© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΣΤΗΣ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ ΤΑ ΕΝΔΟΞΑ ΕΙΣΟΔΙΑ

«Τῇ ἀφάτῳ σου εὐσπλαγχνίᾳ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, τῆς τρυφῆς τοῦ Παραδείσου ἡμᾶς καταξίωσον...»

Ἀρέσκεται ὁ κόσμος στὸ νὰ παραλλάσσει τὴ μορφή του, τὴ ζωή καὶ τὴ συμπεριφορά του, ἀναζητώντας μὲ τὸ τρόπο αὐτὸ μιὰν ἐκτόνωση καὶ μιὰ περἰεργη ψυχαγωγία, πού, κατὰ τὴ γνώμη του, τὸν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὰ καθημερινὰ καὶ δύσκολα καὶ τὸν φέρνει σιμὰ σὲ παραδείσιες στιγμές. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τοῦτες τὶς μέρες, τῶν μεταμφιέσεων τὶς ἐπίσημες τὶς μέρες, ἀποφεύγει τὸν πραγματικό του ἑαυτὸ καὶ ἀναζητεῖ προσωπεῖα. Προσωπεῖα πρόχειρα,  τὰ ὁποῖα ὡστόσο χρησιμοποιεῖ γιὰ νὰ κινεῖται μὲ ἄνεση ἀνάμεσα στοὺς συνανθρώπους του. Καὶ ἀρέσκεται νὰ ζεῖ μὲ τὸν τρόπο αὐτό, γιατὶ μὲ τὰ προσωπεῖα ποὺ χρησιμοποιεῖ, καταφέρνει νὰ ἐπιβιώνει. Νὰ τὰ «φρενει βόλτα», κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενο. Φυσικὰ, ἄν  μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ κατακερματίζει τὴν ψυχή του, κάνοντάς την ἕνα σπασμένο καθρέφτη, μὲ πολλὰ καὶ ἀκρωτηριασμένα πρόσωπα/εἴδωλα, αὐτὸ λίγο τὸν ἀπασχολεῖ. Ἔτσι τὶς μέρες αὐτὲς τῶν προσωπίδων καὶ τοῦ μασκαρέματος, ἡ διάθεση μπορεῖ νὰ ἀλλάξει, ὅμως δὲν τροποποιεῖται ὁ ψυχισμὸς κανενός, γιατὶ τελικὰ ὁ παραδεισος, ποὺ νομίζει ὁ καθένας ὅτι τὸν προσεγγίζει, εἶναι πολὺ μακρυά, μὲ ἀποτέλεσμα ὅταν συνειδητοποιήσει κάποτε τὴν αὐταπάτη ποὺ τὸν παγίδευσε, τότε νά μεταμεληθεῖ γιὰ τὸ χρόνο ποὺ ἀνάλωσε γιὰ ἐπουσιώδη καὶ δευτερεύοντα ζητήματα βιοσοφίας καὶ ὄχι μόνο.  Κι ἕνα ἀπὸ αὐτά, εἶναι ἀναμφίβολα καὶ ἡ ἀναζήτηση προσωπείων κι ὄχι ἡ ἐκζήτηση τοῦ γνήσιου ἑαυτοῦ του, τοῦ χαμένου μέσα στὶς στοῖβες τοῦ χρόνου. Τοῦ χαμένου του χρόνου.
Δὲν εἶναι τυχαῖο ποὺ ἡ κορύφωση τῆς Ὀρθόδοξης ἀνθρωπολογίας ἐμφανίζεται μέσα στὸ Τριώδιο καὶ φυσικὰ στὴ  Μ. Σαρακοστὴ, ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου, μιὰ θεοσύστατη ἡμέρα μὲ  ἐκρηκτικὸ περιέχομενο, ἀφοῦ ἀνατέμενει τὸν ἀνθρώπινο ψυχισμό καὶ ἐμφανίζει τὴν ταπέινωση ὡς προϋπόθεση γιὰ τὴν ἐπίγνωση τοῦ σκοτασμοῦ τοῦ νοός, ἄρα καὶ τοῦ ἀγώνα γιὰ φωτισμὸ τοῦ σκότους τῆς ψυχῆς, μὲ κινητήριο μοχλὸ τὴ μετάνοια.
Τὴ μετάνοια, στὴ διαλεκτικὴ τοῦ Τριωδίου, παραλαμβάνει ἡ ἐπιθυμία γιὰ ἐπιστροφή στὴν πατρικὴ στέγη καὶ φιλοτιμία. Γι᾿ αὐτὸ καὶ  φανερώνεται τὸ κορυφαῖο παράδειγμα τοῦ φιλεύσπλαχνου Πατέρα Θεοῦ, ἀπαλλαγμένο ἀπὸ μυθικὰ σύμβολα καὶ προτάσεις, ποὺ διακηρύσσουν τὴν ἄτεγκτη καὶ γρανιτένια θέληση ἑνὸς Θεοῦ Πατέρα, ὁ ὁποῖος μὲ σαδισμὸ συμπεριφέρεται καὶ ἄρχει. Κι αὐτὸ τὸ μήνυμα, δυστυχῶς, ἔχει περάσει στὸν κόσμο,ποὺ θεωρεῖ ὅτι πάνω του αἰωρεῖται μιὰ κοφτερὴ ρομφαία ποὺ τιμωρεῖ, κι ὄχι τὸ ἀνοιχτὸ χέρι τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, διά τοῦ Ὁποίου «τὰ σύμπαντα πλησθήσονται χρηστότητος» ( Ψαλμ.103, 28) 
  Ὡστόσο, συνοδευτικὴ τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ, γνωρίζουμε πὼς εἶναι κι ἡ Δικαιοσύνη, ἀφοῦ πρόσταγμα Του εἶναι: «Δικαιοσύνην μάθετε οἱ ἐνοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς» ( Ἠσ. 26, 9)
Ἄν ἡ λέξη Δίκη, ποὺ παράγεται ἀπὸ τὸ ρῆμα δείκνυμι, ἀφορᾶ καὶ διαφυλάσσει τὴν ἰσορροπία μέσα στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις, ὥστε νὰ μαρτυρεῖται πάντοτε ἡ ἀλήθεια, δηλαδὴ  ἡ ἀκρίβεια καὶ ἡ συνέπεια, τότε Αὐτὸς ποὺ εἶναι «ἡ Ἀλήθεια καὶ ἡ Ζωή» (Ἰω.14, 6), ἀσφαλῶς δὲν μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι καὶ ἀκριβὴς καὶ Κριτὴς ἔντιμος. Κι ὅπως Ἐκεῖνος εἶναι ἀκριβής, ἔντιμος καὶ δίκαιος ἀπέναντι στὸν κόσμο, αὐτὸ ὀφείλουν νὰ πράττουν στὶς διαπροσωπικές τους σχέσεις οἱ ἄνθρωποι/δημιουργήματά Του (πρβλ. Ἰω. 13, 14). Γιατὶ μονάχα τότε θὰ βιώσει αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἀπώλεσε, ὅταν ἐτόλμησε νὰ φανεῖ στὸ Δημιουργό του, ψεύστης, αὐθάδης καὶ ἀγνώμων. «ἡ γυνή, ἥν ἔδωκας μετ᾿ ἐμοῦ, αὕτη μοὶ ἔδωκεν ἀπὸ τοῦ ξύλου, καὶ ἔφαγον» (Γεν 3,12). Κι αὐτὸ ποὺ ἀπώλεσε εἶναι ὁ Παράδεισος, τὸν ὁποῖο καθημερινὰ ἐπιδιώκει νὰ ἐπισκεφθεῖ, νὰ τὸν ξανακατοικήσει, νὰ τὸν χαρεῖ. Πρβλ. τὸ λεξιλόγιο τῶν ἀνθρώπων ὅταν ἐπιθυμοῦν τὴν ἠρεμία, τὴν ἐκτόνωση ἀπὸ τοὺς κόπους, ἀπὸ τὸν βασανισμὸ τῆς καθημερινότητας μὲ τὸν «ἄρτον μοχθηρότητος» ποὺ μᾶς κομίζει, καὶ βρεθοῦν κάπου ἥσυχα καὶ ἀθόρυβα. Τότε, λοιπὸν, ἀνεβαίνει ἀπὸ μέσα μας ἡ ἀπωθημένη, πλὴν χαμένη κάποτε, ἐπιθυμία, ποὺ ἔχει ὄνομα: «Ἄχ, τὶ παραδεισένιος τόπος εἶναι ἐδῶ!» ἤ, «νοιώθω ὅτι εἶμαι στὸν Παράδεισο». Κι ἄν κανένας ἐξετάσει τὶς λέξεις αὐτὲς θὰ δεῖ στὸ βάθος τους νὰ ἀχνοφέγγει ἡ ἐπιθυμία τους γιὰ ἐπιστροφή. Ποῦ ἀλλοῦ, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ «θεόκτιστον σκήνωμα, τὸ ὡραιότατον κάλλος, τὸν πάντιμον Πάράδεισον».  
Αὐτὸν τὸν Παράδεισο λοιπόν, ἔρχεται ἡ Ἐκκλησία νὰ μᾶς ξαναδείξει καὶ φέτος. Γιὰ νὰ μᾶς θυμίσει ὅτι μᾶς ἀνήκει κι ὅτιγιὰ μᾶς δημιουργήθηκε κι ἑτοιμάστηκε.  Μονάχα πὼς ἐμεῖς, ἄτακτοι ὄντες καὶ ἐπιπόλαιοι,  θεωρήσαμε σωστὸ  νὰ δεχτοῦμε τὴν ἔξωση, παρὰ τὴ μεταμέλεια καὶ τὴν αἴτηση συγγνώμης.  «Στολὴν θεοΰφαντον, ἀπεξεδύθην ὁ τάλας, σοῦ τὸ θεῖον πρόσταγμα, παρακούσας Κύριε, συμβουλίᾳ ἐχθροῦ..» Ἔτσι, ζοῦμε μὲν μὲ τὴ νοσταλγία τοῦ Παραδείσου, ὡστόσο δὲν κάνουμε τίποτε γιὰ νὰ καταφέρουμε νὰ τὸν οἰκήσουμε κάποτε. Γιατὶ στὸ νοῦ μας, στὴν ψυχή μας ἔχει σχηματιστεῖ ἕνα ἄλλο εἴδωλο Παραδείσου, δίχως τὸ Θεὸ καὶ τοὺς ἁγίου Του. Ἕνα εἴδωλο ποὺ ἐπιτρέπει σὲ ἐφήμερους «Παραδείσους» ν᾿ ἀνοίξουν τὶς πύλες τους καὶ νὰ μᾶς δεχθοῦν. Μόνο ποὺ ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει ἡ παρουσία Ἐκείνου, ποὺ δημιούργησε τὸν πραγματικὸ Παράδεισο, μὲ πᾶν κάρπιμον ξύλον καὶ τὸ κυριώτερο: μὲ τὴν ἐπίσκεψή Του κάθε ἀπόβραδο (βλ. Γεν, 3, 8). Καὶ τὸ γνωρίζουμε αὐτό, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπιθυμοῦμε, ὅπως δὲν ἐπιθυμοῦμε νὰ φέρουμε στὴν καθημερινότητα τὸ πραγματικό μας πρόσωπο καὶ φορᾶμε προσωπίδες, γιὰ νὰ ξεγελᾶμε τοὺς συνανθρώπους μας κι ἄν τὰ καταφέρουμε καὶ τὸν ἴδιο τὸ Δημιουργό. Γιατὶ τὶ ἄλλο εἶναι τὸ προσωπεῖο ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ψευδεπίγραφο φαρισαϊκὸ ταλέντο μας, ὥστε νὰ φαινόμαστε τοῖς ἀνθρώποις (καὶ στὸ Θεό, φυσικά) εὐλαβεῖς, χωρὶς νὰ εἴμαστε, ἀλλὰ καὶ γνήσιοι δίχως νὰ τὸ κατορθώνουμε;
Γιὰ νὰ κατορθώσουμε, λοιπόν, «τοῦ Παραδείσου τὴν οἴκησιν, πάλιν νὰ ἀπολαύσωμεν», τοῦ ἀληθινοῦ καὶ θεοσύστατου Παραδείσου, μὲ τὰ «θεόφυτα φυτὰ», θὰ χρειαστεῖ νὰ τὰ ξαναβροῦμε μὲ τὸ Δημιουργό μας, ὥστε Ἐκεῖνος νὰ μᾶς ἐμπιστευθεῖ καὶ πάλι. Ἄλλωστε, τὸ παρακάτω χωρίο μᾶς τὸ πιστοποιεῖ μὲ ἐμφανῆ τὴν Πατρικὴ μεγαθυμία: «Καὶ ἔλαβεν ὁ Κύριος ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, ὅν ἔπλασε, καὶ ἔθετο αὐτὸν ἐν τῷ παραδείσῳ τῆς τρυφῆς, ἐργάζεσθαι αὐτὸν καὶ φυλάσσειν» (Γεν. 2, 15).
Ἄραγε, κατανοοῦμε πὼς μὲ τὰ εἰσόδιά μας στὸν πάτερπνο κόσμο τῆς Μ. Σαρακοστῆς ἀρχίζει καὶ ἡ διαδικασία ἐπιστροφῆς μας στὸν Παράδεισο; Κι ὅπως ὁ καθένας μας, ὅταν βιολογικὰ ἀσθενήσει καταφεύγει σὲ εἰδικὰ θεραπευτήρια, ὥστε κάτω ὑπὸ τὴν ἰατρικὴ ἐπίβλεψη νὰ ξαναβρεῖ τὴν ὑγεία του, ἔτσι συμβαίνει καὶ τώρα: καταφεύγουμε στὸ θεραπευτήριο τῆς Ἐκκλησίας καὶ μὲ τὴ σαρακοστιανὴ θεραπευτικὴ ἐπιζητοῦμε τὴν ὑγεία μας καὶ τὴν ἐπιστροφή μας στὸν οἶκον μας ὡς ὑγιεῖς πλέον, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἐντολή: «μηκέτι ἁμάρτανε» (Ἰω. 5, 14).  
Ὅμως, γιὰ νὰ ὑπάρξει ἡ θεραπευτικὴ αὐτὴ ἀγωγὴ ἀπαιτεῖται ἡ ἀπουσία κάθε ὑποκριτικῆς μεταμφιέσεως, γιατὶ διαφορετικὰ ἐμεπίζουμε καὶ τὸν ἰατρὸ καὶ τὸν ἑαυτό μας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀπαιτεῖται ἀπὸ τὴν ἀρχὴ νὰ βιωθεῖ ὁ ἱκέσιος λόγος ποὺ ψάλλουμε τὴ Μ. Τρίτη καὶ πολὺ σωστὰ ἀναφέρει,  «Τὴν δυσείμονά μου μορφήν, τῶν πταισμάτων ἀπαμφίασον», νὰ γίνει κανονισμὸς βίου πνευματικοῦ, ὥστε στὴ συνέχεια νὰ δυνηθοῦμε νὰ Τὸν παρακαλέσουμε:
 «Κατάνυξον (Κύριε) ἡμῶν τὰς καρδίας τῶν δούλων Σου καὶ πρόσδεξαι τὰς ἐν φόβῳ εὐχὰς ἡμῶν, παρέχων ἡμῖν εὔδρομον τὸ τῆς Νηστείας στάδιον...» (Ὄρθρος Τρίτης τῆς Α΄ Ἑβδομάδος).    

