© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: [ΠΡΟΠΟΣΙΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΔΕΙΠΝΟΝ ΕΝ CARNUNTUM] (στα ελληνικά και γερμανικά)


Πρόποσις
τῆς Α. Θ. Παναγιότητος
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου
κατὰ τὸ Δεῖπνον ἐν Carnuntum
(7 Νοεμβρίου 2014)

Ἱερώτατε καὶ ἀγαπητὲ ἐν Χριστῷ ἀδελφὲ καὶ συλλειτουργὲ Μητροπολῖτα Αὐστρίας κύριε Ἀρσένιε,
Ἱερώτατοι ἅγιοι ἀδελφοί,
Ἐλλογιμώτατε κ. Πέτρε Bordin,
Ἐκλεκτοὶ συνδαιτυμόνες,

Πλήρεις ἐντυπώσεων καὶ συναισθημάτων ἐκ τῆς ἐπισκέψεως ἡμῶν εἰς τὸν ἱστορικὸν χῶρον τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ πάρκου τοῦ Carnuntum, τὸν προσφάτως βραβευθέντα ὑπὸ τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἐπιτροπῆς ὡς τόπον εὐρωπαϊκῆς πολιτιστικῆς κληρονομίας, αἰσθανόμεθα βαθυτάτην τὴν ἀνάγκην νὰ εὐχαριστήσωμεν ὑμᾶς ἀπὸ καρδίας διὰ τὴν ἀπευθυνθεῖσαν πρόσκλησιν νὰ ἐπισκεφθῶμεν τὸν τόπον τοῦτον τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ καὶ νὰ θαυμάσωμεν τὸ ἐξαίρετον ἔργον τὸ ὁποῖον ἐπραγματοποιήθη ἐνταῦθα ὑπὸ τῶν ὑπευθύνων τῆς ἀρχαιολογικῆς ἀνασκαφῆς καὶ ἀναστηλώσεως μέρους τῆς ρωμαϊκῆς πόλεως Carnuntum, εἰς τρόπον ὥστε ὁ ἐπισκέπτης νὰ ἀποκομίζῃ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι κινεῖται ἐντὸς μιᾶς πραγματικῆς ρωμαϊκῆς πόλεως ἤ, ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ὅτι δι᾽ αὐτῆς μεταφέρεται εἰς τὸ ἔτος 308 μ.Χ., ὅτε μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ Διοκλητιανοῦ συνῆλθεν ἐνταῦθα ἡ σύνοδος τῶν συναυτοκρατόρων αὐτοῦ προκειμένου νὰ ρυθμίσῃ τὰ τῆς διαδοχῆς του καὶ τὰ τῆς διακυβερνήσεως τῆς μεγάλης ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας.

Ἡ σημασία τῆς συνόδου ταύτης διὰ τὴν ἐξέλιξιν τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας καὶ τὴν τύχην τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπὸ διωκομένης πρὸ ὀλίγων, τότε, ἐτῶν πίστεως καὶ θρησκείας, θὰ ἀπέλαυεν ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν διὰ τοῦ διατάγματος τῶν Μεδιολάνων τὴν ἐλευθερίαν, προσδίδει ἰδιαιτέραν σημασίαν καὶ εἰς τὴν πόλιν καὶ τὸν ἐν τῇ ἱστορίᾳ ρόλον ταύτης. Διὸ καὶ συγχαίρομεν ἀπὸ καρδίας πάντας τοὺς ἐργασαμένους καὶ ἐργαζομένους διὰ τὴν ἀνάδειξιν τῆς ἱστορίας εἰς τὸν τόπον τοῦτον, ὁ ὁποῖος δικαίως χαρακτηρίζεται ὡς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον συναντᾶται ἡ Ἀνατολὴ μετὰ τῆς Δύσεως καὶ ἐτέθησαν τὰ θεμέλια μιᾶς ἡνωμένης Εὐρώπης, στηριζομένης εἰς τὴν κοινὴν πολιτιστικὴν παράδοσιν καὶ σεβομένης τὴν διαφορετικότητα τῶν ἀνθρώπων. Ἀπὸ τοῦ χώρου τούτου, τοῦ πλήρους συμβολισμῶν, ἐπιθυμοῦμεν ἵνα ἀπευθυνθῶμεν πρὸς τοὺς ἔχοντας ἀνὰ χεῖρας τὰ ἡνία τῆς ἐξουσίας τῶν κρατῶν τῆς Ἡνωμένης Εὐρώπης ἀλλὰ καὶ τῶν λοιπῶν κρατῶν τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἠπείρου καὶ νὰ τονίσωμεν εἰς αὐτοὺς τὸν σημαντικὸν ρόλον τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία, πέραν τῆς ἐσχατολογικῆς αὐτῆς προοπτικῆς, συνέβαλε καὶ συμβάλλει εἰς τὸν ἐξευγενισμὸν τῶν ἀνθρωπίνων ἠθῶν, τὸν σεβασμὸν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, καὶ τὴν προβολὴν ἀρετῶν καὶ ἰδεωδῶν τὰ ὁποῖα συντελοῦν εἰς τὴν κοινωνικὴν εὐποιΐαν καὶ πρόοδον, ἅτινα πάντα ἀποτελοῦν στοιχεῖα τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Πολιτισμοῦ.

Ὅλως ἰδιαιτέρως ἐπιθυμοῦμεν νὰ συγχαρῶμεν τὸν κ. Πέτρον Bordin, διευθυντὴν τοῦ καλλιτεχνικοῦ προγράμματος τοῦ Carnuntum, ὁ ὁποῖος ἐργάζεται μετὰ ζήλου διὰ τὴν ἀνάδειξιν τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ καὶ ρωμαϊκοῦ δράματος διὰ συγχρόνων παραστάσεων εἰς τὸ ἐνταῦθα ἀμφιθέατρον, καὶ ἔχει τὴν εὐθύνην τοῦ καλλιτεχνικοῦ προγράμματος τὸ ὁποῖον παρηκολουθήσαμεν. Εὐχόμεθα δὲ ἀπὸ καρδίας ὅπως τὸ Ἀρχαιολογικὸν πάρκον τοῦ Carnuntum μεταδίδῃ πάντοτε εἰς τοὺς ἐπισκεπτομένους αὐτὸ τὸ πολύτιμον καὶ ὠφέλιμον μάθημα τῆς ἱστορίας, ἄνευ τῆς ὁποίας ἡ ἀνθρωπότης δὲν θὰ δύναται νὰ εὐδαιμονήσῃ.

*          *          *

Grußworte Seiner Allheiligkeit
des Ökumenischen Patriarchen
Bartholomaios beim Abendessen in Carnuntum
am 7. November 2014

Geliebter Bruder in Christus, Mitzelebrant und hochwürdigster Metropolit Arsenios von Austria,
Hochwürdigste Brüder in Christus,
Hochgeschätzter Herr Bordin,
Sehr geehrte Damen und Herren,

Wir haben diesen historischen Ort des Archäologischen Parks Carnuntum mit Interesse besucht, welcher vor kurzem zu einem Ort des europäischen kulturellen Erbes deklariert wurde. Wir verspüren die Notwendigkeit, Ihnen von Herzen für die geschätzte Einladung zu danken, diesen Ort der Geschichte und Kultur zu besichtigen sowie das Werk zu bewundern, welches hier unter der Leitung des Direktors und der Mitarbeiter der archäologischen Grabung an der Stelle der römischen Stadt Carnuntum geleistet wurde. Dies wurde dermaßen vollbracht, daß der Besucher den Eindruck hat, sich in einer wahrhaftigen römischen Stadt zu befinden oder, mit anderen Worten, daß er sich in das Jahr 308 nach Christus versetzt fühlt, als sich nach dem freiwilligen Rückzug des Kaisers Diokletian von der Macht seine Mitherrscher hier eingefunden haben, um dessen Nachfolge zu regeln und die Regierung über das große Römische Reich zu ordnen.

Die Bedeutung dieser Zusammenkunft der Mitherrscher steht in engster Verbindung mit der Weiterentwicklung des Römischen Reiches und mit dem Schicksal des Christentums, welches nach Zeiten der versteckten Glaubensausübung und Verfolgung durch heidnische Kaiser durch das Mailänder Toleranzedikt des Jahres 313 die Freiheit erhielt und dadurch eine eigene, bedeutende Rolle in dieser Stadt und in dessen Geschichte spielte.

Aus diesem Grund haben wir heute ein Gebet zu Ehren der christlichen Märtyrer gesprochen, um für all jene Menschen – Männer, Frauen und Kinder – zu beten, welche im festen Glauben an Gott und die Worte des lebenspendenden Evangeliums in den Märtyrertod gegangen sind, solange das Christentum von den Anhängern des Vielgötterglaubens als gefährliche und bedrohliche Entwicklung angesehen wurde. Nicht durch Zufall offenbarten sich das göttliche Licht und das Kreuz Christi dem Mitherrscher Konstantin dem Großen vor der Schlacht an der Milvischen Brücke, wodurch eine neue Epoche der christlichen Glaubensausübung in Liebe und Freiheit im Römischen Reich begann.

Von Herzen beglückwünschen wir alle Mitarbeiter, die an der Darstellung der Geschichte an diesem Ort mitwirken, welcher wahrhaftig als Zeichen dient, an welchem der Osten und der Westen einander begegnen und die Fundamente eines vereinten Europa gelegt wurden, welches die gemeinsame kulturelle Überlieferung fördert und die Verschiedenartigkeit der Menschen achtet.

Von diesem Ort, der reich an Symbolik ist, richten wir an jene, welche die politische Verantwortung im vereinten Europa tragen, aber auch an jene in den übrigen Ländern Europas, die Botschaft, indem wir betonen, daß für ganz Europa die Lehre unseres Herrn Jesus Christus eine bedeutende und integrale Rolle besitzt, welche, abgesehen von ihrer eschatologischen Dimension, beigetragen hat und beiträgt zu einer Entfaltung und Veredelung des menschlichen Ethos, zu einer Verkündigung von Tugenden und von Inhalten, welche der sozialen Entwicklung dienen, weil diese Aspekte stets Teil der europäischen Kultur waren.

Schließlich möchten Wir Herrn Bordin, dem Leiter des künstlerischen Programmes in Carnuntum danken, welcher mit Eifer daran arbeitet, das antike griechische und römische Drama einem zeitgenössischen Publikum in diesem Amphitheater zu vermitteln, und welcher die Verantwortung für das musikalische Programm innehatte, welchem Wir heute beigewohnt haben.

