© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014

Οδυσσέας Ελύτης – π. Παναγιώτης Καποδίστριας στη Σίκινο

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ


Η Παναγία η Παντοχαρά είναι δεσποτική εικόνα στο τέμπλο του καθολικού της Μονής Στροφάδων του 15ου αιώνα. Ο Οδυσσέας Ελύτης την είχε δει και είχε εκφράσει την επιθυμία να χτίσει εκκλησάκι στο όνομά της στη Σίκινο, όπου δεν είχε πάει ποτέ. 


Την νοητή μετοικεσία του ποιητή πραγμάτωσε η Ιουλίτα Ηλιοπούλου το καλοκαίρι του 2011. Γι’ αυτό το λευκό, πάνω στο βράχο εκκλησάκι, ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας, ποιητής και φίλος του Ελύτη, έγραψε το ποίημα που ακολουθεί και περιλαμβάνεται στην τέταρτη ενότητα της συλλογής Ανακαλυπτήρια, 2014:

                               ΤΗΣ ΠΑΝΤΟΧΑΡΑΣ
                                                              του Ελύτη

                             Στη Σίκινο
                             κινώ το χέρι προς τα Σε

                             και με βλέμμα κοινό
                             -εκείνο των φευγάτων-
                             μετακινώ απ’ το κολάζ
                             για χάρη Σου στον βράχο
                             ναό σε γαλάζιο λευκό

                             σκήτη να ’χεις ευάερη
                             ευήλια να παρθενεύεις.
                                                                                    (6.8.2011).         

Παρακολουθώντας τις λέξεις μία μία βλέπω ότι έχουν επιλεγεί έτσι ώστε το ρήμα «κινώ» (οι τονισμοί δικοί μου), καθώς και η αντωνυμία και το επίθετο να συμμετέχουν ακουστικά σ’ αυτή τη μετακίνηση που ο ποιητής π. Παναγιώτης επιχειρεί. Μια κίνηση μεγάλης συναισθηματικής αξίας και παράλληλα «μια κίνηση μικρή σαν του κλειδούχου»[1]. Μετακινεί από το κολάζ (αγαπημένη ενασχόληση του Ελύτη και συμπληρωματική της ποίησης) στο βράχο,  «ναό σε γαλάζιο λευκό … σκήτη… ευάερη και ευήλια» να παρθενεύει. Η εικόνα μου δίνει την εντύπωση ενός γιγαντιαίου χεριού -θεϊκού- που συμπληρώνει από ψηλά την ψηφίδα που έλειπε και υλοποιεί την επιθυμία του ποιητή, στην οποία συχνά στην ποίησή του επανέρχεται: «Σε μεγάλη απόσταση μέσα στην ευωδιά του δυόσμου αναλογίστηκα πού πάω   κι είπα  για να μη μ’ έχει του χεριού της η ερημιά  να βρω εκκλησάκι να ’χω να μιλήσω … («Η Κόρη που ’φερνε ο Βοριάς») και έτσι  «Από τέσσερις πέτρες και λίγο θαλασσινό νερό είχα / Κάνει Ναό και κάθομουν να τον φυλάγω…» («Περί Πολιτείας»).
Το ποίημα του π. Παναγιώτη δεν έχει δυσκολίες στην προσέγγισή του, είναι ένα λιτό αφιέρωμα στον Ελύτη, συνθεμένο από τα υλικά που ο ίδιος αγαπούσε· γαλάζιο και λευκό εκκλησάκι «με την ιερατική του ασβέστη … αίγλη και ομορφιά», («Θεοκτίστη»), πάνω στους βράχους, όπου η Μαρίνα του «ολημερίς και ολονυχτίς γύριζε» και τελικά «τη βρήκε σ’ ένα ταρατσάκι να την ξυλώνει ο δυνατός αέρας», («Αρχέτυπον»). Δεν αναφέρεται, αλλά εκ των ων ουκ άνευ είναι η θάλασσα, μητέρα Παναγιά που «το πέλαγο κρατούσε στην ποδιά της / Τη Σίκινο, την Αμοργό και τ' άλλα τα παιδιά της» («Τα τζιτζίκια»). Η επιθυμία του λοιπόν λάμπει στα λευκά της και σαν σχήμα πρωθύστερο ο στίχος «Έσπρωξα τη μικρή ξύλινη πόρτα κι άναψα κερί που μια ιδέα μου είχε γίνει αθάνατη» («Η Κόρη που ’φερνε ο βοριάς») δίνει υλοποιημένη και απαστράπτουσα την ιδέα .
Πάντα κόντρα στον άνεμο, μπροστά στη θάλασσα, μπαλκόνι ή κατάστρωμα στο πέλαγος, ένα μικρό κάτασπρο εκκλησάκι, λιτό, όπως ο βράχος ή ο λόφος που το φιλοξενεί, λιτό και το ποίημα του π. Παναγιώτη. 
Το ποίημα φέρει χρονολογική ένδειξη «6.8.2011». Το έτος δείχνει τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Ελύτη. Η 6η 8ου όμως είναι η εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Και επειδή δεν πιστεύω πως η ημερομηνία είναι τυχαία, εκφράζω την πίστη πως επιλέχτηκε για την «μεταμόρφωση» του ποιητή σε άγγελο, που πάντα υπήρξε άγγελος της ποίησης και κόμισε νέα στοιχεία ανανεώνοντας - αναπαλαιώνοντας, «Όπως ύστερα που κάποιος άγιασε και τα καινούρια φαίνονται κι εκείνα σαν παλαιά» και «τα παλαιά φαίνονται πάλι κι εκείνα σαν καινούρια»[2].
Θα επικαλεστώ εδώ ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Πωλ Βαλερύ, Ευπαλίνος ή ο Αρχιτέκτων, όπου ο Ευπαλίνος μιλάει στον Φαίδρο: «αν ήξερες τι είναι για μένα εκείνος ο μικρός ναός που έχτισα για τον Ερμή… Εκεί που ο διαβάτης δεν βλέπει παρά ένα κομψό μικρό ιερό -μικροπράματα είναι: τέσσερις κίονες, ρυθμός πολύ απλός- έβαλα εγώ την ανάμνηση μιας λαμπερής ημέρας της ζωής μου… Ο λεπτοκαμωμένος αυτός ναός… είναι η μαθηματική εικόνα μιας Κόρης… Παρασταίνει πιστά τις ιδιαίτερες αναλογίες της. Για μένα ζει»[3].   
Μεταφέροντας στα καθ’ ημάς το παράδειγμα, μπορούμε να πούμε πως το εκκλησάκι της Παντοχαράς είναι η περίληψη όλων εκείνων που αναφέρει στην ποίησή του ο Ελύτης και προετοιμάζει την ιδεατή εγκατάστασή του, γίνεται ο ίδιος εκκλησάκι και «Παντοχαρά». «Ανακάθισε ύστερα κι έβαλε ήρεμα στο πλάι του τον γκρεμό / Από το άλλο μέρος άπλωσε προσεχτικά ένα κομμάτι θάλασσας, όλο ριπές γαλάζιες»[4], εκεί ήδη  έχει βρει «τρόπο ευάερο για τ’ Όχι και το Ναι» του, κατά το στίχο του π. Παναγιώτη[5], αποδεχόμενος «το Δεν και το Αδύνατον του κόσμου ετούτου» κατά το στίχο τον δικό του[6].  Εκεί, στην αγκαλιά του βράχου, όπως το θείο βρέφος στην αγκαλιά της Παρθένου, ακούει το τραγούδι των σειρήνων, από εκεί χαιρετά τη γοργόνα, το τρικάταρτο που διασχίζει τη θάλασσα, τα δελφίνια που παίζουν με τη δαντέλα των αφρών, τη χελιδόνα που «θέρισε τα βλέμματα των νοσταλγών της» και έγινε «μεσημέρι»[7]. Και  να ’τον «τ’ απογεύματα έξω στο πεζούλι» να κρατιέται «στις κακοκαιρίες»[8] σε ένα ηλιόλουστο διαρκές καλοκαίρι. Πέρα από τα  Δυτικά της Λύπης όπου «Ποίηση μόνο είναι /Κείνο που απομένει. Ποίηση. Δίκαιη και ουσιαστική κι ευθεία»[9], η χώρα του Αύριο, αισθητοποιημένη στη Σίκινο, στη θάλασσα, στον ήλιο, στον αέρα, σ’ ένα εκκλησάκι που ρωτά ανάκουστα: «φιλείς με;», ο ποιητής απολαμβάνει την αιωνιότητά του.

Ο π. Παναγιώτης, με τη διπλή του ιδιότητα, έγραψε και το ακόλουθο Απολυτίκιο, όπως τα χρόνια εκείνα τα βυζαντινά οι ενδεδυμένοι το ράσο έγραφαν τους ύμνους της Εκκλησίας και έσωζαν τα κλασικά κείμενα στις βιβλιοθήκες.   

Α Π Ο Λ Υ Τ Ι Κ Ι Ο Ν
Παντοχαρς το λύτη
ες νσον Σίκινον
ποιηθν π π. Παναγιώτου Καποδίστρια

χος α΄. Το λίθου σφραγισθέντος.

Τς χάριτος γαστέρα,
χαρς πάντων μητέρα,
τν τν ποθεινν ν τ κόσμ
ποιητν ναβλύζουσαν,
πανδήμως τιμμεν κα μες
σχεδίαν τ κλύδωνι σωστικήν,
ορανίσασαν νθρώπων τ χοϊκόν,
τ γ τ θεον δεικνσα.
Χαίροις, γλυκυτάτη Παντοχαρά,
χαίροις, σχάτων πρόναος,
χαίροις, ραιότης λλογος, θεοπερίχυτη.