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

Αναστάσιος: Δεν μπορώ να διανοηθώ έναν νέο εθνικό διχασμό / Μήνυμα ελπίδας από τον Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας για έξοδο από την κρίση

[Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 9 Μαρτίου 2014]


Μήνυμα ελπίδας ότι μπορούμε να βγούμε από την κρίση αποστέλλει ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας κ. Αναστάσιος μέσα από τη συνέντευξη που παραχώρησε στο «Βήμα της Κυριακής» και, αφού αποδίδει τα όσα συμβαίνουν στη χώρα μας στη διαφθορά, την πλεονεξία, το ψέμα και τον άκρατο εγωισμό, στη συνέχεια παρομοιάζει την κατάσταση με τον καρκίνο, ο οποίος απαιτεί χημειοθεραπεία που αποτελεί, όπως τονίζει, μια «σκληρή και οδυνηρή, όμως απαραίτητη διαδικασία».


Ταυτόχρονα ο κ. Αναστάσιος εκφράζει την ανησυχία του για το περίεργο, όπως το χαρακτηρίζει, «παιδομάζωμα», με τους μορφωμένους νέους που φεύγουν τα τελευταία χρόνια από την Ελλάδα, για να εργαστούν σε άλλες χώρες, οι οποίες δεν έχουν προσφέρει τίποτε για τη μόρφωσή τους. Και κάνει λόγο ακόμη ότι πρόκειται για μια αδικία σε παγκόσμιο επίπεδο.


Την ίδια ώρα ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας ανακαλεί τραγικές μνήμες από το παρελθόν και αναφέρεται στα όσα συνέβησαν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τη Γερμανική Κατοχή. Δηλώνει ότι συχνά τα κόμματα κινούνται με μια διχαστική τακτική και απευθύνει έκκληση να μην πέσουν οι Ελληνες στην παγίδα του διχασμού. «Αλίμονο»,σημειώνει, «αν μας πιάσει απογοήτευση και μελαγχολία. Αν η αγανάκτηση θολώσει το μυαλό μας και μας οδηγήσει σε τραγικές επιλογές».


- Μακαριότατε, προτού ξεκινήσουμε τη συζήτησή μας, λέγατε ότι η περίοδος που ζούμε είναι πολύ σημαντική. Γιατί;
«Ξέρετε, σήμερα (σ.σ.: την περασμένη Παρασκευή) είχα την ευκαιρία να επισκεφθώ ένα σχολείο, εδώ στη γειτονιά μου, και να συνομιλήσω με μαθητές του Λυκείου. Ηταν εντυπωσιακή αυτή η συνάντηση. Οι ερωτήσεις των παιδιών, οι τοποθετήσεις τους, με γέμισαν ελπίδα. Φεύγοντας αναλογίστηκα τα χρόνια στη δική μου νεότητα. Τότε τη διαφθορά, επειδή εξαπλώθηκε για πάρα πολλά χρόνια, δεν την ξέραμε, τη θεωρούσαμε αυτονόητη. Τώρα της δίνουμε όνομα και τη λέμε: διαφθορά. Από αυτή την πλευρά είναι σημαντικό σημείο ανανήψεως. Θυμάμαι ότι έχω περάσει αρκετές περιπέτειες με την υγεία μου. Η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν όταν δεν ήξερα το όνομα της αρρώστιας. Οταν μου είπαν "ελονοσία", λέω: "α, εντάξει. Θα το αντιμετωπίσουμε"».


- Η κρίση δηλαδή που βιώνει η Ελλάδα έχει όνομα;
«Εχει όνομα και αυτό είναι η διαφθορά. Η εκτεταμένη διαφθορά, η πλεονεξία, το ψέμα και ο άκρατος εγωισμός. Και αυτή η διαφθορά είναι λίγο σαν τον ιό, ο οποίος μετακινείται και δεν ξέρεις πώς θα τον βρεις. 'Η, αν θέλετε, λίγο σαν τη ραδιενέργεια, η οποία απλώνει και δεν πιάνεται. Χρειάζεται πρώτα-πρώτα διάγνωση: Εχω καρκίνο; Πολύ καλά, τι κάνω μετά; Το αποδέχομαι; Οχι. Κάνω τη χημειοθεραπεία. Μια σκληρή και οδυνηρή, απαραίτητη όμως διαδικασία. Παρά τις αδιαμφισβήτητες δυσκολίες, τελικά είμαι αισιόδοξος. Αν βεβαίως έχουμε το θάρρος να προχωρήσουμε πέρα από τη διάγνωση της κρίσεως, στη θεραπεία της, σε αυτή που μας υπαγορεύει να ξαναβρούμε τα υπέροχα στοιχεία της ορθοδόξου παραδόσεως. Συχνά σκέπτομαι τις ηρωικές γυναίκες που είχαν έρθει πρόσφυγες από τον Πόντο και τη Μ. Ασία. Τις δικές μας μανάδες στην Κατοχή. Είχαν βαθιά θρησκευτική πίστη, στοργή, αφοσίωση, λεπτότητα, διάκριση, συμπόνια για τον διπλανό. Αυτά τα ανεκτίμητα κοιτάσματα έχει μέσα στην καρδιά του ο λαός μας και χρειάζεται να τα ξαναβρούμε».


- Η Εκκλησία είχε μερίδιο στην κρίση;
«Οφείλω να υπενθυμίσω ότι η Εκκλησία δεν είναι μόνον ο κλήρος, αλλά όλοι οι βαπτισμένοι στο όνομα του Τριαδικού Θεού. Και υπάρχει μερίδιο σε όλους όσοι έχουν προσβληθεί από τους ιούς της διαφθοράς. Οι κληρικοί και οι θεολόγοι δεν τονίσαμε όσο πρέπει  τον προφητικό λόγο για την πολύμορφη αδικία και ανομία που υπονομεύουν την κοινωνία».


- Σήμερα μπορεί να ανατραπεί η κατάσταση;
«Επιβάλλεται να ακουστεί ευκρινέστερα λόγος κριτικός. Να τονίσουμε τις Αρχές του Ευαγγελίου: την αρχή της Δικαιοσύνης, της αλήθειας, της τιμιότητος, της αυταπαρνήσεως, της συγγνώμης. Είναι βασικός νόμος ζωής και έχω την εντύπωση ότι αυτό δεν το έχουμε τονίσει όσο θα έπρεπε. Δεν το έχουμε τονίσει στον εαυτό μας, δεν το έχουμε τονίσει στους άλλους. Και ακόμα ένα βασικό στοιχείο της Ορθοδοξίας είναι η αδιάκοπη αυτοκριτική, ο αυτοέλεγχος. Η πνευματική καλλιέργεια είναι κάτι ζωντανό που θέλει αδιάκοπη ανανέωση».


- Φοβόσαστε τον διχασμό;
«Ο διχασμός μάς κυνηγάει από την αρχαιότητα. Αλλάζει μορφές. Συχνά τα κόμματα κινούνται με μια διχαστική τακτική. Δηλαδή, σαν να μην υπάρχει τίποτα καλό στον άλλον. Ο διχασμός είναι ο επικίνδυνος ιός, που τον έχουμε μέσα μας και πάση θυσία οφείλουμε να τον αποφύγουμε. Αυτός μας κατέστρεψε. Τι έγινε με τη Μικρασιατική Καταστροφή; Τι έγινε με τον Εμφύλιο; Οταν άρχισα να καταλαβαίνω τον κόσμο, το πρώτο το οποίο με συντάραξε ήταν τα γερμανικά αεροπλάνα που βομβάρδιζαν τον Πειραιά. Το δεύτερο, όταν έβλεπα στην Κυψέλη, που τότε ήτανε χωράφια, να σκοτώνονται αδέρφια. Λοιπόν, δεν μπορώ να διανοηθώ ότι θα πέσουμε πάλι σε αυτή τη φοβερή παγίδα».


- Υπάρχει όμως μια σοβαρότατη αιτία. Οι οικογένειες που έχασαν τις δουλειές τους και δεν μπορούν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Η μεσαία τάξη που έχασε όσα είχε και δεν βλέπει να τα ανακτά στο μέλλον, οι χαμηλόμισθοι που μετά βίας επιβιώνουν. Σε αυτές τις συνθήκες εξαθλίωσης συνήθως ο διχασμός βρίσκει πρόσφορο έδαφος.
«Κάθε μορφή κρίσεως έχει άλλα χαρακτηριστικά από την προηγούμενη. Οπως η γερμανική κατοχή, η πείνα και ο Εμφύλιος. Θυμάμαι στην Κατοχή τη λαχτάρα για ελευθερία που συνοδευόταν από την αγάπη και τον αμοιβαίο σεβασμό. Τότε στη μεγάλη μας φτώχεια, σε μια φέτα ψωμί βάζαμε λίγο νερό και λίγη ζάχαρη και τη μοιραζόμασταν. Αυτή την αυθόρμητη ευφρόσυνη αλληλεγγύη πρέπει να την ξαναβρούμε. Οπως  περιγράψατε είναι πράγματι πάρα πολύ δύσκολη η κατάσταση. Ξαναγυρίζω στην εικόνα της αρρώστιας. Είναι πολύ οδυνηρή, όμως αλίμονο αν μας πιάσει απογοήτευση και μελαγχολία. Αν η αγανάκτηση θολώσει το μυαλό μας και μας οδηγήσει σε τραγικές επιλογές».


- Στην Κωνσταντινούπολη την Κυριακή της Ορθοδοξίας συνέρχεται η Πανορθόδοξη Σύναξη για πρώτη φορά μετά το 2008. Τι περιμένετε από αυτή τη συνάντηση;
«Η ίδια η Σύναξη είναι γεγονός θετικό. Διότι συχνά μας απορροφούν τα άμεσα τοπικά προβλήματα και δεν βλέπουμε το όλον: τη Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και την ευθύνη μας μέσα στον σύγχρονο  κόσμο. Τώρα, δεν γνωρίζω οι διάφορες αδυναμίες και τάσεις με ποιον τρόπο θα εκφραστούν. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει η ρήση του Αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας: "όπου μερισμός εστί, Θεός ου κατοικεί". Ασφαλώς η εμπειρία και η νηφάλια προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, η υπευθυνότητα όλων μας καθώς και οι προσευχές του εκκλησιαστικού πληρώματος θα συμβάλουν στη σύμπνοια. Το 2008 είχε συνταχθεί ένα αρχικό κείμενο, κατόπιν διαμορφώθηκε ένα άλλο και τελικά καταλήξαμε σε ένα εύστοχο μήνυμα. Ελπίζω στη σύγκλιση. Αυτό άλλωστε επιδιώκει το συνοδικό σύστημα της Εκκλησίας μας: έναν ανοικτό και ειλικρινή διάλογο με λαχτάρα να βρούμε την αλήθεια και στη συνέχεια να τη βιώσουμε. Διότι, όπως μας τονίζει ο Αγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, "το της Εκκλησίας όνομα ου χωρισμού, αλλ' ενώσεως και συμφωνίας όνομα"».