Wir wünschen dem Archäologischen Park Carnuntum von Herzen, den Besuchern immer diesen wichtigen und wertvollen Geschichtsunterricht zu vermitteln, ohne den die Menschlichkeit nicht wohl leben kann.

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: [ΠΡΟΠΟΣΙΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Dr. Heinz Fischer] (στα ελληνικά και γερμανικά)

Πρόποσις 
τῆς Α. Θ. Παναγιότητος 
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου 
κατὰ τὸ Ἐπίσημον Γεῦμα τοῦ Προέδρου τῆς Αὐστριακῆς Δημοκρατίας Dr. Heinz Fischer 
(7 Νοεμβρίου 2014)


Ἐξοχώτατε κύριε Πρόεδρε τῆς Αὐστρίας,
Ἐκλεκτοὶ συνδαιτυμόνες,

Ἐκφράζομεν τὴν εἰλικρινῆ χαρὰν καὶ συγκίνησιν τῆς ἡμετέρας Μετριότητος διότι εὑρισκόμεθα διὰ μίαν εἰσέτι φορὰν εἰς τὴν ὡραίαν καὶ ἱστορικὴν πρωτεύουσαν τῆς Αὐστρίας, τὴν Βιέννην, μετὰ τῆς ὁποίας ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως συνδέεται διὰ πολλῶν καὶ μακρῶν ἱστορικῶν καὶ πολιτιστικῶν δεσμῶν. Κυρίως, διότι εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τῆς Ὑμετέρας Ἐξοχότητος, τοῦ ἀγαθοῦ καὶ συνετοῦ καὶ πεπροικισμένου διὰ πολλῶν προσόντων καὶ ταλάντων Προέδρου τῆς Αὐστρίας, μὲ μεμαρτυρημένην προσφοράν, ἐνώπιον μιᾶς προσωπικότητος δηλαδὴ ἡ ὁποία ὄντως ἀποτελεῖ τὴν ἐν ἀγαθότητι καὶ συνέσει ἀσφάλειαν τῆς μεγάλης Αὐστρίας∙ τὴν ἀσφάλειαν αὐτῆς ἀπὸ πάσης πλευρᾶς, ἐθνικῆς, πολιτικῆς, οἰκονομικῆς, εὐσταθείας καὶ εὐημερίας τοῦ λαοῦ αὐτῆς. Εὐχαριστοῦμεν δὲ ὁλοκαρδίως τὴν Ὑμετέραν Ἐξοχότητα διὰ τὴν τιμητικὴν πρόσκλησιν καὶ ὑποδοχὴν καὶ διὰ τὸ γεῦμα τοῦτο τῆς ἀγάπης, τὸ ὁποῖον παρέχει τὴν εὐκαιρίαν τῆς μετ᾽ ἀλλήλων συναντήσεως καὶ ἐπικοινωνίας καὶ ἀνταλλαγῆς ἀπόψεων ἐπὶ θεμάτων κοινοῦ ἐνδιαφέροντος, ὀλίγον πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἑορταστικῶν ἐκδηλώσεων ἐπὶ τῇ ἐπετείῳ τῆς συμπληρώσεως πεντήκοντα ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ εὐφήμως γνωστοῦ Ἱδρύματος Pro Oriente.


Ἡ φιλοξενοῦσα ἡμᾶς πόλις πέραν τῶν ἄλλων εἶναι εὐφήμως γνωστὴ καὶ ὡς ἕδρα πλείστων ὅσων ὀργανισμῶν ἐργαζομένων διὰ τὴν ἐμπέδωσιν τῆς συνεργασίας καὶ τῆς συνεννοήσεως μεταξὺ τῶν λαῶν. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐκφράζει καὶ ἀντανακλᾷ εὐρέως καὶ δὴ καὶ παγκοσμίως τὰ εὐγενῆ καὶ ἀνώτερα αἰσθήματα καὶ τὸ ἐπίπεδον πολιτισμοῦ τῶν κατοίκων αὐτῆς. Ἓν ἐκ τῶν εὐφήμως γνωστῶν εἰς τὰς Ἐκκλησίας καὶ εἰς τὴν Θεολογίαν Ἱδρυμάτων ἀποτελεῖ καὶ τὸ Ἵδρυμα Pro Oriente, δημιούργημα τοῦ ἀοιδίμου Καρδιναλίου Franz König, ἑνὸς πνευματικοῦ ἡγέτου σχόντος βαθεῖαν συναίσθησιν τῆς εὐθύνης αὐτοῦ τόσον διὰ τὴν μεταξὺ τῶν χριστιανῶν καὶ τῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν ἑνότητα, ὅσον καὶ διὰ τὴν ἀνάπτυξιν μεταξὺ αὐτῶν εἰλικρινοῦς καὶ ἐντίμου διαλόγου, διὰ τοῦ ὁποίου καὶ διὰ τοῦ βιώματος τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ θὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἑνότης αὕτη. Τὸ ζωηρὸν αὐτοῦ ἐνδιαφέρον «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» καὶ τῆς πορείας τοῦ Ἱδρύματος Pro Oriente, τὸ ὁποῖον τὸν διέκρινε μέχρι τοῦ τέλους τῆς ἐπιγείου αὐτοῦ ζωῆς, ἐκφράζεται χαρακτηριστικῶς διὰ τῆς φράσεως αὐτοῦ «Die Ökumene muss weitergehen», ἀποτελούσης τὸ ἔμβλημα καὶ τὴν προμετωπίδα (μότο) τοῦ Ἱδρύματος.


Αἱ ἀξίαι τῆς συνεννοήσεως καὶ τῆς συνεργασίας καὶ χριστιανικῆς καταλλαγῆς διὰ τοῦ θεολογικοῦ λόγου καὶ διὰ τοῦ ἐν γένει ἔργου αὐτοῦ, τὰς ὁποίας καλλιεργεῖ τὸ Ἵδρυμα Pro Oriente, ἀποτελοῦν ἐπείγουσαν προτεραιότητα διὰ τὸν σύγχρονον κόσμον, ἰδιαιτέρως κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ θρησκευτικὸς φανατισμὸς καὶ ἡ μισαλλοδοξία ἀναπτύσσονται ραγδαίως ἐπὶ παγκοσμίου ἐπιπέδου καὶ καθίστανται ἄκρως ἐπικίνδυνοι διὰ σύμπασαν τὴν ἀνθρωπότητα. Ἐλπίζομεν ὅμως ὅτι καὶ ἡ ἐπετειακὴ αὕτη συνάντησις τῶν μελῶν τοῦ Pro Oriente θὰ συμβάλῃ εἰς τὴν προαγωγὴν τῆς ἀλληλοκατανοήσεως καὶ τῆς συνεργασίας ἐπ᾽ ἀγαθῷ τῶν ἀνθρώπων καὶ τοῦ κόσμου.


Εὐχαριστοῦντες καὶ αὖθις τὴν Ὑμετέραν Ἐξοχότητα προπίνομεν ὑπὲρ ὑγείας καὶ εὐημερίας αὐτῆς καὶ τοῦ φίλου Αὐστριακοῦ λαοῦ καὶ ὑπὲρ τῆς εὐοδώσεως τῶν σκοπῶν τοῦ Pro Oriente καὶ ὑπὲρ τῆς ἐπικρατήσεως τῆς ἐν τῷ κόσμῳ εἰρήνης.


Ἔρρωσθε ἐν Κυρίῳ, Ἐξοχώτατε!



*          *          *


Grußworte Seiner Allheiligkeit des Ökumenischen Patriarchen Bartholomaios aus Anlaß des festlichen Mittagessens des Bundespräsidenten der Republik Österreich Dr. Heinz Fischer 
am 7. November 2014 

 
Eure Exzellenz, sehr geehrter Herr Bundespräsident Österreichs,

Sehr geehrte Gäste,

Wir bringen hiermit Unsere aufrichtige Freude und Rührung zum Ausdruck, weil Wir uns ein weiteres Mal in der schönen und geschichtsträchtigen Hauptstadt Österreichs, in Wien, befinden, mit welcher die Kirche Konstantinopels durch viele und tiefschürfende historische und kulturelle Bande verbunden ist.


Dies ist im besonderen der Fall, weil Wir Uns in Gegenwart Eurer Exzellenz befinden, des guten und weisen und mit vielen guten Eigenschaften sowie Talenten ausgestatteten Präsidenten Österreichs. Wir bezeugen also die Ehrerbietung gegenüber Ihrer Persönlichkeit, welche die Stabilität des bedeutenden Österreich im Guten und mit Klugheit verfolgt, nämlich die Sicherheit Österreichs aus jeder Perspektive, der nationalen, der politischen, der wirtschaftlichen, der Beständigkeit und des Wohlergehens des österreichischen Volkes.


Wir danken Eurer Exzellenz von ganzem Herzen für die ehrenvolle Einladung und den Empfang sowie für dieses Gastmahl der Liebe, welches die Gelegenheit der gegenseitigen Begegnung und des Umganges miteinander und des Austausches von Ansichten zu Themen des gemeinsamen Interesses bietet, da vor kurzem die festlichen Veranstaltungen zum fünfzigjährigen Jubiläum seit der Gründung der allseits bekannten Stiftung Pro Oriente eingesetzt haben.


Diese gastfreundliche Stadt ist unter anderem dafür berühmt, Sitz einer großen Anzahl von Organisationen zu sein, welche an der Bestärkung der Zusammenarbeit und des Einvernehmens zwischen den Völkern wirken.


Dieses Ereignis bringt weltweit die edlen und hohen Empfindungen sowie das kulturelle Niveau der Bewohner Österreichs zum Ausdruck und spiegelt diese deutlich wider. 


Eine unter den Kirchen und Theologischen Stiftungen allseits bekannte Stiftung ist auch Pro Oriente, ein Werk des verewigten Kardinals Franz König, eines geistigen Oberhauptes mit einer tiefen Empfindung für die Verantwortung, wie für die Einheit unter den Christen und den christlichen Kirchen, so auch für die Entfaltung des aufrichtigen und respektvollen Dialogs unter den Christen, durch welchen und durch dessen Resultate die besagte Einheit Wirklichkeit werden wird.


Sein lebendiges Interesse „für die Einheit aller“ und für den Weg der Stiftung Pro Oriente, welches ihn bis zum Ende seines irdischen Lebens ausgezeichnet hat, wird charakteristisch durch den folgenden Ausspruch zum Ausdruck gebracht: „Die Ökumene muß weitergehen.“, welcher zum Wahlspruch und Motto der Stiftung wurde.