[Zάκυνθος, 27 Ιουλίου 2011]

Ούτε αυτό το ποίημα χρειάζεται ερμηνεία. Είναι κατανυκτικό, υμνητικό, τιμά την Παναγία την «ορανίσασαν νθρώπων τ χοϊκόν», την «γλυκυτάτην» και «θεοπερίχυτην» και τιμά τον ποιητή «σχεδίαν τ κλύδωνι σωστικήν», διότι η ποίηση του Ελύτη είναι παρηγορητική, ελεητική, γλυκοφιλούσα και «παντοχαρά» με την ιδέα μιας «άλλης» χαράς που ενέχει θλίψη και μελαγχολία, αλλά και ελπίδα, που στάζει σταγόνες φως στο σκοτάδι, όπως λάμπει στο καντήλι το λάδι. Ο ποιητής του «Απολυτίκιου», αλλά και του ποιήματος «Της Παντοχαράς», σαν άγγελος Αστροφόρος φέρνει στα μάτια μας μια θάλασσα κι ένα νησί και με χέρι στιβαρό και γενναίο συμπληρώνει το εκκλησάκι που λείπει για Κείνον που έρχεται πιωμένος φως να το κατοικήσει. Συγχρόνως, απευθύνει το «Χαίρε» σ’ Εκείνην που είναι των «εσχάτων πρόναος» και ωραιότητος «έλλογος», για Κείνην που μεταμορφώθηκε σε εκκλησάκι για να τον στεγάσει. 
Κι αν ο τιμώμενος Ελύτης είναι στο πρώτο πλάνο, ο τιμών ποιητής Καποδίστριας, επίσης πρώτος, μας προσφέρει την κάθαρση που από τη σεμνή ποίησή του απορρέει.




[1] Το Φωτόδεντρο, «Περί Πολιτείας».
[2] Το Φωτόδεντρο, «Των Βαΐων».
[3] Πρόλογος: Άγγελος Σικελιανός, μετ:  Έλλη Λαμπρίδη, Επίμετρο: Γ. Σημαιοφορίδης,  Εκδ. Άγρα 1988, σελ. 36.
[4] Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, «Κυριακή, 5β» με υπότιτλο «Το τέλος του Αλέξανδρου».
[5] Ανακαλυπτήρια, «Eternal Sunshine».
[6] Το Φωτόδεντρο, «Ο κήπος του Ευωχείρ».
[7] Έξη και Μια Τύψεις Για Τον Ουρανό, «Καταγωγή του τοπίου ή Το τέλος του ελέους».
[8] Ημερολόγιο, «Τρίτη, 7».
[9] Δυτικά της Λύπης, «Ως Ενδυμίων». 

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

Ανδρέα Γ. Λίτου, ΤΑ ΚΡΙΤΑΜΑ (ποίημα)


Να είναι μπροστά μου, 
αστραφτερός ο παράδεισος. 
Στις πλάτες μου φτερουγίζει, 
με κυνηγάει φαντασία ξελογιάστρα. 
Στις δροσερές ακρογιαλιές, 
νόστιμα τα κρίταμα, 
ανούσια τα κρίματα. 
Γιγαντώνεται το φάντασμα 
λιγοστεύει η αντοχή. 
Τα εσόμενα άγνωστα, 
δικά μου τα όμορφα.

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

Ο τρισινολόγος

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Γράφαμε την προηγούμενη βδομάδα για μια λέξη δική μας, ζακυνθινή, που όμως είναι γνωστή και χρησιμοποιείται και σε όλα τα άλλα Επτάνησα, από την βόρεια Κέρκυρα, μέχρι τα ακριτικά και για μας Κύθηρα. Σε κάθε μέρος, μάλιστα, με μικρές παραφθορές στην προφορά, χρησιμοποιείται με την ίδια σημασία και σημαίνει την ζωηρή και καπάτσα γυναίκα. Πρόκειται, σας θυμίζω, για την λέξη: «σολνταδίνα», που σίγουρα όλοι κάποτε την είχαμε ακούσει.
   Σήμερα θ’ ασχοληθούμε με μιαν άλλη λέξη του τοπικού μας λεξιλογίου, η οποία, σε αντίθεση με την προηγούμενη, αν δεν κάνω λάθος, είναι καθαρά δική μας, μια και δεν προέρχεται από δάνειο, αλλά είναι καθαρά δημιούργημα ντόπιας νοοτροπίας. Η λήξη αυτή είναι ο «τρισινολόγος» και δεν εκφράζει τίποτα άλλο από τον γνωστό σε όλους μας πήλινο κουμπαρά.
   Η λέξη «κουμπαράς» προέρχεται, σύμφωνα τουλάχιστον μ’ αυτά που βρήκα στο «Μείζον Ελληνικό Λεξικό» των εκδόσεων Τεγόπουλος – Φυτράκης, που πάντα έχω στο γραφείο μου και συμβουλεύομαι, από την ανάλογη τουρκική Kumbara,  η οποία σημαίνει ακριβώς το ίδιο και ως εκ τούτου είναι από δύσκολο, μέχρι απίθανο να χρησιμοποιείται στον Ιόνιο χώρο, άρα και στην Ζάκυνθο.
   Στην Κέρκυρα και τα άλλα Επτάνησα για το ίδιο αντικείμενο έχουν την λέξη «μουζίνα», δάνειο αναμφίβολο και έτσι ονομάζουν το παλιότερα απαραίτητο αυτό αντικείμενο αποταμίευσης, το οποίο, σαν μια μικρή, ιδιωτική τράπεζα, εξασκεί, κυρίως, τα μικρά παιδιά στην οικονομία και την διαχείριση των χρημάτων τους.
   Εδώ δεν την έχω ακούσει ποτέ, αλλά ούτε και την έχω συναντήσει πουθενά, σε παλιότερα κείμενα. Την αναζήτησα και στο πολύτιμο «Λεξικόν» του χαλκέντερου Λεωνίδα Ζώη, αλλά ομολογώ πως ούτε εκεί την βρήκα. Και αυτό επειδή η λέξη που χρησιμοποιούσαμε και εμείς παιδιά εδώ στο Τζάντε γι’ αυτό το αγαπητό κάποτε κατασκεύασμα των καμιναραίων δεν έχει ούτε αρχαιοελληνική, ούτε ιταλικά, ούτε βενετσιάνικη προέλευση, όπως στα άλλα νησιά, αλλά είναι δική μας εφεύρεση και δείχνει το σπιρτόζο και δημιουργικό ζακυνθινό πνεύμα. Αν θυμάστε, οι παλιότεροι και αν γνωρίζετε οι νεότεροι, ο πήλινος κουμπαράς στη Ζάκυνθο λέγεται «τρισινολόγος».
   Όσο και αν ψάξετε σε λεξικά, όσο και αν προσπαθήσετε, είναι δύσκολο να βρείτε την ετυμολογία της, γιατί, όπως σημειώσαμε και παραπάνω, δεν την έχουμε πάρει από πουθενά, αλλά είναι μια καθαρά δική μας, Τζαντιώτικη εφεύρεση.
   Και να από το πού προήλθε:
   Παλιότερα, όταν οι γονείς μάθαιναν τα παιδιά τους να κάνουν οικονομία, φυλάγοντας κάτι από το υστέρημά τους, για να επαληθευθεί η λαϊκή παροιμία: «Όποιος φυλά το δείπνο του, έχει το κολατσιό του», τα έβαζαν, όταν έριχναν στον κουμπαρά τους το πρώτο κέρμα, να λένε το εξής: «Εν αρχή ην ο λόγος, τρις είν’ ο λόγος».
   Η συνήθεια αυτή, δίχως αμφιβολία, ήταν μια επίκληση του θείου, απαραίτητη σε κάθε αρχή και ενέργεια την εποχή εκείνη, για να γεμίσει το πήλινο δοχείο γρήγορα και να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός.
   Η πρώτη φράση προέρχεται από το γνωστό χωρίο του ευαγγελίου του Ιωάννη, το οποίο διαβάζεται θεατρικά, κατά το τοπικό έθιμο, στην λειτουργία της Λαμπρής. Σε κάθε στίχο του ο ιερέας – αναγνώστης σταματά και οι πιστοί χτυπούν κουδουνάκια, μέσα στην εκκλησία, από τα στασίδια τους, ενώ τους συνοδεύουν τα χαρούμενα σένια του καμπαναριού, τα οποία μεταδίδουν την χαρούμενη είδηση της Ανάστασης σε όλη την γειτονιά. Ως εκ τούτου η φράση είναι αρκετά γνωστή και οικεία σε όλους, ιδιαίτερα στα παιδιά και παραπέμπει σε χαρά και θρίαμβο. Γι’ αυτό πιθανόν χρησιμοποιείται στην αρχή.
   Η δεύτερη φανερώνει την τριαδικότητα του Θεού, κάτι που είναι απαραίτητο σε κάθε ξεκίνημα και μας παραπέμπει στην γνωστή και από την εκκλησία μας φράση, την οποία σε ανάλογες περιπτώσεις χρησιμοποιούν οι μεγάλοι: «Εις το όνομα της Αγίας Τριάδος».
   «Τρις είναι ο λόγος», λοιπόν, και ως εκ τούτου ο κουμπαράς στη Ζάκυνθο ονομάζεται «τρισινολόγος».
   Τα Καμίνια έχουν κλείσει πια και δεν νομίζω πως μπορείς στις μέρες μας να βρεις κάπου «τρισινολόγο». Αν τον ζητήσεις έτσι, μάλιστα, ίσως σε κοιτάξει παράξενα ο ιδιοκτήτης του καταστήματος, που είχες το θράσος να τον ταλαιπωρήσεις, ενώ αυτός προσπαθούσε να πουλήσει κάτι στους τουρίστες του νησιού μας. Όμως έτσι μας τον έλεγαν, όταν είμαστε παιδιά, οι δικοί μας. Γι’ αυτό και το σημερινό κείμενο.
   Η γλώσσα είναι το δείγμα του πολιτισμού του κάθε λαού και ο «τρισινολόγος» η επαλήθευση του δικού μας. Μακάρι όταν σπάει, να είναι γεμάτος!