- Ωστόσο, διάφοροι κύκλοι αντιδρούν στον διορθόδοξο διάλογο, αλλά κυρίως στον διαχριστιανικό.
«Εχω την εντύπωση ότι δεν επιδρούν στις συνάξεις των Προκαθημένων. Πρόκειται για φωνές αποσπασματικές. Επιδιώκουν να τρομοκρατήσουν, αλλά μακροπρόθεσμα δεν αντέχουν. Στην εποχή μας  είναι αδιανόητο να ενεργήσει κανείς σωστά σε οποιαδήποτε σφαίρα, οικονομική, πολιτική, πνευματική, θρησκευτική, αν δεν βλέπει τη ζωή σε παγκόσμια προοπτική. Η ορθόδοξη κατανόηση και βίωση του χρέους μας αποτελούν αίτημα της Ορθοδοξίας σήμερα. Κάθε μορφή πολώσεως μεταξύ τοπικού και οικουμενικού παραποιεί το ορθόδοξο φρόνημα. Μερικοί θέλουν η Ορθοδοξία να περιοριστεί στον εαυτό της. Ομως οι άνθρωποι, οι οικογένειες, οι τοπικές κοινότητες που κλείνονται στον εαυτό τους παρακμάζουν. Οι μικρές αυτές ομάδες δεν νομίζω ότι επηρεάζουν τη σύναξη των Προκαθημένων».


- Ωστόσο αντιδρούν.
«Παλαιότερα, όταν λέγαμε "διάλογος με τους άλλους, τους αιρετικούς, τους αλλοθρήσκους κ.ο.κ.", τους τοποθετούσαμε κάπου μακριά. Σήμερα γνωρίζουμε συγκεκριμένους ανθρώπους, με τους οποίους συνυπάρχουμε στην κοινωνία μας. Ολοι αυτοί είναι έξω από την Αγάπη του Χριστού και ο Θεός μόνον για μας ενδιαφέρεται;».


- Για να επανέλθουμε στην Ευρώπη. Νομίζετε ότι χρειάζεται επανευαγγελισμό;
«Στην Ευρώπη, εξ αφορμής της μουσουλμανικής τρομοκρατίας, ξύπνησε πάλι ένα θρησκευτικό ενδιαφέρον. Συχνά στις συναντήσεις που μας καλούν, θυμάμαι πέρυσι ο κ. Μπαρόζο ή άλλοι αξιωματούχοι στις Βρυξέλλες, τονίζουμε: "Προσέξτε, έρχεται κι ένα άλλο είδος θρησκευτικότητας, το οποίο δεν είναι τόσο απλό όσο το φαντάζεστε. Δεν θα αντισταθεί η Ευρώπη με γενικόλογες συζητήσεις, αλλά με τις πνευματικές της αξίες. Ωστόσο, ως μια εκκοσμικευμένη κοινωνία, έχει έλλειμμα αξιών". Ως προς το δικό μας χρέος το μεγάλο ζητούμενο σήμερα είναι πώς θα μπορέσει η Εκκλησία να μιλήσει για την αλήθεια, την αγάπη, την ομορφιά, την ελευθερία. Για να γίνει αυτό χρειάζεται ανανεωμένη σκέψη και δράση και  προσωπική αδιάκοπη μαρτυρία της πίστεώς μας. Στα ορθόδοξα περιβάλλοντα συχνά υπενθυμίζω: μη φοβάστε τους άλλους, η Ορθοδοξία είναι ένα πολύτιμο διαμάντι, όχι μόνον όμορφο, αλλά κυρίως ανθεκτικό».


- Και στα προτεσταντικά περιβάλλοντα που ελέγχουν το τραπεζικό σύστημα της Ευρώπης;
«Πριν από δύο χρόνια στην Κρήτη σε μια οικουμενική επιτροπή συναντήθηκα με φίλους γερμανούς επισκόπους και ακαδημαϊκούς διδασκάλους. Είχε προηγηθεί μια επιστολή που τους είχα στείλει, όπου έγραφα: "Σε αυτή την Ευρώπη ακούγονται πολλές φωνές. Μπροστά σε μια τόσο υπεροπτική συμπεριφορά προς τους πάσχοντες κατοίκους του Νότου, πώς δεν υψώνεται η φωνή της Εκκλησίας στη Γερμανία;". Στη συζήτησή μας πρόσθεσα: "Είναι δίκαιο οι δικοί σας να δανείζονται με 2% και ως δανειστές οι ίδιοι να επιβάλλουν πολλαπλάσια στις ασθενέστερες χώρες;".
Περίμενα ότι θα είχα αντίδραση. Αντιθέτως με σεβασμό μού απάντησαν ότι συμφωνούν απόλυτα και επακολούθησαν μερικές ενέργειες στη χώρα τους».


- Ανησυχείτε για το μέλλον;
«Δεν ανησυχώ για το μέλλον, αρκεί να κάνουμε το χρέος μας. Αρκεί να βγούμε από τον λήθαργο. Δεν είναι μόνον ελπιδοφόρα αυτά τα κοιτάσματα των υδρογονανθράκων που μας χάρισε ο Θεός κρυμμένα στο υπέδαφός μας, αλλά κυρίως όσα έχουμε μέσα στο DNA μας: η λαχτάρα για δικαιοσύνη και ελευθερία, η πίστη στον Θεό των Πατέρων ημών, η αυτοθυσία, η λεβεντιά, το φιλότιμο, η ευαισθησία, η αλληλεγγύη, το χαμόγελο, η τόλμη στα τραγικά αδιέξοδα να ελπίζουμε και να δημιουργούμε».




«Παραμένω φοιτητής και διάκονος»
«Θέλω να σας πω και κάτι που με έχει βοηθήσει: όταν με εξέλεξαν καθηγητή στο Πανεπιστήμιο και στη συνέχεια επίσκοπο, ήταν η εποχή που τόσο οι επίσκοποι όσο και οι καθηγητές του Πανεπιστημίου ανήκαν στην κατηγορία των αλάνθαστων. Οταν έφτανε κανείς σε ένα σημείο… απεφαίνετο.


Τότε λοιπόν είχα πει στον εαυτό μου "είσαι σε πολύ επικίνδυνο έδαφος, φρόντισε λοιπόν να μείνεις πάντα φοιτητής και να μείνεις πάντα διάκονος". Νομίζω ότι αυτή η συμβουλή με ωφέλησε. Και μέχρι τα τελευταία χρόνια μαθαίνω ένα σωρό πράγματα. Και επίσης ξέρω ότι το πιο σημαντικό δεν είναι να κάνεις τον αρχηγό, αλλά να παίρνεις πρωτοβουλίες, στις οποίες σε ακολουθούν και οι άλλοι σε δύσκολα μέτωπα. Χωρίς αυτό, δεν μπορεί να υπάρξει μαρτυρία. Και την αγαπώ αυτή τη λέξη "μαρτυρία". Μου φέρνει στον νου τον τελευταίο λόγο του Κυρίου: "Και έσεσθέ μου μάρτυρες εν τε Ιερουσαλήμ… έως εσχάτου της γης". Καταθέτεις κάτι που το γνωρίζεις και το ζεις, αδιαφορώντας αν αυτό σου κοστίσει».




«Δεν είναι ηθικολογία να είσαι θετικός και συνεπής»
«Εμείς έχουμε φτάσει σε ένα άλλο λάθος και λέμε: "αυτά είναι ηθικολογίες". Συγγνώμη, τι σημαίνει ηθικολογία; Είναι ηθικολογία το να είσαι τίμιος; Είναι ηθικολογία το να είσαι δίκαιος; Είναι ηθικολογία να είσαι θετικός και συνεπής; Να μη λες "εργάζομαι" και πηγαίνεις μόνο για πέντε ώρες ή για τρεις ώρες στο γραφείο; Τι είναι αυτό το πράγμα; Κατηγορούμε τους άλλους ότι είναι πολύ αυστηροί στη συμπεριφορά τους. Γιατί όχι; Καλά κάνουν. Δείτε πώς πολλοί άνθρωποι ξεφεύγουν από την ευθύνη την οποία έχουν, χωρίς να βάζουν τη λέξη "αδικώ". Κι όμως αδικείς. Προσωπικά νομίζω ότι από τη συνέπεια και την αυστηρότητα των ξένων έχουμε πολλά πράγματα να μάθουμε. Εδώ λέμε "δεν πειράζει". Αυτό το "δεν πειράζει" μας έχει πάει πολύ πίσω. Πάρα πολύ πίσω. Κάποτε πρέπει να καταλάβουμε ότι όλα αυτά εντάσσονται στην έννοια της συνέπειας, της αποτελεσματικότητας, της δικαιοσύνης, της τιμιότητας, της αλήθειας».




«Δεν φοβάμαι τη μετανάστευση, κρύβει δύναμη»

- Πρόσφατα στο Πανεπιστήμιο Fordham στη Νέα Υόρκη, όπου σας αναγόρευσαν επίτιμο διδάκτορα, αναφερθήκατε στη διάδοση του Ευαγγελίου σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία, όπως είναι η Αλβανία. Βλέπετε και στην Ελλάδα η κοινωνία να γίνεται πολυπολιτισμική; Τι ισχύει σε αυτές τις περιπτώσεις;
«Ο βαθύς σεβασμός για κάθε ανθρώπινο πρόσωπο, που είναι βασική αρχή της ορθοδόξου παραδόσεως. Ο άλλος, ο διαφορετικός, δεν είναι αντίπαλος ούτε εχθρός. Εμείς αρθρώνουμε το χριστιανικό μήνυμα όπως είναι, χωρίς να ζητούμε οι άλλοι οπωσδήποτε να το αποδεχτούν. Το χρέος μας είναι να το διατυπώσουμε σωστά με τον λόγο, τη σιωπή και το έργο μας. Τα άλλα είναι στα χέρια του Θεού. Δεν θα τα επιβάλουμε εμείς διά της βίας.


Οταν σέβεσαι τις ιδέες και τα προβλήματα του άλλου, δεν σημαίνει ότι αποδέχεσαι τις ιδέες και τη νοοτροπία του. Του προσφέρεις το Ευαγγέλιο, το οποίο δεν είναι σύστημα αφηρημένων ιδεών, αλλά η αναγγελία ενός λυτρωτικού γεγονότος: ο Θεός της Αγάπης δεν έμεινε μακριά κάπου στο Σύμπαν, αλλά έγινε άνθρωπος, ήρθε ανάμεσά μας. Δεν σημαίνει ότι θα επιβάλουμε στον άλλον αυτό το χαρμόσυνο μήνυμα, αλλά είμαστε υποχρεωμένοι να μοιραστούμε μαζί του τη συνταρακτική αυτή αλήθεια.


Το χριστιανικό μήνυμα, όσο και αν φαίνεται παράδοξο, "παρωχημένο" και δύσκολα αποδεκτό, παραμένει το πιο επαναστατικό. Δεν υπάρχει πιο τολμηρή διατύπωση από τη φράση του Ευαγγελιστή Ιωάννου "ο Θεός αγάπη εστί, και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ".


Ομως δεν αρκεί η αναγγελία, χρειάζεται και η βίωση του Ευαγγελίου. Η πίστη είναι ζωή και μεταδίδεται όπως κάθε μορφή ζωής. Το πιο σημαντικό λοιπόν είναι να ζούμε την πίστη μας, η οποία στη συνέχεια θα ακτινοβολήσει και θα εκφραστεί με συγκεκριμένα έργα. Πολλές φορές με ρωτούν "τι θεωρείτε πιο σημαντικό από τα τόσο πολλά που κάνατε όλα αυτά τα χρόνια στην Αλβανία;". Περιορίζομαι σε ένα: μένω είκοσι δύο χρόνια κοντά στους ανθρώπους, ακούγοντας τον πόνο τους με αγάπη και προσπαθώντας να βρω διεξόδους με ουσιαστικά έργα, μεταφέροντάς τους το σταυροαναστάσιμο μήνυμα ότι, παρ' όλες τις πολυποίκιλες δυσκολίες, υπάρχει ελπίδα».


- Στην Ελλάδα υπάρχει ελπίδα;
«Ασφαλώς».


