαστε από την μελέτη μας για την εσχατολογία στο έργο του Γερμανού θεολόγου και μάρτυρος Dietrich Bonhoeffer.[2] Εκ πρώτης όψεως ίσως να φανεί παράταιρη η διακειμενική προσέγγιση των δύο αυτών μορφών: τί το κοινό μπορεί να έχουν ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και ο Dietrich Bonhoeffer; 
          Η θέση που υποστηρίξαμε στην εν λόγω μελέτη, και την οποία παρουσιάζουμε για πρώτη φορά στα Ελληνικά εδώ, βρίσκει στο πρόσωπο του Προδρόμου την ακριβή και εύγλωττη ενσάρκωση μια έννοιας, την οποία χρησιμοποιεί ο Γερμανός θεολόγος, προκειμένου να ασκήσει κριτική σε όσους συναδέλφους του είχαν σπεύσει να δανείσουν ένα θεολογικό δεκανίκι στην εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία της εποχής τους. Ή έννοια αυτή θα μπορούσε να αποδοθεί με τον νεολογισμό το προθύστατο (das Vorletzte, the penultimate), καθότι βρίσκεται σε αξιολογική (και όχι μόνο χρονική) σχέση προ του ύστατου και του εσχάτου. Η προτεσταντική θεολογία, που είχε θέσει εαυτήν στην κρατική υπηρεσία της φασιστικής ιδεολογίας που εκπροσώπησε η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία, προσπάθησε να καθαγιάσει εγκόσμιες δομές όπως το κράτος, το έθνος, ο γάμος και η εργασία θεωρώντας τες αναπόσπαστα στοιχεία της δημιουργίας (Schöpfungsordnungen). Το επιχείρημα ήταν πως, αν οι προαναφερόμενοι θεσμοί ήσαν μέρος της δημιουργίας, τότε δεν θα μπορούσαν παρά να θεωρηθούν ως εγγενώς καλοί. Ο Bonhoeffer αντέταξε σε αυτό το επιχείρημα την θέση ότι οι ενδοκοσμικές δομές όπως το έθνος, ο γάμος και η εργασία σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να απολυτοποιηθούν, αφού αντλούν το νόημά τους μόνον σε σχέση με το έσχατο. Η αξία τους, δηλαδή, είναι σχετική και κρίνεται από τον βαθμό στον οποίον εξυπηρετούν την εσχατολογική πραγματικότητα την οποία η Εκκλησία προσδοκά και προγεύεται (υπαυτήν την έννοια είναι αμφίβολο εάν ο γάμος θα μπορούσε να θεωρηθεί μυστήριο— αλλά αυτό αποτελεί το θέμα μιας άλλης εργασίας). Η πρόγευση αυτή συνίσταται ακριβώς στη εν μέρει κατάργηση των θεσμών αυτών (δεν είναι τυχαίο ότι ο μοναχισμός βρίσκει τον πρόδρομό του στο πρόσωπο του Προδρόμου).