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Μικρή εναρκτήρια πλεύση, εν μέρει νυκτερινή, Adagio ma non troppo [19, 20, 21 Σεπτεμβρίου 2014, Άλιμος-Αίγινα-Άλιμος]

Γράφει η Πηνελόπη Παπαϊωάννου
 
Πλαγιοδρομία με 3 μποφόρ και ταχύτητα πλεύσης 6 κόμβων,  Sun Odyssey 1993, 10m, 2m καρίνα
Το αίτημα του θηλυκού νεοσσού της οικογένειας για μία ευκαιρία εγκαινίων της καραβοκυραίικης σταδιοδρομίας του έμενε ανεπίδοτο και επαναλαμβανόταν ανυπόμονο ήδη από την ημερομηνία απόκτησης του ανάλογου ερασιτεχνικού διπλώματος. Η περυσινή απόπειρα για αυτά τα εγκαίνια επιβεβαίωσε τις μητρικές επιφυλάξεις (οι οποίες είχαν ωστόσο καταχωριστεί από τη νεόκοπη θαλασσολέαινα στον φάκελο με τις μαμαδίστικες τερατολογίες) και απλώς ενίσχυσε τη φλόγα της για κατάκτηση των πέντε θαλασσών.
Η δικαίωση αυτή δεν συνοδεύτηκε από πανηγυρισμούς, αλλά μάλλον από αυτοσαρκαστική διαχείρισή της ως δείκτη σοφίας ανεπιθύμητης,  επειδή την έφερε ο χρόνος κλέβοντας την αλλοτινή παρρησία, τη φουσκωμένη από αέρα επιτυχίας και την εδραιωμένη στην εκτίμηση των προθέσεων και των ικανοτήτων, τις οποίες όμως ο πανδαμάτωρ απέδειξε χαιρέκακα ότι είναι ανεπαρκείς. Γι’ αυτό δεν επιχαίρω με τέτοιες επιβεβαιώσεις, είναι στυφή και άδωρη αυτή σοφία, φέρνει κατανόηση για τα φαουστικά παζάρια. Ωστόσο, είχα να λογαριαστώ με τις ακλόνητες γενικεύσεις της νεαρής θαλασσοκράτειρας που έμεινε σταθερή στο ιερό πείσμα να δοκιμάσει την αξία της ναυτοσύνης της.
Η απόφαση να αρματώσουμε βαρκούλα ελήφθη υπό πίεση, την οποία φαινόταν να δημιουργούν οι αντικειμενικές συγκυρίες, ερχόταν όμως από το βάθος των χρόνων, από την εποχή της πρώτης ευχής να καταπλεύσω και εγώ κάποτε με σκαρί θαλασσινό στην παραδείσια μαρίνα, εκεί, στη διατηρητέα προκυμαία, φάτσα κάρτα στο Αιάκειον με τους κοσμικούς θαμώνες. Σε ποιον κάνω τώρα το χατίρι, στην επίμονη θυγατέρα ή στην μνησιπήμονα εφηβική μου ευχή; Φαίνεται ότι ο χρόνος δεν πειράζει τα σύνεργα της πρώτης μαγείας, τα αφήνει εκεί δίπλα, φροντίζοντας να μειώνει τις ευκαιρίες και τις υποκειμενικές δυνάμεις, έτσι για να σιγοκαίει ο καημός του ανεκπλήρωτου. 
²
Ας σαλπάρουμε, λοιπόν. Πάμε μια βόλτα με το κότερο αφού το ’χουμε, να τρομοκρατήσουμε τον σαδιστή και κλέφτη χρόνο, παρά την οικονομική συνθήκη και τους χρονικούς περιορισμούς, πριν μικρύνει και άλλο η μέρα και χαλάσει ο καιρός. Ας αποκαλύψουν, λοιπόν, οι ντουλάπες τις μαρινιέρες και τα μοκασίνια, ας πακεταριστούν οι ξηρές τροφές, ας τσεκαριστεί η λίστα με τα χρειαζούμενα, σαν τη Μαίρη Πόπινς σε νέα επεισόδια.
Κάπως ανεπαίσθητα βρεθήκαμε στην μαρίνα του απόπλου, σαν νησίδα στον χωρόχρονο με όλα τα προβλήματα σε απόσταση ασφαλείας, σαν ευλογία ιδιωτικού θεού, σαν απόδραση από το ΔΕΝ και το ΑΔΥΝΑΤΟΝ, σαν να παίρνει εκδίκηση ένα όνειρο σε μικρό δράμα φυγής.
Ο απόπλους κατέληξε να μην περιλαμβάνει τον πατριάρχη της οικογένειας λόγω έκτακτης υποχρέωσης και με την υπόσχεση να μας βρει την επομένη στο νησί. Χωρίς όμως κενό στην ιεραρχία, η πειθαρχία των κινήσεων στο ναυλωμένο σκάφος δεν χρειάστηκε έρευνα, υπαγορεύθηκε αυτόματα από τη συνθήκη, δύο σκίπερ και δύο στο πλήρωμα, τα πόστα προφανή. Τιμόνι η καπετάνισσα, άγκυρα και πανιά το καπετανόπουλο της καρδιάς της, μπαλόνια, συντεταγμένες και βυθόμετρο ο μικρός μας και η αφεντιά μου στην υπηρεσία κάθε παραγγέλματος και ενδεχόμενου, με την αθεράπευτη ματιά στη θαλάσσια κυκλοφορία και τις γειτονικές πλεύσεις.
²
Όλα είναι αλλιώς στη θάλασσα. Κανονική επικράτεια το σκάφος, με κυβέρνηση και νόμους που δεν ξέρουν από στεριανή δημοκρατία. Οι επιταγές των φυσικών στοιχείων με εκείνη την αστάθμητη όψη τους, ανεβάζουν την εγρήγορση σε βαθμό καχυποψίας, σταθερά προστιθέμενης στις προβλεπόμενες κινήσεις και μετρήσεις. Από το πρώτο μίλι διαλύθηκε εκείνη η παλαβή χαρά που μού έδινε παιδιόθεν η ΙΔΕΑ του θαλασσινού ταξιδιού, αλλά και η χωροταξία του σκάφους με την εξάρτυση, το λεξιλόγιο και όλο το γλωσσικό ιδίωμα της πλεύσης, και εγκαταστάθηκε η περίσκεψη σε βαθμό συναγερμού, καθώς αναδύθηκαν οι ανησυχίες για την απειρία των νεοσσών, το αξιόπλοο του σκάφους, την έντονη κυκλοφορία στον δίαυλο του Σαρωνικού, τη νύχτα που ερχόταν και, κυρίως, για ό,τι δεν γνώριζα.
Τα φαινόμενα δεν ενίσχυαν την εγρήγορση, ο έλεγχος έδειχνε να είναι σύμμετρος με τις εκτιμήσεις, ο άνεμος φίλος και αδελφός, πλαγιοδρόμησε το σκαρί, ανέβασε την ταχύτητα στους έξι κόμβους για περίπου το μεσαίο τρίτο της πλεύσης. Το υψηλό φρόνημα του κυβερνητικού ζεύγους ελάφρυνε το βάρος της περίσκεψης και με έφερε σε ταλάντωση ανάμεσα στην ανησυχία και το παιχνίδι, μέχρι να προσπεράσει το πελώριο τάνκερ, να φύγουν τα απόνερα του οχηματαγωγού και μετά του ψαροκάικου που παρέλασε σχεδόν ξυστά και τρελούτσικα, να διαγνώσουμε την ηχητική ένδειξη από τον πίνακα στη θέση του καπετάνιου, τα σήματα του ασύρματου, να σταθεροποιηθούν τα σύνεργα στο κούνημα για να βρίσκουμε στίγμα.
Τα φώτα που άναψαν στον αγαπημένο προορισμό τροφοδότησαν την αδημονία για την ώρα του κατάπλου και ξύπνησαν την έγνοια για τους φάρους και τις αποστάσεις, αφήνοντας το ηλιοβασίλεμα σχεδόν απαρατήρητο. Η μείωση του φωτός της ημέρας συντονίστηκε με την πτώση του ανέμου, τα πανιά παρέδωσαν τελετουργικά τη θέση τους στη μηχανή και το σκάφος στη χορογραφία του νερού.
Η νυχτερινή ανάγνωση του αιγινήτικου τοπίου πρόβαλε αντιστάσεις, αυτή η γλώσσα δεν  είναι η γνωστή. Η χαϊδεμένη του βλέμματος ακτογραμμή, τα χρώματα του νερού, το ανάγλυφο της ξηράς, τα κτίσματα, όλα τα γνώριμα σήματα της ημέρας χάθηκαν στο σκοτάδι, που έπρεπε τώρα να χαρτογραφηθεί με τα ακατανόητα φώτα και φωτάκια. Οι νεαροί κυβερνήτες, εφαρμόζοντας τις διδαχές, αναζήτησαν στις γραφές της ναυσιπλοϊκής Βίβλου[1] τους τοπικούς κώδικες: να ’τος ο φάρος, αλλά γιατί ο κύκλος του αποκλίνει κατά 5΄΄ από την πρόβλεψη; Μετά από διαδοχικές μετρήσεις και συντεταγμένες, η σύσκεψη πληρώματος απεφάνθη ότι και οι γραφές πέφτουν έξω, δεν υπάρχουν θέσφατα, εμείς καλά πάμε, ο πορτολάνος αρμενίζει στραβά. Σκέψου όμως να ήταν όλα γύρω άγνωστα και να χανόμαστε για 5’’ μέσα στη νύχτα και τις κοντινές αφανείς νησίδες και ακτές...
Όσο μειωνόταν ο αριθμός του βυθόμετρου, το πλήρωμα έπαιρνε θέση κατάπλου. Αλλά ... πού είναι η είσοδος του λιμανιού;
²
Στο νησί κορυφωνόταν το Φιστίκι Φεστ του Σαββατόβραδου. Δίπλα στις εισόδους μαρίνας και λιμανιού, προβολείς καταύγαζαν την πίστα με τον κυκλωτικό χορό και τα δέοντα ντεσιμπέλ, σκοτεινιάζοντας τη ρότα του κατάπλου και εμποδίζοντας τις φωνές μας, δεν φαίνεται μόνο στη φουρτούνα ο καπετάνιος. Το πλήρωμα γνωμοδότησε ότι τόση ώρα πριν αντιλαμβανόμαστε το κόκκινο και το πράσινο της εισόδου υπό άλλη γωνία λόγω του σκότους, επιστρατεύτηκε λοιπόν ο λογικός υπολογισμός να αποκαταστήσει την οπτική απάτη. Μας τα έχουν πει, τόσους αιώνες τώρα, για τον νου που ορά και ακούει. Προσοχή στον φανό δεξιά, σήμανση ξέρας, μα πώς ξεφύτρωσαν τόσες δυσκολίες, αλλιώς έβλεπα την Αίγινα από το Φέρρυ μποτ στο φως του Θεού.
Η πληροφορία που μου χαρίστηκε πριν τον απόπλου σχετικά με την υπερπληρότητα της μαρίνας ήταν τόσο ακριβής, ώστε η θυγατέρα – καπετάν Ατρόμητος κατέληξε να βγαίνει οπισθοπορευόμενη, τιμονεύοντας περίφροντις με αντίπαλα τα βράχια του βραχίονα, αόρατα στα εκτός προβολέων και φακού σημεία, με τον προειδοποιητικό ήχο του βυθόμετρου να υποδαυλίζει το ζόρι, και την πυκνή κυκλοφορία από παντοειδή σκάφη, άλλα αθόρυβα και άλλα με τη μηχανή στο ρελαντί, -ένα ηχητικά αδιαφοροποίητο, οπτικά ασαφές και πολλαπλά επικίνδυνο σκηνικό. Ας αράξουμε τέλος πάντων στη ράδα. Εμείς και άλλα έντεκα σκάφη. Φούντο με βυθό στα τρία μέτρα, κατά τα άλλα σαν τους τυφλούς στον Άδη. Γιατί έλεγε αυτό το παιδί ότι η νυχτερινή πλεύση είναι πιο ασφαλής; Να θυμηθώ να ρωτήσω άλλη ώρα.
