© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

ΣΤΡΑΒΙΝΣΚΙ ΚΑΙ ΣΤΡΑΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΣΥΝΟΛΟ “KYKLOS ESEMBLE” ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ


Το σύνολο μουσικής δωματίου ‘‘Kyklos Ensemble” ήρθε για να μείνει και τούτο είναι πολύ σημαντικό για τα μουσικά δρώμενα της Χώρας μας, όταν μάλιστα  λόγω της οικονομικής κρίσης,  Ορχήστρες, Χορωδίες και Μουσικά Σύνολα έπαψαν υφιστάμενα. 

Το μουσικό σύνολο “Kyklos Ensemble” ξεκίνησε εντυπωσιακά και εντυπωσιακά συνεχίζει. Σε μια συμπαραγωγή με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στις 9-10-2013, στην Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος, μας γνώρισε «Το Μπαρόκ με τη ματιά του 20ού αιώνα», με δυο μεγάλα έργα των Στραβίνσκι [1882-1917] και Ρίχαρντ Στράους [1864-1949], σε μεταγραφές  για μικρά σύνολα! Τη Σουίτα Πουλτσινέλα, που γράφτηκε το 1920 για την επαναλειτουργία των Ρώσικων Μπαλέτων του Ντιαγκίλεφ, και είναι  μεταγραφή έργου του 18ου αιώνα που αποδιδόταν στον Περγκολέζι [1710-1736], Ιταλό συνθέτη, βιολονίστα και οργανίστα, από τους σπουδαιότερους  της πρώιμης Opera Buffa. Το έργο είναι εμπνευσμένο από την Commedia dell’Arte και η ιστορία του βρίσκεται σε χειρόγραφο της Νάπολης  του 1700, στο οποίο  περιλαμβάνονται  παραδοσιακά πρόσωπα της λαϊκής ναπολιτάνικης σκηνής, ανάμεσά τους και ο Πουλτσινέλα, που έμελλε να γίνει  η αρχή της Β΄ συνθετικής περιόδου, της νεοκλασικής, του Στραβίνσκι. Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που χειρίζεται ο Στραβίνσκι το μουσικό υλικό του και τούτο γιατί είναι έξω από τις δικές του προσεγγίσεις, κατά την ταπεινή μας γνώμη. Ιδρυτής του νεοκλασικισμού άνοιξε νέους δρόμους με το έργο του. Είναι χαρακτηριστική η απάντησή του σε Γάλλο φρουρό των συνόρων όταν τον ρώτησε ποιο ήταν το επάγγελμά του: «Εφευρέτης Μουσικής», απάντησε και το απέδειξε με το έργο του που προκάλεσε το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων και δημιούργησε  με την «Ιεροτελεστία της Άνοιξης» έκρηξη στη μουσική σκηνή.

Η ορχηστρική σουίτα «Αρχοντοχωριάτης» είναι εμπνευσμένη από το ομώνυμο θεατρικό έργο του Μολιέρου σε μουσική σύνθεση του αυλικού συνθέτη του Λουδοβίκου ΙΔ΄ και πατέρα του γαλλικού Μπαρόκ, Jean-Batiste Lully [1632-1687]. Γράφτηκε από τον Ρίχαρντ Στράους μεταξύ των ετών 1911-1917. Οι εξαιρετικές μεταγραφές για μικρά σύνολα των δύο αυτών  απαιτητικών έργων ήταν της Κωνσταντίνας Πολυχρονοπούλου, για το πρώτο,  και του Στάθη Καμπύλη, για το δεύτερο, υπό την υψηλή εποπτεία του σπουδαίου μουσικολόγου Γιάννη Τσελίκα.

Ευχάριστη έκπληξη ήταν οι δύο ταλαντούχοι νέοι, ο Kερκυραίος κλαρινετίστας Ηλίας Σκορδίλης και η πιανίστα Ελένη Νικολαϊδη που «προλόγισαν» το σύνολο “Kyklos Ensemble”, ερμηνεύοντας επάξια την πρώτη Ραψωδία του Κλοντ  Ντεμπισί και δικαιώνοντας την απόφαση των υπευθύνων να δίδουν βήμα στου νέους μας.  



Με Αρχιμουσικό το Γιώργο Πέτρου και ένα σύνολο, όπως ο Kyklos, η επιτυχία ήταν εξασφαλισμένη και οι ερμηνείες αναμενόμενες. Ωστόσο υπήρχε κάτι παραπάνω που ξεπέρασε τις προσδοκίες μας,  αφού ο Αρχιμουσικός  έχει εντρυφήσει στο Μπαρόκ και οι προσεγγίσεις του είχαν τη λεπτότητα των έργων της πρωταρχής, χωρίς σε τίποτα να αποκλίνει από το νεοκλασικό πνεύμα των Στραβίνσκι και Στράους. Με τους εξαίρετους Σολίστ των Πνευστών, των θαυμαστών Εγχόρδων, των μοναδικών Κρουστών και με τα αξεπέραστα σολιστικά μέρη του Σέρτζιου Ναστάσα, η ερμηνεία του χαρισματικού Αρχιμουσικού Γιώργου Πέτρου  άγγιξε την  τελειότητα!