Der Wert des Einvernehmens, der Zusammenarbeit und des christlichen Austausches auf der Basis des theologischen Wortes und von dessen Werk im allgemeinen, den die Stiftung Pro Oriente pflegt, hat in der zeitgenössischen Welt dringliche Priorität, im besonderen an diesen Tagen, an denen sich der Glaubensfanatismus und die Intoleranz heftig und ungestüm auf internationalem Niveau entfalten und sich als außerordentlich gefährlich für die gesamte Menschheit erweisen.


Wir hoffen jedoch, daß diese Jubiläumszusammenkunft der Mitglieder von Pro Oriente zur Förderung des gegenseitigen Verständnisses und der Zusammenarbeit zum Wohle der Menschen und der Welt beitragen werden.


Wir danken Eurer Exzellenz abermals und bringen einen Toast aus auf die Gesundheit und auf das Wohlergehen sowohl Eurer Exzellenz als auch des befreundeten österreichischen Volkes sowie auf das Gedeihen der Ziele von Pro Oriente und auf die Vorherrschaft des Friedens auf der Welt.  


Auf Ihre Gesundheit im Herrn, Eure Exzellenz!     


Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014

Μια πρωτοκύριακη εμπειρία

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Επιθυμία μου, χρόνια τώρα, ήταν να βρεθώ στην Κέρκυρα στην λιτανεία του Πρωτοκύριακου. Είχα πολλές φορές παρακολουθήσει όλα τα άλλα πρετσεσία του προστάτη του νησιού, ιδιαίτερα αυτό της 11ης Αυγούστου, αλλά ποτέ το οικογενειακό τού Φθινόπωρου. Και αυτό γιατί κάθε που το αποφάσιζα, κάποια υποχρέωση προέκυπτε, συνήθως συνέδριο, και πάντοτε ανέβαλα το ταξίδι μου, αν μπορώ να ονομάσω «ταξίδι» την μετακίνησή μου σ’ ένα από τα άλλα Επτάνησα και μάλιστα στους Κορφούς. Φέτος, όμως, το κατόρθωσα και αληθινά το χάρηκα ιδιαίτερα.
   Στο βορειότερο νησί του Ιονίου, όπως ίσως γνωρίζετε, ο Άγιος «βγαίνει», κατά την δική μας έκφραση, τέσσερις φορές το χρόνο, αλλά όχι την ημέρα της μνήμης του, στις 12 Δεκεμβρίου. Οι λιτανείες αυτές γίνονται από τους εκεί συμπατριώτες μας σε ανάμνηση ισάριθμων θαυμάτων του «Υπέρμαχου της Πρώτης Συνόδου» και κρατούν και αυτές την μοναδική μεγαλοπρέπεια των νησιών μας. Βάζοντάς τες σε χρονική σειρά η πρώτη γίνεται την Κυριακή των Βαΐων, η δεύτερη το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, μαζί με τον Επιτάφιο, στην οποία ο Άγιος χοροστατεί, ως Ιεράρχης, η τρίτη στις 11 Αυγούστου και η τελευταία, όπως ήδη αναφέραμε, την πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου, γι’ αυτό λέγεται και Πρωτοκύριακο.
   Η λιτανεία αυτή τελείται σε μνήμη της διάσωσης του νησιού από την επιδημία της πανούκλας, η οποία αποδεκάτισε τον πληθυσμό του το 1673 και το σταμάτημά της αποδόθηκε στον  Πολιούχο, όπως εμείς σε παρόμοιες περιπτώσεις αποδώσαμε την σωτηρία της Ζακύνθου από πανώλη στους Αγίους Πάντες, τους Αγίους Τεσσαράκοντα, τον Άγιο Γεώργιο και τον Άγιο Χαράλαμπο, θεσπίζοντας ανάλογες περιφορές των εικόνων τους.
   Πραγματοποιήθηκε, λοιπόν, φέτος η επιθυμία μου και το ξεκίνημα του τελευταίου φθινοπωρινού μήνα με βρήκε στην Κέρκυρα, για τον ποθούμενο συνεορτασμό. Είχα την τύχη μάλιστα αυτή τη φορά να αισθανθώ παντελώς οικείος, μια και δύο καλοί και πολύτιμοι φίλου δεν με φιλοξένησαν απλά, αλλά  μου παραχώρησαν ένα σπίτι τους στο κέντρο της πόλης και στο επίκεντρο του εορτασμού, στην Πλακάδα σχεδόν του Αγίου, απέναντι από την εκκλησία της Παναγίας των Ξένων και έτσι γιόρτασα και εγώ σαν γνήσιος και καθαρόαιμος Κορφιάτης.
   Μα δεν ένοιωσα μόνο πούρος Κερκυραίος την σημαντική αυτή για το νησί ημέρα, αλλά βίωσα για μια ακόμα φορά τα κοινά μας, νομίζοντας πως δεν βρίσκομαι σε ένα άλλο νησί του Ιονίου, αλλά στο δικό μου.
   Θυμάμαι χαρακτηριστικά την στιγμή του πρωινού της Κυριακής, σαν ξύπνησα και άνοιξα τα παράθυρα. Μια χαρούμενη κίνηση υπήρχε στην κεντρική οδό, από ένα πλήθος που μιλούσε τραγουδιστά, όπως και σε μας και η πρώτη κουβέντα που άκουσα ήταν τα «χρόνια πολλά». Αληθινά νόμισα πως ήταν το πρωινό της 17ης Δεκεμβρίου και έβγαινα στο μπαλκόνι μου, στην «Φωσκόλου», περιμένοντας να περάσει ο δικός μας Άγιος.
   Μετά αντίκρισα τα κόκκινα πανιά, που κρέμονταν στα μπαλκόνια και τα παράθυρα. Ίδια εικόνα με την δική μου γειτονιά, άλλο αν εκεί πάνω τα λένε «δαμάσκο» και εμείς «πεύκια». Προπάντων, όμως, ήταν ο Άγιος, που πέρασε, όπως και ο δικός μας, τιμητικά τοποθετημένος κάτω από το βελούδινο μπαλντακίν(ο), που και εκεί άκουσα να το ονομάζουν «ουρανό».
   Κοινή η ιστορία, κοινή η πορεία, κοινός και ο πολιτισμός των Επτανήσων. Σημαντικό μάλιστα πως η ίδια κεντρική ιδέα εκφράζεται πανομοιότυπα σε κάθε νησί, με τις απαραίτητες βέβαια και δημιουργικές παρεκκλίσεις του καθενός, οι οποίες εκφράζουν την διαφορετικότητα της ίδιας αισθητικής.
   «Σκόλες» στην λιτανεία της «Κέρκυρας», «καπίτο(υ)λα» στις δικές μας. Το ίδιο ακριβώς νόημα, εκφρασμένο με άλλη λέξη. «Μπάσματα» η γιορτή της απόδοσης εκεί πάνω, «Μπασίματα» σε μας, αλλά και στις δύο περιπτώσεις η μπάντα να παίζει μέσα στο ναό. Μυρτιές σε μας ή πιο σωστά μερτίες, δάφνες σε κείνους, αλλά η δοξαστική τιμή του Αγίου η ίδια.
   Πίνοντας, δε, καφέ και συζητώντας με φίλους μετά την λιτανεία, στο πολυθρύλητο Λιστόν, έμαθα πως και οι Κερκυραίοι, όπως και εμείς, την περίοδο των εξετάσεων, πήγαιναν στον χώρο που φυλάσσεται το Σκήνωμα του Αγίου τους – ίδια ακριβώς θέση με του δικού μας - και πέταγαν τα βιβλία τους για να τους δείξει «η Χάρη του» το κεφάλαιο που θα πέσει στο διαγώνισμα! Ακριβώς αυτό που κάναμε και εμείς παιδιά και ο μακαρίτης ο ηγούμενος μας φώναζε: «Γλυκιάρικα, δεν πάτε καλύτερα να διαβάστε…!!!». Και αυτό δεν είναι κοινή επίδραση, αλλά η ίδια ακριβώς αντίδραση, η οποία εκφράζει κοινές ανησυχίες.
   Να, γιατί τα Επτάνησα πρέπει να μείνουν ενωμένα και αδιαίρετα. Είναι τα δάχτυλα του ίδιου χεριού!

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ, ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

«Ὅσο πιὸ προηγμένος εἶναι ὁ πολιτισμὸς ἑνὸς ἔθνους, τόσο πιὸ πλούσιες σὲ προϊστορία, καὶ συνεπῶς καὶ σὲ οὐσία, εἶναι οἱ λέξεις τῆς γλώσσας... Μὲ τὴν γλώσσα μεταδίδομε λογικοὺς συνειρμοὺς καὶ διεγείρομε συναισθήματα... Κάθε λαὸς ἔχει τὴν γλώσσα ποὺ τοῦ ἀξίζει. Στὴν γλώσσα, ὅπως καὶ στὰ τραγούδια του, ἐναποθηκεύεται ὁ πολιτισμός του... εἶναι ὁ πιὸ ἀδιάψευστος μάρτυρας τῆς ἱστορικῆς του συνείδησης καὶ τῆς ἱστορικῆς του συνέχειας.»
Κ. Τσάτσος

[Στη φωτό του π. Κ. Ν. Κ.: Φθινόπωρο στο Κλήμα]