Πρώτος απολογισμός τα μεσάνυχτα, τέσσερις ώρες πλεύσης για δεκαεπτά μίλια, μιάμιση ώρα γύρω από το λιμάνι. Το μέτρο για τα νούμερα της έντασης ήταν ένας ύπνος που με σώριασε στην καμπίνα και δεν μου επέτρεψε παρά δυόμιση ώρες αργότερα να ξανασυνδεθώ με τα τεκταινόμενα. Όλη αυτή την ώρα τα σκιπεράκια μου μετρούσαν τις συντεταγμένες και το γύρισμα του καιρού στην προσπάθεια να διαγνώσουν αν ξεσέρνουμε και κινδυνεύουμε να πέσουμε στην ξέρα. Η ετυμηγορία έκρινε τη συνθήκη ένοχη λόγω αμφιβολιών, με αποτέλεσμα οι κατακτητές του Σαρωνικού να σηκώσουν και να ξαναρίξουν άγκυρα τέτοια ώρα, ίσως κατά το λοιδορούμενο πλην ύπουλο παράδειγμα των δικών μου υπερβολών. Πλησιάζοντας το ξημέρωμα τελείωναν και οι αντοχές, ωστόσο η υπερένταση μάς κράτησε στον ύπνο του λαγού. Πολλαπλασιαζόμενη δε με τη λειτουργία της καμπίνας ως ηχείου στο νερό, έδωσε ένα γινόμενο που μας πέταγε πάνω με κάθε ψαροκάικο σε αξημέρωτο ξεκίνημα και κάθε απόνερο αισθητό σαν σύγκρουση.
²
Παρά την απόλυτη κάλμα και τη περίπου άυπνη νύχτα, η πρωινή μαγεία με τράβηξε έξω σαν μαγνήτης. Άξιζαν όλα για αυτό το πρωί. Το πιο καθησυχαστικό τοπίο του κόσμου, μια πάγκαλη αγκαλιά στην ιδανική ώρα της. Ωραία όπως πάντα, δική μου και πάλι. Αυτή η ώρα, με το ψυχρό πλαϊνό ανατολικό φως, το γνώριμο ρίγος του νερού, χορδισμένου στο ρολόι της ανεπαίσθητης παλίρροιας, δίνει μαλακά επίπεδα, παστέλ χρώματα και υπόκωφους ήχους που θα αλλάξουν λίγο αργότερα με την κίνηση του καιρού, καθώς ζωηρεύει, μεταδίδοντας παντού την έντασή του. Είναι η ώρα που επιστρέφουν οι τελευταίες ψαρόβαρκες, ρολάροντας σαν τηλεκατευθυνόμενα τροχήλατα αθύρματα στην ήρεμη επιφάνεια, με τον ήχο της μηχανής να έρχεται από αλλού αμβλύς, συμβάλλοντας στην ιερουργία. Αυτό το πρελούδιο της ημέρας είναι ευκαιρία κωπηλασίας, ωστόσο η εμπειρία του νησιού γνωρίζει καλύτερα από ιστιοπλοΐα –προς το μεσημέρι έρχεται ο καιρός της, ακόμη δεν έχουν καν εμφανιστεί οι άνθρωποι του Ομίλου.
Ο μυσταγωγικός χαρακτήρας αυτής της ευδαιμονίας πρέπει να βρίσκεται στον συντονισμό των φυσικών στοιχείων σε μία ισορροπία προσωπικού μέτρου που τα φέρνει όλα ίσα με μένα, ήμερα, προβλέψιμα, διαθέσιμα, το νερό, την προκυμαία, τα κάθετα δρομάκια, τα σκάφη, τις ακτές απέναντι, σε βαθμό αδημονίας για τους ανθρώπους -μέχρι να γίνει πλήθουσα η αγορά- και τη φασαρία τους -μέχρι να την οξύνει το γύρισμα του καιρού. Δώρημα τέλειο αυτή η ώρα και από τη θέση της ράδας, τερματίζει αισθήσεις για να την προλάβουν.
²
Με την επιστροφή της έντασης σους ήχους, τα χρώματα και το νερό, δι’ ευχών των αγίων εμφανίζεται και η βιοτική μέριμνα. Η φωνή της καπετάνισσας από την πλωραία καμπίνα παραγγέλλει επικοινωνία με όσους θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην εύρεση μιας θέσης στη μαρίνα και τον ήλιο της. Τι  να σου κάνουν όμως οι κινητές συνομιλίες σε τέτοια περίσταση ράθυμου Σαββάτου, στην παράταση του θερινού ρυθμού. Μια απλή καλημέρα ταιριάζει περισσότερο, με συνοδεία ανάλαφρης κουβέντας περί πτώσεως των ανέμων και στενότητος των υδάτων, μήπως αλιεύσω κάποια πληροφορία αξιοποιήσιμη, ενώ παίζουν οι αλγόριθμοι με τις πιθανότητες. Να βγούμε με το «ντίγκι»[2] και το ρίσκο για την τύχη της εξωλέμβιας, να πλαγιοδετήσουμε παρακαλώντας απρόβλεπτους καραβοδεσπότες, να μείνουμε στη ράδα μέχρι να τελειώσουν όλες όλες όλες οι τροφές, να αναθέσουμε στον πατριάρχη μας να ανιχνεύσει την γαλάζια προκυμαία που θα τον φέρει σε λίγο. Γρήγορα εξαντλήθηκε η τράπεζα των πιθανοτήτων, ας μένουν τα μαθηματικά για τους μετεωρολόγους, η ζωή θέλει άλλα κόλπα. Με βάρδιες καραούλι για την  κίνηση στις μπούκες των λιμένων, σηκώνουμε άγκυρα και πλησιάζουμε το πολυπόθητο σώμα με πειρατικές διαθέσεις. Τι καΐκια, τι ταχύπλοα, τι πλοία της γραμμής, ξύπνησαν και τα εκπαιδευτικά, τέτοια αιχμή ούτε στη μεγαλούπολη. Πάνω στον αγωνιώδη μετεωρισμό της τιμονιέρισσας με την πίεση της «κόρνας» από το εξερχόμενο «δελφίνι», εντοπίζει ο πλωραίος κατάσκοπος ελεύθερο ρεμέτζο[3] στη μπούκα της μαρίνας -επιτέλους την ημέρα καταλαβαίνεις πού πατάς και πού πηγαίνεις.
Οι μανούβρες των νεόκοπων ναυτίλων μου έγιναν θέαμα για τα «ψημένα τιμόνια» που ξεμύτισαν στην προβλήτα με διακριτική ανησυχία, συγκαταβατικά υπομειδιάματα και τη δέουσα ετοιμότητα. Δεν δικαιώθηκαν οι ανέκφραστοι φόβοι τους, αντίθετα βρήκαν λόγους να θαυμάσουν τον συνδυασμό της αξιοσύνης με τα ωραία μαλλιά της νεότητος, στα οποία προστίθεται το κοριτσάκι με το σορτσάκι.
²
Να ’μαστε λοιπόν, ελλιμενισμένοι, εν μέσω της φυλής των ιστιοπόρων που βλέπουν άστεα και γνωρίζουν νόες, που είναι του κόσμου και φαίνονται, αλεπούδες στο παζάρι τους εμείς, χωρίς τις αβάντες τους, μόνο με την αγάπη, λίγη τόλμη, και ποιος-ξέρει-πόση αρετή. Πάντως, με τα ψέματα, η εφηβική μου ευχή εκπληρώθηκε, έστω και με τον ρόλο του λοστρόμου υπό τις διαταγές των νεοσσών, έτσι ώστε η περηφάνια (για τους νεοσσούς) να εκτοπίζει τη λύπη (για το ρόλο του λοστρόμου).
Μα τι γίνεται στη μαρίνα των ονείρων μου; Πού πήγε το διάφανο πράσινο νερό με τα ψαράκια; Το ηδύοσμο αραξοβόλι με τους ανυπόδητους ψαράδες που μπάλωναν δίχτυα σώζεται στις αφηγήσεις των προσκυνητών του, αλλά τώρα χρειάζεται άρχοντες Καποδιστριακού διαμετρήματος για να αντισταθμίσουν τις συνέπειες του αύξοντος αριθμού των πλεούμενων και των επιβατών τους.
Πριν αρχίσει η ανίχνευση των πέριξ, το πλήρωμα του χρόνου έφερε την πληρότητα σε κάθε γωνιά της μαρίνας, με αποτέλεσμα τα πληρώματα των μεταμεσημβρινών αφίξεων να πλαγιοδετούν σε κάθε ευκαιρία. Την αγωνιστική διοργάνωση του Σαββατοκύριακου την πληροφορηθήκαμε από τα τέσσερα αθλητικά σκάφη που ήρθαν κι έδεσαν πάνω στο σκαρί μας, πυκνώνοντας το πλήθος της γιορτής του φιστικιού, βάζοντάς μας οριστικά στο κοσμικό παιχνίδι με τις χαιρετούρες και αναδεικνύοντας την αξία της τιμίας πλην πτωχικής πασαρέλας[4] μας, που έδειχνε ακόμη πιο αυτοσχέδια και ασυντήρητη δίπλα στις απαστράπτουσες των γειτόνων.
Η πρώτη απόβαση χρειάστηκε τη ματιά του τουρίστα που περιεργάζεται με θαυμασμούς επιφανείας και δεν τον αφορά η περίσταση, προκειμένου να αποσοβηθούν οι γκρίνιες για ό,τι συνοδεύει τη συσσωρευμένη κίνηση ανθρώπων και υπηρεσιών.
Η βραδινή έξοδος αξιώθηκε το νόημα της συνάντησης με το εμβληματικό ζεύγος των αναδόχων της στερεότητάς μου. Ο νονός και η νονά, γηραιοί και θαλεροί, σε μία ευφρόσυνη ομήγυρη –να βρω τα φυλαχτά μας.
Αυτή η νύχτα μάς κέρασε τον ύπνο της, παρά την υγρή ζέστη και το ποδοβολητό στην κουβέρτα.
²
Το πρωί δεν έφερε τα χθεσινά σα εκ των σων, αλλά έναν αγοραίο ρυπαρό απόπλου, με τη δυνατότητα να εξαργυρώσουμε τη θέση που αφήναμε και τα χέρια που πιασαν το ρεμέτζο να θέλουν απολύμανση. Θα φυλάξω την ευδαίμονα νήσο μου «του απάνω κόσμου» σε ένα ξωκλήσι, την άλλη φορά που θα ’ρθω μυστικά.
Ο επιστρόφιος πλους χωρίς επερχόμενο σκότος και σκοτούρες, με άνεμο ασθενή μεταβλητό, άφηνε καιρό για παιχνίδι. Περιπλεύσατε λοιπόν γενναίοι ναύτες μου τη βόρεια ακτή με γούχα –γι και γούχα -για, βρείτε την κρασοσπηλιά στα ΒΑ, δυναμώστε τη μουσική των Πειρατών της Καραϊβικής, ανεβάστε τη σημαία του τρόμου των θαλασσών, βουτήξτε στην πρύμη με το παλαμάρι του κάβου, δοκιμάστε τη ναυτοσύνη σας με όρτσα[5], πότζα, τακ[6] και πεταλούδα[7]! Όλες αυτές τις πολυτελείς αντιμισθίες τις κέρδισαν πανηγυρικά οι ναυτίλοι μου στην εκκολαπτήρια πλεύση τους, εορτάζοντας την αξιοσύνη και τον νεανικό καιρό τους. Να ζήσουν αυτοί καλά και ’μεις ό,τι προλάβουμε.