- Παρά τη μετανάστευση;
«Δεν φοβούμαι τη μετανάστευση, διότι κρύβει μέσα της δύναμη, ανησυχίες και αναζήτηση για το καλύτερο. Οι μετανάστες μας στην Αμερική απέτυχαν; Φοβούμαι βεβαίως τον τόπο, ο οποίος στερείται από τόσο ικανούς ανθρώπους. Επίσης ανησυχώ για το περίεργο "παιδομάζωμα". Ο λαός μας φορολογείται για μια δωρεάν εκπαίδευση. Κάποιος γίνεται πολύ καλός γιατρός και τελικά προσφέρει τους καρπούς των γνώσεών του σε μια χώρα που δεν τον ανέθρεψε από παιδί. Αυτό το θεωρώ αδικία σε παγκόσμιο επίπεδο».


- Και τώρα φεύγουν οι άριστοι...
«Είναι οδυνηρό. Γι' αυτό επαναλαμβάνω: Πηγαίνετε, αλλά ξαναγυρίστε».

Σάββατο 8 Μαρτίου 2014

ΡΕΣΙΤΑΛ ΠΙΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΧΡΗΣΤΑΚΗ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ATHENAEUM

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ


Ένα ρεσιτάλ πιάνου σπάνιας αισθητικής απόδοσης είχαμε την τύχη να απολαύσουμε στις 27-2-2014 στον καλαίσθητο χώρο του Διεθνούς Καλλιτεχνικού Κέντρου Athenaeum, υπό την αιγίδα των Διεθνών Σωματείων Gina Bachauer και C. V. Alkan- P. J. G. Zimmerman από τον  νεαρό- μόλις 23 ετών- πολλά υποσχόμενο πιανίστα, Ανδρέα Χρηστάκη.

Ο Χρηστάκης, από τους πιο προικισμένους της γενιάς του, μας κατέκτησε αμέσως με την μουσικότητα και τη σίγουρη τεχνική του αλλά και με την αμεσότητα του παιξίματός του και το καλό του γούστο. Γούστο, που φάνηκε στην επιλογή ενός δύσκολου και ωραίου προγράμματος την επιμέλεια του οποίου είχε ο Κ. Καράμπελας Σγούρδας, ο οποίος και το προλόγισε.

Πολλές φορές αναρωτηθήκαμε γιατί δεν ακούμε από τους πιανίστες μας έργα των Alessandro και Domenico Scarlatti; Η απάντηση απλή: γιατί είναι απαιτητικά. Έχοντας στη μνήμη μας την αξεπέραστη ερμηνεία του Vladimir Horowitz ήμασταν κάπως επιφυλακτικοί ως προς το αποτέλεσμα. Να όμως που έρχεται ένας νέος πιανίστας να αναμετρηθεί με την άκρως δεξιοτεχνική γραφή των δύο συνθετών, να ανατρέψει τις επιφυλάξεις μας  και να μας προσφέρει τη μαγεία της μουσικής τους.

Το πρώτο κομμάτι που ακούσαμε Toccata Nona σε σολ ελάσσονα, είναι του Ιταλού συνθέτη Μπαρόκ μουσικής, Alessandro Scarlatti [1660-1725], διάσημου για τις όπερες και τις θρησκευτικές καντάτες του. Φέρεται ως ιδρυτής της Ναπολιτάνικης Σχολής. Γεννήθηκε στο Παλέρμο, τμήμα τού τότε Βασιλείου της Σικελίας. Η μουσική του θεωρείται σύνδεσμος ανάμεσα στο πρώιμο μπαρόκ του 17ου αιώνος και στην κλασική σχολή του 18ου. Πατέρας δέκα παιδιών εκ των οποίων  δύο γιοι του ακολούθησαν την τέχνη του. Με εντυπωσιακή δακτυλική κυριαρχία, με ακρίβεια και με οπερατική ρητορική δύναμη -σημαντικό στοιχείο του συνθέτη-ο νεαρός πιανίστας απέδωσε την σπάνια παιζόμενη δεξιοτεχνική αυτή σονάτα.

Ο Domenico Scarlatti [1685-1757], είναι το 6ο παιδί του Alessandro. Γεννήθηκε στη Νάπολη την ίδια χρονιά [1685] με τον J.S. Bach και τον G.F. Handel. Ο μεγαλύτερος αδελφός του, Pietro Filippo, ήταν επίσης μουσικός. Ο Domenico, πέρασε τον περισσότερο χρόνο της ζωής του στην αυλή των Πορτογάλων και Ισπανών Βασιλέων. Συνθέτης μπαρόκ μουσικής, επηρέασε  την εξέλιξη της κλασικής μουσικής. Συνέθεσε μεγάλη ποικιλία από μουσικές φόρμες. Σήμερα είναι γνωστός για τις περίφημες 555  Σονάτες του, αδημοσίευτες κατά τη διάρκεια της ζωής του. Άρχισαν να έρχονται στο φως δύο αιώνες αργότερα και αποτελούνται από ένα μόνο μέρος. Τον θαύμαζαν μεγάλοι συνθέτες, ανάμεσά τους ο F. Chopin, ο J. Brahms  και ο Bela Bartok.  Εμείς ακούσαμε τη Σονάτα σε φα ελάσσονα K 466/L 118, ερμηνευμένη με ευαισθησία και με ιδιαίτερα χρωματισμένο ρομαντισμό, αλλά πάντα μέσα στο πνεύμα και στο ύφος της εποχής μπαρόκ του συνθέτη.

Εκείνο που μας εξέπληξε ήταν η αυτοπεποίθηση και η συγκέντρωση που επέδειξε ο πιανίστας στην ανάγνωση της μεγάλης σύνθεσης του J. S. Bach [1685-1750] Chaconne σε ρε ελάσσονα, [BWW1004], BV B24,σε μεταγραφή F. Busoni [1866-1924]. Πρόσεξε την κάθε λεπτομέρεια  της αρχιτεκτονικής δομής της φόρμας [Chaconne], υπογράμμισε με συνέπεια τα επί μέρους τμήματα του έργου [παραλλαγές-μεταμορφώσεις του θέματος] και μέσα από βαθιά συγκίνηση μας αποκάλυψε τα υπέροχα ηχοχρώματα και τις διαβαθμίσεις της σπάνιας ηχητικής δυναμικής του Μεγάλου Κάντορα.

Μετά το διάλειμμα η μαγεία του J. S. Bach συνεχίστηκε με την Παρτίτα αρ. 6, σε μι ελάσσονα,  BV830 ,  Toccata, Allemanda, Corrente, Air, Sarabante,  Tempo di Gavotte, Gigue. Εδώ, ο ξεχωριστός χαρακτήρας κάθε χορού της Παρτίτας  αποδόθηκε θαυμαστά, με ρυθμικές αντιθέσεις και λεπτή ανάπτυξη των θεμάτων μπαρόκ που φαίνεται να ταιριάζουν ιδιαίτερα στο νεαρό καλλιτέχνη.

Την πλούσια σε χρωματικές εναλλαγές αρμονία του έργου Melancolie του F. Poulenc, αποκάλυψε με την ερμηνεία του ο πιανίστας και ανέδειξε τις μελωδικές γραμμές που δεσπόζουν στο έργο του.

 Στη Σονάτα αρ. 8, σε λα ελάσσονα,  KV 319/300d   του  W. A Mozart, έργο στο οποίο ο συνθέτης διοχετεύει όλη τη συναισθηματική φόρτιση, την δημιουργημένη από τον απρόσμενο χαμό της Μητέρας του, ο πιανίστας, εισχώρησε με ιδιαίτερη προσοχή στη λεπτομέρεια και πέτυχε να αναδείξει  τόσο τη σφοδρή δραματικότητα των εξωτερικών μερών του έργου [Allegro maestoso και Presto] όσο και τη στοχαστική μελαγχολία του δευτέρου μέρους  [Andante cantabile con espressione]. 

Εκτός προγράμματος, ο νεαρός καλλιτέχνης, μας χάρισε από τον πιανιστικό κύκλο «Οι εποχές» του Piotr Ilyich Tchaikovsky, τον Δεκέμβρη. Η μπαλετική διάθεση του κομματιού αλλά και ο αισιόδοξος χαρακτήρας του έργου βρήκαν την τέλεια εκφραστική μορφή τους και αποτέλεσαν το ιδανικό επιστέγασμα του εξαιρετικού αυτού Ρεσιτάλ. 

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2014

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: ΚΡΙΣΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΙΝΗΝ ΔΙΑΘΗΚΗΝ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΟΥΓΓΡΙΚΗ ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ 
(3 Μαρτίου 2014)
  

Ἐξοχώτατε κύριε Πρόεδρε τῆς Οὑγγρικῆς Δημοκρατίας,
Ἐλλογιμώτατε κύριε Πρόεδρε τῆς Ἀκαδημίας,
Ἐλλογιμώτατοι κύριοι Ἀκαδημαϊκοί,
Ἱερώτατοι ἐκκλησιαστικοί ἄρχοντες,
Ἐκλεκτοί ἐκπρόσωποι τῶν γραμμάτων καί τῶν τεχνῶν,

Μετά βαθείας συγκινήσεως καί συνοχῆς καρδίας λαμβάνομεν τόν λόγον ἐνώπιον ὑμῶν τῶν διακεκριμένων ἐργατῶν τῆς ἐπιστήμης καί τῆς τέχνης, ἵνα ἐκφράσωμεν τάς θερμάς εὐχαριστίας τῆς ἡμετέρας Μετριότητος διά τήν προσγενομένην ἡμῖν ὑψίστην τιμήν τῆς προσκλήσεως ἡμῶν ἵνα ὁμιλήσωμεν πρός ὑμᾶς ἐν τῷ ἱερῷ τούτῳ ἱδρύματι τῆς σοφίας τῆς Οὑγγαρίας καί τῆς κατακοσμήσεως τῶν ἠθῶν τοῦ εὐλογημένου λαοῦ αὐτῆς. 

Στρεφόμενοι εἰς ἀναζήτησιν τοῦ ὠθήσαντος ὑμᾶς εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν λόγου ἐπισημαίνομεν δύο πιθανά αἴτια: πρῶτον, τήν εὔλογον ἐκτίμησιν ὑμῶν πρός τό ἀδιάκοπον ἔργον προσφορᾶς καί μαρτυρίας ἐπί δεκαεπτά καί πλέον αἰῶνας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τοῦ ὁποίου θείᾳ συνάρσει ἀπό 23ετίας προκαθήμεθα, καί τῆς προσφορᾶς αὐτοῦ καί πρός τήν Οὑγγαρίαν εἰς τόν ἐκχριστιανισμόν τοῦ λαοῦ αὐτῆς διά τῆς ἀποστολῆς τῶν Ἁγίων Ἰσαποστόλων Κυρίλλου καί Μεθοδίου καί, δεύτερον, τήν εὐγένειαν καί λεπτότητα τῶν ὑμετέρων αἰσθημάτων, διά τῶν ὁποίων ἀντιλαμβάνεσθε καί ἐπιβραβεύετε τάς ἀγαθάς προθέσεις τῆς ἡμετέρας Μετριότητος ὑπέρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου, εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν καί τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν. 

Ἐκφράζομεν, λοιπόν,  τάς ἐκ βαθέων εὐχαριστίας ἡμῶν τόσον διά τήν ὑψίστην αὐτήν τιμήν ὅσον καί διά τήν παραχώρησιν τοῦ δυσπροσίτου τούτου καί ὑψηλοῦ βήματος, ἀπό τοῦ ὁποίου ἐκχύνεται ὁ πλήρης ἀγάπης καί ἁπλότητος λόγος ἡμῶν πρός τάς πλήρεις ἀγαθῶν αἰσθημάτων καρδίας σας. Ὁ δέ λόγος ἡμῶν διαβεβαιοῖ ὑμᾶς ὅτι ἀποδεχόμεθα τήν ὑψίστην αὐτήν τιμήν ὡς ἀπονεμομένην πρός τό εἰς ὅ ἀληθῶς ἀνήκει Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, τό ὁποῖον ἐπί μακράν σειράν αἰώνων διακονεῖ τήν ἀνθρωπότητα ὑπό ποικίλας συνθήκας ἀνέσεως ἤ θλίψεως, δόξης ἤ ἀτιμίας, σταυρώσεως ἤ ἀναστάσεως, εἰρήνης ἤ πολέμου, καί πάσης ἄλλης καταστάσεως, μή ὑποστέλλον οὐδ᾽ ἐπί στιγμήν τόν φάρον τοῦ φωτός τοῦ Εὐαγγελίου καί τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ὡς καί ὑμεῖς οἱ τῆς ἱστορίας καί πάσης ἐπιστήμης ἐντριβεῖς γνῶσται πλήρως γνωρίζετε. 

