© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

«Είμαι χωρικός από καταγωγή και από πεποίθηση»

Μια συζήτηση με τον Σπύρο Καρυδάκη με αφορμή το νέο του μυθιστόρημα Το Γυναικόκαστρο (εκδ. Πάπυρος)

Στον Κώστα Αγοραστό*


Ο Σπύρος Καρυδάκης αποτελεί μια ιδιαίτερη μορφή στην νεοελληνική πεζογραφία των τελευταίων χρόνων. Απών από τις παρουσιάσεις βιβλίων και τις συναφείς κοινωνικές εκδηλώσεις, ολιγόλογος και με μετρημένες συνεντεύξεις στο ενεργητικό του. Ιδιοσυγκρασιακός, στα κείμενά του καταπιάνεται με θέματα ιδιαίτερα αναδεικνύοντας τις σκοτεινές και συχνά βίαιες πλευρές των ηρώων του. Στο τελευταίο του μυθιστόρημα ασχολείται με ένα «μυθικό» χωριό κάπου στην Πίνδο, όπου κατοικούν μόνο γυναίκες. Ένας νεαρός άνδρας θα μεταφερθεί εκεί με σκοπό να τις γονιμοποιήσει και θα ζήσει έτσι σε μια κατάσταση ονείρου, φαντασίας αλλά και πρωτογονικών ενστίκτων. 

Στο τελευταίο σας βιβλίο Το γυναικόκαστρο αναπτύσσετε μια «μυθολογία», στην οποία κεντρικό ρόλο έχει η κυριαρχία των γυναικών επί των αντρών. Μια απολύτως μητριαρχική κοινωνία θα άλλαζε, κατά τη γνώμη σας, τη ροή της Ιστορίας και του Πολιτισμού;

Δεν πιστεύω στην ισότητα των φύλων: οι γυναίκες είναι τελειότερες, και σωματικά και ψυχικά. Έτσι κι αλλιώς, ο μόνος λόγος ύπαρξης του αρσενικού φύλου είναι η μείξη και διασπορά του γενετικού υλικού – η εξουσία του επί των γυναικών στο ανθρώπινο είδος είναι μια δυσπλασία. Φυσικά, όταν λέω γυναίκες δεν εννοώ τα ανδροειδή κατασκευάσματα των αρσενικών, τις περισσότερες από τις κυρίες που ασκούν εξουσία στην πολιτική, στους κοινωνικούς χώρους και στις επιχειρήσεις: αυτές αποτελούν τον θρίαμβο των πιο θηριωδών χαρακτηριστικών της πατριαρχίας. Αντίθετα, η μελέτη των αγελαίων θηλαστικών δείχνει ότι το κύριο γνώρισμα των θηλυκών είναι η μη-κυριαρχικότητα και η ειρηνική, μη-ανταγωνιστική συμβίωση εντός της αγέλης. Η επιδίωξη της κυριαρχίας, η ανταγωνιστικότητα, είναι αρσενικά χαρακτηριστικά, διαχειρίσιμα στα ζώα, που τερατοποιούνται στο ανθρώπινο είδος.

Απολύτως μητριαρχικές κοινωνίες δεν υπήρξαν ποτέ, τουλάχιστον πέρα από το επίπεδο μικρών φυλών. Μια οργάνωση, όμως, της κοινωνίας και της οικονομίας με κανόνα βασικά χαρακτηριστικά της γυναικείας φύσης, είναι δυνατή. Βάσιμες υποθέσεις για τη δομή προϊστορικών κοινωνιών, είτε πρωτόγονων είτε εξαιρετικά εξελιγμένων όπως ο μινωικός πολιτισμός, το αποδεικνύουν. Η μυθολογία του βιβλίου υπονοεί ότι μια κοινωνία με πρωτεύουσα τη θέση των γυναικών και της γυναικείας αντίληψης για τα πράγματα, αν επίσης συμμετείχαν στην οργάνωσή της οι αρχές του ορθού λόγου, της εμπράγματης φαντασίας και ενός (μάλλον μη μαρξιστικού) σοσιαλισμού, θα ήταν πιο εξανθρωπισμένη, ειρηνική, ισορροπημένη και εντέλει ευτυχισμένη. Για παράδειγμα, ο πατέρας στέλνει περήφανα και ανελέητα τον γιο του στον πόλεμο – για τη φυλή, ιδέες, κυριαρχία, κέρδος. Μια γυναίκα, δίχως έξωθεν καταγκασμό, δεν θα έστελνε ποτέ το παιδί της να σκοτωθεί, για καμιά φυλή, ιδέα ή συμφεροντολογία.