[1] Δηλαδή του «πορτολάνου», του βιβλίου με πληροφορίες όπως αναλυτικούς χάρτες και σημάνσεις (π.χ. φάρους, αγκυροβόλια) για τη ναυσιπλοΐα.
[2] Ντίγκι: η φουσκωτή λέμβος του πλοίου με το οποίο το πλήρωμα μπορεί να βγαίνει στην ακτή από τη θέση της ράδας.
[3] Ρεμέτζο: μόνιμο αγκυροβόλιο σε προβλήτα ή και το σκοινί του
[4] Η σκάλα ή η στενή σανίδα από- και επιβίβασης.
[5] Πλήρης ανάπτυξη των πανιών ιστιοφόρου, ώστε να πλέει (ανεβαίνει), όσο πιο αντίθετα στον άνεμο μπορεί (γωνία 45ο). Είναι η πιο εκπληκτική πλεύση, με το σκάφος να γέρνει πολύ (κουπαστάρει), αλλά η ταχύτητα δεν είναι αναλόγως εντυπωσιακή. Όσο πιο πολύ ορτσάρει ένα σκάφος, τόσο περισσότερο χρειάζεται να τεντώνει τα πανιά του, πλησιάζοντας τα στον διαμήκη άξονα του πλοίου.
[6] Αναστροφή (τακ, πότζα) = ορτσάροντας φέρνουμε τον άνεμο από την άλλη πλευρά, δηλαδή η πλεύση από δεξήνεμη γίνεται αριστερήνεμη και αντιστρόφως.
[7] Δεξιοτεχνική πλεύση όταν ο άνεμος έρχεται από την πρύμη, κατά την οποία γεμίζει η μεγίστη (μαΐστρα) και διοχετεύει τον αέρα της στο πλωριό πανί (τζένοα).



Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Δημήτρη Αρβανιτάκη: Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟ 1797

[Ομιλία που πραγματοποιήθηκε στο Συμπόσιο με θέμα: «Πολιτισμικές εκφράσεις της Επτανησιακής ταυτότητας. 17ος–20ός αι.», στο πλαίσιο των Γιορτών Λόγου και Τέχνης (Λευκάδα, 8-9 Αυγούστου 2014). Αναδημοσιεύεται εδώ από τον διαδικτυακό τόπο της εφημερίδας ΕΡΜΗΣ, 24/9/2014.]


Τον χειμώνα του 1947, οι εκπρόσωποι των πολιτικών παρατάξεων στη Ζάκυνθο επιχείρησαν να εμποδίσουν την επέκταση του Εμφυλίου στο νησί, αλληλοδεσμευόμενοι για την εμπέδωση ενός κλίματος μετριοπάθειας. Το κείμενο της συμφωνίας το δημοσίευσε ο Ντίνος Κονόμος στο νεοϊδρυμένο τότε περιοδικό του, συνοδεύοντάς το με ένα σημείωμα στο οποίο, μεταξύ άλλων, έγραφε: 

Σήμερα η Ζάκυνθος περνά μια κρίση στην οικονομική της ζωή καθώς και στην πνευματική της υπόσταση. […] Δεν γίνεται τίποτε, μα απολύτως τίποτε για την ανόρθωση της Ζακύνθου. Κατάντησε στις μέρες μας να συγκρίνουν το Κατάκολο και τους μωραϊτάδες με το Άνθος της Ανατολής! Εμείς οι ίδιοι κατηγορούμε το σπίτι μας, τεντώνουμε στο άπειρο τις αδυναμίες μας, αυτοκαταδικαζόμαστε, μοιρολατρούμε σαν ομφαλοσκόποι και δίνουμε με τη στάση μας το δικαίωμα στους ανίδεους ξένους μας, που δεν έμαθαν ποτέ τι σημαίνει Ζάκυνθος, να μας συγκρίνουν με το Κατάκολο! Κι όμως η Ζάκυνθος στάθηκε κάποτε η πνευματική και καλλιτεχνική πρωτεύουσα του νεοελληνισμού! […] Τον καιρό που οι άλλοι ναρκισεύουνται με τους αμανέδες εμείς δίνουμε στο Ρωμέικο έναν Παύλο Καρρέρ κι έναν Πλανύτερο […].

Ίσως μια τέτοια γλώσσα να ηχεί κάπως παράξενα όταν γίνεται αντικείμενο «ακαδημαϊκής» ανάλυσης, αλλά δεν νομίζω ότι ξενίζει όποιον έχει κάποια σχέση με το Ιόνιο: είναι κοινός τόπος. Εκείνο που θέλω σήμερα να εξετάσω είναι τα θεμέλια, οι ιστορικές αιτίες που έκαναν δυνατή μία τέτοια συμπλεγματική θέση περί ανωτερότητας του επτανησιακού κόσμου. Θα επιχειρήσω να μελετήσω ποια είναι η «δυτικότητα» που υπερπροβάλλουν οι Ιόνιοι, πώς αυτή συνδυάστηκε με την προσπάθεια απόδειξης της εθνικότητάς τους, ποιοι μηχανισμοί τη διαιώνισαν και πώς η δυτικότητα από ιστορική πραγματικότητα μετατράπηκε σε ψυχολογική ανάγκη και σύμπλεγμα. Παράλληλα, μελετώντας ποιες εκδοχές της δυτικότητας αποκλείστηκαν από τη συλλογική τοπική συνείδηση και μνήμη, επιμένοντας ιδιαίτερα στην κομβική στιγμή του 1797, θα προσπαθήσω να δείξω την ταξικότητα και την απόλυτη ιδεολογικοποίηση αυτής της μνήμης.