Διότι ἡ Ἀκαδημία Ἐπιστημῶν τῆς Βουδαπέστης, τῆς ὁποίας ὑμεῖς τόν οἴακα εὐθύνετε λαμπρῶς, συγκαταλέγει μεταξύ τῶν μελῶν αὐτῆς τούς κορυφαίους τῶν κορυφαίων ἑκάστου κλάδου τοῦ ἐπιστητοῦ καί ἐπιτελεῖ σοβαρώτατον ἔργον. Τό ἔργον τοῦτο, ἀναφερόμενον εἰς τήν πρόοδον τῆς ἐπιστημονικῆς γνώσεως καί εἰς τήν περισυλλογήν, διάσωσιν καί ταξινόμησιν τῆς πολιτιστικῆς κληρονομίας τοῦ Οὑγγρικοῦ Ἔθνους, διεξαγόμενον δέ ἐν συναισθήσει τῆς ὑπευθυνότητος τῆς κρίσεως μετ᾽ ἀντικειμενικότητος καί ἐμβριθείας, ἔχει ἀποσπάσει τήν καθολικήν ἀναγνώρισιν. 

Ἡμεῖς οἱ θνητοί δρομαῖοι ὡς πρόσωπα ἐρχόμεθα καί  παρερχόμεθα. Τά μεγάλα ὅμως ἔργα ἀπαιτοῦν ὁμαδικήν καί διηνεκῆ τήν προσπάθειαν. Τοιοῦτον μέγα, διό καί συλλογικόν, τό ἔργον τῆς τε τιμώσης Ἀκαδημίας καί τοῦ τιμωμένου Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. 

Ἡγούμενοι πατρικῶς, χάριτι τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ, τοῦ τελευταίου, ἐκφράζομεν τήν χαράν καί εὐαρέσκειαν ἡμῶν διά τήν σημερινήν συνάντησιν, ἐν χώρῳ καί ἐν πνεύματι, τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας, ἥν ἐκπροσωπεῖτε ἀξίως, μετά τῆς Ὀρθοδόξου διακονίας, ἥν ἡμεῖς ἐπιτελοῦμεν Χάριτι καί Ἐλέει Θεοῦ κατά τό ἐφ᾿ ἡμῖν. 

Αἰσθανόμεθα ὅτι διά τῆς σημερινῆς τιμῆς συντάσσεσθε ὁμολόγως καί συνευδοκεῖτε πρός τήν πρόοδον καί ὁλοκλήρωσιν τοῦ ἐπιμόχθου ἔργου, τό ὁποῖον ἐπιτελοῦμεν. Διότι τό ἔργον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὑπερβαῖνον τόπους καί χρόνους, εἶναι οἰκουμενικόν καί συνεχές καί ἀποβλέπει εἰς τήν ἔν τε τῷ παρόντι βίῳ καί ἐπέκεινα τοῦ χρόνου δικαίωσιν τοῦ ἀνθρώπου.  

Τό κήρυγμα τῆς ἀληθείαςκαί τῆς μετανοίας, ἡ προβολή τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ παραμυθία τῶν ψυχῶν, ἡ μετά διακρίσεως καταλλαγή λαῶν καί Ἐκκλησιῶν, ἡ μετ᾿ ἀφθονίας παροχή πνευματικῆς τροφοδοσίας, ἡ ἐπίτευξις διαλόγου ἀκόμη καί ὅταν ἡ ἀντιμωλία εἶναι δυσχερής, συντελοῦν εἰς τήν τελείωσιν τοῦἀνθρώπου καί ἀποτελοῦν τό κυριώτερον καί σπουδαιότερον μέρος τῆς ἀποστολῆς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀποτελοῦν τό ἔργον τῆς ἀενάου πορείας αὐτοῦ, κατά τήν ἐντολήν τοῦ Κυρίου πρός τούς ἀνά τούς αἰῶνας μαθητάς Αὐτοῦ «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη... διδάσκοντες τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν...» (Ματθ. 28, 19-20). 

Μή ἔχοντες δέ λόγον ἐπιστήμης ἵνα προσφέρωμεν ὡς ἀντίδωρον πρός ὑμᾶς, καί ἵνα μή τοῦ βήματος κατέλθωμεν ἄνευ ἀντιπροσφορᾶς τινος ἐλαχίστης, ἐπελέξαμεν ὅπως ἐκθέσωμεν κατά τό ἔθος εἰς τήν ἀγάπην σας ὡρισμένας ἁπλᾶς σκέψεις περί τοῦ ἑορτολογικῶς ἐπικαίρου διά τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν θέματος «Κρίσις καί διάκρισις εἰς τήν Καινήν Διαθήκην», ἀφοῦ προηγουμένως προσθέσωμεν ὀλίγα τινά περί τοῦ Οἰκουμενικοῦ ἡμῶν Πατριαρχείου καί τῆς διαχρονικῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ. 

Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον εἶναι θεσμός λειτουργῶν εἰς τήν ἕδραν του πλέον τῶν 1700 ἐτῶν. Διά τοῦ τρίτου κανόνος τῆς Β' Οἰκουμενικῆς Συνόδου, συνελθούσης ἐν Κωνσταντινουπόλει τό 381 μ.Χ., καί διά τοῦ 28ου τοιούτου τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου,  συνελθούσης ἐν Χαλκηδόνι,  τό 451 μ.Χ., ὡρίσθη ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ὑπό τῶν Πατέρων Ἀνατολῆς καί Δύσεως, ὑπό τοῦ συνόλου τῆς Ἐκκλησίας δηλαδή,  ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ἔχει τά πρεσβεῖα τιμῆς καί εὐθύνης ἴσα πρός τόν Ἐπίσκοπον τῆς Ρώμης, ἀπό τοῦ σχίσματος δέ καί ἐφεξῆς, ἔχει οὗτος τήν πρωτόθρονον θέσιν μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν. Ὡς πρωτόθρονος μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων ἀναγνωρίζεται καί τιμᾶται ὑπ᾽ αὐτῶν καί ὑπό πάντων ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καθ᾽ ὅλην τήν διάρκειαν τῆς Βυζαντινῆς καί τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας καί μέχρι σήμερον, στοιχούντων ἁπάντων τῇ ἀπαραβιάστῳ ἐκκλησιαστικῇ κανονικῇ τάξει καί παραδόσει. Μάλιστα δέ ὅλαι αἱ Χριστιανικαί Ἐκκλησίαι, ὅλαι αἱ Θρησκεῖαι καί ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις τῶν Χριστιανικῶν ἤ μή Κρατῶν τοῦ κόσμου, τά ὁποῖα ἐπεσκέφθησαν οἱ ἑκάστοτε Οἰκουμενικοί Πατριάρχαι, ὑπεδέχθησαν αὐτούς ὑπό τήν ἰδιότητα αὐτῶν ταύτην.

***

Μετά τήν συνοπτικήν ταύτην ἔκθεσιν περί τῆς θέσεως, φύσεως καί ἀποστολῆς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀποστολῆς ἀγαπητικῆς διακονίας οὐχί ἐξουσιαστικῆς αὐθεντίας, ἀλλά κενωτικῆς μαρτυρίας, ἐρχόμεθα εἰς τό κύριον θέμα τό ὁποῖον ἐπιθυμοῦμεν ἵνα ἐκθέσωμεν εἰς τήν ἀγάπην σας, ἐκφράζοντες τό φρόνημα τῶν ἡμερῶν τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, εἰς τήν ὁποίαν εἰσῆλθεν ἤδη ἡ Ὀρθόδοξος ἡμῶν Ἐκκλησία καί τό ἀνά τήν οἰκουμένην θεοφιλές ποίμνιον  αὐτῆς. 

Ὁ λόγος, λοιπόν, διά τήν «Κρίσιν καί τήν διάκρισιν εἰς τήν Καινήν Διαθήκην». 

Εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, ἐπανειλημμένως, χρησιμοποιεῖται ἡ λέξις κρίσις καί τό ρῆμα κρίνειν ὑπό διαφορετικήν ἑκάστοτε ἔννοιαν. Οὕτω βλέπομεν τόν Ἰησοῦν Χριστόν νά λέγῃ ὅτι δέν ἦλθεν εἰς τήν γῆν ἵνα κρίνῃ, ἀλλά ἵνα σώσῃ τόν κόσμον. Παραλλήλως, ἀκούομεν Αὐτόν συμβουλεύοντα τούς ἀκροατάς Του νά μή κρίνουν ἵνα μή κριθοῦν. Εἰς ἀμφοτέρας τάς περιπτώσεις τό ρῆμα κρίνειν χρησιμοποιεῖται μέ τήν ἔννοιαν τῆς ἐκφράσεως ἀποδοκιμασίας διά τόν κρινόμενον. Εἰς ἕτερον σημεῖον ἀναφέρεται ὅτι ὁ Πατήρ τήν κρίσιν δέδωκε τῷ Υἱῷ. Εἰς τό Σύμβολον τῆς Πίστεως ἀναφέρεται ὅτι ἀναμένομεν πάλιν ἐρχόμενον τόν Κύριον Ἰησοῦν, ἵνα κρίνῃ ζῶντας καί νεκρούς. Σχετικῶς ἀναγιγνώσκεται ἐπ᾿  ἐκκλησίας αὐτάς τάς ἡμέρας τό Εὐαγγέλιον τῆς μελλούσης κρίσεως. Ἐκεῖ ἀναφέρεται ὅτι ἡ κρίσις θά συνίσταται εἰς τόν διαχωρισμόν τῶν ἀνθρώπων εἰς δύο ὁμάδας. Τήν τῶν σωζομένων, τοποθετουμένων εἰς τά δεξιά, καί τήν τῶν ἀπολλυμένων, τοποθετουμένων εἰς τά ἀριστερά. Κριτήριον ἐπί τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θά γίνῃ ἡ τοποθέτησις ἑκάστου εἰς τά δεξιά ἤ εἰς τά ἀριστερά εἶναι ἡ ἀγάπη μέ τήν ὁποίαν ἤ χωρίς τήν ὁποίαν συμπεριεφέρθη ἕκαστος πρός τούς συνανθρώπους του. Ἡ ὅλη σκηνή τῆς μελλούσης κρίσεως, ὡς περιγράφεται,  δίδει τήν ἐντύπωσιν τῆς ἐκδόσεως ὑπό τοῦ Κριτοῦ μιᾶς ἀποφάσεως δικαστικῆς φύσεως, ἡ ὁποία καθ᾿ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τούς εἰς τά ἀριστερά εἶναι καταδικαστική καί καθ᾿ ὅσον δ᾿ ἀφορᾷ εἰς τούς ἐκ δεξιῶν εἶναι ἀθωωτική καί ἐπιβραβευτική. Ἡ ἄποψις αὕτη φαίνεται συγκρουομένη πρός τόν λόγον τοῦ Κυρίου, ὅτι δέν ἦλθεν ἵνα κρίνῃ, ἀλλ᾿ ἵνα σώσῃ τόν κόσμον. Ὑποστηρίζεται ὑπό τινων ὅτι μέχρι τῆς μελλούσης κρίσεως ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ πᾶν ὅ,τι δύναται χωρίς νά παραβιάσῃ τήν ἐλευθερίαν τοῦ ἀνθρώπου διά τήν σωτηρίαν αὐτοῦ καί κατά τήν μέλλουσαν κρίσιν ἀποφαίνεται περί τῆς κατατάξεως ἑκάστου ἀνθρώπου εἰς τούς σωζομένους ἤ μή, ἐπί τῇ βάσει τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς του. 

Ἡ ἀγάπη ὅμως τοῦ Θεοῦ οὐδέποτε ἐκπίπτει. 

Κατά τούς Ἁγίους Πατέρας τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ περιβάλλει ἀκόμη καί τούς μή σωζομένους. Ὁ Θεός εἶναι ἀναλλοίωτος καί εἶναι, ὅπως μαρτυρεῖ καί ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, Ἀγάπη κατά τήν ἀναλλοίωτον φύσιν Του. 

Ἑπομένως, ἡ μέλλουσα κρίσις τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι καταδικαστική ἀπόφασις ἀντίθετος πρός τήν ἀγάπην καί τήν συγχώρησιν τήν ὁποίαν παρέχει γενναιοδώρως ὁ Ἐλθών εἰς τήν γῆν ἵνα σώσῃ τόν κόσμον Ἰησοῦς Χριστός.  Εἶναι διαπιστωτική πρᾶξις τῆς προσωπικῆς ἐπιλογῆς ἑκάστου ἀνθρώπου ὡς πρός τήν ἀγάπην του πρός τόν Θεόν καί τούς συνανθρώπους του. Δέν εἶναι ἡ συγκεκριμένη ἁμαρτία καθ' ἑαυτήν, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀγάπης, ἡ ὁδηγοῦσα εἰς τήν ἀπώλειαν, διότι αὐτή δύναται διά τῆς συγχωρήσεως νά ἀποσβεσθῇ καί νά καταστῇ ἀνύπαρκτος, οὔτε εἶναι ἡ ἀπώλεια τιμωρία διά τήν ἁμαρτίαν,  διότι ὁ Ἰησοῦς Χριστός συγχωρεῖ τάς ἁμαρτίας, αἴρει αὐτάς, καθαίρει τόν ἄνθρωπον καί λευκαίνει αὐτόν «ὑπέρ χιόνα» κατά τόν ψαλμῳδόν Δαυΐδ. 