Για να προσεγγίσετε τη γυναικεία ψυχοσύνθεση χρησιμοποιήσατε αρκετές γυναικείες φιγούρες. Για τον αρχετυπικό άνδρα πιστεύετε ότι αρκεί μια φιγούρα για να σκιαγραφηθεί ως προς τα βασικά του χαρακτηριστικά;

Η χρήση ενός μόνο άνδρα ήρωα (αν και υπάρχει επίσης η αμφιλεγόμενη από πολλές πλευρές φιγούρα του ιερομόναχου Διονυσίου), αποτελεί μια λογοτεχνική σύμβαση για τους σκοπούς του μύθου. Οι αρχετυπικοί χαρακτήρες και των δύο φύλων ούτως ή άλλως δεν διακρίνονται για πολύ μεγάλη γκάμα. Η ποικιλότητα στις εκδηλώσεις των φύλων είναι μονάχα πολιτισμός. Το αγόρι του βιβλίου κάνει αυτό για το οποίο είναι ρυθμισμένο βιολογικά ως νεαρό αρσενικό: έρωτα.

Από το μυθιστόρημά σας διαπιστώνουμε ότι έχετε μια ιδιαίτερη βιωματική και σωματική σχέση με τη μουσική. Λέτε κάπου: «ο νέος έπαιζε ένα τσάμικο αργό σαν σκοτωμός εκδίκησης». Πώς προέκυψε αυτή η σχέση και πώς έχει διατηρηθεί μέσα στα χρόνια που μένετε στην Αθήνα;

Είμαι Επτανήσιος, και οι Επτανήσιοι είμαστε σαν τους Τσιγγάνους: οι περισσότεροι έχουμε πολύ καλή σχέση με τη μουσική! Δεύτερον, με έχει πολύ απασχολήσει η διαδικασία της «γιορτής», του εκστασιακού χαρακτήρα της και των σκοτεινών ή φωτεινών, πάντως ποικιλοτρόπως γόνιμων αποτελεσμάτων της στη διαμόρφωση της ψυχής. Μέσω του ποτού, του κοινού φαγητού, της μουσικής, του χορού και του τραγουδιού οδηγούνται οι ήρωες από τη γιορτή στη βακχεία και εντέλει στην έκσταση – στην αποκάλυψη του πυρήνα της φύσης και του εαυτού.

Λέτε κάπου στο βιβλίο για «την πρώτη γλύκα που αναμεταδίδει το χέρι σε κάθε ψυχή όταν αγγίζει χώμα, πέτρες, ζώα και φυτά». Διαβάζω στο βιογραφικό σας ότι έχετε εργαστεί ως αγρότης, εργάτης, ναυτικός και μάγειρας, εκτός των άλλων. Ποια είναι η σχέση που έχετε αναπτύξει με τη γη και το χώμα;

Είμαι χωρικός από καταγωγή και από πεποίθηση. Τούτο σημαίνει όχι μόνο μια καταναγκαστική σχέση με τη γη και τον πολύτροπο κόσμο της, αλλά κυρίως ότι προσπαθώ να γνωρίσω τις διαδικασίες μέσω των οποίων η φύση δημιουργεί τον εαυτό της, τον σκοτώνει και τον αναγεννά, άρα και τον άνθρωπο. Ασχολούμαι συστηματικά με την ορειβασία, όχι μόνο χάριν της άσκησης και της αναψυχής, αλλά κυρίως χάριν της γνώσης και της αυτοδιαμόρφωσης. Ο αστισμός είναι μια παρανόηση. Η πόλις που παραιτείται από τη φύση, αυτοκτονεί. Αυτό συνέβη, για παράδειγμα, με την Αθήνα τον 4ο αιώνα π.Χ.