Ἄν οἱ λέξεις εἶναι ὀχήματα ἐννοιῶν, οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὶς προφέρουν καὶ τὶς ἁπλώνουν στὸ μέλλον, εἶναι τὰ πολύτιμα θησαυροφυλάκια, μέσα στὰ ὁποῖα καὶ ταμιεύεται αὐτὸς ὁ πολύτιμος θησαυρός. Γιατὶ ἐκεῖνοι τὶς παραγουν, ἐκεῖνοι τὶς διαθέτουν, τὶς χειρίστηκαν καὶ στὸ τέλος μᾶς τὶς  χαρίζουν: κειμήλια νὰ μείνουν κι αὐτὲς καὶ τεκμήρια ἱκανὰ  ἑνὸς κόσμου ποὺ χάνεται πιά.
Κοιτώντας πρόσφατα τὸν Παπαδιαμάντη, αὐτὴν τὴν πνευματικὴ τράπεζα ποὺ ποτὲ δὲν θὰ χρεοκοπήσει, θυμήθηκα λέξεις καὶ λόγους περιφρονημένους καὶ σταλμένους στὸ περιθώριο σήμερα… Λέξεις,  ποὺ κάποτε ζωντάνευαν μιὰ παράδοση, δηλαδὴ ἕναν κανονισμὸ βίου, ποὺ δὲν ἔχει ἀνάγκη συμβούλων ἤ περιττῶν συμβουλῶν.
Στὸν Λαμπριάτικο Ψάλτη, λοιπόν,  ὁ Παπαδιαμάντης βάζει τὸν ἥρωά του, τὸν μπάρμπα Κωνσταντὸ τὸν πάρεδρο καὶ ψάλτη, νὰ πεῖ τὴ φράση αὐτή: «Ἔκλεψα ἕναν ὕπνον ἴσα μὲ ἕνα Πιστεύω».
Τὴ θυμᾶμαι αὐτὴ τὴ φράση ποὺ τὴν ἔλεγε κι ἡ συγχωρεμένη ἡ γιαγιά μου, ὅταν καμμιὰ φορὰ ἀποκοιμιόταν μὲ τὸ «τσουράπι» ποὺ ἔπλεκε, ἐκειδὰ δίπλα στὴν παραστιά. Κι ὅταν τὴ ρωτούσαμε: «Κ’μοίθκις, μανού», ἀπαντοῦσε: «Ἀρή, ἔκλιψα ἕνα ὕπνου ἴσα μὶ ἕνα Μπιστεύου».
Σήμερα, ὅπου αὐτὴ ἡ φράση ἐξορίστηκε ἀπό τὸ λεξιλόγιό μας σκέφτομαι τὸ πόσο δεμένοι ἦταν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι μὲ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, κι ἄς μὴ γνωρίζανε γράμματα, « τὰ ψηφιά», ὅπως τὰ ἔλεγε...
Ἄλλη μιὰ εὐλογημένη συνήθεια ἦταν κι ἐκείνη ποὺ κάνανε αὐτοὶ οἱ σοφοὶ ἄνθρωποι. Ποτὲ δὲν ἀφήνανε «πκουσά» ψωμιοῦ στὸ τραπέζι, γιατὶ ἀφήνοντάς το ἄφηναν τὴ δύναμή τους - ἔτσι λέγανε. Κι ἦταν σωστὸ αὐτὸ γιατὶ εἴχανε βιώσει τὸ ψαλμικὸ «καὶ ἄρτος καρδίαν ἀνθρώπου στηρίζει» (Ψαλμ. 103, 15). Χώρια ποὺ ἄν ἔπεφτε κανένα κομματι ψωμιοῦ χάμω τὸ παίρνανε μὲ εὐλάβεια καὶ τὰ ἀσπαζόντουσαν. Γιατὶ ξέρανε πὼς ἀπὸ τὸ ψωμὶ  ἔβγαινε ὁ Ἀμνὸς τῆς Θ. Εὐχαριστίας.
Σήμερα, ποὺ στὰ σκουπίδια ὑπάρχουν ὁλόκληρα καρβέλια, σήμερα ποὺ ἡ εὐλάβεια ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων μετετράπη σὲ ἀσέβεια καὶ περιφρόνηση, ἀναπολῶ αὐτὰ ὅλα καὶ διερωτῶμαι:  ἀλήθεια, σὲ τὶ τελικὰ προοδέψαμε; 

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΔΟΜΗΝΙΚΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΠΟΥΛΟΣ Ο ΚΡΗΣ ΕΠΟΙΕΙ (ποίημα)



Ο Πιτόρος αυτός
σε μεταστοιχειώσεις επιτήδειος
και αφαιμάξεις της ψυχής
άπλυτα συλλέγει σώματα και κακοφορμισμένα
τα δένει
                τεχνηέντως
στον τροχό των χρωμάτων του
τα ξεψαχνίζει

εκείνα πάντως
υπομένουν τα βάσανα υστερόβουλα
κι έτσι καθώς ορέγονται την αφθαρσία τους                                                και την παγκοσμιότη
λιγνεύουν όσο δύνανται
αυτοψυχογραφούνται
πιέζονται να εκπέμψουν φως
έστω κι αν ζούνε στο σκοτάδι.

[Το ανωτέρω ποίημα του π. Παναγιώτη Καποδίστρια γράφτηκε στο Μπανάτο της Ζακύνθου, τον Οκτώβριο του 2014, με αφορμή το αφιέρωμα του Μορφωτικού Κέντρου Λόγου Μπανάτου «Αληθώς» στον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, στο πλαίσιο του Έτους El Greco 2014.]

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2014

Γεωργίου Γαστεράτου: ΤΟ ΘΕΜΑ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ ΚΑΙ Η ΚΕΡΚΥΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 10ο ΑΙΩΝΑ

[πρώτη δημοσίευση] 