Ἀλλά, βεβαίως, αὐτή ἡ συγχώρησις προϋποθέτει ἐλεύθερον αἴτημα τοῦ ἁμαρτωλοῦ, διότι ὁ Θεός εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν ἐπιθυμεῖ νά παραβιάσῃ τήν ὑπό τοῦ ἰδίου δοθεῖσαν εἰς τόν ἄνθρωπον ἐλευθερίαν ἐπιλογῆς. 

Τό ἐμπόδιον εἶναι ἡ  ἀντίθεσις τῆς ψυχῆς πρός τήν ἀγάπην! 

Εἶναι σαφής ὁ λόγος τοῦ Κυρίου: «Ἐφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε», καί, ἀντιστοίχως, ἐφ᾿ ὅσων δέν ἐποιήσατε ἀγάπην πρός τόν συνάνθρωπόν σας, οὔτε πρός ἐμέ ἐποιήσατε αὐτήν. Ὡς διευκρινεῖ συναφῶς ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ἐάν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καί τῶν ἀγγέλλων [...] ἐάν ἔχω προφητείαν [...] ἐάν ἔχω πάσαν τήν πίστιν [...] ἐάν ψωμίσω πάντα τά ὑπάρχοντα [...] ἐάν παραδῶ τό σῶμά μου ἵνα καυθήσομαι, ἀγάπην δέ μήἔχω, οὐδέν ὠφελοῦμαι». (Κορ. Α΄ ιγ΄, 1 - 4)  Δηλαδή, ἡ ἐκτέλεσις πολλῶν ἀρετῶν χωρίς ἀγάπην δένεἶναι πρόξενος τῆς σωτηρία, ἀλλ᾿ ἀντιθέτως, κρίσεως καί κατακρίσεως.  

Βλέπομεν συμπερασματικῶς ὅτι ἡ μέλλουσα κρίσις δέν εἶναι «κρίσις» καταδικαστική, δηλαδή καταδικαστική ἀπόφασις τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλά διάκρισις, ἤτοι διαχωρισμός τῶν ἀνθρώπων εἰς τούς θέλοντας καί εἰς τούς μή θέλοντας τήν κοινωνίαν τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Δέν εἶναι ὁ Διακρίνων αἴτιος τῆς ἀποφάσεως, ἀλλά ὁ  κρινόμενος καί δέν παύει ὁ Θεός νά ἀγαπᾷ ἕκαστον πλάσμα Αὐτοῦ. Ἡ  ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δέν παύει νά συνέχῃ τά σύμπαντα, ἀκόμη καί τούς μή δεχομένους αὐτήν ἀνθρώπους. 

Κατά τήν Ὀρθόδοξον, λοιπόν, κατανόησιν τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ μέλλουσα κρίσις εἶναι διάκρισις τῆς θέσεως εἰς τήν ὁποίαν ἕκαστος ἄνθρωπος ἐλευθέρως καί αὐτοβούλως ἔχει τοποθετήσει ἑαυτόν ἔναντι τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεόν, ἡ ὁποία ἐξωτερικεύεται ὡς ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπον. Ἡ σωτηρία, δηλαδή ἡ συμμετοχή εἰς τόν αἰώνιον δεῖπνον  τῆς Βασιλείας, χαρίζεται εἰς τούς ἐναρμονιζομένους πρός τήν ἀγάπην. Τόν δεῖπνον αὐτόν ἀποστρέφονται ἑκουσίως καί ἐλευθέρως οἱ μή ἀρεσκόμενοι εἰς τήν ἀγάπην. Δέν εἶναι ὁ Θεός Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος καταδικάζει αὐτούς εἰς τήν ἀπώλειαν, ἀλλά αὐτοί οἱ ἴδιοι οἱ ὁποῖοι μή δεχόμενοι τήν τροφήν τῆς ἀγάπης αὐτοπεριορίζονται εἰς τόν θανατηφόρον κλοιόν τῆς ἐγωκεντρικῆς των ὑπάρξεως καί συνακολούθως κρίνονται καί αὐτοτοποθετοῦνται ἐξ εὐωνύμων.  Ὅπως ἀναφέρει εἷς τῶν συγγραφέων τῆς Φιλοκαλίας, ὁ Θεός δέν εἶναι συναλλάκτης, δέν ἀμείβει δηλαδή τόν ἄνθρωπον μετρῶν τάς ἀρετάς του καί τά πνευματικά κατορθώματά του, ἀλλά χαρίζει εἰς αὐτόν πλουσίως τήν ἀγάπην Του, ἐφ᾿ ὅσον διαπιστώσει ὅτι ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου στρέφεται πρός τήν ἀναζήτησίν Του. Σχετική ἡ παραβολή τῶν ἐργατῶν τοῦ ἀμπελῶνος, οἱ ὁποῖοι ἠμείφθησαν ὅλοι διά πλήρους ἡμερομισθίου, ἄν καί εἰργάσθησαν διαφορετικόν ἀριθμόν ὡρῶν ἕκαστος, εἰκονίζει τήν ἀγάπην του Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος παρέχει εἰς τούς ἀγαπῶντας Αὐτόν δωρεάν τήν ἀγάπησίν Του καί τήνυἱοθεσίαν Του. Ἡ  δωρεάν ἤ «κατά χάριν», κατά τήν ἐκκλησιαστικήν ὁρολογίαν, παροχή ὑπό τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπον τοῦ ἀγαθοῦ τῆς βασιλείας καί ἡ συμμετοχή εἰς τόν προσφερόμενον Δεῖπνον προϋποθέτει τήν ὑπό τοῦ ἀνθρώπου ἀποδοχήν τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία προσφέρει τόν ἐν λόγῳ Δεῖπνον. 

Οἱ ἀρνηθέντες νά συμμετάσχουν εἰς τόν Δεῖπνον, οἱ ἀπορρίψαντες τήν πρόσκλησιν τοῦ Οἰκοδεσπότου διά δωρεάν συμμετοχήν εἰς αὐτόν, οἰκειοθελῶς τοποθετοῦν ἑαυτούς ἐκτός τῆς ὁμηγύρεως τῶν σωζομένων, διότι ἀρνοῦνται τήν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ. Καί τότε, «Θεοῦ ὑπάρχοντος κριτοῦ, οὐ σπουδή, οὐ τέχνη, οὐ δόξα, οὐ φιλία, εἰ μή ἡ ἐξ ἔργων, ἡ ἐκ μόνης τῆς ἀγάπης, ἰσχύς ἐξισχύσει εἰς σωτηρίαν... ἀληθείας ἐλεγχούσης καί δειλίας κατεχούσης» τήν ψυχήν κατά τήν ἐμφάνισίν της ἐνώπιον τοῦ Δικαίου Κριτοῦ, τῆς παντοδυνάμου ἀγάπης, ὅτε «ἡλικία μία οἱ πάντες γενήσονται καί πάντων τά κρυπτά φανερά παρίστανται». Κρίσις εἶναι ἡ ἔμπρακτος δοκιμή τῆς ἀγάπης.  Διάκρισις εἶναι ἡ ἐφαρμογή τῆς ἀγάπης πρός πάντας. 

Τήν κρίσιν ἐπιγραμματικῶς ἀναλύει ὁ Μέγας Βασίλειος λέγων: «Τήν τῆς κρίσεως ἡμέραν καί τῆς κατ᾿ ἀξίαν τῶν ἑκάστῳ πεπλημμελημένων ἀνταποδόσεως, ἐπισκοπῆς εἶπεν ἡμέραν, ἥν  τούτοις ἀπειλεῖ, ὅτι ἡ θλῖψις ἡμῶν πόρρωθεν ἥξει» (Εἰς τόν Προφήτην Ἠσαΐαν, κεφ. 10, P.G. 30, 528B). Τήν διάκρισιν ἐξηγεῖ ὁ ἕτερος τῆς Καππαδοκίας Φωστήρ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὁμιλῶν περί τῆς ἐκ διακρίσεως ἀγάπης καί ἐμπειρικῶς προτρέπων τόν ὑπομένοντα διωγμούς καί κατατρεγμούς ἀδίκως Κανδινιανόν: «Γενέσθαι μεθ᾿ ἡμῶν ποτε καί Θεοῦ, καί τῆς τῶν διωκομένων εἶναι μερίδος, καί μή τῆς τῶν διωκόντων· ἐπειδή τό μέν καιροῦ φορᾷ παρασύρεται, τό δέ ἀθάνατον ἔχει τήν σωτηρίαν» (Ἐπιστολή Ι΄, Κανδινιανῷ, P.G. 37, 41A) . 

Ἡ τοιαύτη κατανόησις τῆς Εὐαγγελικῆς διδασκαλίας ἔχει, ὡς εἰκός, μεγάλην πρακτικήν σημασίαν, διότι ἡ προσπάθεια τῆς διορθώσεως τῶν κοινωνιῶν δέν δύναται νά ἐπιτύχῃ διά τῆς μεθόδου τῆς βίας καί τοῦ ἐξαναγκασμοῦ καί τῆς ἐγωκεντρικῆς ἐνδοστρεφείας. Διά νά ἐπέλθῃ ἡ βελτίωσις τῶν κοινωνιῶν πρέπει νά στρέψωμεν τό ἐνδιαφέρον αὐτῶν πρός τήν ἔμπρακτον ἀγάπην. Ἡ σημερινή μεγάλη οἰκονομική καί ἠθική κρίσις δέν δύναται νά ἀντιμετωπισθῇ ἐάν μή στραφῶμεν πρός τήν ἀγάπην τοῦ πλησίον καί τοῦ Θεοῦ. Ἡ στροφή αὐτή ὠφελεῖ τούς ἀγαπῶντας τόσον κατά τήν παροῦσαν ἐπίγειον ζωήν ὅσον καί κατά τήν εἰς τά ἔσχατα μέλλουσαν κρίσιν. 

Ὑπ᾿ αὐτήν τήν ἔννοιαν ἐξηγεῖται καί ὁ λόγος τοῦ Κυρίου: «Ὁ πταίσας ἐν ἑνί γέγονε πάντων ἔνοχος», διότι τό πταῖσμα, ἡ παράβασις τῆς ἐντολῆς, δέν ἀξιολογεῖται δικανικῶς, ἀλλά προσωπικῶς. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος παραβαίνει τήν ἐντολήν τοῦ Θεοῦ ἀρνεῖται τήν κοινωνίαν τῆς προσωπικῆς ἀγάπης μετ᾿ Αὐτοῦ. Ἑπομένως, δέν ἔχει σημασίαν ποίαν ἐντολήν παρέβη καί πόσας φοράς παρέβη αὐτήν, ἀλλά τό γεγονός ὅτι ἀντιτίθεται πρός τό πρόσωπον, δηλαδή πρός τήν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ ἤ τοῦ συνανθρώπου. Κατ᾿ αὐτόν τόν τρόπον σκεπτόμενοι πειθόμεθα ὅτι ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι δικανική καί ποσοτική. Δέν στηρίζεται εἰς τήν καταμέτρησιν ἀγαθοεργιῶν καί παραβάσεων, ἀλλά εἰς τήν στάθμισιν, τοὐτέστιν εἰς τήν διάκρισιν, ἐάν ὑπάρχῃ ἀγάπη εἰς τήν σχέσιν ἀνθρώπου καί Θεοῦ, ἀνθρώπου καί συνανθρώπου. Ἄν ὑπάρχῃ ἀγάπη αὐτοθρόως ὁ ἀγαπῶν αἰτεῖται συγγνώμην διά τήν λύπην τήν ὁποίαν προεκάλεσεν εἰς τό ἀγαπώμενον πρόσωπον καί λόγῳ τῆς ἀμοιβαιότητος τῆς ἀγάπης λαμβάνει αὐτήν. Ἀντιθέτως, ἄν αἰτῆταί τις συγγνώμην ἐξ ἰδιοτελείας χωρίς ἀγάπην, δέν λαμβάνει αὐτήν.

***

Φίλοι ἀκροαταί,
     Ἡ ἀγάπη ἐκδηλοῦται συνήθως εἰς τάς διαπροσωπικάς σχέσεις, ἀλλά δύναται νά κατευθύνηται καί πρός ὁλόκληρον τήν ἀνθρωπότητα. Ἡ λῆψις μέτρων ὑπέρ τῶν ἀναξιοπαθούντων ἐκ στοργῆς πρός αὐτούς εἶναι ἐξ ἴσου εὐάρεστος τῷ Κυρίῳ. Ταῦτα ἔχουσα ὑπ᾿ ὄψιν ἡ ἡμετέρα Μετριότης καί τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἔχομεν ἀποδυθῆ εἰς μίαν προσπάθειαν προστασίας τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος,  ἐπ᾿ ἀγαθῷ τῶν κινδυνευόντων νά ὑποστοῦν τάς καταστρεπτικάς συνεπείας τῶν ἀκραίων καιρικῶν φαινομένων καί τῆς ὑποβαθμίσεως τῆς δυνατότητος ἀειφορίας αὐτοῦ. 