Ο Γάλλος φιλόσοφος Paul Ricoeur είχε παρατηρήσει πως αφηρημένες έννοιες βρίσκουν πολλές φορές καλύτερη επεξήγηση όταν ενσαρκώνονται σε συγκεκριμένα πρόσωπα και αφηγήσεις. Για παράδειγμα, όταν οι Έλληνες θέλανε να μιλήσουν για τον ηρωισμό μιλούσαν για τον Αχιλλέα, τον αρχετυπικό ήρωα της ελληνικής μυθολογίας, ή, όταν θέλαν να περιγράψουν την συζυγική πιστότητα, φέρναν το παράδειγμα της Πηνελόπης, κ.ο.κ. Η «φρονητική» αυτή προσέγγιση, εφάμιλλη της θεωρητικής, την οποία προτιμά η φιλοσοφία, μας επιτρέπει να δούμε στο πρόσωπο του Προδρόμου την εικόνα του προθύστατου. 
            Το επίθετο Πρόδρομος, το οποίο προτιμά η Ορθόδοξη παράδοση σε σχέση με το Βαπτιστής, δεν δηλώνει ακριβώς πως ο Ιωάννης είναι για τον Ιησού ό,τι το προθύστατο για το ύστατο; Στο Ευαγγέλιο η μορφή του αγ. Ιωάννη εισάγεται με τον στίχο του Ησαΐα: τοιμσατε τν δν Κυρου (Μθ. 3:3, Ησ. 40:3)— δεν είναι εκείνος η οδός, αλλά η ετοιμασία της οδού, ο πρό-δρομος της βασιλείας, ο ερχομός της οποίας όχι μόνον επίκειται αλλά και επείγεται (δη δ ξνη πρς τν ῥίζαν τν δνδρων κεται, Μθ. 3:10).
            Εξ αιτίας ακριβώς αυτού του ρόλου ως προ-δρόμου, ο Ιωάννης στερείται ταυτότητος: εφ᾽ εαυτού και δίχως αναφορά σ Εκείνον, στον οποίον συνεχώς παραπέμπει δεν είναι κανείς. Εξ ού και η απορία όσων δυσκολεύονται να τον εντάξουν σε ένα απο τα προκατασκευασμένα σχήματα:

τε πστειλαν ο ουδαοι ξ εροσολμων ερες κα Λευτας να ρωτσωσιν ατν· Σ τς ε; κα μολγησεν κα οκ ρνσατο· κα μολγησεν τι γ οκ εμ Χριστς. κα ρτησαν ατν· Τ ον; λας ε σ ; κα λγει· Οκ εμ. προφτης ε σ; κα πεκρθη, Ο. επoν ον ατ· Τς ε; να πκρισιν δμεν τος πμψασιν μς· τ λγεις περ σεαυτο; φη· γ φων βοντος ν τ ρμ... (Ιω. 1:19-29).

Μία προς μία αρνείται ο Ιωάννης τις απόπειρες του όχλου να ενταχθεί σε κάποια από τις κατηγορίες τις οποίες εκείνοι αναγνωρίζουν. Ο Χριστός, ο Ηλίας, ο προφήτηςδεν είναι παρά απελπισμένες προσπάθειες να εξομαλυνθεί το προθύστατο, να εκφυλιστεί το σε ό,τι δεν είναι: στην εκπλήρωση μιας προσδοκίας αντί του υπομνήματός της. Γι αυτό τον λόγο ο Ιωάννης αρνείται την όποια αυτοαναφορική ταυτότητα προτιμώντας να ορισθεί μόνο ως ένα σημάδι, μιά φωνή: γ φων βοντος ν τ ρμ. Απογοητευμένοι από την απάντησή του, ο συγκεντρωμένος όχλος ζητά τώρα το λόγο της εξουσίας του: Τ ον βαπτζεις, ε σ οκ ε Χριστς οτε λας οτε προφτης; (Ιω. 1:25). Εδώ ακριβώς κρίνεται η «ταυτότητα» του Προδρόμου ως άρνηση της αυτοαναφορικότητας που εξαντλείται στο προ- μιας χρονικής ακολουθίας, που παραπέμπει χωρίς να οικειοποείται σε Εκείνον που είναι πέραν του Εαυτού (του):

γ βαπτζω ν δατι· μσος δ μν στηκεν ν μες οκ οδατε, ατς στιν πσω μου ρχμενος, ς μπροσθν μου γγονεν, ο γ οκ εμ ξιος να λσω ατο τν μντα το ποδματος (Ιω. 1:26-27).