Μελετώντας το συναξάριο του αγίου Αρσενίου Κερκύρας, μιας πολύτιμης πηγής πληροφοριών για τη μεσοβυζαντινή Κέρκυρα, αξίζει να σταθούμε στην περιγραφή του επεισοδίου με τους Σκύθες πειρατές, γεγονός που συνιστά και τη δεύτερη εξιστορούμενη περιπέτεια του βίου: …Σκυθῶν γάρ ποτε τῇ πέραν καταδραμόντων γῇ, καὶ πρὸς τὴν Νῆσον διαπερασάντων, ὁ μακάριος μηδέν μελλήσας, πρὸς αὐτοὺς παραγίνεται, τὴν ἐκείνων ὁρμὴν εἰρηνικῶς παρεμποδίσαι πραγματευόμενος. Ἀλλ’ οἱ Σκύθαι λῃστρικῶς τοῦτον κρατήσαντες, διὰ μονοξύλων τῇ θαλάσσῃ ἐπέβησαν. Ὅπερ γνόντες οἱ Κερκυραῖοι, καὶ αὐτοὶ διαπλευσάμενοι, κατὰ πρόσωπον αὐτοῖς συνήντησαν˙ καὶ ταῖς τοῦ Ποιμένος εὐχαῖς θαρρήσαντες, θαρσαλέως κατ’ αὐτῶν ὥρμησαν, καὶ σὺν Θεῷ τούτους τροπωσάμενοι, οὓς μὲν μαχαίρας ἔργον ἀπέδειξαν, οὓς δὲ τῇ θαλάσσῃ ἐβύθισαν, τοὺς δὲ λοιποὺς καταδιώξαντες ἐν τῇ λεγομένῃ Τετρανήσῳ πάντας ἀπώλεσαν[1]
Από το παραπάνω περιστατικό θα πρέπει να σταθούμε στην ονομασία των πειρατών, οι οποίοι είναι Σκύθες, γεγονός που συνιστά συνηθισμένο βυζαντινό αρχαϊσμό. Οι Σκύθες αυτοί έχουν ταυτοποιηθεί με τους Ναρεντάνους πειρατές των δαλματικών ακτών, οι οποίοι δημιουργούσαν προβλήματα σ’ ολόκληρη την περιοχή της Αδριατικής[2] και της Βενετίας, η οποία διεξήγαγε επιθέσεις εναντίον τους όχι πάντα ευνοϊκές γι’ αυτήν, Μόνο το 948 ένα ενετικός στόλος αποτελούμενος από τριάντα τέσσερα πλοία καταφέρνει να τους νικήσει και να επιβάλει σχετική ηρεμία στην περιοχή.[3]
Ο επίσκοπος Αρσένιος, λοιπόν, χωρίς ενδοιασμούς, σπεύδει να τους συναντήσει ίσως κάπου στις απέναντι ηπειρωτικές ακτές, προκειμένου να διαπραγματευτεί μαζί τους για να σώσει την Κέρκυρα από τη μανία τους (...τὴν ἐκείνων ὁρμὴν εἰρηνικῶς παρεμποδίσαι πραγματευόμενος). Αυτή, όμως, η πρωτοβουλία του δεν έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, καθώς εκείνοι τον συλλαμβάνουν και επιτίθενται διά θαλάσσης στην Κέρκυρα, Σύμφωνα με το συναξάριο, οι κερκυραίοι αντεπιτίθενται με αποτέλεσμα η ναυμαχία, που επακολουθεί, να έχει ολέθρια αποτελέσματα για τους πειρατές. Οι Κερκυραίοι τους νικούν κατά κράτος βυθίζοντας τα μονόξυλά τους ενώ όσους γλιτώνουν τους καταδιώκουν ως τη λεγόμενη Τετράνησο, όπου τους φονεύουν όλους.
Από την παραπάνω εξιστόρηση, επομένως, προκύπτει ότι η Τετράνησος θα πρέπει να είναι ένα σημείο κοντινό προς την Κέρκυρα κάπου στις απέναντι ακτές, αφού η ναυμαχία έγινε στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ της Κέρκυρας και των απέναντι παραλίων. Το μέρος αυτό θα μπορούσαμε να το ταυτοποιήσουμε με τέσσερα νησάκια που βρίσκονται στο βόρειο στενό της Κέρκυρας σε απόσταση έξι μιλίων από τον Βουθρωτό, κοντά στο σημερινό αλβανικό χωριό Εξαμίλι. Τα νησάκια αυτά αναφέρονται στους ελληνικούς πορτολάνους που έχει δημοσιεύσει ο Α. Delatte ως «λιμάνι καλό για κάθε είδους σκάφος».[4]
Ωστόσο, η εν λόγω νίκη των Κερκυραίων, όσο και αν αναφέρει το συναξάριο ότι αυτοί ταῖς τοῦ Ποιμένος εὐχαῖς θαρρήσαντες, θα πρέπει να ερμηνευθεί, αν εξετάσουμε τη στρατιωτική και ειδικότερα τη ναυτική δύναμη που διέθετε η Κέρκυρα αυτήν την εποχή. Με άλλα λόγια θα πρέπει να δούμε τί δυνατότητες είχε το νησί προκειμένου αφενός να αποκρούσει τέτοιου είδους επιθέσεις αφετέρου να διεξαγάγει νικηφόρα ναυμαχία με τους Ναρεντάνους πειρατές, αφού η Βενετία, όπως είδαμε πιο πάνω, την ίδια εποχή και συγκεκριμένα το 948, χρειάστηκε να εκστρατεύσει με στόλο αποτελούμενο από τριάντα τέσσερα πλοία για να τους νικήσει.[5]
Είναι γνωστή η προσπάθεια δημιουργίας αμυντικής ζώνης στην ευρύτερη περιοχή του Ιονίου με τη σύσταση του ναυτικού Θέματος της Κεφαλληνίας κατά τα μέσα του 8ου αιώνα. Η αμυντική αυτή ζώνη συνίστατο στην αδήριτη ανάγκη προστασίας των νησιών και των παραλίων του δυτικού ελλαδικού χώρου από επιδρομές των μουσουλμάνων της βόρειας Αφρικής και της Σικελίας. Το θέμα, με διοικητική, στρατιωτική και ναυτική βάση την Κεφαλονιά, περιελάμβανε όλα τα Ιόνια νησιά και ίσως μερικά σημεία της δυτικής Ελλάδας και αποτελούσε, παράλληλα, ναυτικό σταθμό για το βυζαντινό στόλο.[6]
Την παραπάνω διοικητική οργάνωση της περιοχής φαίνεται ότι ακολουθεί και η εκκλησιαστική. Σύμφωνα με την λεγόμενη «εικονοκλαστική» Νotitia 3, από τις Notitiae Episcopatuum Ecclesiae Constantinopolitanae, του Darrouzès, που συντάσσεται περίπου το 754, δηλαδή την περίοδο ίδρυσης του ναυτικού Θέματος της Κεφαλληνίας, η Κέρκυρα αποτελεί επισκοπή, η οποία ανήκει στην επαρχία Νέας Ηπείρου με μητρόπολη την Κεφαλονιά. Ωστόσο, στη Νotitia 7 θα δούμε ότι η Κέρκυρα αναγράφεται ως αρχιεπισκοπή[7] και βρίσκεται στην 51η σειρά ενώ η Κεφαλονιά υποβαθμίζεται σε απλή επισκοπή υπό την Μητρόπολη Κορίνθου. Αξίζει, δε, να σημειωθεί ότι η ανωτέρω Notitia (7) τοποθετείται χρονικά περίπου 150 χρόνια αργότερα. Ανάγεται, δηλαδή, στην εποχή του αυτοκράτορα Λέοντος Στ΄ του Σοφού (886–912) επί Πατριάρχου Νικολάου του Μυστικού (901–907 και 912–925).[8] Επομένως, δεδομένου ότι ο ίδιος ο αυτοκράτορας ή εν γένει η κεντρική εξουσία συνήθως καθόριζε τις εκκλησιαστικές περιοχές και προήγαγε μία επισκοπή σε αρχιεπισκοπή και αντίστροφα, ως συνέπεια της εκάστοτε διοικητικής αξιοποίησης του χώρου[9], θα πρέπει να υποθέσουμε ότι τουλάχιστον από τις αρχές του 10ου αιώνα έχει μεσολαβήσει διοικητική υποβάθμιση της Κεφαλονιάς και ταυτόχρονη αναβάθμιση της Κέρκυρας, γεγονός στο οποίο συναινεί η μάλλον μόνιμη παρουσία στο νησί στρατηγού, δηλαδή της ανώτατης αρχής του θέματος.
Αυτό προκύπτει από την αναφορά προς το βασιλιά Όθωνα της Γερμανίας του επισκόπου Κρεμώνας Λιουτπράνδου, ο οποίος το 968, επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη στα χρόνια του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά (963-969). Ο επίσκοπος, μεταξύ των άλλων, περιγράφοντας το ταξίδι της επιστροφής του αναφέρει: Στις 14 Δεκεμβρίου αποπλεύσαμε από την Λευκάδα και, πορευόμενοι μόνοι, αφού, όπως είπα, οι ναύτες είχαν φύγει, φτάσαμε στις 19 στην Κορυφώ. Εκεί, πριν αποβιβαστούμε, μας προϋπάντησε ένας στρατηγός ονόματι Μιχαήλ Χερσωνίτης, δηλαδή από ένα μέρος που ονομάζεται Χερσώνα. (…) Θα σας πω εντούτοις τι του έκανα χάριν φιλίας και τι δέχτηκα σε αντάλλαγμα. Όταν πήγαινα προς την Κωνσταντινούπολη, έφερα στο γιο του εκείνη την πολυτιμότατη επίχρυση ασπίδα, την λεπτά δουλεμένη, που σεις, σεβαστοί μου κύριοι, μου είχατε δώσει μαζί με άλλα δώρα για να τα χαρίσω στους Έλληνες φίλους μου. Τώρα, γυρίζοντας από την Κωνσταντινούπολη, χάρισα στον πατέρα ένα πολυτιμότατο κεντητό φόρεμα. Για όλα αυτά με ευχαρίστησε με τον εξής τρόπο. Ο Νικηφόρος είχε δώσει γραπτή διαταγή οποιαδήποτε ώρα κι αν παρουσιαζόμουν ενώπιόν του, χωρίς χρονοτριβή να με επιβίβαζε και να με οδηγούσε στον Λέοντα τον Κοιτωνίτη…[10]