Έχετε γράψει και κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα έξι βιβλία πεζογραφίας. Υπάρχει κάποιος κοινός τόπος όπου συναντώνται αυτά;

Το βασικό θέμα των βιβλίων μου είναι η ομορφιά, είτε εκδηλώνεται ως ανθρώπινο κάλλος, είτε ως λαχτάρα της αρμονίας σε κάθε τομέα, είτε ως αρχαιοελληνικό μέτρο. Ένα δεύτερο είναι οι σχέσεις κυριαρχίας, που εμφυτεύουν τη θηριωδία στην ψυχή, στις διαπροσωπικές ενώσεις και στην Ιστορία, καταστρέφοντας κάθε ομορφιά, αρμονία και μέτρο.

Εδώ και χρόνια ζείτε στο κέντρο της Αθήνας. Πιστεύετε ότι έχει αλλάξει αυτά τα χρόνια και αν ναι, προς ποια κατεύθυνση;

Ζω στο Κέντρο από το 1981. Ξέρω κάθε δρομάκι του. Η Αθήνα έγινε υπερτροφική πόλη με την εσωτερική μετανάστευση που επέφεραν καταναγκαστικά οι εξουσιάζοντες από τον Εμφύλιο κι ύστερα, ευνουχίζοντας τη χώρα. Οι ξένοι μετανάστες έφεραν τις μορφές τους, τα κορμιά τους, τα νιάτα τους και τη δουλειά τους. Αυτή είναι μία σαρωτική αλλαγή και είναι κατ’ αρχάς θετική. Η πορεία του καπιταλισμού προς τον άκρο ολοκληρωτισμό, όμως, προϋποθέτει μα και προωθεί συστηματικά με χίλιους τρόπους τη διάλυση του κοινωνικού σώματος, την περαιτέρω συσσώρευση μεταναστών χωρίς μέτρο και λογική, την ανεργία, τη φτώχεια, την εγκληματικότητα, το μίσος, την πείνα, τον φόβο, την απελπισία. Αυτά τα ζούμε στο Κέντρο και εντείνονται καταιγιστικά. Σε τούτο το πλαίσιο σκοτεινιάζει κάθε τι όμορφο, ερωτικό, υγιές, καλό, δημιουργικό, και η πόλη γοργά κτηνοποιείται.

Την ίδια διαδικασία την έζησαν πριν την Αθήνα πόλεις στις δύο Αμερικές, στον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο, και οι μεγαλουπόλεις της Ευρώπης. Παντού οι υπέρπλουτες συνοικίες είναι φεουδαρχικά κάστρα ενώ οι μεσαίες και φτωχές μοιάζουν με μια φουτουριστική Κόλαση. Αυτό είναι το μέλλον μας. Η αιτία, λοιπόν, ο τερατικός τραπεζοκρατισμός, πρέπει να πολεμηθεί στην κοσμοθεωρητική και οικονομική ρίζα του, μαζί με τους εκφραστές του. Οι προσευχούλες της Αριστεράς για καλοσύνη και αγάπη προς τον «Άλλο», όσο κι ο εκφασισμός των «συντηρητικών», απλά διατρέφουν το τέρας προς όφελος των δολοφόνων μας.

* Ο ΚΩΣΤΑΣ ΑΓΟΡΑΣΤΟΣ είναι δημοσιογράφος | Πηγή: bookpress.gr | ΤΕΤΑΡΤΗ, 12 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2014 09:14

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014

Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ STRAVINSKI - ΑΠΕΡΓΗ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Ειρήνη ανά γην κουροτρόφος. [Ησίοδος]