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΣΚΟΡΠΙΑ ΛΟΓΙΑ, ΟΠΩΣ ΤΑ ΦΥΛΛΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ












Χαιρετισμὸς τιμῆς στὸν Κωστα Σπ. Τσιώλη, ποὺ γνωρίζει καλὰ τὴ γλώσσα τῆς φωτογραφίας...

... Καὶ τὸ φθινόπωρο ἔχει τὴν ὀμορφιά του, μὲ τοὺς ποικίλους της χρωματισμοὺς, τὴ στολισμένη φύση ἀπό τὰ χαλκόχρωμα μισοξεραμένα φύλα, τὰ χλωμὰ δειλινά καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα τὴν ἀπαρχὴ τῆς ἀνακαίνισης τῆς φύσης μὲ τὰ πρῶτα νερά, «τὴν πρώτη σταγόνα τῆς βροχῆς» (Ἐλύτης), ποὺ χαρίζει ἀνάσα στὸ πυρωμένο χῶμα κι ἀκόμα μεγαλύτερη ἀνάσα καὶ ἀνακούφιση στὰ δέντρα καὶ τὰ φυτά.

Τότε λοιπόν, μὲ τὴ βροχὴ νὰ φυτεύει χτὸ χῶμα τὶς σταγόνες-ὑδάτινες κλωστὲς ποὺ δένουν τὴ γῆς μὲ τὸν οὐρανό - νὰ σεργιανᾶς μέσα στὰ μουσκεμένα χτήματα καὶ νὰ χαίρεσαι τὴν εὐωδιὰ τοῦ νοτισμένου χώματος, ἀλλὰ καὶ τῶν πεύκων, τῶν σχίνων, τῆς κουμαριᾶς καὶ τόσων ἄλλων φυτῶν τὴν ἀνασεμιά. Κι ὕστερα νὰ κοιτάζεις τοὺς ἀνθισμένους θάμνους, ποὺ ἔχουν πάνω τους μυριάδες ὑδάτινα στολίδια, τὰ δάκρυα τοῦ οὐρανοῦ...

Καὶ τὸ φθινόπωρο ἔχει τὶς ὀμορφιές του καὶ τὸ κάλλος του... Μὲ τὸ ἀρρωστημένο φῶς τοῦ ἥλιου νὰ σέρνεται πάνω στὰ λευκὰ πεζούλια καὶ στοὺς τοίχους. Μὲ τὶς χρυσοφωτιστες τὶς ζωγραφιές, τὰ ποιητικὰ ἀπόβραδα, καθὼς τὰ σταχτόμαυρα σύννεφα συμμαζεύουν τὴν ψυχή, τὴν ἀλλοιώνουν, τὴν προετοιμάζουν γιὰ τὸν ἔγκλειστο τοῦ χειμώνα βίο…

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΛΕΝΓΚΩ (ποίημα)


Φύσαγε και στο βάθος μετέωρα τα αλιευτικά. Ένα ρυμουλκό έγνεψε με τα φανάρια του και χάθηκε προς το Ηραίο. Το καλοκαίρι επρόκειτο να τελειώσει μες σε λύπες και δροσερές βραδιές. Από το λιμάνι χύνονται σαν ήπειροι οι καινούριοι νεκροί. Τα κλαδιά που χάρισαν τόσες πυρκαγιές θα σβήσουν μονάχα το χάραμα. Έπειτα χοροί αστικοί και γλέντια, κυριακάτικες φωτογραφίες και η μεγάλη, η αβέβαιη πολιτεία. Μονάχα τα παιδιά αναγνωρίζουν τους Πελασγούς καθώς αποβιβάζονται στις ακτές.  Δείχνουν με τα σπάνια χέρια τους που αναλαμβάνουν την όψη των αγαλμάτων. Οι φωνές τους μαρτυρούν μια βαθιά πείνα.