Από τα λεγόμενα του Λιουτπράνδου, δηλαδή, πληροφορούμαστε σαφέστατα ότι, επιστέφοντας από την Κωνσταντινούπολη, συναντά στην Κέρκυρα έναν στρατηγό, τον Μιχαήλ Χερσιωνίτη, στον οποίο παραδίδει γραπτή διαταγή του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά, χαρίζοντάς του, παράλληλα, ένα πολυτιμότατο κεντητό φόρεμα. Παράλληλα, ο επίσκοπος αναφέρει ότι, πηγαίνοντας στην Κωνσταντινούπολη πάλι χαρίζει στην Κέρκυρα στο γιο του στρατηγού μία πολύτιμη επίχρυση ασπίδα. Επομένως, η παρουσία στο νησί του στρατηγού δεν φαίνεται να είναι τυχαία αλλά μάλλον μόνιμη και είναι πολύ πιθανόν να συνδυάζεται με τη μεταφορά της έδρας του Θέματος της Κεφαλληνίας στην Κέρκυρα,[11] γεγονός που συνεπάγεται την υποβάθμιση και αναβάθμιση των αντίστοιχων επισκοπικών εδρών των δύο νησιών στις αρχές του 10ου αιώνα, όπως αναφέρουν οι παραπάνω notitiae.
Άλλωστε, την ίδια εποχή χάνεται οριστικά για το Βυζάντιο η Σικελία με την πτώση στους Άραβες του Ταυρομενίου (902) και η Κεφαλονιά έχει χάσει πια το στρατηγικό της ρόλο ως ένα από τα περάσματα του βυζαντινού στόλου στη Δύση.[12] Το ρόλο αυτό φαίνεται ότι τον παίζει πλέον η Κέρκυρα, καθώς ο ρόλος της σταδιακά αναβαθμίζεται, λόγω θέσεως, στο πλαίσιο της προσπάθειας της αυτοκρατορίας να αντισταθμίσει την απώλεια της Σικελίας με την ταυτόχρονη εδραίωση της βυζαντινής κυριαρχίας στη νότια Ιταλία,[13] γεγονός, όμως, που απαιτούσε μεγάλες στρατιωτικές κινητοποιήσεις.[14] Άλλωστε, η εδραίωση των βυζαντινών στη νότια Ιταλία ήταν κύρια συνιστώσα της δυτικής πολιτικής της Μακεδονικής δυναστείας, που είχε εγκαινιάσει ο Βασίλειος Α΄ ο Μακεδών και προέβλεπε, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, συμφιλίωση με τον πάπα της Ρώμης και προσεταιρισμό ενός από τα φραγκικά βασίλεια, συνήθως αυτού που βρισκόταν ανατολικότερα.[15] Επιπλέον, σ’ αυτήν την κατεύθυνση ιδρύεται στα τέλη του 9ου αιώνα το Θέμα της Λογγοβαρδίας, στις αρχές του 10ου αιώνα το Θέμα της Καλαβρίας και αργότερα το βραχύβιο και περιορισμένο σε έκταση Θέμα της Λουκανίας.[16]
Επομένως, εξετάζοντας τη νίκη των Κερκυραίων επί των Ναρεντανών πειρατών υπό το πρίσμα του αναβαθμισμένου ρόλου της Κέρκυρας κατά το 10ο αιώνα, όντας πιθανότατα η έδρα του Θέματος της Κεφαλληνίας με μόνιμη παρουσία στρατηγού, θα πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι στο νησί στάθμευαν αρκετές βυζαντινές στρατιωτικές και ναυτικές δυνάμεις ικανές να πλήξουν και συντρίψουν επιθέσεις εξωτερικών εχθρών του κράτους, όπως αυτή των Σκυθών δηλαδή των Ναρεντάνων πειρατών.[17]
Προς στήριξη του συλλογισμού μας, επανερχόμαστε στο συναξάριο του αγίου Αρσενίου, για να σταθούμε στην τελευταία ενότητά του, η οποία είναι αφιερωμένη σε ένα γεγονός που εκ πρώτης όψεως συνιστά μία πραγματική ιστορία, καθώς γίνεται αναφορά στη βασιλεία ενός αυτοκράτορα. Πρόκειται για τα χρόνια της βασιλείας του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου (912-959) και συγκεκριμένα  μετά το 933, έτος κατά το οποίο έγινε πατριάρχης ο Θεοφύλακτος που χειροτόνησε τον Αρσένιο επίσκοπο, και πριν το 959, έτος θανάτου του Κωνσταντίνου του Προρφυρογέννητου. Σύμφωνα, λοιπόν, με το συναξάριο …Καὶ ὀργὴν κατὰ τῶν λογάδων Κερκύρας, παρὰ τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου τοῦ Πορφυρογεννήτου, Υἱοῦ Λέοντος τοῦ Σοφωτάτου κηρυχθεῖσαν, πάντας κελεύουσαν ἀχθῆναι εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, αὐτὸς ἐντέχνως ταύτην διέλυσεν· ὁ γὰρ τὴν ἀρχὴν Κερκύρας παρὰ Βασιλέως δεξάμενος, φιλοχρήματος ὤν, κατ’ αὐτῶν ἀδίκως ἐψεύσατο. Ὁ δέ γε θεῖος Πατήρ, ὑπὲρ αὐτῶν τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν θέμενος, καὶ γήρως καὶ θαλάσσης καὶ χειμώνος ἐπιλαθόμενος, πρὸς τὸν Βασιλέα παρεγένετο· καὶ τὸν ἐκείνου καταπραΰνας θυμόν, συμπαθείας γραμμάτιον ἐδέξατο.
Συγκεκριμένα το συναξάριο μας διηγείται ότι ο Αρσένιος διέλυσεν την ὀργὴν του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Προρφυρογέννητου κατά των λογάδων της Κέρκυρας, που είχε προκληθεί από συκοφαντία ενός κρατικού αξιωματούχου. Αυτός αναφέρεται περιφραστικά ως ὁ τὴν ἀρχὴν Κερκύρας παρὰ Βασιλέως δεξάμενος και ως αιτία των άδικων κατηγοριών του θεωρείται η φιλοχρηματία του. Η κατηγορία ακριβώς δεν δηλώνεται αλλά πρέπει να ήταν σοβαρή αφού ο αυτοκράτορας διέταξε οι λογάδες, οι ευγενείς δηλαδή ή οι οικονομικά ισχυροί του νησιού, να οδηγηθούν στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να λογοδοτήσουν. Επιπλέον, την σοβαρότητα της κατάστασης δείχνει και η απόφαση του Αρσενίου να τους υπερασπιστεί ο ίδιος ενώπιον του αυτοκράτορα αψηφώντας την προχωρημένη του ηλικία, τις κακουχίες ενός τέτοιου ταξιδιού και τον χειμώνα. Έτσι ο Αρσένιος, αξιοποιώντας πιθανότατα τις γνωριμίες του κατά τη θητεία του στην βασιλεύουσα, καθώς ήταν ἄρχων τῶν ἐκκλησιῶν, πριν χειροτονηθεί αρχιεπίσκοπος Κερκύρας, παρουσιάζεται μπροστά στον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο, καταπραΰνει την οργή του και φεύγει εφοδιασμένος με το συμπαθείας γραμμάτιον.
Καταρχήν για το είδος της ρήξης του κρατικού αξιωματούχου με τους κερκυραίους ευγενείς θα μπορούσε να μας βοηθήσει ο αναφερόμενος όρος συμπάθεια, ο οποίος προσανατολίζει σε μία φορολογικής φύσεως υπόθεση, για την οποία αξίζει να σταθούμε. Κατά τον 10ο αιώνα ο γεωργικός κλήρος ενός μέλους μιας αγροτικής κοινότητας ονομάζεται στάσις ή ὑπόστασις και συνήθως αναφέρεται σε μία οικογενειακή αγροτική εκμετάλλευση. Τα σχετικά στοιχεία κάθε φορολογούμενου καταγράφονται στον κώδικα της κοινότητας και αποτελούν ένα στίχο. Κάθε στίχος υπόκειται στο σύνολο των φόρων που του αντιστοιχεί και, αν η ανάλογη φορολογητέα γη (ή μέρος της) έχει πάψει να είναι παραγωγική ή έχει μερικώς εγκαταλειφθεί, οι στίχοι ονομάζονται ἀποκεκινημένοι και ο αντίστοιχος φόρος βαρύνει τον υπεύθυνο που λέγεται τελεστής.[18] Σε περίπτωση ολικής εγκατάλειψης οι στίχοι ονομάζονται ὁλόπτωτοι στίχοι ή ἐξαλειφέντες στίχοι ή ἐξαλείμματα και οι φόροι τους βαρύνουν την κοινότητα. Τότε ο επιθεωρητής ή ελεγκτής των φόρων, ο ἐπόπτης, εκτελώντας την περιοδική του επιθεώρηση, προσαρμόζει τη φορολογία της κοινότητας στη νέα παραγωγική πραγματικότητα. Παραχωρεί, λοιπόν, ανάλογα με την περίπτωση, ορισμένες φορολογικές ελαφρύνσεις, που είναι:
α) Οι κουφισμοί, η προσωρινή μείωση του φόρου για στίχους που είχαν μεν εγκαταλειφθεί αλλά οι τελεσταί (ιδιοκτήτες ή καλλιεργητές) είχαν γνωστή διαμονή και η επιστροφή τους ήταν πιθανή.
β) Η συμπάθεια, η ολική ή μερική απαλλαγή από τους φόρους για μεγάλο χρονικό διάστημα σε περίπτωση που τα ίχνη των τελεστών ή των κληρονόμων τους είχαν χαθεί και
γ) Η οριστική κατάργηση του φόρου όταν οι τελεσταί είχαν εγκαταλείψει τη γη τους για χρονικό διάστημα πάνω από τριάντα χρόνια. Οι αντίστοιχοι στίχοι τότε ονομάζονται κλάσματα ή στίχοι κεκλασματισμένοι. Σ’ αυτήν την περίπτωση η γη περιέρχεται στο κράτος, το οποίο την διαθέτει όπως θέλει. Συνήθως την παραχωρεί δωρεάν ή σε χαμηλή τιμή στην κοινότητα ή σε ιδιώτες, οι οποίοι έχουν την υποχρέωση να πληρώσουν φόρο στο ήμισυ του αρχικού, τον λεγόμενο λιβελλικόν.[19]