Igor Stravinsky 
Εκατό χρόνια συμπληρώνονται εφέτος από την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου {1914-1918}, του πλέον καθοριστικού, κατά τους ειδικούς, της σύγχρονης ιστορίας και αφετηρία της Ευρωπαϊκής μας πορείας. Δύο μουσικά έργα συνδέουν αυτό το μεγάλο ιστορικό γεγονός. Η Ιστορία του Στρατιώτη, L’ histoire du soldat,  του Ιγκόρ Στραβίνσκι {1882-1971}, που γράφτηκε στην Ελβετία, όπου ο συνθέτης είχε βρει καταφύγιο και το δεύτερο, Ο άγνωστος στρατιώτης, του Γιώργου Απέργη {γεν.1945}, που γράφτηκε εκατό χρόνια αργότερα μετά από παραγγελία του δικτύου ECHO,σε συνεργασία με το European Concert Hall Organization  για την ημέρα μνήμης του κοινού εορτασμού της εκατονταετηρίδας, στις 9 Νοεμβρίου 2014.
Στο πλαίσιο του Προγράμματος Πολιτισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρακολουθήσαμε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, το έργο του Στραβίνσκι, Η Ιστορία του Στρατιώτη, σε λιμπρέτο του Γαλλοελβετού συγγραφέα C. F. Ramuz, βασισμένο στο ρώσικο λαϊκό παραμύθι, The Runaway Soldier and the Devil, από τη συλλογή του Alexander Afanasyev. Το έργο γράφτηκε για τρία πρόσωπα {αφηγητή, στρατιώτη, διάβολο}, μία ή περισσότερες χορεύτριες και για ένα σύνολο μουσικών, αποτελούμενο από επτά σολίστ. Πρωτοπαίχτηκε στη Λωζάννη στις 28 Σεπτεμβρίου του 1918 υπό τον Ernest Ansermet και είναι αφιερωμένο στον Ελβετό φιλάνθρωπο Werner Reinhart  στον οποίο, ο συνθέτης,  δώρισε και την παρτιτούρα.
Η ιστορία ξεκινά καθώς ο Joseph, Ρώσος στρατιώτης, επιστρέφει από το μέτωπο με άδεια στην πατρίδα του. Βαδίζει αμέριμνος και κάνει μια στάση να ξαποστάσει. Βγάζει και ασπάζεται το φυλαχτό του με τη μορφή του Άγιου Ιωσήφ, ένα καθρεφτάκι, τη φωτογραφία της αγαπημένης του και παίρνοντας το μοναδικό πράγμα που έχει στην κατοχή του, το βιολί του, αρχίζει να παίζει. Τότε εμφανίζεται ο διάβολος μεταμφιεσμένος σε γέροντα και του προτείνει μια «φαουστική» ανταλλαγή. Να του δώσει ένα βιβλίο, που θα του φέρει μεγάλη πλούτη και να πάρει το βιολί του. Ο Στρατιώτης, αν και δε γνωρίζει να διαβάζει, δέχεται την ανταλλαγή. Οι υποσχέσεις τηρούνται και, παρά το γεγονός ότι ο ήρωας αποκτά πλούτο,  είναι δυστυχής, καθώς αποστερήθηκε ό,τι αγαπούσε. Όταν συνειδητοποιεί την αιτία της δυστυχίας του και ότι έχει γίνει πλέον υποχείριο του γέροντα, τον ξεγελά, και με δόλο παίρνει πίσω το βιολί του. Με τους μαγικούς ήχους του βιολιού του θα γιατρέψει τη βαριά άρρωστη πριγκίπισσα που εμπλέκεται στο παραμύθι, η οποία θα σηκωθεί από το κρεβάτι, θα χορέψει και για  να ανταμείψει  το σωτήρα της θα  τον παντρευτεί. Ο διάβολος, οργισμένος και ταπεινωμένος για το πάθημά του, εμφανίζεται μπροστά του χωρίς μεταμφίεση και τον προειδοποιεί, να μην εγκαταλείψει το κάστρο και να μην επιστρέψει στην πατρίδα του γιατί θα γίνει σκλάβος του για πάντα. Αλλά η μεγάλη τού ήρωα νοσταλγία για τον τόπο του, τον κάνει να αψηφήσει την απειλή και να πάρει τον δρόμο του γυρισμού. Το έργο κλείνει στα σύνορα της πατρίδας του στρατιώτη, όπου ο διάβολος τον υποδέχεται στην είσοδο του χωριού και τον οδηγεί θριαμβευτικά στην κόλαση υπό τους ήχους του βιολιού του, αυτού, που αν δεν το είχε προδώσει θα είχε εξασφαλίσει για τον εαυτό του την πραγματική ευτυχία.   