Εν τω μεταξύ ο πυριτιδοποιός από την Εσπερία ανατινάζει ένα σπουδαίο τμήμα του λιμένα. Όλοι χειροκροτούν καθώς ανοίγεται πελώριο το στόμα της εποχής μας. Με τούτη τη σκηνή, ψιθύρισε η Λένγκω, γριά και μόνη, στο βάθος της στοάς του παλαιού χρηματιστηρίου αρχινούν η καπνιά και η ομίχλη και οι θηριοπρόσωπες, λεγόμενες μέρες.΄

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

Ανθούλας Δανιήλ: Ο ΑΣΠΡΟΣ ΤΟΙΧΟΣ (δοκίμιο)

  Πρώτη δημοσίευση  


Το ‘‘ κενό’’ υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του
(Οδυσσέας Ελύτης)

Με αφορμή το ποίημα «Ο άσπρος τοίχος» της Φλώρας Αντωνακοπούλου, αναρτημένο στο diastixo.gr, την Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013, επεχείρησα μια μικρή περιήγηση σε «τοίχους» και άλλα παρόμοια πεδία.

  Παραθέτω το ποίημα :

Ο ΑΣΠΡΟΣ ΤΟΙΧΟΣ

Άστραψε ο τοίχος κάτασπρος στις σαϊτιές του ήλιου.
Άσπρο πολύ, θαμπώσανε τα μάτια μου, δεν έβλεπα μπροστά μου.
 
Κι εκεί, σαν νεύμα φωτεινό, ίχνος,
 
το χέρι εκείνου που μ’ επέβλεπε να συναινεί στο χρώμα.
 
Τα δέντρα ακίνητα στο φως, μ’ εσπεριδοειδών ανθούς παχύ το στρώμα
Κι εγώ εκεί να επιτηρώ αυτά που εκείνος φύτεψε και πότισε και ράντισε
 
και που ’ναι τώρα;
 
Στον άσπρο τοίχο άφηνε αόρατο σημάδι
κάθε που φτάναμε, κάθε που φεύγαμε.
 
με φίλημα ιερό τον άσπρο τοίχο χαιρετούσε,
 
κι εγώ παράξενα κοιτούσα, δεν ένιωθα τι σήμαινε απώλεια .
Ήξερε εκείνος, το είχε νιώσει από καιρό,
 
μαύρο βουνό τα σωθικά του να πιέζει.

Ήταν εκείνη που έλειπε, παντού παρούσα
σάλευε στα δέντρα, στους ανθούς, στον άσπρο τοίχο.
Τώρα εικόνα ιερή, αόρατη, των δυο τους χωνεμένη
 

πάντα εκεί, κάθε που φτάνω, κάθε που φεύγω,
εκείνης που εγκατέλειψε πιο πρώτη τον αγώνα
κι εκείνου που ακολούθησε μετά
αφήνοντας λευκό τον κάτασπρο τον τοίχο.

Αυτό που βλέπω με μια πρώτη ματιά, υποθέτω  ότι είναι ένα πραγματικό γεγονός που αναβαθμίζεται σε ενορατικό. Ένας άσπρος τοίχος δεν είναι τίποτα, αλλά μπορεί να γίνει τα πάντα. Οθόνη κινηματογράφου, λευκή σελίδα για να γράψεις και πολλά άλλα που έχεις μέσα σου, αλλά δεν τα γράφεις. Ο άσπρος τοίχος σε προκαλεί. Ο Σεφέρης λέει ότι είναι «Τ’ άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης / επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν» («Θερινό Ηλιοστάσι» Η΄)∙ κι ακόμα «Μιλούσες για πράγματα που δεν τα ’βλεπαν / κι αυτοί γελούσαν» («Θερινό Ηλιοστάσι» Θ΄). Τα αποσπάσματα αυτά κάνουν λόγο για κάτι που είναι αόρατο αλλά όχι και στον ποιητή που έχει άλλες προσλαμβάνουσες.
Ο άσπρος τοίχος, λοιπόν, φαίνεται κενός,  αλλά δεν είναι κενός, όπως, για να περιδιαβάσουμε τον Σεφέρη, δεν είναι κενό το άδειο πουκάμισο, το κάστρο της Ασίνης και η εντάφια προσωπίδα∙ δείχνουν κενά αλλά έχουν από κάτω το μύθο τους∙ μια Ελένη, έναν βασιλιά, που υπήρξε κάποτε και  τώρα επιζεί μέσα στο μύθο. Κι ο  ποιητής, που  δεν ξεχνά, ακόμα και αν όλα έχουν χαθεί, ζει με το βάρος της ανάμνησης «μιας ύπαρξης ζωντανής» ή με το βάρος της «νοσταλγίας»  για πρόσωπα που δεν είναι πια ζωντανά, η μνήμη τους όμως είναι ζωντανή. Απομυθοποιώντας το πράγμα πάλι με το στίχο του Σεφέρη «Ό,τι ένιωσες σωριάζεται ανυπόστατο / αν δεν εμπιστευτείς τούτο το κενό».
Στο ποίημα, ο «άσπρος τοίχος» από κυριολεκτικός αναβαθμίζεται σε σύμβολο, οθόνη προβολής αόρατων μηνυμάτων. Η επανάληψη του επιθέτου «άσπρος», εκεί στοχεύει. Είναι το συγκεκριμένο σημείο, όπου κατατίθεται το φίλημα εις μνήμην, «κάθε που φτάναμε, κάθε που φεύγαμε», και είναι αυτό που δίνει ώθηση στην ενδυνάμωση της αυταπάτης. Σ’ αυτό βοηθάει και το θάμπωμα στα μάτια,  με τον εκτυφλωτικό φως, «τις σαϊτιές του ήλιου», όταν, σαν σε παραίσθηση, διαγράφεται το φωτεινό ίχνος ενός χεριού, εκείνου που «συναινεί στο χρώμα», που επιβλέπει στοργικά και σαν Θεός από ψηλά ελεητικά συγκατανεύει. Μοιάζει το χέρι του σαν εκείνη την  «αόρατη δεξιά» που γράφουν οι άγγελοι, κατά πως λέει ο Ελύτης. Στον Ελύτη θα αναφερθούμε συχνά, και όχι επειδή το έφερε η περίσταση, ο τοίχος επανέρχεται παρόμοια φορτισμένος:

Ξέφτιος κι όλο χαρακιές, με τη λέξη ακόμη Σ' ΑΓΑΠΩ ευδιάκριτη
επάνω του.  Ο τοίχος!
(Τα Ελεγεία της Οξώπετρας, «Το εικόνισμα»)

Στον τοίχο που ανατρίχιασε κι όλη μου την αφή γύρισε πίσω
(Φωτόδεντρο, «Το κόκκινο άλογο»).

Ο πρώτος «τοίχος» βλέπουμε πως, παρόλη τη φθορά του, διασώζει τη μνήμη ενός «Σ’ ΑΓΑΠΩ». Η λέξη κεφαλαιογράμματη εμφαίνει το δυνατό συναίσθημα των ανθρώπων που πέρασαν κι άφησαν το αποτύπωμά τους.  Στο δεύτερο απόσπασμα είναι ο «τοίχος» που υφίσταται το ισχυρό  ανατρίχιασμα και αυτός το μεταδίδει στον άνθρωπο. Κι επειδή αυτό δεν είναι λογικό, είναι όμως ψυχολογικό,  υποβάλλει την ιδέα πως ένα τόσο δυνατό άγγιγμα μπορεί να  είναι επικοινωνία με το πέραν. Με την ανταλλαγή ρόλων, μεταξύ πομπού και αποδέκτη του ερεθίσματος και του απρόσμενου αποτελέσματος,  ανατρέπονται οι φυσικοί νόμοι και ισχύουν οι νόμοι της αυθυποβολής. Το άψυχο γίνεται εμψυχότερο του εμψύχου, για να δηλώσει την ένταση του βιώματος. Με αυτόν τον τρόπο,  η εμπειρία μεταβάλλεται σε όχημα του ονείρου και του οράματος, γίνεται πεδίο, όπου παίζεται ή γράφεται ο μύθος, ο οποίος αποτελεί ανεξάντλητη πηγή πάσης ποιητικής δημιουργίας. 
Εκεί λοιπόν, σε ένα χώρο, σπίτι, αυλή, δεν συμβαίνει τίποτα σχεδόν.  Η περιγραφή του περιβολιού, η ανυπαρξία προσώπων, το παχύ στρώμα από τα άνθη των εσπεριδοειδών, τα οποία, ενώ είναι λουλούδια γάμου και η εποχή τους η άνοιξη, εδώ το παχύ λευκό τους στρώμα  στο έδαφος συμβολίζει πλέον την απώλεια. Το μυστηριακό μεσημέρι -«σαϊτιές του ήλιου»- και η ακινησία -«Τα δέντρα ακίνητα στο φως»- μοιάζουν να προετοιμάζουν τη στιγμή του θαύματος, οπότε η συναισθηματική ένταση, αποδεσμευμένη από τη λογική, αφήνεται στην  μεταφυσική αυθυποβολή που θα καταλήξει στην ποιητική εμπειρία. 
Το ανάλογο προκύπτει και στο ποίημα «Έγκωμη» του Γιώργου Σεφέρη. Εκεί που οι άλλοι βλέπουν εργάτες σε μια ανασκαφή, ο ποιητής  βλέπει το θαύμα. Την ώρα που το αρχαίο άγαλμα, γυναικεία μορφή θεάς ή Παναγίας ανασύρεται, βγαίνει από την κοιλιά της γης, σαν αναδυομένη, η φύση όλη ακινητεί. Τα πρόσωπα και ό,τι είναι ζωντανό, περιγράφονται από τον ποιητή σαν μαρμαρωμένα. Είναι η στιγμή του θαύματος που η ελληνική γη γεννάει ή ξαναγεννάει την αρχαία θεά συγκερασμένη με την χριστιανική. Η στιγμή του θαύματος είναι αυτή  που «κόβει τον καιρό μονοκόμματα στα δυο και τον αποσβολώνει» («Ύφος μιας μέρας») και μπορεί να έχει άλλα αίτια κάθε φορά, αλλά το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.