Ὅπως εἶναι γνωστόν, τό φυσικόν περιβάλλον διά τῆς Προνοίας τοῦ Θεοῦ ἔχει δημιουργήσει οἰκοσυστήματα, εἰς τά ὁποῖα τά αὐτά πάντοτε ὑλικά στοιχεῖα, κατόπιν μιᾶς ἐπαναλαμβανομένης - ἐντός χρόνου ὡρισμένου κύκλου - διαδικασίας συντηροῦν τήν ζωήν. Τά οἰκοσυστήματα ταῦτα ἀντέχουν περιωρισμένου βαθμοῦ διακυμάνσεις τῶν στοιχείων ἐκ τῶν ὁποίων ἀποτελοῦνται. Ὁ ἄνθρωπος, ἐπί παραδείγματι,  δύναται νά ζήσῃ μόνον ὅταν ἀναπνέῃ ἀτμοσφαιρικόν ἀέρα ἀποτελούμενον ἀπό συγκεκριμένον ποσοστόν ὀξυγόνου, διοξειδίου ἄνθρακος καί λοιπῶν ἀερίων. Τό ποσοστόν αὐτό δέν εἶναι ἀπολύτως ὡρισμένον, ἀλλά καί δέν δύναται νά διακυμαίνεται πέραν ὡρισμένου ὁρίου, διότι αὐξομειώσεις πέραν αὐτοῦ καθιστοῦν ἀδύνατον τήν ἀνθρωπίνην ζωήν. 

Εἶναι, λοιπόν, αὐτονόητον ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διαταράσσει τήν κανονικήν σύνθεσιν τοῦ ἀτμοσφαιρικοῦ ἀέρος θέτει εἰς κίνδυνον τήν ὑγείαν καί τήν ζωήν τῶν συνανθρώπων, οἱ ὁποῖοι θά εἰσπνεύσουν τόν ἀέρα τοῦτον. Ἡ πρᾶξις αὐτή τῆς διακινδυνεύσεως τῆς ὑγείας καί τῆς ζωῆς εἶναι ἀντίθετος τῆς ἀγάπης. Ἡ προσπάθειά μας συνίσταται εἰς τό νά διεγείρωμεν τήν προσοχήν τῶν λαῶν ἐπί τοῦ ὅτι ἡ ρύπανσις τοῦ ἀέρος εἶναι ἐπικίνδυνος διά πάντα ἄνθρωπον καί, ἑπομένως, ἠθικῶς ἀποκρουστέα. 

Βεβαίως, φαίνεται εἰς πολλούς ὡς ἀναποτελεσματική ἡ  μέθοδος τῆς βελτιώσεως τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος διά τῆς εὐαισθητοποιήσεως τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά εἶναι ἡ μόνη ἡ ὁποία δύναται νά κινητοποίησῃ τούς πληθυσμούς καί μέσῳ τῆς ὑπ΄αὐτῶν ἀσκηθησομένης πρός τάς Κυβερνήσεις πιέσεως νά ὁδηγήσῃ εἰς τήν λῆψιν μέτρων μειώσεως τῶν μεγεθῶν τῆς ρυπάνσεως, ὡς,  ἄλλωστε,  βλέπομεν νά γίνεται. 

Εἶναι ἀληθές ὅτι οἱ μεγαλύτεροι ρυπανταί δέν ἔχουν ἀποδεχθῆ εἰς ἱκανοποιητικόν βαθμόν τό χρέοςαὐτῶν ὅπως μειώσουν κατά πολύ τούς ἐκπεμπομένους ρύπους. Ἡ ζύμωσις ὅμως τῶν κοινωνιῶν μετά τῶν σχετικῶν ἰδεῶν προχωρεῖ.  

Ἄλλος τρόπος ἐπικινδύνου βλάβης τοῦ περιβάλλοντος εἶναι ἡ  καταστροφή συγκεκριμένων οἰκοσυστημάτων, ὡς τῶν δασῶν, τῶν θαλασσῶν, τῶν ἐπιγείων καί ὑπογείων ὑδάτων - ποταμῶν καί πηγῶν -. 

Ὡς καί προκειμένου περί τῆς ρυπάνσεως, οὕτω καί προκειμένου περί τῆς καταστροφῆς τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος τό κυριώτερον αἴτιον εἶναι  ἀμέσως ἤ ἐμμέσως ἡ ἀνθρωπίνη συμπεριφορά. 

Διά τοῦτο καί πάλιν ἡ προσπάθειά μας συνίσταται εἰς τήν εὐαισθητοποίησιν τῶν ἀνθρώπων  τόσον ὡς προσώπων , ὅσον καί ὡς κοινωνιῶν διά τήν ἀνάγκην τοῦ σεβασμοῦ πρός τό φυσικόν περιβάλλον,  τό δῶρον τοῦτο τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖον χρειάζεται διά τήν ἐντός αὐτοῦ ἀνάπτυξιν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. 

Ἡ μέθοδος τῆς εὐαισθητοποιήσεως τοῦ ἀνθρώπου διά τήν προστασίαν τοῦ περιβάλλοντος εἶναι παναρχαία. Ὁ Ἡρόδοτος ἀναφέρει ὅτι εἰς μίαν χώραν, τήν Μεσοποταμίαν, τήν ὁποίαν διέσχιζε  ποταμός, οἱ κάτοικοι ἐπίστευον ὅτι ἦτο ἐντολή τοῦ Θεοῦ νά μή ρυπαίνουν τόν ποταμόν. Ὁ ἴδιος βεβαίως ὁ Ἡρόδοτος ἀπεμυθοποίει τήν πίστιν ταύτην, λέγων ὅτι ἐπρόκειτο περί κανόνος ὑγιεινῆς περιβληθέντος τόν χαρακτῆρα τῆς θείας ἐντολῆς, διά νά γίνῃ σεβαστός ὑπό τῶν ἀνθρώπων. 

Ἡμεῖς ὅμως ἐξακολουθοῦμεν νά πιστεύωμεν ὅτι ἡ ἐν τῇ Παλαιᾷ Διαθήκῃ διατυπωθεῖσα ἀλήθεια,  ὅτι ὁ Θεός ἔθεσε τόν πρωτόπλαστον ἄνθρωπον εἰς τόν γήϊνον παράδεισον ἵνα ἐργάζηται  καί  φυλάσσῃ αὐτόν, εἶναι ἰσχυρά, καί ὅτι ἐξ αὐτῆς ἀπορρέει τό πανανθρώπινον καθῆκον τῆς διατηρήσεως καί προστασίας τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος. 

Ἡ ἀγάπη μας πρός τόν Θεόν ἐπιβάλλει τόν σεβασμόν πρός τό ἔργον Του, δηλαδή πρός τό φυσικόνπεριβάλλον, ὡς ἐπίσης καί ἡ ἀγάπη μας πρός τόν συνάνθρωπον, τῶν παρουσῶν καί τῶν μελλουσῶν γενεῶν, ἐπιβάλλει νά διατηρήσωμεν τόν χῶρον τῆς ζωῆς των ἐξυπηρετικόν αὐτῆς. 

Σημειωτέον, ὅμως, ὅτι τόσον τό ἴδιον συμφέρον ὅσον καί τό χρέος τῆς ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπον ἐπιβάλλουν τήν λῆψιν ὑπό τῶν Ἀρχῶν τῶν ἀναγκαίων προστατευτικῶν μέτρων. Ὅπου δέ ἡ συνείδησις τοῦ καθήκοντος πρός τόν συνάνθρωπον δέν εἶναι τόσον ἐνεργός καί ἐναργής, ὥστε νά ἀποτρέπῃ τήν ἀτμοσφαιρικήν ρύπανσιν, πρέπει αἱ ἐξουσίαι ἑκάστης κοινωνίας νά ἐπιβάλλουν τήν τήρησιν τῶν ἀναγκαίων προστατευτικῶν κανόνων.  
Εὑρίσκομεν ἀβασανίστους καί ἀβασίμους τάς θεωρίας, ὅτι ἡ γῆ πρέπει νά τύχῃ ὑπερεκμεταλλεύσεως διά τήν συντήρησιν τοῦ ὑπερπληθυσμοῦ  αὐτῆς καί ὅτι μᾶλλον οὗτος πρέπει νά μειωθῇ εἰς τό ἕν δέκατον τοῦ σημερινοῦ πληθυσμοῦ. Σχετικαί πληροφορίαι ἀναφέρουν ὅτι τά ἀχρηστευόμενα περισσεύματα τῶν εἰδῶν διατροφῆς μιᾶς μεγαλουπόλεως ἐπαρκοῦν διά τήν διατροφήν πολλῶν συνανθρώπων μας καί ὅτι τά καταστρεφόμενα προϊόντα λόγῳ ἐμφανισιακῆς ἀκαταλληλότητος αὐτῶν διά τάς ἀγοράς εἶναι τεράστια, ἐνῷ θά ἠδύναντο νά θρέψουν καί νά συντηρήσουν πολλούς στερουμένους τροφῆς συνανθρώπους μας. 

Χρειάζεται νά κινητοποιηθῇ ἡ ἀγάπη καί θά εὑρεθοῦν οἱ τρόποι ἀξιοποιήσεως τῶν ἤδη ἀχρηστευομένων τροφῶν. 

Ἡ προσπάθειά μας προσωπικῶς καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου διά τήν ἀφύπνισιν τοῦ ἐνδιαφέροντος τῶν συνανθρώπων μας διά τά θέματα προστασίας τοῦ περιβάλλοντος, κινουμένη ἐξἀγάπης ἔχει φέρει ἱκανοποιητικούς καρπούς. Ἀλλά, ὑπάρχουν μεγάλα περιθώρια περαιτέρω αὐξήσεως τοῦ ἀνθρωπίνου ἐνδιαφέροντος διά τό θέμα καί διά τοῦτο συνεχίζομεν καί θά συνεχίζωμεν τήν προσπάθειαν αὐτήν τῆς ἐνεργοποιήσεως τῶν συνειδήσεων. 

Ὁ συνάνθρωπός μας, ἡ εἰκών αὐτή τοῦ Θεοῦ, δυνάμενος νά αἰσθανθῇ χαράν καί λύπην, πρέπει νά ἀποτελῇ χαράν δι' ἡμᾶς. 

Ὁ ἀρχαῖος Ἀθηναῖος φιλόσοφος Πλάτων θεωρεῖ ὡς μεγάλην καταδίκην τό νά ἵστανται οἱ νεκροί εἰς τόν ἄλλον κόσμον μέ τά νῶτα ἐστραμμένα πρός τόν ἄλλον, ὥστε νά μή δύναται ὁ εἷς νά ἴδῃ τό πρόσωπον τοῦ ἄλλου. 

Ἀντιθέτως, εἷς τῶν συγχρόνων εὐρωπαίων φιλοσόφων, ὁ Ζάν Πόλ Σάρτρ, κραυγάζει ὅτι ἡ κόλασις εἶναι οἱ ἄλλοι. 

Καί εἷς τῶν συγχρόνων Ἁγίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ Ἅγιος Πορφύριος ὁ Ἁγιορείτης, διακηρύσσει ὅτι οὐδείς σώζεται ἐάν ἐπιζητῇ μόνον τήν ἀτομικήν του σωτηρίαν. 

Ἡ  ἰδεολογία τοῦ φιλοσόφου δικαιολογεῖ τήν καταστροφήν τῶν συνανθρώπων μας ὡς αἰτίων τῆς κολάσεώς μας καί προκαλεῖ τά ἀπαισίας μνήμης ὁλοκαυτώματα. 

Ἡ πίστις τοῦ ἀρχαίου Ἕλληνος φιλοσόφου καί τοῦ συγχρόνου Ὀρθοδόξου Ἁγίου ὁδηγεῖ εἰς τήν ἀνάγκην τῆς ἀγαπητικῆς ἑνότητος  τῶν ἀνθρώπων, δηλαδή εἰς τήν κοινωνίαν τῆς ἀγάπης. Ἐπιγραμματικῶς θά ἐλέγομεν, ὅτι μόνον ἐντός αὐτῆς τῆς κοινωνίας λύονται εἰρηνικῶς καί ἀποτελεσματικῶς τά ἀνθρώπινα προβλήματα.  