Η συζήτηση μπορεί να γίνει πιο εύκολη αν αντί για «ανωτερότητα» χρησιμοποιήσουμε τον όρο «ιδιαιτερότητα». Πού εδράζεται λοιπόν η ιδιαιτερότητα αυτή; Οι λόγοι είναι πολλοί και είναι επαρκώς γνωστοί στις γενικές τους γραμμές. Θα τους υπενθυμίσω συνοπτικά.

Οπωσδήποτε, είναι η μακρόχρονη πρόσδεση των νησιών στις ιστορικές τύχες του δυτικού κόσμου. Δεν είναι δίχως σημασία ότι στην περίπτωση του Ιονίου οι κυρίαρχοι υπήρξαν πάντοτε «πολιτιστικά ανώτεροι», κάτι που επηρέασε καταλυτικά τον τρόπο πρόσληψής τους από τους τοπικούς πληθυσμούς. Είναι επιπλέον οι τρόποι «επικοινωνίας» του κυρίαρχου με τον κυριαρχούμενο. Το ζήτημα έχει ιδιαίτερη σημασία, μιας και σχετίζεται με τους βασικούς φορείς αυτής της δυτικότητας. Γιατί αφενός μέσα από την κοινωνική επιβολή και διείσδυση των τοπικών ελίτ και αφετέρου μέσα από τις πολύμορφες επιδράσεις που δέχονταν οι τοπικές κοινωνίες, η διείσδυση του βενετικού στοιχείου, η πραγματική επιβολή του βενετικού «κόσμου» δηλαδή, γινόταν ουσιαστική. Αυτή η επίδραση δεν έχει να κάνει με τη βίωση ανισοτήτων ή αδικιών, δεν έχει να κάνει με την επιθυμία ίσως και ρήξης με το υπάρχον πλαίσιο, γιατί η επίδραση υπήρξε διαρκέστερη και βαθύτερη. Απόδειξη, ότι επιβίωσε και επιβιώνει πολύν καιρό μετά από την ιστορική εξαφάνιση του βενετικού κόσμου, του πλαισίου και της αιτιακής δηλαδή σχέσης.

Μιλώντας για τους κοινωνικούς φορείς της δυτικότητας και για το ιδιαίτερο περιεχόμενό της, χρειάζεται να επισημανθεί μία συγκεκριμένη παράμετρος. Εννοώ την απόλυτη κυριαρχία της πόλης επί της υπαίθρου σε όλα τα επίπεδα, βασική παράμετρο της δημιουργίας της πόλης και της αστικής ταυτότητας στην ευρωπαϊκή εμπειρία. Μέσα στο πλαίσιο που εξασφάλιζε για αιώνες η Κυρίαρχος, η πόλη, μάλιστα η αστικότητα, υπήρξε κεντρικό αίτημα, όχι μόνο γιατί εξασφάλιζε και εμπέδωνε την ανωτερότητα απέναντι της υπαίθρου, αλλά και γιατί αποτελούσε την αναγκαία προϋπόθεση για τη νομική κατοχύρωση του status της ευγένειας. 

Επιπλέον, το στρώμα των ευγενών και τα πιο ισχυρά τμήματα των εκτός ευγένειας αστών επιβεβαίωναν ακόμα περισσότερο την επιβολή του κυρίαρχου μοντέλου μέσω της θεσμικής υπεροχής, της οικονομικής δύναμης, του κύρους και του μονοπωλίου της μνήμης. Είναι ανάγκη να επιμείνουμε σ’ αυτά για να κατανοήσουμε το γεγονός ότι η βενετική κυριαρχία, και σε έναν βαθμό και οι επόμενες, δεν παρέμειναν «εξωτερικές», δίχως διάχυσή τους δηλαδή στο εσωτερικό των τοπικών κοινωνιών˙ το αντίθετο. Οι επόμενες δυτικές κυριαρχίες στο Ιόνιο, μέχρι την Ένωση, συνέχισαν τη σύνδεση του τόπου με τη Δύση. Βεβαίως, οι όροι ήταν πλέον διαφορετικοί και τα πράγματα περιπλέκονταν καθώς επιβαλλόταν μία νέα ανάγνωση του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος: το εθνικό ζήτημα.

Η πτώση της Βενετίας προκάλεσε μία μεγάλη, αν και στιγμιαία, κοινωνική έκρηξη, αλλά μακροπρόθεσμα οδήγησε σε μυθοποίηση του βενετικού παρελθόντος (βασική προϋπόθεση του σύνδρομου ανωτερότητας για το οποίο μιλάμε). Για την ώρα, επείγει να παρατηρηθεί ότι η πτώση της Βενετίας και ολόκληρος ο δέκατος ένατος αιώνας χαρακτηρίστηκαν από την επικράτηση του εθνισμού. Οι όροι, όμως, διεκδίκησής του ανέδειξαν και επέτειναν την «ιδιομορφία» του τόπου. Κι αυτό γιατί ο «εθνισμός» των Ιονίων υπήρξε ζήτημα διαμάχης, υπήρξε αίτημα προς κατάκτηση και όχι αυτονόητο. Η ίδια η δυτικότητα αποτέλεσε τώρα πρόβλημα, καθώς αυτή ακριβώς προσέκρουε στο μοντέλο του έθνους που διαμορφωνόταν και στο οποίο οι Ιόνιοι ήθελαν να ενταχθούν. Πολλές εκφάνσεις της πραγματικότητας αναδείκνυαν τη δυσκολία: η διαδομένη ιταλοφωνία των τοπικών ελίτ, η μουσική παράδοση και παιδεία, η ζωγραφική και οι άλλες μορφές τέχνης δεν άρμοζαν στον κανόνα της «ελληνικότητας».

Ήταν επίσης και η μη συμμετοχή στη γενέθλια πράξη του έθνους, στο 1821. Βέβαια, αν το Ιόνιο δεν συμμετείχε ως τόπος στη εθνική επανάσταση, συμμετείχε σε μεγάλο βαθμό με ανθρώπινο δυναμικό, αλλά επίσης ως διανοητική και πνευματική παρουσία. Η απουσία δημόσιων τόπων-σημάτων επαναστατικής δράσης έγινε προσπάθεια υστερότερα να αντισταθμιστεί με τον αγώνα των Ριζοσπαστών. Όσο όμως κι αν το Ιόνιο εγκολπώθηκε τις αρχές του εθνισμού και επιχείρησε να συναρμοστεί με την εικόνα του έθνους που δημιουργούνταν, οι επτανησιακές κοινωνίες (οπωσδήποτε οι ελίτ τους) είχαν εξαρχής να αντιμετωπίσουν τη ρητή δυσπιστία, κάποτε και την ανοιχτή αμφισβήτηση, του «εθνισμού» τους από την πλευρά εκείνη ακριβώς από την οποία επεδίωκαν την επιδοκιμασία. Με αμυντικό ή με επιθετικό τρόπο οι ιστοριογράφοι του Ιονίου επιχείρησαν να αποδείξουν την ελληνικότητα των τόπων και των πληθυσμών, ελληνικότητα που έβρισκαν να κρύβεται πίσω από τα δυτικής επιρροής επιφαινόμενα.

Στην κρίσιμη στιγμή της ελληνικής συνειδητοποίησης του Ιονίου, η δυτικότητα αποτέλεσε ένα κρίσιμο ζήτημα πολεμικής και εντός των τοπικών κοινωνιών, καθώς από ένα μέρος των διανοουμένων τέθηκε σε αμφισβήτηση το βενετικό παρελθόν και οι κύριοι εκφραστές του, οι ευγενείς. Η ισχυρή κριτική του Κωνσταντίνου Λομβάρδου εκφράζει αυτό ακριβώς το κλίμα. Ο Λομβάρδος επιχείρησε να διατυπώσει τη γενεαλογία όχι τόσο της εθνικής ιδέας όσο του φορέα της: δηλαδή του λαού. Αν στον τελευταίον αυτόν αναγνώριζε τον θεματοφύλακα της εθνικής ιδέας, στους ευγενείς έβλεπε τους εχθρούς της, εφόσον γι’ αυτόν η εθνική ιδέα γεννήθηκε από την πάλη του «λαού» όχι μόνο με τους «ξένους» αλλά και με τους ευγενείς. Οι ευγενείς όμως, μέρος των οποίων είχε, αν μη τι άλλο, να επιδείξει συμμετοχή στους εθνικούς αγώνες (και στην ελληνική επανάσταση) αντέδρασαν και στις κατηγορίες του Λομβάρδου και στις ομόλογες κατηγορίες και τους αποκλεισμούς που έρχονταν από την ελληνική λογιοσύνη (Σάθας, Παπαρρηγόπουλος, Ραγκαβής κ.ά.). Διεκδίκησαν ένα «ελληνικό παρελθόν» της ιόνιας ευγένειας, υπερακοντίζοντας σε εθνισμό τους κατηγόρους τους και θέτοντας το ζήτημα στη βάση της συμμετοχής των ευγενών στη διατήρηση του πολιτισμού, άσχετα με το όργανο έκφρασής τους, τη γλώσσα δηλαδή. Αυτή, η «ελληνοποίηση» του παρελθόντος της ευγένειας υπήρξε έργο πολλών, κυρίως του Λαυρέντιου Βροκίνη και του Ιωάννη Ρωμανού. 