Η συμπάθεια, ωστόσο, καθώς και τα υπόλοιπα μέτρα αφορούσαν το μικρό γεωργικό κλήρο και όχι τους πλούσιους και τους μεγάλους ιδιοκτήτες γης ενώ η ρήξη που αναφέρει το συναξάριο αφορά κάποιον τοπικό κρατικό αξιωματούχο με τους οικονομικά ισχυρούς του νησιού. Επομένως, στην περίπτωσή μας, θα πρέπει να προσδώσουμε διαφορετικό νόημα στον όρο. Θα μπορούσαμε να τον ταυτίσουμε με το ἀλληλέγγυον που είχε θεσπίσει ο Βασίλειος Β΄ (976-1025) και όριζε να πληρώνουν οι πλούσιοι τους φόρους των φτωχών, στην περίπτωση που η παραγωγή είχε καταστραφεί.[20]  Όμως η αναφορά του συναξαρίου στη βασιλεία του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου μας απομακρύνει από μία τέτοια προοπτική.
Κατά πάσα πιθανότητα εδώ έχουμε να κάνουμε με μία έκτακτη φορολογία (ἐπήρεια), καθώς οι φορολογούμενοι μιας περιφέρειας συχνά καλούνταν να συμβάλουν στην κάλυψη εκτάκτων δαπανών όπως ο εξοπλισμός και η συντήρηση στρατιωτικών σωμάτων, ο ανεφοδιασμός των οχυρών θέσεων (σιτηρέσιον κάστρων), η κατασκευή γεφυρών, η καστροκτισία κ.α.[21] Μάλιστα, από τις αγγαρείες αυτές, η καστροκτισία, δηλαδή η συμμετοχή των κατοίκων στην οικοδόμηση, επισκευή και συχνά τη συντήρηση των κάστρων, μπορούσε να επιβληθεί από το λογοθέσιον του στρατιωτικού στη μεσοβυζαντινή περίοδο.[22] Ειδικά η φιλοξενία και συντήρηση των στρατιωτών και των αξιωματικών (ἄπληκτον, μιτᾶτον) εθεωρείτο ιδιαίτερα επαχθής.[23] Μάλιστα, μερικές φορές οι φοροεισπράκτορες (διοικηταί) έρχονταν αντιμέτωποι με τους τοπικούς άρχοντες, υπό την προστασία των οποίων έσπευδε να τεθεί ο πληθυσμός της υπαίθρου, ελπίζοντας έτσι να γλυτώσει από τις καταχρήσεις τους.[24] Μία τέτοια περίπτωση, άλλωστε, αναφέρει ο ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης, όταν περιγράφει την κατάληψη της Κέρκυρας από τους Νορμανδούς του Ρογήρου Β΄ το 1147. Κατά τον ιστορικό, οἱ τῆς χώρας οἰκήτορες δηλαδή, προφανώς, οι κάτοικοι της υπαίθρου, επειδή ήταν δυσαρεστημένοι με τον διοικητή του νησιού, ο οποίος χαρακτηρίζεται βαρύς καὶ δυσύποιστος φορολόγος, εξεγέρθηκαν και βοήθησαν στην κατάληψη της Κέρκυρας από μοίρα του νορμανδικού στόλου υπό τον ελληνοσικελό ναύαρχο Γεώργιο Αντιοχέα.[25]
Συνεχίζοντας το συλλογισμό μας, θα μπορούσαμε να σταθούμε στον κρατικό αξιωματούχο που πρωταγωνιστεί στο επεισόδιο που εξετάζουμε. Σύμφωνα με το συναξάριο, το αξίωμά του δηλώνεται περιφραστικά. Είναι ὁ τὴν ἀρχὴν Κερκύρας παρὰ Βασιλέως δεξάμενος. Η εν λόγω περίφραση, όμως, δεν φαίνεται να αφορά έναν απλό υπάλληλο εντεταλμένο για την είσπραξη των φόρων, ο οποίος έφερε τον τίτλο του διοικητοῦ, αλλά «φωτογραφίζει» ένα ανώτερο και σημαντικότερο κρατικό υπάλληλο, στον οποίο ο αυτοκράτορας (βασιλεύς) έχει αναθέσει την ἀρχὴν Κερκύρας, την εξουσία δηλαδή στο νησί. Ωστόσο, τα πρόσωπα, στα οποία ο αυτοκράτορας παραχωρούσε μέρος της πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας του (ἀρχὴ) ήταν οι στρατηγοί, τους οποίους ο ίδιος τοποθετούσε επικεφαλής κάθε θέματος.[26] Επιπλέον, η περίφραση παρὰ Βασιλέως δεξάμενος ανακαλεί στη μνήμη μας την αντίστοιχη έκφραση ἐκ βασιλέως προχειριζόμενος, που εντοπίζουμε στα Τακτικά του Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού, ο οποίος αναφέρεται στο αξίωμα του στρατηγού και τη σχετική μεγαλοπρεπή τελετή αναγόρευσης που γινόταν από τον ίδιο τον αυτοκράτορα στα ανάκτορα.[27]
Επομένως, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι α) ὁ τὴν ἀρχὴν Κερκύρας παρὰ Βασιλέως δεξάμενος είναι ο ίδιος ο στρατηγός ο οποίος προφανώς έχει μόνιμη παρουσία στο νησί, αφού έχει στα χέρια του τὴν ἀρχὴν Κερκύρας, και β) ότι έρχεται αντιμέτωπος με τους οικονομικά ισχυρούς του νησιού, με το μέρος των οποίων τάσσεται αναφανδόν ο Αρσένιος, αφού αυτοί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, εκφράζουν και προστατεύουν τον λαό από έναν ανώτατο κρατικό υπάλληλο, οποίος για να εξοπλίσει με κάστρα την Κέρκυρα και να διατηρεί στρατεύματα στο νησί, όπως αποδείξαμε, προβαίνει σε δυσβάστακτη έκτακτη φορολογία (ἐπήρεια). Η έκτακτη αυτή φορολογία είναι φανερό ότι ήταν μία δυσμενής συνέπεια του εξοπλισμού της Κέρκυρας και του αναβαθμισμένου ρόλου που, όπως τονίσαμε πιο πάνω, κλήθηκε να παίξει το νησί στις αρχές του 10ου αιώνα.
Επιπλέον, η εμπλοκή του Αρσενίου στην υπόθεση των αγγαρειών για τον εξοπλισμό της Κέρκυρας μπορεί να υπαινίσσεται την ευθεία αντιπαράθεση της ίδιας της τοπικής εκκλησίας, καθώς ήδη από την εποχή του Βασιλείου Α΄ είχε επικρατήσει η συνήθεια, μαζί με τους άλλους αξιωματούχους, οι μητροπολίτες και οι αρχιεπίσκοποι καθώς και τα μοναστήρια να συμμετέχουν σε αγγαρείες και να παρέχουν ορισμένο αριθμό ημιόνων και ίππων εν καιρώ εκστρατείας. Τα ζώα αυτά τα έδιναν στον λογοθέτη των αγελών και το γεγονός αυτό συνιστούσε κατ’ ουσίαν ένα είδος επίταξης. Σχετική, δε, είναι η λίγο προγενέστερη από τα γεγονότα διαμαρτυρία του πατριάρχη Νικολάου Μυστικού (901-907, 912-925) προς τον πατρίκιο Φιλόθεο, πιθανότατα δούκα του Οψικίου, ότι οι κληρικοί της μητρόπολης Νικαίας …πρὸς στρατείαν κοσμικήν καταλέγονται καὶ οἱ τὰ ἅγια φέρειν καταξιωθέντες, ἐκείνοι πρὸς στρατιωτικὰς λειτουργίας ἀπάγωνται.[28]
Επίσης, ο στρατηγός του συναξαρίου χαρακτηρίζεται ως φιλοχρήματος και άδικος. Με σχεδόν, όμως, ίδιους υπαινιγμούς αναφέρεται ο Λιουτπράνδος, επίσκοπος Κρεμώνας, στον στρατηγό που, όπως είδαμε, συναντάει στην Κέρκυρα στις 19 Δεκεμβρίου 968: Εκεί, πριν αποβιβαστούμε, μας προϋπάντησε ένας στρατηγός ονόματι Μιχαήλ Χερσωνίτης, δηλαδή από ένα μέρος που ονομάζεται Χερσώνα. Αυτός ο άνθρωπος (…) ήταν αντίθετα, όπως φάνηκε αργότερα, πραγματικός διάβολος στο νου. (…) Μόλις μου έδωσε το φιλί της ειρήνης που όμως δεν φώλιαζε στην καρδιά του, αμέσως όχι μία αλλά τρεις φορές την ίδια μέρα όλη η Κορυφώ, που είναι μεγάλο νησί, δονήθηκε.[29] Επομένως, χωρίς να παραβλέπουμε την εμπάθεια του επισκόπου, θα μπορούσαμε να ταυτίσουμε το στρατηγό, που κατηγόρησε άδικα τους Κερκυραίους στον αυτοκράτορα, με τον Μιχαήλ Χερσωνίτη, καθώς το έτος 968 που τον συναντάει στην Κέρκυρα ο Λιουτπράνδος δεν απέχει πολύ από το 959 έτος θανάτου του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου και άρα terminus post quem αναφορικά με το εν λόγω επεισόδιο της κατηγορίας[30]. Ταυτόχρονα, υπό μία τέτοια προοπτική, το επεισόδιο θα μπορούσε να τοποθετηθεί χρονικά λίγο πριν το θάνατο του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου.
Επομένως, ο 10ος αιώνας βρίσκει την Κέρκυρα να παίζει έναν αναβαθμισμένο ρόλο στο πλαίσιο της προσπάθειας των βυζαντινών να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στην νότια Ιταλία αντισταθμίζοντας την απώλεια της Σικελίας, γεγονός που αποτελεί την κύρια συνιστώσα της δυτικής πολιτικής της Μακεδονικής δυναστείας. Έτσι αναδεικνύεται και πάλι η αξία της γεωστρατηγικής θέσης του νησιού. Άμεση συνέπεια ο εξοπλισμός της Κέρκυρας με στρατεύματα και κάστρα, η συντήρηση των οποίων απαιτούσε βαριά φορολογία, η αναβάθμιση της επισκοπής Κερκύρας σε αρχιεπισκοπή και η μεταφορά στην Κέρκυρα της ίδιας της έδρας του Θέματος της Κεφαλληνίας με μόνιμη παρουσία στρατηγού.