Μια σύνθετη συναυλία, αποτελούμενη από  λόγο που αντικαθιστά το τραγούδι, προβολή της ταινίας animation, The Soldier’s Tale, από το Years Culture, και μουσική που σχολιάζει τα δρώμενα άλλοτε δραματικά, άλλοτε με συμπάθεια και άλλοτε σκωπτικά. Στο «λόγο», θαυμάσιοι οι δύο καλλιτέχνες, ο βαρύτονος Τάσος Αποστόλου στο διπλό ρόλο του αφηγητή και του στρατιώτη και ο ηθοποιός Φάνης Μουρατίδης στο ρόλο του διαβόλου, συνταίριασαν την ωραία χροιά της φωνής τους με τη μουσική, πρόβαλλαν τα δραματουργικά στοιχεία του ρόλου τους και με λιτούς αφηγηματικούς ρυθμούς συνόδευσαν τους μουσικούς και «έδωσαν φωνή»  στο μοναδικής ομορφιάς και απλότητας animation. Ξεχώρισαν οι επτά σολίστ του ERGON ENSEMBE, και, υπό την μπαγκέτα του Μίλτου Λογιάδη, ανέδειξαν την απλή ιστορία του παραμυθιού και την τόσο ξέχωρη μουσική σύνθεση του Στραβίνσκι. 
Γιώργος Απέργης
Στο δεύτερο μέρος δόθηκε, σε πανελλήνια πρεμιέρα, το έργο του Γιώργου Απέργη, Le soldat inconnu {Ο άγνωστος στρατιώτης}, με σαφή αναφορά στην Ιστορία του στρατιώτη του Ιγκόρ Στραβίνσκι, όπως επισημαίνει ο δημιουργός, και, που κατά τη δική μας άποψη το συγκεκριμένο έργο δεν υστέρησε σε σχέση με αυτό του Ρώσου συνθέτη. Η Σύνθεση του Απέργη, για βαρύτονο και ενόργανο σύνολο, είναι βασισμένη σε ένα κείμενο του Φραντς Κάφκα, το έργο του οποίου σημάδεψε τον 20ο αιώνα. Η πυκνότητα δε και η ένταση της μουσικής γραφής του Απέργη, φρονούμε ότι εκφράζει άριστα το πνεύμα και την πυκνή, του Κάφκα, γραφή, με όποιες προεκτάσεις σε σύγχρονες καταστάσεις και κοινωνικά προβλήματα.
Ένας άνδρας προβάλλει μέσα από τα ερείπια του πολέμου ανάμεσα στα πτώματα και έκπληκτος ανακαλύπτει ότι ζει. Είναι στα αλήθεια ζωντανός; Ο τρόμος, η φρίκη εκτινάσσονται στα άκρα. Ο Στρατιώτης, πρόσωπο αλληγορικό, βγαίνει μόνο μέσα από τη μουσική, αναφέρει ο συνθέτης και μέσα από τις εκπληκτικές σιωπές, θα προσθέταμε, ξεπετιούνται οι χιλιάδες ανώνυμοι νεκροί που στέκουν εκεί, ανάμεσά μας, καθώς επίσης και μέσα από τον τρομερό κλαυσίγελο του εκπληκτικού βαρύτονου Holger Falk, από τη φρενιτιώδη απελπισία του που δεν έχει άλλο τρόπο να εκφράσει παρά με  την κραυγή της σιωπής και με  τη σιωπή της κραυγής! Ένα δάκρυ του επιβεβαιώνει τη ζωή, Δάκρυ για όλους τους νέους που «πήγαν στον πόλεμο τραγουδώντας». Το μυαλό παίζει περίεργα παιγνίδια και ο Πύργος της Βαβέλ ζωντανεύει μπροστά του. Η κατασκευή του Πύργου δημιουργεί προστριβές, εχθρότητες, αντιπαλότητες, πολέμους, τόσο που  είναι αδύνατη η ολοκλήρωσή του. Μέσα από τη σημαίνουσα μουσική γραφή του Απέργη,  ο ακροατής οδηγείται συνειρμικά πέραν του Κάφκα, στο πρώτο βιβλίο  της Αγίας Γραφής, όπου  και η περιγραφή της ανέγερσης του συγκεκριμένου Πύργου, συμβόλου της σύγχυσης, που σαν συνέπεια έχει την αδυναμία επικοινωνίας των ανθρώπων, για την επικράτηση της Θείας εντολής και «επί γης ειρήνη», η οποία αποτελεί και την μέγιστη έναντι του Θεού ύβρη. Άλλοτε πάλι οδηγείται στην έξοχα δομημένη  ζωγραφική σύνθεση του Pieter Bruegel του πρεσβύτερου, Πύργος της Βαβέλ, ενώ ανάλογοι «Πύργοι» της σύγχρονης «Βαβέλ», περνούν διαρκώς μπροστά στα μάτια του, σύμβολα  διαμάχης, αλαζονεία, υπεροψίας, που τον προβληματίζουν και τον τρομάζουν!
Σαν να μην άλλαξε τίποτα στο λαβύρινθο του χρόνο, σκεφτόμασταν, παρακολουθώντας  με θαυμασμό   την τέλεια ερμηνεία του βαρύτονου Falk, του αρχιμουσικού Μίλτου Λογιάδη και της ορχήστρας ERGON ENSEMBLE, να μας αποκαλύπτει τις συμφορές, την τραγικότητα και αγριότητα των συρράξεων, κεκλεισμένων, στο δύσκολο, μα τόσο σημαντικό και στοχαστικό  έργο του Γιώργου Απέργη.