***


Κατά τάς ἀνωτέρω ἐκτεθείσας βιωματικάς καί ἐμπραγμάτους σκέψεις καί ἀρχάς, καί  ἐφ᾿ ὅσον ὁ λόγος περί κρίσεως καί διακρίσεως εἰς τά πνευματικά, ὀφείλομεν νά ἔχωμεν ὑπ᾿ ὄψει ὅτι κρίσις καίδιάκρισις ὑφίσταται καί εἰς τά τοῦ περιβάλλοντος ἡμᾶς κόσμου, τῆς κτίσεως καί δημιουργίας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἔχει θείαν τήν προέλευσιν καί πνευματικήν τήν ὑφήν. 

Εἰς ἕνα ὕμνον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας τά πάντα ἀνεθέμεθα,  νεκροί καί ζῶντες, τά σώματα καί τάς ψυχάς μας,  εἰς τόν Θεόν, ἐπαλαμβάνοντες μετά τῶν ἐκδημησάντων τῶν ἐντεῦθεν καί εὑρισκομένων ἐνώπιον τῆς κρίσεως τοῦ Θεοῦ: «ἐν Σοί γάρ τήν ἐλπίδα ἀνέθεντο (ἀνεθέμεθα) τῷ Ποιητῇ καί Πλάστῃ καί Θεῷ ἡμῶν» (Ἀπολυτίκιον τοῦ Σαββάτου τῶν Ψυχῶν). 

Ποιητής καί Πλάστης ὁ Θεός, τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, τῆς θείας Αὐτοῦ ἐμπνεύσεως ψυχῆς καί τῆς κτίσεως. Ἐπλάσθη ὅμως ὁ ἄνθρωπος «κατ᾿ εἰκόνα καί καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ» διά νά εἶναι ἄγγελος καί δοτήρ ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπον καί συντηρητής τῆς κτίσεως. 

Ἡ Χριστιανική Ἐκκλησία, στοιχοῦσα πρός τήν θείαν ἐντολήν,  ἀντιμετωπίζει τάς πράξεις ὑποβαθμίσεως τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος, ὡς ἁμαρτίαν, καί μάλιστα μέ καθολικά καταστρεπτικά ἀποτελέσματα. Ἀρκεῖ νά ἀναλογισθῶμεν ὅτι αἱ συνέπειαι τῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι ἀποβαίνουν εἰς βάρος τοῦ περιβάλλοντος, ἐπηρεάζουν δυσμενῶς τό σύνολον τῶν ἐμβίων ὄντων καί ὄχι ἁπλῶς ἕνα ἤ δύο ἀνθρώπους. Διότι ὅλα τά στοιχεῖα τοῦ κόσμου, ὡς ἐλέχθη καί ἀνωτέρω, εἶναι ἀλληλοεξαρτώμενα. 

Διό καί ἐκρίναμεν ὡς Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ὡς  ἐξόχως σημαντικήν καί ἐπείγουσαν τήν δραστηριοποίησιν αὐτοῦ ἐπί τοῦ προκειμένου ἁπτομένου τῆς συντηρήσεως αὐτῆς ταύτης τῆς ζωῆς θέματος τούτου, ὥστε κατά τό δυνατόν νά ἀποφεύγηται περαιτέρω κατάχρησις καί φθορά τοῦ  κ ό σ μ ο υ  τοῦ Θεοῦ, τόν ὁποῖον ἡ ἀνθρωπότης ἔχει κληθῆ νά φυλάσσῃ καί ὄχι νά καταστρέφῃ. 

Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον κατά τάς παρελθούσας δεκαετίας ἐπρωτοστάτησεν εἰς τάς προσπαθείας προστασίας τοῦ περιβάλλοντος, τοῦ δώρου τούτου τοῦ Θεοῦ, ἐπαναλαμβάνομεν, πρός τόν ἄνθρωπον. Τό ἔτος 1989 ὁ προκάτοχος ἡμῶν Πατριάρχης Δημήτριος ἀνεκήρυξε τήν ἀρχήν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, τήν 1ην Σεπτεμβρίου, ὡς ἡμέραν ἀναπέμψεως εἰς τούς Ὀρθοδόξους Ἱερούς Ναούς προσευχῶν ὑπέρ τῆς προστασίας τοῦ συνόλου τῆς κτίσεως, ἐνῷ τό ἔτος 1991 ἐπραγματοποιήθη τό πρῶτον Πανορθόδοξον Συνέδριον διά τήν προστασίαν τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος ἐν Κρήτῃ. Ἐν συνεχείᾳ ἐπραγματοποιήσαμεν ἐν τῇ ἀναμενούσῃ ἀπό τεσσαρακονταετίας καί πλέον τήν ἐπαναλειτουργίαν αὐτῆς Θεολογικῇ Σχολῇ τῆς Χάλκης σειράν λίαν σημαντικῶν Οἰκολογικῶν Σεμιναρίων, μέ στόχον τόν διάλογον μεταξύ τῆς ἐπιστημονικῆς κοινότητος, τῆς οἰκολογικῆς κοινωνίας τῶν πολιτῶν καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἐπίσης, ἀπό τοῦ ἔτους 1995 ἔχουν πραγματοποιηθῆ ὀκτώ πλωτά διεθνῆ Συμπόσια μέ ἀντικείμενον τήν οἰκολογικήν προστασίαν, ἀντιστοίχων ὑδατίνων σωμάτων τοῦ πλανήτου μας (Αἰγαῖον, Εὔξεινος Πόντος, Δούναβις, Ἀδριατική, Βαλτική, Ἀμαζόνιος, Βόρειος Πόλος καί Μησισίπης). Εἰς τά Συμπόσια ταῦτα ἔχουν συμμετάσχει  εἰδικοί ἐπιστήμονες, ἐκπρόσωποι Ἐκκλησιῶν καί ἄλλων θρησκειῶν, περιβαλλοντικαί ὀργανώσεις, διακυβερνητικοί ὀργανισμοί καί πολλοί ἄλλοι, ὑπό τήν ἡγεσίαν καί πρωτοβουλίαν τῆς ἡμετέρας Μετριότητος καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, μέ στόχον τήν κωδικοποίησιν τῶν οἰκολογικῶν προβλημάτων καί τήν διατύπωσιν προτάσεων διά τήν ἀντιμετώπισίν των. 

«Ἡ οὐσιωθεῖσα σύμπασα κτίσις», κατά τήν Ὀρθόδοξον ὑμνολογίαν, εἶναι εἷς ἀδάμας τῆς Θείας δημιουργίας καί μία ἐπί πλέον ἀπόδειξις  τῆς πανσοφίας τοῦ Θεοῦ! 

Ἡ κινητοποίησις, λοιπόν, διά τήν προστασίαν τῆς φύσεως ἀποτελεῖ ὑποχρέωσιν ὄχι μόνον τῶν πολιτικῶν, ἀλλά κυρίως τῆς Ἐκκλησίας. 

Κύριον μέλημα ἡμῶν εἶναι νά εὐαισθητοποιήσωμεν καί νά καλέσωμεν εἰς δρᾶσιν  τούς συνανθρώπους μας, ὥστε ὁ καθείς νά συμβάλῃ μέ τάς δυνάμεις τάς ὁποίας διαθέτει εἰς τήν ἀποτελεσματικήν προστασίαν τῶν οἰκοσυστημάτων καί εἰς τήν κληροδότησίν των βιωσίμων εἰς τάς ἑπομένας γενεάς. 

Αἱ συγκεκριμέναι ἐνέργειαι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τά ἡμέτερα μηνύματα καί αἱ ὁμιλίαι, καθ᾿ ὅλας αὐτάς τάς δεκαετίας,  ἔχουν περιληφθῆ εἰς εἰδικόν καλαίσθητον τόμον, καθώς καί εἰς τά τύποις ἐκδοθέντα πρακτικά τῶν ἀναφερθέντων ἀνωτέρω συνεδρίων, ἀντίτυπον τῶν ὁποίων προσφέρομεν εἰς τήν Ἀκαδημίαν σας, ἡ ὁποία καί ἀσφαλῶς ἐνδιαφέρεται διά τήν προστασίαν τοῦ περιβάλλοντος καί τήν ἀναγκαιότητα τῆς διαφυλάξεως αὐτοῦ. 

Σημαντικήν ἐπίσης συμβολήν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου εἰς τήν προσπάθειαν διά τήν προστασίαν  τῆς φυσικῆς ἡμῶν κληρονομίας ἀποτελοῦν αἱ καταλυτικαί πρωτοβουλίαι διά διαθρησκειακόν καί διεπιστημονικόν διάλογον, ὥστε νά διευρυνθῇ τό πεδίον συνεργασίας  διά τήν προστασίαν τῶν ἑκασταχοῦ οἰκοσυστημάτων. 

Τοιουτοτρόπως, τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἔχει ἀναδειχθῆ εἰς γέφυραν ἐπικοινωνίας καί συνεργασίας τῆς Ἐκκλησίας καί ἄλλων θρησκειῶν μέ ἐπιστημονικούς καί κοινωνικούς φορεῖς μέ κοινόν στόχον τήν προστασίαν τῆς φυσικῆς κληρονομίας, ἡ ὁποία καί αὐτή ὑφίσταται κρίσιν καί ἀπαιτεῖται διάκρισις εἰς τήν χρῆσιν αὐτῆς, διά νά μή ὁδηγῇ εἰς κατάχρησιν καί ἐν τέλει εἰς καταστροφήν.

***

Κατακλείοντες τόν λόγον σᾶς εὐχαριστοῦμεν ἐκ βαθέων, διότι ἠκούσατε μεθ᾿ ὑπομονῆς τήν ἀνάπτυξιν ἑνός θέματος τό ὁποῖον φαίνεται ὅτι ἐνδιαφέρει μόνον τούς ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας. Κατ' ἀκρίβειαν ὅμως πρέπει νά ἐνδιαφέρῃ σύμπασαν τήν ἀνθρωπότητα, διότι ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ μόνη στάσις τῆς ψυχῆς ἡ ὁποία δύναται νά κάμῃ τήν ἀνθρωπίνην ζωήν μακαρίαν. Καί τότε δέν θά ὑπάρχῃ ὁ κίνδυνος τῆς κρίσεως καί κατακρίσεως οὐδενός, διότι ὅλοι οἱ ἀγαπῶντες θά εὑρεθῶμεν εἰς τά δεξιά τοῦ μέλλοντος νά διακρίνῃ τούς ἀγαθούς ἀπό τούς πονηρούς. 

Θά κατακλείσωμεν μέ τήν ἀναλυθεῖσαν, κατά τά ἀνωτέρω, ἐμπειρίαν αὐτήν, τήν ὁποίαν ἀναγλύφως περιγράφει στιχηρόν ἰδιόμελον τοῦ Τριῳδίου: «Δανιήλ ὁ Προφήτης, ἀνήρ ἐπιθυμιῶν γενόμενος, τό ἐξουσιαστικόν Θεοῦ θεωρήσας, οὕτως ἐβόα: Κριτήριον ἐκάθισε, καί βίβλοι ἠνεώχθησαν. Βλέπε, ψυχή μου, νηστεύεις; τόν πλησίον σου μή ἀθέτει· βρωμάτων ἀπέχεις; τόν ἀδελφόν σου μή κατακρίνῃς, μή τῷ πυρί παραπεμπομένη, κατακαεῖς ὡσεί κηρός, ἀλλ᾿ ἀνεμποδίστως εἰσάξῃ σε Χριστός εἰς τήν βασιλείαν Αὐτοῦ». 

Ἔχοντες κατά νοῦν οἱ ἄνθρωποι τήν προαναγγελλομένην ὑπό τοῦ Προφήτου Δανιήλ κρίσιν τῶνπάντων καί ὅτι ἀφ᾿ ἑνός μέν ἐν τῇ πραγματικότητι γῆ καί σποδός καί γυμνά ὀστᾶ εἴμεθα  καί ἀφ᾿ ἑτέρου τό ἐξουσιαστικόν τοῦ Θεοῦ καί ὅτι ἀργά ἤ γρήγορα θά κληθῶμεν ἐνώπιον τοῦ Θείου Κριτηρίου, ἄς μή ἀθετῶμεν τόν πλησίον καί ἄς μή κατακρίνωμεν τούς ἀδελφούς μας, διότι ὅλοι εἴμεθα ποιήματα καί πλάσματα τοῦ Θεοῦ, ὅπως καί ἡ σύμπασα κτίσις, τήν ὁποίαν ὀφείλομεν νά φυλάσσωμεν «ὅσῃ προαιρέσει». 

Εὐχόμενοι ὅπως τοῦτο συμβῇ, ἐπιδαψιλεύομεν ὑμῖν τοῖς ἀκροαταῖς ὁλόθυμον τήν πατρικήν καί Πατριαρχικήν ἡμῶν εὐλογίαν καί ἐπικαλούμεθα ἐφ᾿ ὑμᾶς τήν Χάριν καί τό πλούσιον Ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

Related Posts with Thumbnails