Σε ένα άλλο επίπεδο, δεν χωράει αμφιβολία ότι η αμφισβήτηση της ελληνικότητας των Ιονίων (ή έστω της έκφρασής της), αλλά και οι δυσχέρειες του κάθε φορά παρόντος, οδηγούσαν, οπωσδήποτε τους ευγενείς αλλά όχι μόνο, σε μια μυθοποίηση του παρελθόντος. Για παράδειγμα, το 1819, οι χωρικοί της Λευκάδας, απολογούμενοι για την εξέγερσή τους, επικαλούνταν το «δίκαιο κράτος» της Βενετίας. Λίγα χρόνια μετά, επί ελληνικού κράτους, τα παραπάνω στοιχεία, σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση του τέλους του αιώνα, την αίσθηση αδικίας, υποκινημένη οπωσδήποτε από τη συμπεριφορά των ελλήνων κρατικών λειτουργών αλλά και από τα παραδοσιακά τοπικά εξουσιαστικά συμφέροντα, θα οδηγούσαν σε μία σαφή αίσθηση «διάψευσης», άρα και καταφυγή στο μυθοποιημένο παρελθόν. Είναι ακριβώς αυτό το πολύπλοκο αίσθημα που εξέφρασε εξαιρετικά ο Γιάννης Τσακασιάνος.

Η μυθοποίηση που φέρνει ο χρόνος˙ οι δυσχέρειες του παρόντος˙ η παραμονή στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας των παραδοσιακών ευγενών και των συμμάχων-ανταγωνιστών τους (των εύπορων αστών): είναι οι κύριοι λόγοι του υπερτονισμού της δυτικότητας, σε συνδυασμό πλέον με τη διαρκή και δυναμική διεκδίκηση της εθνικότητας. 

Πώς, όμως, έγινε κατορθωτό να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά οι ευγενείς την καταλυτική κριτική, να επιβάλλουν την ιδεολογία τους και να διαχύσουν στην κοινωνία το δικό τους μοντέλο «δυτικής μνήμης»; Έχω τη θέση ότι αυτό επετεύχθη λόγω της ιδιαίτερης πρόσληψης του εθνικού ζητήματος και μάλιστα λόγω της εξαρχής υπαγωγής του κοινωνικού στο εθνικό: λόγω του επικαθορισμού δηλαδή του πρώτου από το δεύτερο. Αυτή η ερμηνεία θα μας βοηθήσει να αντιληφθούμε επιπλέον την επιλεκτική μνήμη της δυτικότητας και άρα τους αποκλεισμούς, τις «σκοτεινές στιγμές» του δυτικού παρελθόντος των νησιών. Σε αυτό θα στρέψουμε τώρα την προσοχή μας.

Όχι μόνο στο Ιόνιο, αλλά στη συνολική εμπειρία του ελληνικού Διαφωτισμού, η κοινωνική κριτική δεν υπήρξε αυτόνομο ζητούμενο. Εξ ου και η πρόσληψη των προεπαναστατικών κοινωνικών αγώνων και η εγγραφή τους στην προβληματική του Διαφωτισμού είναι συζητήσιμη: αυτή έγινε κυρίως μέσα από την νοηματοδότησή τους ως αγώνων εθνικών, σε συνάρτηση δηλαδή με το αίτημα της εθνικής αποκατάστασης. 

Στο Ιόνιο, ίσως λόγω της πιο σκληρής «ταξικής διαστρωμάτωσης», ίσως λόγω της αμεσότερης σχέσης με τα τεκταινόμενα στη Δύση, ίσως όμως και λόγω της ύπαρξης μίας εντόπιας, ευάριθμης βέβαια, αφυπνισμένης διανόησης, συνδεδεμένης με την κοινωνική πραγματικότητα και όχι εξωτερική, όπως σε έναν βαθμό συνέβη στην υπόλοιπη ελληνική εμπειρία, η κοινωνική κριτική –έστω για μία στιγμή μόνο– έθεσε ως στόχο της την υπονόμευση της κοινωνικής ιεραρχίας και της ομόλογης ιδεολογίας: της ευγένειας δηλαδή. Αναφέρομαι στην πολύ γνωστή περίπτωση του Βασιλικού του Αντωνίου Μάτεση, παιδιού του διαφωτιστικού πνεύματος, αλλά κυρίως στη λιγότερο γνωστή και απολεσμένη κωμωδία του Σαβόγια Ρούσμελη Οι Μοραΐται.

Αυτή η αυτονόμηση, έστω στιγμιαία, του κοινωνικού απέναντι στο εθνικό, ίσως λόγω και της καχεξίας των φορέων της, μάλλον όμως λόγω της «επιτάχυνσης» και της νέας νοηματοδότησης που παρατηρήθηκε στα τέλη του αιώνα, δεν πρόλαβε να μορφοποιηθεί, να οργανωθεί και να παράξει καρπούς. Η ιστορική στιγμή οδηγούσε, και όχι μόνο στην ελληνική περίπτωση, στην άνοδο του εθνικού: αυτό έγινε το κυρίαρχο ζήτημα και όλα τα άλλα περιφερειακά. Πολύ γρήγορα, λοιπόν, η κριτική απέναντι στην κοινωνική δομή έπαψε να έχει ως στόχο την ανατροπή της (άρα το αίτημα της κοινωνικής απελευθέρωσης) και συνδέθηκε με τον βαθμό της «ελληνικότητας» των φορέων της (άρα το αίτημα της εθνικής ελευθερίας). Αυτό έθεσε το ζήτημα σε άλλη βάση, καθώς στον βαθμό που υποχωρούσε η κοινωνική κριτική, υποχωρούσε παράλληλα, σε έναν βαθμό τουλάχιστον, και η κριτική του παρελθόντος και του παρόντος των ευγενών, που επιβίωναν όχι μόνον ως «πραγματικότητα» αλλά και ως μύθος. Ο ίδιος ο Λομβάρδος που, καθώς είδαμε, εξόριζε τους ευγενείς από τη διαδικασία της εθνικής συνειδητοποίησης και των εθνικών αγώνων, ήταν ο κύριος εκφραστής της επιβολής του εθνικού και του παραγκωνισμού του κοινωνικού από τον πολιτικό αγώνα. Η σκληρή σύγκρουσή του με τους Ριζοσπάστες του Ιωσήφ Μομφερράτου, στα μισά του κρίσιμου αιώνα, έγινε ακριβώς πάνω σε αυτό το ζήτημα. Η μικρή κοινωνική εμβέλεια των ματσινιανών ιδεών του Μομφερράτου και η καθαρή ήττα του στο πολιτικό επίπεδο μπορούν να εξηγηθούν μέσα στον πυρετό του εθνισμού, αλλά γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι δείκτης καλός για το ζητούμενό μας.

Έτσι, λοιπόν, ακόμα και στα νησιά, όπου η πραγματικότητα θα μπορούσε να συντελέσει στην όξυνση της κοινωνικής κριτικής, η επικαθορίζουσα πραγματικότητα του εθνικού ορίζοντα νοηματοδότησε αλλιώς τα πράγματα, επιτρέποντας στον βασικό φορέα μιας απόλυτα ιδεολογικοποιημένης δυτικότητας όχι μόνο να διατηρηθεί στο προσκήνιο αλλά επιπλέον να «καθαρθεί», να διαχύσει και να επιβάλει τους κώδικές του. Η κομβική στιγμή υπήρξε η Ελληνική επανάσταση. Δεν χωράει αμφιβολία ότι ένα σημαντικό τμήμα των ευγενών οικογενειών συνδέθηκε με την επανάσταση και προσέφερε υπηρεσίες σημαντικές. Με ποιον τρόπο λοιπόν μπορούσε να «καθαρθεί» η ευγένεια; Με την αποσύνδεσή της από το παρελθόν της και με τη συμμετοχή της στην επανάσταση, τη σύνδεσή της με το νέο, το εθνικό περιβάλλον. Μέσα στο ίδιο πνεύμα, στη φιλολογία και στον δημόσιο λόγο της εποχής, παρατηρήθηκε μία άλλη ομόλογη μετατόπιση: η μεταμόρφωση του λαού σε έθνος, άρα η πρόσληψη του κοινωνικού με τους όρους του εθνικού και κατά συνέπεια η συσκότιση των κοινωνικών διακρίσεων και ανισοτήτων. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της οπτικής είναι το έργο του Βαλαωρίτη, μάλιστα ο «Φωτεινός».

Έτσι, η κοινωνική κριτική ανακόπηκε γρήγορα, οι κοινωνικοί αγώνες δεν ευοδώθηκαν σε πολιτικό επίπεδο και το κοινωνικό οικοδόμημα απέφυγε τους θανατηφόρους κλυδωνισμούς. Όταν ξαναεμφανίστηκε στο Ιόνιο, στις αρχές του εικοστού αιώνα, φωτισμένη από τις αρχές του ανθρωπιστικού σοσιαλισμού και εκφρασμένη από τη μαεστρία ενός μάρτυρα της ίδιας του της τάξης, του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, αυτό αναδείχτηκε. Οι Σκλάβοι στα δεσμά τους σκιαγράφησαν εναργώς αυτήν ακριβώς την επιβιωτική κυριαρχία των ευγενών, ακόμα και μέσα στην παρακμή τους, μέσα από την εκ μέρους των αστών υιοθέτηση των βασικών τους κωδίκων, μέσα από τη λεηλάτηση του κύρους αυτής ακριβώς της παρηκμασμένης τάξης. Η οικονομικά παρακμάζουσα, αλλά ιδεολογικά και νοοτροπικά ισχυρή τάξη των ευγενών ήταν διαρκώς παρούσα όταν επρόκειτο να υπερασπιστεί τη μυθολογία της. Αυτό έκανε για παράδειγμα όχι μόνο ελέγχοντας, στον βαθμό που μπορούσε, τη διάθεση και τη δημοσιοποίηση των αρχειακών τεκμηρίων, αλλά και καταπολεμώντας ερμηνείες που μπορούσαν να υπονομεύσουν την ιστορία της.