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΣΚΟΠΕΛΟΥ ΟΙ ΕΥΓΕΝΕΙΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ – ΠΟΛΥΞΕΝΗ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΜΑΡΛΙΤΣΗ







Τὸ ἐρέθισμα γιὰ νὰ γράψω τὸ σημείωμα αὐτὸ μοῦ τὸ ἔδωσε μιὰ ἀνακοίνωση κι ἕνα ὄνομα. 
«7 νέοι καλλιτέχνες ἐκθέτουν τὰ ἔργα τους στὸ cinemarian, σὲ ἓνα εἰκαστικὸ τριήμερο... 14, 15 καὶ 16/11...».

Εἶδα λοιπόν, ὅτι μεταξὺ  τῶν ἑπτὰ αὐτῶν νέων, καὶ γιὰ μένα προσωπικὰ ἄξιων καλλιτεχνῶν,  ὑπάρχει καὶ ἕνα κορίτσι, τὸ ὁποῖο τιμᾶ τὴν πατρίδα του, τὴ Σκόπελο καὶ φυσικὰ τὴν ἴδια τὴν Τέχνη. Πρόκειται γιὰ τὴν Πολυξένη Μαρλίτση τοῦ Εὐαγγέλου καὶ τῆς Κοκκίτσας, τῆς ὁποίας τὸ τάλαντο ποὺ τῆς χάρισε ὁ Θεὸς εἶναι καὶ ἐπαινετὸ καὶ ξεχωριστό. Γιατὶ ἀγαπάει ὅ,τι κάνει καὶ -τὸ κυριώτερο- αὐτὰ ποὺ ζωγραφίζει εἶναι κομμάτια τοῦ ψυχισμοῦ της, σημάδια τῆς καρδιᾶς της, ὥστε ὁ κάθε ἀναγνώστης τῶν εἰκόνων της, δηλαδή, τῶν εἰκαστικῶν ἐκθεμάτων της νὰ προσπαθήσει νὰ χαρτογραφήσει τὸν μέσα της κόσμο, ποὺ εἶναι τόσο πλόυσιος, ἀλλὰ πάνω ἀπ᾿ ὅλα εὐαίσθητος καὶ τρυφερός.