Το αυτό και στον Σολωμό, όπου μια «Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα  σπαρμένη μάγια! / Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε, / Ουδ’ όσο καν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι» (Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, «Ο Πειρασμός») προετοιμάζει την εμφάνιση της φεγγαροντυμένης. 
            Επιστρέφουμε στο ποίημα. Ο απών, πλέον, του ποιήματος φιλούσε  τον άσπρο τοίχο «κάθε που φτάναμε, κάθε που φεύγαμε», οπότε το ποιητικό υποκείμενο είναι το μόνο πρόσωπο που μπορεί να βεβαιώσει και να ιστορήσει το γεγονός, εφόσον το φίλημα δεν αφήνει σημάδι ορατό, παρά μόνο στηρίζει την ύπαρξή του στη μαρτυρία του αυτόπτη μάρτυρα. Αυτός με τη σειρά του, μόνο  εκ των υστέρων είναι σε θέση να αντιληφθεί τι παιζόταν στην ψυχή εκείνου. Βεβαίως μας το λέει μετά∙  έχει πένθος βαρύ σαν βουνό μέσα του. Ο μάρτυς θεατής όμως καταλαβαίνει τι σημαίνει αυτό, μόνο αν έχει την ανάλογη εμπειρία και φαίνεται πως την έχει τώρα.
Τώρα πια, που τα πράγματα έχουν αλλάξει, φαίνεται καθαρά ότι ο άσπρος τοίχος δεν είναι απλώς ένας τοίχος, αλλά μια οθόνη προβολής συναισθημάτων και σημείο συνάντησης αγαπημένων προσώπων, αυτών  που έχουν πεθάνει και άλλων που ζουν ακόμα. Κι επειδή το θέμα είναι βαρύ, ο ρυθμός του ποιήματος, που γέρνει περισσότερο προς το παραδοσιακό, του ταιριάζει. Το νόημα δεν θυσιάζεται στη μορφή. Κι έτσι με τις ελευθερίες που παρέχει η μοντέρνα ποίηση, ο ποιητικός λόγος κινείται ανάμεσα στο παλιό και στο νέο, κατά περίσταση και όχι κατ’ επιλογή. Ωστόσο και τα παλιά και  τα καινούρια δικά μας είναι. Όσο για τη συγκίνηση, είναι διάχυτη, με τις συχνές επαναλήψεις εκείνου του στοιχείου που αποτέλεσε την αφόρμηση, αν και συγκρατημένη…
            Προχωρώντας λίγο πιο πέρα από τα αυστηρώς αναφερόμενα στο ποίημα, όταν ο Ελύτης γράφει στο «Μικρόν Ανάλογον για τον Ν. Χατζηκυριάκο Γκίκα»