Είναι απολύτως σημαντικό να συλλάβουμε το παράδοξο στην τελευταία αυτή απάντηση του Ιωάννη: το ύστατο έρχεται μετά από το προθύστατατο ως ανώτερό του, επειδή το ύστατο και έσχατο είναι, κατά μία άλλη έννοια, πριν από το προθύστατο, το τελευταίο προηγείται του προτελευταίου, το προτελευταίο υπάρχει μόνο για χάριν του τελευταίου, του εσχάτου τα ερχόμενα προηγούνται των παρόντων. Εδώ αποδεικνύεται πως το προθύστατο είναι για την θεολογία σχήμα πρωθύστερο.
                                                                                                                                               
            Στις όχθες του Ιορδάνου η παλαιά κτίση συναντά την νέα. Ο Ιωάννης στέκεται στο κατώφλι μεταξύ παλαιάς και καινής διαθήκης της πρώτης είναι ο τελευταίος προφήτης, της δεύτερης ο πρώτος μάρτυρας. Στον Ιωάννη συναντάμε τον τελευταίο ιερέα κατά την τάξιν Ααρών (ο Ιωάννης κληρονομεί την ιερωσύνη από τον πατέρα του Ζαχαρία, πρβλ. Λκ. 1:5, 13), στον δε Ιησού αναγνωρίζουμε τον πρώτον μιας νέας ιερωσύνης κατά την τάξη Μελχισεδέκ (Ψλ. 110, Εβρ. 5:6), πτωρ, μτωρ, γενεαλγητος, μτε ρχν μερν μτε ζως τλος χων, φωμοιωμνος δ τ υἱῷ το Θεο, μνει ερες ες τ διηνεκς (Εβρ. 7:3). Δεν υπήρχε, όμως, η πρώτη εκείνη ιερωσύνη ως προεικόνιση της δεύτερης; Και άρα δεν αντλούσε τον λόγο της ύπαρξής της απαυτήν την δεύτερη;


            Στον περίφημο πίνακα της Σταυρώσεως του Grünewald, συναντάμε και πάλι τον Ιωάννη, τούτη την φορά δίπλα από τον σταυρό. Είναι και αυτή μια περίπτωση, στην οποία ο καλλιτέχνης θεολογεί, στην προκειμένη περίπτωση με το να παραλλάζει την ιστορική ακρίβεια. Για το Ευαγγέλιο δίπλα από το σταυρό του Χριστού στάθηκε ένας άλλος Ιωάννης, ο αγαπημένος μαθητής, και έγινε εκείνος μάρτυρας της θυσίας Του. Ο Grünewald υποκαθιστά τον έναν Ιωάννη με τον άλλο, τον Θεολόγο με τον Πρόδρομο. Η υποκατάσταση είναι σημαντική: τούτη την στιγμή, ιδιαιτέρως τούτη την στιγμή της άκρας ταπείνωσης αλλά και της δόξας του Υιού του Ανθρώπου, ο Ιωάννης μεταμορφώνεται ολόκληρος σε αυτό το δάκτυλο που σημαίνει (άλλωστε ολόκληρη η ζωή του και η διακονία του δεν υπήρξε τίποτα άλλο από αυτό το δεικτικό ecce homo) ή, όπως ο παρακείμενος αμνός μας υπενθυμίζει, όλη η διακονία του Ιωάννη, ακριβώς ως προ-δρόμου, έγκειται σε αυτό το δε μνς το Θεο (Ιω. 1:29). Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε στο σημείο αυτό πως κατά την Βυζαντινή τεχνοτροπία το σώμα του Χριστού στην εικόνα της Βαπτίσεως προσομοιάζει με το σταυρωμένο σώμα του Κυρίου, έτσι η φράση δε μνς το Θεο, την οποία λέγει ο Ιωάννης κατά την Βάπτιση προδιατυπώνει ήδη το σταυρικό πάθος, ώστε η υποκατάσταση του Grünewald να μην είναι άστοχη, αντιθέτως μας αποκαλύπτει το βάθος της βαπτίσεως.