Ἡ Ξένια, ὅπως τὴ γνωρίζουμε στὸν τόπο μας, δὲν εἶναι ἐπαγγελματίας στο χῶρο της, ἀλλὰ κινεῖται μὲ ἱεραποστολικὸ ζῆλο καὶ τρόπο ὑπέυθυνο, ὥστε νὰ ὑψώνεται στὰ χερια της ἡ ζωγραφικὴ κι ὄχι νὰ γίνεται ἀντικέιμενο προς θέα ἤ αὐτοεπίδειξη. Γιατὶ τότε δὲν ὑπηρετεῖται ἡ Τέχνη καὶ δὲν διακονεῖται, ἀλλὰ μεταβάλλεται σὲ ἐμπορεύσιμο εἶδος, δίχως ἔμπνευση καὶ τὸ κυριώτερο,  δίχως τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ νὰ τὴν ἐνισχύει.

Ἡ Ξένια ἄρχισε ἀπὸ τὰ μικρά της χρόνια νὰ ζωγραφίζει τοπία τοῦ τόπου της, ἀλλὰ καὶ νὰ «ἱστορεῖ» κάποιες εἰκόνες, ἀπὸ αὐτὲς δηλαδὴ ποὺ ἔβλεπε στὶς ἐκκλησιές τοῦ νησιοῦ καὶ ὄχι μόνο. Κι εἶχαν τὴ χάρη τους ἐκεῖνα τὰ πρωτόλεια ἔργα της, γιατὶ ἕνα μικρὸ κορίτσι τὸ νὰ κλείνεται στὸ σπίτι καὶ νὰ δημιουργεῖ, εἶναι κάτι τὸ ἐπαινετὸ ἀπὸ τὴ μιά, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄλλη φανερώνει τὸ πλούσιο μεταλλεῖο ποὺ κρύβει μέσα της. Κάτι ποὺ ἄρχισε νὰ φαίνεται μὲ τὶς σπουδές της, τόσο στὴ Σχολὴ Ἁγιογραφίας τῆς Ἱ. Μ. Δημητριάδος, ὅσο καὶ στὴ Σχολὴ Καλῶν Τεχνῶν τῆς Ἀθήνας. Καὶ μπορεῖ οἱ Σχολὲς αὐτὲς νὰ τῆς ἔδωσαν τὰ ἀπαραίτητα ἐφόδια καὶ τοὺς κώδικες ἐκείνους βάσει τῶν ὁποίων θὰ μποροῦσε πιὰ νὰ δημιουργήσει, ὅμως ἐκείνη προσπάθησε νὰ βρεῖ τὸ δικό της, τὸ προσωπικό ὕφος, προβάλλοντας ἔτσι, μὲ κόπους πολλοὺς καὶ προσπάθειες,   τὸ δικό της χαρακτήρα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ κατάφερε νὰ συμμετάσχει σὲ ἐκθέσεις ζωγραφικῆς εἰπράττοντας τοὺς δίκαιους ἐπαίνους γιὰ τὰ ἔργα της, τὰ ὁποῖα ἀποπνέουν μιὰ νοσταλγία, ἀλλὰ καὶ μιὰ χαρμολύπη.