Και εκεί
Μακριά στην πούντα του Καιρού
Όπου μαίνεται από τη νοτιά το μαύρο ερημονήσι
Τόσο μόνο εκεί ευδοκιμεί το Αόρατο!
Αλλ’ εμείς το χτίζουμε αλλ’ εμείς το  κηπεύουμε
Αλλ’ εμείς νύχτα –μέρα το ιστορούμε
………………………………….
Τ’ αχνάρια που άφησαν  -και που ακολούθησες-
Η άγρια μέλισσα κι ο αμνός ο πενθοφόρος

είναι σαν να μας λέει πως ο καλλιτέχνης ζει με την αυταπάτη και την καλλιεργεί. Κι αυτή είναι η ουσία της ύπαρξης, κατά τον Γκαίτε∙ η αυταπάτη.  Στο  Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, «Παρασκευή, 10» πάλι ο τοίχος πρωταγωνιστεί: «Στον αντικρινό τοίχο οι σκιές των δέντρων παίζανε  κινηματογράφο». Κι επειδή ο κινηματογράφος παίζεται σε λευκή οθόνη είναι φανερό πως  ο τοίχος μπαίνει στη θέση της οθόνης και αφηγείται. Κι ακόμα, επειδή ο κινηματογράφος είναι διαχείριση φωτός και σκιάς, σκιάς όναρ  και ο άνθρωπος και σκιές και εκείνοι που απόμειναν στη  μνήμη, ή «στον αντικρινό τοίχο»∙  ένα τίποτα δηλαδή  που όμως είναι το παν.
            Τελείως από άλλο κλίμα κι όμως συγγενικό είναι το απόσπασμα από το δοκίμιο του Σεφέρη «Πάντα πλήρη θεών», όπου διαβάζουμε :
            «Το αίσθημά μου είναι ότι τούτοι οι αρχαίοι ναοί της Ελλάδας, της Μεγάλης Ελλάδας, της Ιωνίας, είναι με κάποιον τρόπο σπαρτοί, ριζωμένοι στα τοπία τους. Αφού χαλάστηκαν και ερειπώθηκαν οι “καλύβες” αυτές των αθανάτων, οι άστεγοι θεοί γύρισαν εκεί που άρχισαν, χύθηκαν ξανά έξω στο τοπίο και μας απειλούν με πανικούς φόβους  ή και με θέλγητρα, παντού: “Πάντα πλήρη θέων” έλεγε  ο Μιλήσιος Θαλής. Χρειάζουνται καμιά φορά τα παραμύθια» (Γ. Σεφέρης, Δοκιμές Β΄, σελ. 339). Παρομοίως και ο Καβάφης στο «Ιωνικόν» του: «Γιατί τα σπάσαμε τ' αγάλματά των, / γιατί τους διώξαμε απ' τους ναούς των, / διόλου δεν πέθαναν γι' αυτό οι θεοί». Με την ίδια λογική και οι πεθαμένοι μας δεν φεύγουν ποτέ από το σπίτι τους.

          Ο Γιώργος Βέης, στο ποίημά του  «Απαραίτητη Διευκρίνιση», λέει:

Όσο και να βάφουμε αυτόν τον τοίχο
στην τραπεζαρία, η σκιά παραμένει εκεί
ίσως εντονότερη κάθε φορά που δοκιμάζουμε
να τη σκεπάσουμε με την ακριβότερη ώχρα της αγοράς
αναλλοίωτη, ενοχλητική μας θυμίζει πόσο ανίσχυροι
κι ανίκανοι είμαστε- οι προηγούμενοι ένοικοι
όμως την είχαν συνηθίσει
δεν έκρυβαν μάλιστα  τη χαρά τους για τη σημασία της
όχι τη μεταφορική, αλλά την απολύτως αληθινή
έλεγαν δηλαδή ότι είναι απομεινάρι
ενός παλιότερου πολιτισμού αφθαρσίας
που έκανε όμως το μοιραίο λάθος να μετοικήσει
στην Κόμη της Βερενίκης

Εδώ είναι η σκιά που έχει σχεδόν αυτονομηθεί, έχει αποκτήσει υλική υπόσταση και έχει γίνει ανεξίτηλη. Οι «προηγούμενοι ένοικοι την είχαν συνηθίσει», αλλά τώρα έχουν μετακομίσει «στην Κόμη της Βερενίκης». Με απόλυτη φυσικότητα ο ποιητής λέει  πράγματα αφύσικα. Συμβατά όμως με τη χριστιανική μας παράδοση, που θέλει  τους μεταστάντες να μεταναστεύουν στον ουρανό, και με την πλατωνική να μετουσιώνονται σε άστρα. Ωστόσο, είναι εδώ, στο σπίτι μας, η ανεξίτηλη σκιά εκείνων που αγαπάμε, «εκείνων που απέμειναν σκιές κυμάτων» (Γ. Σεφέρης, «Ο βασιλιάς της Ασίνης). Κι εδώ μπαίνουν στη θέση του άσπρου τοίχου και τα κύματα, οι «κυματοστραμμένοι αντικατοπτρισμοί» (Μικρός Nαυτίλος, 20), του Ελύτη. Οπότε, θάλασσα, χαρτί,  καθρέφτης, τοίχος τον ίδιο ρόλο επιφορτίζονται.  Και είτε  άσπρος, είτε ώχρα, ο τοίχος εκπέμπει τους αντικατοπτρισμούς του, τα σήματα στους ζωντανούς, μιλάει βουβά για απόντες, για νεκρούς και αγαπημένους.
Μπορεί, λοιπόν, να είναι κυριολεκτικά άσπρος, πράγμα που καθόλου δεν ενδιαφέρει την ποίηση, μπορεί να είναι μεταφορικά άσπρος, πράγμα που υποδηλώνει το κενό που άφησε κάποιος φεύγοντας και, τέλος, με την αστραφτερή και θαμπωτική του όψη, μέσα στη μυστηριακή, ακίνητη Άνοιξη, μπορεί να είναι οθόνη προβολής του πέραν, γεμάτος από την αυταπάτη του παρατηρητή- αφηγητή πως συναντιέται πάνω του με τους  αγαπημένους.

εκείνης που εγκατέλειψε πιο πρώτη τον αγώνα
κι εκείνου που ακολούθησε μετά
αφήνοντας λευκό τον κάτασπρο τον τοίχο.