Γεώργιος Γαστεράτος
Υπ. Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου




[1] Σεβαστιανού Νικοκάβουρα, Ἀκολουθίαι τῶν Ἁγίων Ἰάσωνος καὶ Σωσιπάτρου, τῆς Παρθενομάρτυρος Κερκύρας τῆς βασιλίδος, τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου μητροπολίτου Κερκύρας κλπ, Κέρκυρα 1909.
[2] Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι η παπική πρεσβεία του 869 που είχε μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη, κατά την επιστροφή της, καθώς διέπλεε την Αδριατική με κατεύθυνση την Αγκόνα, αιχμαλωτίστηκε από Ναρεντάνους πειρατές (Le Liber pontificalis, έκδ. L. Duchesne, Παρίσι 1892, τ. ΙΙ, σ. 180 κ.ε. σε Ι. Δημητρούκας, «Ενδείξεις για τη διάρκεια των χερσαίων ταξιδιών και μετακινήσεων στο Βυζάντιο (6ος – 11ος αιώνας)», Σύμμεικτα, τχ. 12 (1998), σ. 20.
[3] G. Da Costa-Louillet, «Note complementaire: S. Arsene et les pirates Scythes», Byzantion, τχ. 31 (1961), σ. 367-368.
[4] Α. Delatte, Les Portulans grecs, Bibl. Fac. Philos. et Lettres Univ. Liège 107, Liège – Paris 1947, σ. 203, P. Soustal J. Koder, Nikopolis und Kephallenia, Tabula Imperii Byzantini 3, Wien 1981, σ. 269, G. Da Costa-Louillet, «Note complementaire: S. Arsene et les pirates Scythes», ό.π., σ. 368-369. Ο Μάρμορας τα αναφέρει ως Τετράγια (Andrea Marmora, Historia di Corfu΄, Βενετία 1672, σ. 188).
[5] G. Da Costa-Louillet, «Note complementaire: S. Arsene et les pirates Scythes», ό.π., σ. 367-368.
[6] Αλεξίου Γ.Κ. Σαββίδη, Τα Βυζαντινά Επτάνησα 11ος–αρχές 13ου αιώνα, Το ναυτικό Θέμα Κεφαλληνίας στην υστεροβυζαντινή περίοδο, εκδ. Βιβλιοφιλία, Αθήνα 20072, σ. 13, του ιδίου, «Το Βυζαντινό ναυτικό Θέμα Κεφαλληνίας και οι Νορμανδοί την ενδέκατο και δωδέκατο αι.», στο βιβλίο: Πρακτικά του Ε΄ Διεθνούς Πανιόνιου Συνεδρίου, Αργοστόλι 1989, τ. 1, σ. 49, Σταματούλας Σ. Ζαπάντη, «Το Θέμα Κεφαλληνίας στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία (8ος-12ος αιώνας), Κεφαλληνιακά Χρονικά, τχ. 6 (1992–1994), σ. 9–13, Γεωργ. Ν. Μοσχόπουλος, Ιστορία της Κεφαλονιάς, Αθήνα 20023, σ. 54 και P. Soustal J. Koder, Nikopolis und Kephallenia, ό.π., σ. 175–177.
[7] Οι αρχιεπίσκοποι του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως κατά τους μέσους χρόνους ονομάζονταν «αυτοκέφαλοι» και δεν ανήκαν στη δικαιοδοσία του μητροπολίτη της επαρχίας αλλά σε εκείνην του Πατριάρχη. Από αυτόν, άλλωστε, χειροτονούνταν και το όνομά του μνημόνευαν [Χρυσόστομου Παπαδόπουλου Αρχιεπισκόπου Αθηνών, «Ο τίτλος του Αρχιεπισκόπου», Θεολογία, τχ. 13 (1933), σ. 290].
[8] Jean Darrouzès, Notitiae Episcopatuum Ecclesiae Constantinopolitanae, εκδ. Institut Français d’ Études Byzantines, Paris 1981, σ. 55 και 274.
[9] Μαρία Λεοντσίνη, «Πολιτικές μεταβολές και εκκλησιαστική διοίκηση στο Ιόνιο (6ος-11ος αι.)», στο βιβλίο: Πρακτικά Ζ΄ Πανιονίου Συνεδρίου (Λευκάδα 26-30 Μαΐου 2002), Αθήνα 2004, τ. Α΄, σ. 456 και Gérard Walter, Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο στον αιώνα των Κομνηνών (1081-1180), μετάφραση Κ. Παναγιώτου, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2007, σ. 76.
[10] Λιουτπράνδος της Κρεμώνας, Πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη του Νικηφόρου Φωκά, εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια Δημήτρης Δεληολάνης, εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 1998, σ. 67-69 και Ι. Δημήτρουκας, «Παρατηρήσεις σχετικά με το ταξίδι της επιστροφής του Λιουτπράνδου», Σύμμεικτα, τχ. 11 (1997), σ. 80.
[11] Βλ. σχετ. Διον. Α. Ζακυθηνού, «Μελέται περί της διοικητικής διαιρέσεως και της επαρχιακής διοικήσεως εν των Βυζαντινώ κράτει», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, τχ. 17 (1941), σ. 244 και Ηélène Ahrweiler, «Recherches sur l’ administration de l’ empire byzantin aux Ixe – Xie siècle», BCH, τχ. 84 (1960), σ. 51.
[12] Ήδη από τον 6ο αιώνα η Κεφαλονιά μαζί με τη Ζάκυνθο αποτελούσαν σταθμό ανεφοδιασμού του βυζαντινού στόλου με προορισμό τη Σικελία (Procopii Caesariensis opera omnia: De Bellis libri I-VIII, έκδ. J. HauryG. Wirth, Leipzig 1962, liber II, σ. 478).
[13] Βυζαντινά στρατεύματα στη Δύση (5ος-11ος αι.), Έρευνες πάνω στις χερσαίες και ναυτικές επιχειρήσεις: Σύνθεση και αποστολή των βυζαντινών στρατευμάτων στη Δύση, Ερευνητική Βιβλιοθήκη 5, Πρόγραμμα: Τράπεζα Πληροφοριών Βυζαντινής Ιστορίας, Συγγραφείς: Β. Βλυσίδου, Στ. Λαμπάκης, Μ. Λεοντσίνη, Τ. Λουγγής, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Ινστιτούτο Βυζαντινών Σπουδών, Αθήνα 2008, σ. 338, 347, 348, 371. «Για μία ναυτική αυτοκρατορία όπως η βυζαντινή, η κατοχή και ο έλεγχος της Σικελίας είχε πολύ μεγάλη σημασία∙ το νησί-κλειδί της Μεσογείου διαδραμάτιζε ένα διπλό ρόλο: α) συνέδεε την Κωνσταντινούπολη με τις δυτικές της κτήσεις και β) λειτουργούσε σαν προστατευτική ασπίδα για την Ιταλία και τις δυτικές ακτές της Ελλάδας» (Δ. Γκαγκτζής - Μαρία Λεοντσίνη - Αγγελική Πανοπούλου, «Πελοπόννησος και Νότια Ιταλία: Σταθμοί επικοινωνίας στη μέση βυζαντινή περίοδο», στο βιβλίο: Πρακτικά του Β΄ Διεθνούς Συμποσίου Η επικοινωνία στο Βυζάντιο, Κέντρο Bυζαντινών Ερευνών/Ε.Ι.Ε., Αθήνα 1993, σ. 469-470).
[14] Προϋπόθεση για την ασφαλή μεταφορά βυζαντινών στρατευμάτων στην Ιταλία η εκκαθάριση των δυτικών θαλασσών της αυτοκρατορίας από τον αραβικό στόλο, γεγονός που επιτυγχάνεται από τον Βασίλειο Α΄ με την πραγματοποίηση μεγάλης ναυτικής εκστρατείας με στόλο αποτελούμενο από 140 πλοία και με επικεφαλής τον αραβογενή Νάσαρ. Ακολούθως, ο Νάσαρ κατευθύνεται στη Σικελία, όπου νικά τους Άραβες το 879 σε μεγάλη ναυμαχία στα νησιά Λιπάρες ενώ το 880 νικά και πάλι τους Άραβες κοντά στο νησί Στῆλαι (Βασιλική Ν. Βλυσίδου, «Αντιδράσεις στη δυτική πολιτική του Βασιλείου Α΄», ό.π., σ. 129.
[15] Βασιλική Ν. Βλυσίδου, «Προσέγγιση ή εχθρότητα με τη Δύση; Βυζάντιο και Ευρώπη τον 9ο και 10ο αιώνα», σ. 110-111, Αποθετήριο Ήλιος, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (http://helios-eie.ekt.gr/EIE/?locale=el)
[16] Jean - Marie Martin, «Η βυζαντινή Ιταλία (641-1071)», στο βιβλίο: Ο Βυζαντινός κόσμος, διεύθυνση Jean-Claude Cheynet, μετάφραση Αναστασία Καραστάθη, επιμέλεια Γιασμίνα Μωυσείδου Αργύρης Παπασυριόπουλος Άννα Μαραγκάκη, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2011, σ. 647-649, Vera von Falkenhausen, Untersuchungen über die byzantinische Herrschaft in Süditalien vom 9. bis ins 11. Jahrhundert, Βισμπάντεν 1967, σ. 67-68 και A. Guillou, «Geografia amministrativa del katepanato bizantino dItalia (IX-XIsec.)», Calabria bizantina, Reggio Calabria 1974, [=Culture et société en Italie byzantine (VIe-IXe s.), εκδ. Variorum Reprints, Λονδίνο 1978, αρ. ΙΧ].
[17] Ακριβώς στο πλαίσιο του αναβαθμισμένου ρόλου της Κέρκυρας φαίνεται ότι εντάσσεται ένα πρόγραμμα εξοπλισμού της, καθώς στην ίδια εποχή (10ος αι.) ανάγονται οχυρωματικά έργα ευρείας κλίμακας, όπως η ανέγερση στις δυτικές ακτές των κάστρων Αγγελόκαστρο και Γαρδίκι, σύμφωνα με ανακοίνωση σε διημερίδα (2010) της Εφορείας βυζαντινών αρχαιοτήτων Κερκύρας. Για τα κάστρα αυτά είχε διατυπωθεί παλιότερα η άποψη ότι κατασκευάστηκαν από τον Μανουήλ Α΄ Κομνηνό (1156-1180) (Γεωργίου Λινάρδου, Το Αγγελόκαστρο, Δημοσιεύματα Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών, Κέρκυρα 1981, σ. 9). Συνεχίζοντας το συλλογισμό μας, θα μπορούσαμε να εντάξουμε στην ίδια περίοδο και άλλες οχυρώσεις της δυτικής ακτής, όπως το προϋποτιθέμενο Παλαιόκαστρο, στο χώρο που βρίσκεται σήμερα η μονή της Υ.Θ. Παλαιοκαστρίτισσας – Παλαιοκαστρίτσας και τα μεσαιωνικά τείχη της περιοχής «Πόρτο Τιμόνι» του Αφιώνα (βλ. σχετ. Παναγιώτα Τζιβάρα-Σπύρος Καρύδης, Η βιβλιοθήκη της Μονής Παλαιοκαστρίτσας Κερκύρας, εκδ. Ιερά Μονή Υ.Θ. Παλαιοκαστριτίσσης Κερκύρας [Πηγές και Μελετήματα αρ. 1], Αθήνα 2001, σ. 19 και  Γιώργος Κ. Σουρτζίνος, Κέρκυρα, ταξίδι στο χρόνο, εκδ. Ιστορική – Λαογραφική Εταιρεία Ελλάδος, Κέρκυρα 20063, σ. 118, 119, 121).
[18] Νικόλαος Σβορώνος, «Οικονομία – Κοινωνία», στο βιβλίο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Βυζαντινός Ελληνισμός – μεσοβυζαντινοί χρόνοι), εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1979, τ. Η΄, σ. 192-193.
[19] Νικόλαος Σβορώνος, «Οικονομία – Κοινωνία», ό. π., σ. 193. Βλ. σχετ. Angeliki Laiou, The economy history of Byzantium, εκδ. Dumbarton Oaks Research Library and Collection, Washington 2002, σ. 281 και λήμμα sympatheia στο Oxford Dictionary of Byzantium (Alexander P. Kazhdan).
[20] Ιωάννου Σκυλίτση, Χρονογραφία, Νεοελληνική μετάφραση με τις μικρογραφίες του κώδικα της Μαδρίτης, εισαγωγή-μετάφραση Διονύσιος Ιω. Μούσουρας, πρόλογος Αγαμέμνων Τσελίκας, εκδόσεις Μίλητος, σ. 392-393 και Νικόλαος Σβορώνος, «Οικονομία – Κοινωνία», ό. π., σ. 195-196.
[21] Νικόλαος Σβορώνος, «Οικονομία – Κοινωνία», ό. π., σ. 190.
[22] Αλκμήνης Σταυρίδου – Ζαφράκα, «Η αγγαρεία στο Βυζάντιο», Βυζαντινά, τχ. 11 (1982), σ. 23, 32.
[23] Jean-Claude Cheynet, «Η αυτοκρατορική διοίκηση», στο βιβλίο: Ο Βυζαντινός κόσμος, διεύθυνση Jean-Claude Cheynet, μετάφραση Αναστασία Καραστάθη, επιμέλεια Γιασμίνα Μωυσείδου, Αργύρης Παπασυριόπουλος, Άννα Μαραγκάκη, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2011, τ. Β΄, σ. 230.
[24] Jean-Claude Cheynet, «Η αυτοκρατορική διοίκηση», ό.π., σ. 253.
[25] Νικήτας Χωνιάτης (έκδοση Van Dieten), σ. 72-73, P. Soustal J. Koder, Nikopolis und Kephallenia, ό.π., σ. 178-179, Δημήτριος Τσουγκαράκης, «Η βυζαντινή Κορυφώ: Κάστρον ή πόλις», Ανάτυπο από τα Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου Κέρκυρα 2-25 Μαΐου 1998 Κέρκυρα, μία μεσογειακή σύνθεση: νησιωτισμός, διασυνδέσεις, ανθρώπινα περιβάλλοντα, 16ος -19ος αι., Κέρκυρα 1998, σ. 225-226, Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, Το βυζαντινό κράτος, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 213 και Αλεξίου Γ. Κ. Σαββίδη, Τα βυζαντινά Επτάνησα 11ος – αρχές 13ου αιώνα, Το ναυτικό θέμα Κεφαλληνίας στην υστεροβυζαντινή περίοδο, ό.π., σ. 36-39.
[26] André Guillou, Ο βυζαντινός πολιτισμός, μετάφραση Paolo Odorico - Σμαράγδα Τσοχανταρίδου, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1996, σ. 173.
[27] Πολύμνιας Κατσώνη, «Η μισθοδοσία των στρατηγών των θεμάτων. Προβλήματα και ερμηνείες», Βυζαντινά, τχ. 22 (2001), σ. 206.
[28] Αλκμήνης Σταυρίδου – Ζαφράκα, «Η αγγαρεία στο Βυζάντιο», Βυζαντινά, τχ. 11 (1982), σ. 41-42.
[29] Λιουτπράνδος της Κρεμώνας, ό. π., σ. 76-69.
[30] Δημήτριος Τσουγκαράκης, «Η βυζαντινή Κορυφώ: Κάστρον ή πόλις», ό. π., σ. 223 και Μαρία Λεοντσίνη, «Πολιτικές μεταβολές και εκκλησιαστική διοίκηση στο Ιόνιο (6ος-11ος αι.)», ό. π., σ. 466. Εξάλλου, το διάστημα των εννέα ετών, που μεσολαβεί, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί, αν δεχτούμε για το στρατηγό τη συνηθισμένη ανανέωση της θητείας του, η οποία φαίνεται ότι ήταν καταρχήν τετραετής. Κατά τον ίδιο τρόπο, αν μεσολαβούσε κάποιο αρνητικό γεγονός στη θητεία του, συνέβαινε ανάκληση ή ανατροπή του στρατηγού (Πολύμνιας Κατσώνη, «Η μισθοδοσία των στρατηγών των θεμάτων. Προβλήματα και ερμηνείες», ό.π. σ. 209).

Related Posts with Thumbnails