Ἔτσι ἡ σειρὰ ἔργων της «Ἡ Σκόπελος τῆς Μνήμης» (ἐγὼ θὰ πρόσθετα καὶ τῆς τιμῆς), ποὺ ὑπῆρξε καὶ ἡ πτυχιακή της ἐργασία, γίνεται ὁ θεμέλιος λίθος στὴν ὅλη της διαδρομή, καθὼς τῆς καθορίζει πιὰ τὸ προσωπικό της ὕφος καὶ τῆς χαρίζει τὴ σφραγίδα τὴν ἀναμφισβήτητα δική της: τὴ σφραγίδα τῆς δωρεᾶς. Τῆς δωρεᾶς τῶν ἀνθρώπων τῶν δικῶν της, στοὺς ὁποίους βρῆκε ὄχι μονάχα τὴ θεματική, ἀλλὰ περισσότερο τὰ βιώματα ἐκεῖνα ποὺ πλάθουν μέσα της εἰκόνες. Εἰκόνες φορτισμένες μὲ μνῆμες καὶ γεγονότα πασπαλισμένα πότε μὲ χρυσόσκονη, πότε μὲ γκρίζο χειμωνιάτικο φόντο. Εἰκόνες τοῦ Πατέρα καὶ τῆς Μάνας, τοῦ παπποῦ καὶ τῆς γιαγιᾶς, τοῦ θείου Τζών, τοῦ Δημητράκη... Ὅλα τοῦτα τὰ πρόσωπα, καὶ ἄλλα ἀκόμη, ἀνεβαίνουν στὴν ψυχή της κι ὕστερα γίνονται μὲ τὰ χρώματα ποὺ τὰ συνθέτει καὶ καταθέτει στὸ μουσαμᾶ εἰκόνες, πότε χλωμές, πότε φωτεινές, ὅμως πάντα τυλιγμένες σ᾿ ἕνα θάμβος περίεργο, ἀλλὰ καὶ ἱερὸ συνάμα, γιατὶ ἡ ἀπόσταση τοῦ χρόνου φέρνει αὐτὸ τὸ ἀναγκαῖο, θὰ τὸ ἔλεγα, σὐθαμπο. Γιατὶ μὴ λησμονοῦμε καὶ κατι τὸ κορυφαίο καὶ ἀναμφίβολα ξεχωριστό: Ὁ καλλιτέχνης εἶναι καὶ ἄνθρωπος. Καὶ μιὰ ἀπό τὶς ἀνθρώπινες λειτουργίες του εἶναι κι ἡ εὐαισθησία, ἡ ὁποία στὴ συνέχεια παράγει τὸ βούρκωμα τῶν ματιῶν. Τὸ λυτρωτικὸ ἐκεῖνο  βούρκωμα...

Μὲσα, λοιπόν, ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ σύθαμπο ἀγναντεύει ἡ Ξένια τοὺς δικούς της ἀνθρώπους καὶ μετὰ μᾶς τοὺς παραδίνει ζωγραφισμένους. Ζωγραφισμένους κι ἀρυτίδωτους, μὲσα στὴν ἀνοιχτὴ θαλασσιὰ ἐπιφάνεια νὰ ταξιδεύουν μέσα στὸ Χρόνο μαζὶ μὲ τὶς θύμησες, μαζὶ μὲ τὴν γοητεία ποὺ ἀσκοῦν πάνω της τὰ ἱερὰ καὶ πάντα ζωντανὰ μέσα της πρόσωπα τῶν δικῶν της ἀνθρώπων: Ζώντων ἤ κεκοιμημένων.

Γι᾿ αὐτὸ κι οἱ πίνακες αὐτοὶ ἀφήνουν σ᾿ ὅποιον τοὺς προσέξει μὲ σεβασμὸ καὶ φιλοτιμία μιὰ νοσταλγία καὶ μιὰ χαρμολύπη περίεργη. Νοσταλγία τῶν προσώπων καὶ χαρμολύπη γιὰ τὶς στιγμές, τὰ γεγονότα ποὺ πέρασαν μὲν ὡστόσο παραμένουν μέσα στὶς ζωγραφιὲς φωτεινά, ἀνόθευτα κι ἁγνά.

Εἶναι τιμὴ, στ᾿ ἀλήθεια, γιὰ τὴ Σκόπελο αὐτοὶ οἱ νέοι καλλιτέχνες. Τιμή, γιατὶ στεφανώνεται ἡ «μικρὰ τους πατρίδα» μὲ τὴν προσφορά τους. Ποὺ εὐχόμαστε νὰ ἔχει καλὴ κι εὐλογημένη συνέχεια.


 (Ὑπόμνημα στὶς εἰκόνες: Εἰκ. 1. Μὲ τὴ Μητέρα τους τὰ δύο ἀδέλφια: ἡ Ξένια καὶ ὁ Δημητράκης. Εἰκ. 2. Πάλι μὲ τὴ Μητέρα τους τὰ παιδιά. Μόνο ποὺ διακρίνεται κι ἡ ὀρφάνεια... Εἰκ. 3. Μὲ τὸ θεῖο Τζών, τὸν τρυφερὸ καὶ ἄκακο Τζών).

Related Posts with Thumbnails