 Αφήνοντας κενό το έρημο το σπίτι.

«Από το πώς αστράφτουν τα τζάμια καταλαβαίνω αν πέρασε άγγελος» (Ημερολόγιο, «Τρίτη, 7») λέει πάλι ο Ελύτης. Κι ο αστραφτερός τοίχος έχει πολλά να πει…  κι εγώ…

Ω και αν έχω! Αλλά πώς με τι
Γίνεται τρόπο να φανερωθεί το «μη λεγόμενον»
(Τα Ελεγεία της Οξώπετρας, “La pallida morte”).

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

Την πρώτη Κυριακή κυδώνια και στις 18 του μήνα λουκάνικα

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Ο ναός τ' Αγίου "Λουκός" Ζακύνθου λυγερόκορμος, πριν τους σεισμούς του 1893.
Οι Ζακυνθινοί, οι καθαρόαιμοι βέβαια, γιατί τελευταία αρκετά μπασταρδέψαμε, έχουν δώσει σε κάθε γιορτή του ενιαυτού το δικό της χρώμα και τα δικά της ιδιόμορφα χαρακτηριστικά. Μ’ αυτόν τον τρόπο καταλαβαίνουν την κυκλική επανάληψη του χρόνου, την ταυτότητα της κάθε σχόλης και την ξεχωριστή της σημασία.
   Υπάρχουν έθιμα, που ξεχωρίζουν την κάθε χρονιάρα μέρα. Αντέτια, για να είμαστε πιο σαφείς, τα οποία τηρούνται με θρησκευτική ευλάβεια και κάνουν πράξη την ενδεικτική ευχή «και του χρόνου», που λέγεται πάντα σε παρόμοιες περιπτώσεις. Οι εκτός νησιού και νοοτροπίας, δύσκολα τους καταλαβαίνουν. Κι αυτό, όπως είναι φυσικό, έχει περάσει και στην κουζίνα τους.
   Δεν μπορούν, για παράδειγμα, να γιορτάσουν την Ύψωση του Σταυρού, δίχως βρασμένα κουκιά. Δε νοείται Μεγάλη Πέμπτη, χωρίς γεμιστές αγκινάρες. Η Λαμπρή, όπως κι όλες οι άλλες μεγάλες γιορτές, έχει γεύση αυγολέμονου. Των Αγίων Πάντων οι γειτονιές μοσχοβολούν πολπέτες, Ευαγγελισμού, Βαγιώνε και Σωτήρος αλιάδα και πάει λέγοντας, για να μην μακρηγορούμε, γινόμαστε κουραστικοί και προ πάντων μας ανοίγει η όρεξη.
   Σελίδες ολόκληρες θα μπορούσαν να γραφτούν για τις γαστρονομικές συνήθειες των γιορτών του νησιού μας. Μελέτη πληρέστατη θα μπορούσε ν’ αποτελέσει το θέμα. Όμως αυτό δεν είναι του παρόντος, ούτε μπορεί να χωρέσει στις αράδες του μικρού αυτού κειμένου. Το αφήνουμε, λοιπόν, για κάποιαν άλλη περίπτωση, μια κι είναι στο νου μας να το κάνουμε και σήμερα περιοριζόμαστε μόνο σε δύο περιπτώσεις επίκαιρες, οι οποίες αφορούν τον μήνα που διανύουμε.
   Την πρώτη Κυριακή του Οκτώβρη, λοιπόν, η ντόπια παράδοση απαιτεί για το μεσημεριανό φαγητό χοιρινό με κυδώνια. Είναι ένα πιάτο, το οποίο ελάχιστοι γνωρίζουν πια, αλλά όσοι το έχουν γευτεί κι είναι τολμηροί στις γεύσεις, κυριολεκτικά το λατρεύουν. Το εύγεστο αυτό φρούτο της εποχής, το οποίο έχει πολλές κι ευεργετικές χρήσεις –για τον ουρανίσκο μας πάντα– αντικαθιστά σ’ αυτήν την περίπτωση τις πατάτες και το αποτέλεσμα είναι λιγάκι γλυκό και γι’ αυτό απαιτείται εξοικείωση.
  Δεν ξέρω από πού προήλθε και πότε ξεκίνησε το ιδιαίτερο αυτό αντέτι. Ίσως είναι δάνειο από τους διάφορους λαούς, οι οποίοι πέρασαν από το νησί μας ή ντόπια εφεύρεση της νόνας μας. Πάντως είναι γνωστό, απ’ ότι γνωρίζω και στα άλλα Επτάνησα, δίχως εκεί, βέβαια, ν’ αποτελεί εθιμικό μενού της συγκεκριμένης ημέρας.
   Το άλλο παραδοσιακό φαγητό του Οκτώβρη έχει να κάνει με την γιορτή ενός σημαντικού Αγίου, του Απόστολου κι Ευαγγελιστή Λουκά και αποτελεί παρετυμολογία του ονόματός του. Στις 18 του μήνα, λοιπόν, όπου τιμάται η μνήμη του, οι Τζαντιώτες, κυρίως οι Χωραΐτες, συνήθιζαν να τρώνε λουκάνικα.
   Σήμερα, βέβαια, δεν είναι και τόσο γνωστή η γιορτή, εκτός κι αν υπάρχει κάποιο βαπτιστικό όνομα φίλου ή συγγενή, μια και η μη σχόλη οδηγεί στην λησμονιά. Παλιότερα, όμως, με την φερώνυμη εκκλησία, που πανηγύριζε και βρισκόταν σε κεντρικό σημείο της πόλης, εκεί που σήμερα σωστά και για ιστορικούς λόγους υπάρχει η ομώνυμη πλατεία, η μνήμη του Αποστόλου, που για σύμβολό του έχει το μοσχάρι και μ’ αυτό ζωγραφίζεται στις επτανησιακής τέχνης εικόνες του, κυρίως αυτές των τέμπλων, γινόταν γνωστή με πανηγυρικά σένια και μάσκουλα κι έτσι κανείς δεν μπορούσε να την αγνοήσει.
   Την καθαρά τοπική αυτή γαστρονομική συνήθεια την έχει αποθανατίσει κι ένα λαϊκό τετράστιχο, που μας το μάθαιναν παλιότερα, τέτοιες μέρες, οι γιαγιάδες μας και διασώζοντας και τα φαγητά κι άλλων γιορτών, λέει:

Τ’ Αγίου Λουκός, λουκάνικα
τ’ Αγίου Θοδώρου πίτες
και τα Νικολοβάρβαρα
χαρές και τηγανίτες.

   Αφήνω τις πίτες του Αγίου Θεοδώρου και τις τηγανίτες των Νικολοβάρβαρων για μια άλλη φορά, αφορμή για έτερο επίκαιρο κείμενο και σήμερα στέκομαι στην καθαρά ζακυνθινή γενική: «τ’ Αγίου Λουκός». Παράδοξη, αλλά όχι και μοναδική. Υπάρχει και το σχετικό «της Αγίας Τριαδός». Θηλυκού γένους αυτή τη φορά, αλλά βοηθάει για το σχηματισμό κανόνος…
   Δεν θέλω να πάρω θέση για το αν είναι σωστό ή λάθος ή για να είμαι δίκαιος αν πρέπει να διορθωθεί ή όχι. Θυμάμαι εκείνο το: «επέστρεφε» του μεγάλου Καβάφη και το άλλο των: «ελαχιστοτέρων» του ποιητή των αποστίχων του όρθρου της Μεγάλης Δευτέρας. Όπως δεν μπορώ να επέμβω στην έκφραση τέτοιων μεγάλων δημιουργών του λόγου, που αναμφίβολα είχαν τεράστια μόρφωση κι ήξεραν τι έγραφαν, δεν μπορώ να διορθώσω και το λαό μας.
   Χαίρομαι, έτσι, την λαϊκή αυτή ευελιξία και ιόνια ελευθερία, όπως και το αρσενικό: «Περάγκαθος», που γίνεται το θηλυκό: «Υπεράγαθος» ή το αντίστροφο της γιορτής του Σωτήρος, που έχει επικρατήσει: «τση Σωτήρος».
   Επιμένω σ’ αυτά, όπως και στα φαγητά των ημερών τους.
   Ίσως είναι μια αιτία ύπαρξης.
   Ζακυνθινός, γαρ, και δεν μπορώ να καταλάβω Λαμπρή με οβελία.

Ο ανωτέρω ναός τ' Αγίου "Λουκός", πολυμπαλωμένος, πριν τους σεισμούς του 1953, που τον αφάνισε από προσώπου γης.

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

π. Κων. Ν. Καλλιανός: «...ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΜΟΥ...» (ποίημα)


Στὸν παπα-Εὐάγγελο Παχυγιαννάκη, τὸν ποιητή


Γράφω,
μήπως τὸ θάνατο φοβίσω
ἤ τὸν ἐλεήσω
 μὲ τὸ ψευδὲς σαρκίο μου
ποὺ τελικὰ άξία
καμμιὰ δὲν ἔχει.

*    *    * 

Ἐπιτρέπω λοιπόν
 σ᾿ ὅλες τὶς πράξεις μου
 τὸ πρόσωπό μου,
ὅσο πιὸ πιστὰ γίνεται νὰ σχεδιάσουν.
Πρὸς Θεοῦ, ὄχι τὸ προσωπεῖο μου. 

Related Posts with Thumbnails