Την ίδια ακριβώς αιτία βρίσκω και πίσω από τη σιωπή γύρω από το 1797 στην τοπική ιστοριογραφία, αλλά και στην τοπική συνείδηση και μνήμη. Η μελέτη της ειδικής αυτής περίπτωσης μπορεί να φωτίσει ακόμα περισσότερο την ειδικού προσανατολισμού δυτικότητα που επιβίωσε στο Ιόνιο, αλλά και την καταγωγή και τους τρόπους διαμόρφωσής της. Η διετία 1797-1799 «εξορίστηκε» από την τοπική μνήμη. Γιατί, όμως; Γιατί η κρισιμότατη αυτή στιγμή δεν εγγράφηκε στα στοιχεία εκείνα που διαμόρφωσαν τη δυτική ιδιοπροσωπία του χώρου, άρα και την αίσθηση «ανωτερότητάς» του; Γιατί αυτή η μνήμη ήταν κοινωνικά μονοσήμαντη και ιδεολογικά χρωματισμένη.

Αν η μυθοποίηση του δυτικού παρελθόντος των νησιών στηρίχτηκε στους λόγους που αναφέρθηκαν, τότε μπορούμε να αντιληφθούμε τον λόγο της σιωπής: το 1797-1799 υπήρξε η μοναδική στιγμή κατά την οποία κινδύνεψε πραγματικά το κοσμοείδωλο, η μυθολογία, το κύρος και η εξουσία των κυρίαρχων στρωμάτων. Ακόμα περισσότερο, επειδή η ιστορική εκείνη στιγμή εξέφρασε μία από τις πλέον κρίσιμες τομές του ελληνικού κόσμου στην πορεία του προς τη νεωτερικότητα: την πορεία από την κατάσταση του «υπηκόου» (suddito) σε εκείνη του «πολίτη» (cittadino). Και αυτό, όχι μόνο ως θεωρητικός προβληματισμός, αλλά ως δοκιμασία επί του πραγματικού. Αυτή υπήρξε, με όλη τη δυναμική της ρήξης και τη βιαιότητα της φοράς των πραγμάτων, η μόνη περίπτωση στον ελληνικό χώρο πριν από την κομβική στιγμή της εθνικής μας επανάστασης. Οι Γάλλοι, λοιπόν, και οι έλληνες οπαδοί τους επιχείρησαν να μεταμορφώσουν την κοινωνία, να μεταμορφώσουν το άτομο. Επρόκειτο πραγματικά για μία «αγωγή του πολίτου». Όπως είναι αυτονόητο, αυτό άλλαζε την οπτική της ιστορίας: άσχετα από τη μη ολοκλήρωση της διαδικασίας, αυτό δεν ήταν καθόλου δευτερεύον χαρακτηριστικό της διετίας εκείνης. Ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με τον κόσμο του παρελθόντος και τους φορείς του. Η σύγκρουση δεν ήταν καθόλου μικρότερη από το επίδικο ζήτημα της ηγεμονίας και της εξουσίας.

Οι θιασώτες των Γαλλικών ιδεών στην πλειονότητά τους προώθησαν την εθνική ιδέα, συνδυασμένη όμως με τις δημοκρατικές ιδέες που έρχονταν από τη Γαλλική επανάσταση. Ο λόγος τους στράφηκε το δίχως άλλο εναντίον του παλαιού καθεστώτος, εναντίον της τυραννίας και άρα εναντίον των τοπικών του εκφράσεων. Ξεφυλλίζοντας τους λόγους των μελών της Πατριωτικής Εταιρείας δεν μας μένει καμία αμφιβολία ότι το κεντρικό ζητούμενο ήταν, πέρα από τα αυτονόητα εγκωμιαστικά σχόλια για τη Γαλλία, η υπεράσπιση της Δημοκρατίας, της «αρετής» και των φυσικών και αναφαίρετων δικαιωμάτων.

Η σύνδεση του εθνικού με το κοινωνικό, άρα η διεκδίκηση ανατροπής της κοινωνικής πυραμίδας ως συγκεκριμένη νοηματοδότηση της έννοιας του έθνους αλλά και της προοπτικής της εθνικής απελευθέρωσης υπήρξε το ρήγμα, η σύγκρουση η οποία δεν έληξε με την αποχώρηση των Γάλλων. Όταν με την εκδίωξή τους, ο κερκυραίος ευγενής Αντώνιος Ροδόσταμος έγραφε τη λυτρωτική φράση «Finì dopo venti mesi il Governo Democratico» δεν χαιρόταν μόνο για την αποχώρηση των Γάλλων, αλλά και για την επούλωση του αισθήματος της κοινωνικής ρήξης, για την αναστροφή του χρόνου και την έναρξη της επανεπιβεβαίωσης της κυριαρχίας (οικονομικής και ιδεολογικής) των παραδοσιακών στρωμάτων. 

Μετά την απολύτως τραυματική εμπειρία των ετών 1797-1799, μετά τη «γιακωβίνικη στιγμή» του ελληνικού κόσμου, όχι μόνο κυριάρχησε το εθνικό, αλλά και ξεκίνησε μια διαδικασία «εξαφάνισης», ή πάντως υποβιβασμού του 1797 στη συλλογική συνείδηση. Στην πορεία οργάνωσης της μνήμης των νησιών, ενώ η βενετική κυριαρχία μυθοποιούνταν σταδιακά και ισχυροποιούνταν το πιο διαφοροποιητικό στοιχείο της τοπικότητας, το 1797 υποβιβαζόταν σταδιακά, κυρίως λόγω του κοινωνικού χαρακτήρα που ενείχε. Η τοπική ιστοριογραφία υποτίμησε ή ακόμα και υπονόμευσε αυτό το «πολιτικό» στοιχείο και ενέταξε την πρώτη γαλλική παρουσία στο Ιόνιο στην αλυσίδα των ξένων κυριάρχων, τονίζοντας οπωσδήποτε τη «διάψευση» των λαϊκών ελπίδων και κάποτε τη συμβολή του στην πορεία της εθνικής συνειδητοποίησης. 

Δεν κάνουμε εδώ μια ιστορία του 1797˙ αυτή μένει να γίνει. Εκείνο που έχει σημασία για τη δική μας συζήτηση, για τη συνείδηση της δυτικότητας του Ιονίου και για τη μυθοποίησή της, είναι οι λόγοι της αποσιώπησης της ιστορικής αυτής στιγμής στην τοπική μνήμη και αυτούς προσπαθήσαμε να αναζητήσουμε. Εντοπίσαμε έναν παράγοντα, εκείνον της απόλυτης εχθρότητας των ευγενών και των κοινωνικών τους παρυφών, του ανώτερου στρώματος των αστών δηλαδή. Σ’ αυτόν θα πρέπει να προστεθεί η μάλλον αναιμική σχέση των ευρύτερων μαζών, κυρίως της υπαίθρου, με τις νέες ιδέες. Κι έτσι, η ηγεμονία των παραδοσιακών στρωμάτων, για πολλές δεκαετίες μετά το 1797, συνετέλεσε στη διάχυση της σιωπής και στην επιβολή της «ταξικής» αλήθειας ως «κοινής αλήθειας»: η «τραυματική στιγμή» των στρωμάτων αυτών έγινε η «τραυματική στιγμή» του συνόλου των τοπικών κοινωνιών, που μέσω της μυθοποίησης εύρισκε το αντίσωμά της στην καταφυγή σε ένα αόριστο, «καλό» βενετικό παρελθόν. Το κοινωνικό ηττήθηκε, το νόημα αποψιλώθηκε, το 1797 «λησμονήθηκε». Η τοπική ταυτότητα δεν το ενσωμάτωσε, η δυτικότητα δεν είχε τρόπο να το αφομοιώσει – σχεδόν κανένας δεν θέλησε να το οικειοποιηθεί, να το διασώσει.

Χρήσεις του παρελθόντος, λοιπόν. Αρχίσαμε με τα χρόνια του Εμφυλίου και θα κλείσουμε γυρνώντας λίγο πιο πριν, στα χρόνια της Ιταλικής Κατοχής στη Ζάκυνθο, για να σημειώσουμε μία ακόμα χρήση αυτής της δυτικότητας – την πιο ακραία. Η ιταλική προπαγάνδα επιχείρησε μέσω του φασιστικού τύπου την αναζωπύρωση αυτής ακριβώς της μνήμης, βεβαίως ιδιαίτερα της «βενετικής». Άλλοτε τονιζόταν το «οικονομικό θαύμα», ο χαμένος παράδεισος, τα «χρυσά χρόνια» δηλαδή, και άλλοτε η βίαιη αποκοπή των νησιών από τον βενετικό ομφάλιο λώρο, ενώ κάποτε την επίσημη προπαγάνδα των Ιταλών φασιστών ερχόταν να ενισχύσει η συνηγορία ντόπιων, οι οποίοι μέσα στις συνθήκες της «επιστροφής» των Ιταλών, υπερτόνιζαν την «Αγάπη των Επτανησίων στην Ιταλία. Το έθνος που τους χάριζε την μόρφωση, την υγεία, την Ευρώπη». 

Επρόκειτο για μία άλλη χρήση του «δυτικού παρελθόντος» των νησιών, την οποία επέβαλαν οι στόχοι της φασιστικής Ιταλίας αλλά συνέτρεχαν και όσοι από τους νησιώτες –όχι πολλοί– αισθάνθηκαν τις εποχές να γεφυρώνεται. Αυτή τη χρήση του παρελθόντος θέλησαν να εκδικηθούν άγνωστοι, επίσης νησιώτες αλλά σκεφτόμενοι διαφορετικά από τους προηγούμενους, οι οποίοι τη νύχτα της 23ης προς την 24η Μαρτίου του 1942 έριξαν ακαθαρσίες στην προτομή του κατεξοχήν συμβόλου της σχέσης του Ιονίου και της Ιταλίας: του Ούγκο Φόσκολο. Η ιταλική Κατοχή ήταν η τελευταία φορά που το «βενετικό παρελθόν» επιχειρήθηκε να αναβιώσει. Έκτοτε επιβιώνει κυρίως ως σύμπλεγμα˙ ανωτερότητας.

Related Posts with Thumbnails