            Λέγεται πως ο μεγάλος προτεστάντης θεολόγος Karl Barth κράταγε ένα αντίγραφο του πίνακα του Grünewald στο γραφείο του ως συνεχή υπόμνηση πως το καθήκον του θεολόγου είναι αυτό που συμπυκνώνεται στο δάκτυλο του Ιωάννη: να κατευθύνει τα μάτια του αναγνώστη προς τον Χριστό και, ταυτοχρόνως, μακρυά από τον ίδιο τον εαυτό του.[3] Δεν πρέπει να έχουμε την προσδοκία, πόσο μάλλον την απαίτηση, από τους αναγνώστες μας να συναντήσουν στο έργο μας εμάς τους ίδιους, αλλά Εκείνον τον οποίο κάθε λόγος μας οφείλει να καταδεικνύει.


            Στο διάσημο φρέσκο της Καθόδου στον Άδη, από το παρεκκλήσιο της Μονής της Χώρας, συναντάμε τον Ιωάννη για μια τελευταία φορά, και πάλι δίπλα στον Θριαμβευτή της Ζωής, και πάλι στην ίδια απεικόνιση με αυτή του Grünewald, με το δάκτυλο υψωμένο δείχνοντας προς τον Χριστό. Σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας, όπως διατυπώνεται και στο απολυτίκιο του αγίου (χαίρων εηγγελίσω κα τος ν δ), ο Ιωάννης κατήλθε στον Άδη πριν από τον Χριστό, ώστε να επιτελέσει και εκεί τον ρόλο του ως προ-δρόμου και να ετοιμάσει και εκεί, στο βασίλειο του θανάτου, τν δν Κυρου. Έτσι η προδρομική διακονία του επεκτείνεται πριν από την γέννησή του (όταν για πρώτη φορά συνάντησε τον Κύριό του και εσκίρτησε από την χαρά του ήδη στην κοιλιά της μητέρας του Ελισάβετ, Λκ. 1:44) και μετά τον θάνατό του. Το να είναι κανείς πρόδρομος του Κυρίου υπερβαίνει τα όρια την βιολογικής μας ζωής.

            Η παρουσία του Προδρόμου στην κατάδυση του Κυρίου στα ύδατα του Ιωάννου γίνεται το σημείο ανακεφαλαίωσης της τριπλής βαπτισματικής «κατάδυσης» του Κυρίου: η ορατή κατάδυση είναι αυτή που αναφέραμε, εντός του Ιορδάνου, δηλαδή, εντός της υλικής κτίσεως και δημιουργίας, οι άλλες δύο καταδύσεις υπήρξαν μυστικές (και, ούτως ειπείν, μυστηριακές), η πρώτη, αυτής της ενσαρκώσεως στην κοιλία της Θεοτόκου, κάθοδος εντός της ανθρωπίνης φύσεως, η τρίτη η κάθοδος εντός της «κοιλίας» του Άδου, διά του πάθους και της σταυρικού θανάτου Του. Η παρούσα στιγμή της Βαπτίσεως του Κυρίου υπό του Ιωάννου μας υπενθυμίζει την πρώτη κάθοδο και προδιατυπώνει την έσχατη: σε τούτο το παρόν ανακεφαλαιώνονται τόσο το παρελθόν όσο και το μέλλον.



[1] Ο τόμος σε μετάφραση στην αγγλική από τον Boris Jakim κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Eerdmans το 2003 (The Friend of the Bridegroom: on the Orthodox Veneration of the Forerunner).
[2] John Panteleimon Manoussakis, “At the Recurring End of the Unending: Bonhoeffer’s Eschatology of the Penultimate” στον τόμο Cruciform Philosophy: Dietrich Bonhoeffer and Philosophy, επιμέλεια των Jens Zimmermann and Brian Gregor, Bloomington: Indiana University Press, 2009, σελ. 226-244.
[3] Eberhard Busch, The Great Passion: An Introduction to Karl Barth’s Theology, μετάφραση Geoffrey W. Bromiley (Grand Rapids: Eerdmans, 2004), σελ. 6.

Related Posts with Thumbnails